Τώ­ρα πια εί­ναι συ­νη­θι­σμέ­νο πράγ­μα να μι­λάς για τις κα­τα­στρο­φές των πο­λέ­μων. Όμως εί­ναι κά­τι βα­ρύ­τε­ρο να ’χεις μέ­σα στ’ άντε­ρά σου τον ξαφ­νι­κό ξο­λο­θρε­μό ενός ολο­ζώ­ντα­νου κό­σμου με τους φω­τι­σμούς του, με τους ίσκιους του, με τις τε­λε­τές της χα­ράς και της θλί­ψης, με το πυ­κνό δί­χτυ της ζω­ής του. Να ’χεις ακό­μη μέ­σα στ’ αυ­τιά σου το τρί­ξι­μο των αρ­μών του την ώρα του αφα­νι­σμού. Και τ’ άσχη­μα φερ­σί­μα­τα την ώρα εκεί­νη. Εί­ναι άλ­λο πράγ­μα αυ­τή η μοί­ρα μέ­σα στο αί­μα σου, που έσμι­ξε πια, όπως ήταν ανα­πό­τρε­πτο, με τη μοί­ρα της σύγ­χρο­νης οι­κου­με­νι­κής φρί­κης.[1]

Αυτά έγρα­ψε στο ημε­ρο­λό­γιό του, τις Μέ­ρες, ο Μι­κρα­σιά­της στην κα­τα­γω­γή ποι­η­τής Γιώρ­γος Σε­φέ­ρης, στις 23 Οκτω­βρί­ου 1950. Ο άν­θρω­πος που δια βί­ου έμει­νε συ­νει­δη­σια­κά και ψυ­χο­συ­ναι­σθη­μα­τι­κά πρό­σφυ­γας θυ­μό­ταν τη Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή, ως πι­κρό κα­τα­στά­λαγ­μα του τα­ξι­διού του στη Μι­κρά Ασία, συ­γκε­κρι­μέ­να της επι­στρο­φής του, σχε­δόν 35 χρό­νια με­τά, στη Σμύρ­νη και στα Βουρ­λά, τους τό­πους όπου έζη­σε τα παι­δι­κά του χρό­νια. Ο Σε­φέ­ρης ανα­με­τριέ­ται με το ανε­πού­λω­το τραύ­μα της μνή­μης. Η μνή­μη ως τραύ­μα γί­νε­ται εφιαλ­τι­κό πα­ρόν, μία Ερι­νύα που σε κα­τα­διώ­κει ή μία Νέ­κυια, η επί­σκε­ψη στον Άδη, όπου αγα­πη­μέ­νοι νε­κροί σου ζη­τούν να τους αφή­σεις να πιούν λί­γο αί­μα για να σου μι­λή­σουν και να τους ακού­σεις.
Σε από­στα­ση ενός αιώ­να από τη Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή, σε αυ­τό το κεί­με­νο θα επι­χει­ρή­σω να κα­τα­γρά­ψω ορι­σμέ­νες βα­σι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις για το πώς οι Έλ­λη­νες ποι­η­τές δια­δο­χι­κών γε­νε­ών εξέ­φρα­σαν το τραύ­μα αρ­χι­κά της άμε­σης εμπει­ρί­ας και στη συ­νέ­χεια της μνή­μης τους, το τραύ­μα που άνοι­ξε ο ξε­ρι­ζω­μός και η άφι­ξη των προ­σφύ­γων και, αρ­γό­τε­ρα, η εγκα­τά­στα­σή τους, ή το ρί­ζω­μά τους, στη νέα τους πα­τρί­δα. Ξε­κι­νώ από μία επι­σκό­πη­ση του δια­θέ­σι­μου υλι­κού, μέ­νο­ντας στα κύ­ρια ση­μεία του, τους οδο­δεί­κτες προ­σα­να­το­λι­σμού στο θέ­μα μου. Το 1962 και σε συ­μπλη­ρω­μέ­νη έκ­δο­ση το 1972 ο Δη­μή­τρης Π. Λιά­τσος στο βι­βλίο του Η Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία κα­τέ­γρα­ψε και σχο­λί­α­σε βα­σι­κά ποι­ή­μα­τα ανα­φε­ρό­με­να στην Κα­τα­στρο­φή.[2] Το 1967 και το 1980 το ζή­τη­μα επα­νε­ξέ­τα­σε διε­ξο­δι­κό­τε­ρα ο Νί­κος Ε. Μη­λιώ­ρης σε δύο εκτε­τα­μέ­νες ερ­γα­σί­ες του, η δεύ­τε­ρη σε μορ­φή βι­βλί­ου.[3] Το 1981 εκ­δό­θη­κε το έρ­γο του Παύ­λου Χα­τζη­μω­υ­σή, Βι­βλιο­γρα­φία 1919-1978: Μι­κρα­σια­τι­κή εκ­στρα­τεία-ήτ­τα, προ­σφυ­γιά: άρ­θρα, αφη­γή­σεις, δι­η­γή­μα­τα, με­λέ­τες, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, πε­ριο­δι­κά, ποί­η­ση, θέ­α­τρο. Το 1997 η ίδια βι­βλιο­γρα­φία εκ­δό­θη­κε σε συ­μπλη­ρω­μέ­νη ηλε­κτρο­νι­κή έκ­δο­ση, όπου το βι­βλιο­γρα­φι­κό υλι­κό φτά­νει μέ­χρι το έτος 1992.[4] Ο Χα­τζη­μω­υ­σής στις δύο εκ­δό­σεις της βι­βλιο­γρα­φί­ας του κα­τα­γρά­φει, με­τα­ξύ άλ­λων, και πολ­λά ποι­ή­μα­τα με θέ­μα τη Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή. Το 1988 ο Μι­κρα­σιά­της στην κα­τα­γω­γή λο­γο­τέ­χνης και δη­μο­σιο­γρά­φος Από­στο­λος Μαγ­γα­νά­ρης και η σύ­ζυ­γός του Καί­τη Μαγ­γα­νά­ρη επι­με­λή­θη­καν την αν­θο­λο­γία Θρή­νοι και παι­νέ­μα­τα για τις χα­μέ­νες πα­τρί­δες –η αν­θο­λο­γία αυ­τή επα­νεκ­δό­θη­κε εφέ­τος.[5] Στις 590 σε­λί­δες της η εν λό­γω αν­θο­λο­γία πα­ρα­θέ­τει, χω­ρίς πά­ντως κα­μία πραγ­μα­το­λο­γι­κή πλη­ρο­φο­ρία και δί­χως κα­νέ­να ερ­μη­νευ­τι­κό ή άλ­λο σχό­λιο, κα­τά την αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά των ονο­μά­των των ποι­η­τών, εκα­το­ντά­δες ποι­ή­μα­τα 286 ποι­η­τών (ορι­σμέ­νοι εί­ναι ανώ­νυ­μοι ή τα ποι­ή­μα­τα εί­ναι δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια) ανα­φε­ρό­με­να στη Μι­κρα­σία, γραμ­μέ­να πριν και κυ­ρί­ως με­τά από την Κα­τα­στρο­φή, τό­σο από Μι­κρα­σιά­τες όσο και από Ελ­λα­δί­τες ποι­η­τές. Πα­ρά την αμέ­θο­δη συ­μπα­ρά­θε­ση ποι­η­μά­των που εκ­θειά­ζουν τη Μι­κρά Ασία ως αγα­πη­μέ­νη γε­νέ­τει­ρα στα χρό­νια πριν από τη Μι­κρα­σια­τι­κή Εκ­στρα­τεία με ποι­ή­μα­τα στε­νά συν­δε­δε­μέ­να με τα γε­γο­νό­τα και κυ­ρί­ως με το συ­ντρι­πτι­κό κλί­μα της Κα­τα­στρο­φής, η αν­θο­λο­γία εί­ναι ένα πο­σο­τι­κά πλού­σιο απο­θε­τή­ριο ποι­η­μά­των, πο­λύ χρή­σι­μο για να αντι­λη­φθεί ο ανα­γνώ­στης το εύ­ρος του θέ­μα­τος, και ως άμε­σου γε­γο­νό­τος (η Κα­τα­στρο­φή), ιδί­ως ως προς τον πο­λύ με­γά­λο ψυ­χο­συ­ναι­σθη­μα­τι­κό αντί­κτυ­πό του στους δέ­κτες του, και ως τραυ­μα­τι­κής εμπει­ρί­ας-μνή­μης για τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους. Ο τε­λευ­ταί­ος σταθ­μός της ανα­δρο­μής μου στο δια­θέ­σι­μο υλι­κό εί­ναι η με­λέ­τη της φι­λό­λο­γου νε­ο­ελ­λη­νί­στριας Νταϊ­ά­να Χά­ας, «Η ποι­η­τι­κή απά­ντη­ση στη Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή», δη­μο­σιευ­μέ­νη το 1992, η έρευ­να της οποί­ας εστιά­στη­κε στο πώς θε­μα­το­ποιεί­ται ή απη­χεί­ται η Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή στο έρ­γο τριών ση­μα­ντι­κών ποι­η­τών, του Κω­στή Πα­λα­μά, του Κ.Π. Κα­βά­φη και του Κ.Γ. Κα­ρυω­τά­κη.[6]
Βα­σι­σμέ­νος κυ­ρί­ως στο υλι­κό των αν­θο­λο­γιών, πα­ρα­τη­ρώ, πο­λύ αδρά, τα εξής. Εί­ναι σα­φής η διά­κρι­ση ανά­με­σα στα ποι­ή­μα­τα των Mι­κρα­σια­τών που εκ­φρά­ζουν την οδύ­νη για την απώ­λεια των πα­τρί­δων τους και για τα δει­νά που υπέ­στη­σαν κα­τά την Κα­τα­στρο­φή, από τη μια με­ριά, και τα ποι­ή­μα­τα των Eλ­λα­δι­τών, από την άλ­λη, που πρέ­πει να δια­χει­ρι­στούν και να εκ­φρά­σουν το δι­κό τους συγ­γε­νι­κό αλ­λά όχι και όμοιο τραύ­μα, άρ­ρη­κτα δε­μέ­νο αφε­νός με τη συ­ντρι­βή της Με­γά­λης Ιδέ­ας και αφε­τέ­ρου με το τε­ρά­στιο για την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία ζή­τη­μα της εν­σω­μά­τω­σης των προ­σφύ­γων. Συ­νο­λι­κά θε­ω­ρη­μέ­να τα ποι­ή­μα­τα τό­σο των Mι­κρα­σια­τών όσο και των Eλ­λα­δι­τών στη συ­ντρι­πτι­κή πλειο­νό­τη­τά τους μας εν­δια­φέ­ρουν σή­με­ρα ως απο­τύ­πω­ση του ψυ­χο­συ­ναι­σθη­μα­τι­κού τραύ­μα­τος, χω­ρίς να κα­τορ­θώ­νουν να το με­τα­πλά­σουν σε έκ­φρα­ση της αν­θρώ­πι­νης εμπει­ρί­ας που, μέ­σα από το πέ­ρα­σμα του χρό­νου, γί­νε­ται ποι­η­τι­κή τέ­χνη. Ίσως αυ­τό οφεί­λε­ται στις συμ­βά­σεις του ποι­η­τι­κού εί­δους. Κυ­ρί­ως η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή υπε­ρεκ­χεί­λι­ση, όπως υπα­γο­ρεύ­ε­ται από τη λυ­ρι­κή διά­θε­ση, θο­λώ­νει στα ποι­ή­μα­τα την εμπει­ρία, την εξω­ρα­ΐ­ζει με την κα­κή έν­νοια, σε αντί­θε­ση με την πε­ζο­γρα­φία της ίδιας επο­χής, όπου ο ρε­α­λι­σμός ευ­νο­εί σα­φώς πε­ρισ­σό­τε­ρο τη με­τά­πλα­ση της άμε­σης εμπει­ρί­ας σε λο­γο­τε­χνία, αν­θε­κτι­κή στον χρό­νο. Έτσι, ενώ πολ­λά από τα πε­ζο­γρα­φι­κά κεί­με­να μυ­θο­πλα­σί­ας για τη Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή, γραμ­μέ­να τό­σο στον Mε­σο­πό­λε­μο όσο και στα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια, κι­νού­νται στη γραμ­μή του ρε­α­λι­σμού, ενί­ο­τε ακό­μα και του στυ­γνού ρε­α­λι­σμού, και στο με­ταιχ­μια­κό όριο της εγ­γύ­τη­τάς τους με τα γρα­πτά ατό­φυας μαρ­τυ­ρί­ας, και γι’ αυ­τό πα­ρα­μέ­νουν δρα­στι­κά, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ποι­ή­μα­τα, αντι­θέ­τως, έλ­κο­νται και πα­γι­δεύ­ο­νται στην, ευ­ε­ξή­γη­τη βε­βαί­ως, συ­ναι­σθη­μα­τι­κή έξαρ­ση των αν­θρώ­πων που τα έγρα­ψαν, με απο­τέ­λε­σμα να αδρα­νο­ποιού­νται αι­σθη­τι­κά. Υπάρ­χουν, πα­ράλ­λη­λα, οι πε­ρι­πτώ­σεις των ποι­η­τών με ισχυ­ρή ιδιο­συ­γκρα­σία όπου αυ­τή η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή έκ­φρα­ση ελέγ­χε­ται ή και δι­υ­λί­ζε­ται μέ­σα από την πε­ριο­χή της τέ­χνης τους. Η πε­ρί­πτω­ση του Σε­φέ­ρη, όπου η ιστο­ρία του ξε­ρι­ζω­μού ανά­γε­ται στον δια­χρο­νι­κό μύ­θο του κα­τα­τρεγ­μέ­νου ελ­λη­νι­σμού, στον καη­μό της Ρω­μιο­σύ­νης, ήδη από το συν­θε­τι­κό ποί­η­μα Μυ­θι­στό­ρη­μα (1935), εί­ναι πο­λύ γνω­στή για να τη σχο­λιά­σω. Σε ό,τι αφο­ρά τους τρεις ποι­η­τές που εξέ­τα­σε η Χά­ας πα­ρα­τη­ρώ επι­γραμ­μα­τι­κά τα εξής: ο Πα­λα­μάς, ο ποι­η­τής του και­ρού του και του τό­που του, με τα ανα­φε­ρό­με­να στη Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή ποι­ή­μα­τά του, λει­τουρ­γεί ως ο άμε­σος δέ­κτης και ο εκ­φρα­στής των κλυ­δω­νι­σμών που προ­κά­λε­σε η Κα­τα­στρο­φή, με την έκ­φρα­ση της πι­κρί­ας, της ορ­γής, της διά­ψευ­σης, αλ­λά και της ανα­γεν­νη­μέ­νης ελ­πί­δας και αντο­χής, των συγ­χρό­νων και ομο­ε­θνών του. Στον Κα­βά­φη η ιστο­ρι­κή εμπει­ρία λαν­θά­νει σε ποι­ή­μα­τα όπως το «Ιω­νι­κόν» και το «Υπέρ της Αχαϊ­κής Συ­μπο­λι­τεί­ας πο­λε­μή­σα­ντες», όπου η ει­κα­ζό­με­νη στο βά­θος του ποι­ή­μα­τος σύγ­χρο­νη ιστο­ρι­κή εμπει­ρία με­τα­πλά­θε­ται στη βιο­θε­ω­ρία ενός ποι­η­τή που έλε­γε ότι εί­ναι όχι Έλ­λην, αλ­λά Ελ­λη­νι­κός. Στον Κα­ρυω­τά­κη, τέ­λος, τα αρ­κε­τά στι­χουρ­γη­μέ­να και πε­ζά ποι­ή­μα­τά του εί­ναι από τις πιο δρα­μα­τι­κές και δρα­στι­κές ποι­η­τι­κές εκ­φρά­σεις του τραύ­μα­τος, δε­δο­μέ­νου ότι ηλι­κια­κά ανή­κει στη γε­νιά των Ελ­λα­δι­τών που συμ­με­τεί­χαν και υπέ­στη­σαν την Εκ­στρα­τεία και την Κα­τα­στρο­φή και στα πε­δία των μα­χών –το 1922 ήταν 26 ετών. Γι’ αυ­τό και θα πα­ρα­θέ­σω το άτι­τλο ποί­η­μά του «[Όταν άν­θη εδέ­να­τε…]», από την ενό­τη­τα «Ελε­γεία» της συλ­λο­γής του Ελε­γεία και σά­τι­ρες το 1927, επει­δή το θε­ω­ρώ ως την πιο πυ­κνή ποι­η­τι­κά έκ­φρα­ση του τραύ­μα­τος της μνή­μης ως συ­ντε­λε­σμέ­νης πλέ­ον απώ­λειας, της απώ­λειας των αν­θρώ­πων μί­ας ολό­κλη­ρης γε­νιάς:

Όταν άν­θη εδέ­να­τε στα τε­φρά μαλ­λιά σας,
και μες στην καρ­διά σας
αντη­χού­σαν σάλ­πιγ­γες, κι ήρ­θα­τε σε χώ­ρα
πιο με­γά­λη τώ­ρα —
οι άν­θρω­ποι με τα έξαλ­λα πρό­σω­πα, τα ρί­γη,
εί­χαν όλοι φύ­γει.

Όταν άλ­λο επή­ρα­τε πρό­σταγ­μα, άλ­λο δρό­μο,
σκύ­βο­ντας τον ώμο,
τη βα­θιάν ακού­γο­ντας σιω­πή, τους γρύ­λους,
στην άκρη του χεί­λους
ένα στά­χυ βά­ζο­ντας με πι­κρία τό­ση –
εί­χε πια νυ­χτώ­σει.

Κι όταν εκι­νή­σα­τε λυ­τρω­μέ­να χέ­ρια
πά­νω από τ’ αστέ­ρια,
κι όταν στο κρυ­στάλ­λι­νο βλέμ­μα, που ανε­στρά­φη,
ο ου­ρα­νός εγρά­φη,
κι όταν εφο­ρέ­σα­τε το λα­μπρό στε­φά­νι –
εί­χα­τε πε­θά­νει
.[7]

Στο ποί­η­μά του ο Κα­ρυω­τά­κης ισορ­ρο­πεί αρι­στο­τε­χνι­κά τον βα­σι­σμέ­νο στη νε­ο­συμ­βο­λι­στι­κή τε­χνο­τρο­πία ελε­γεια­κό τό­νο με υπαι­νι­κτι­κά στοι­χεία ιστο­ρι­κού ρε­α­λι­σμού.

Περ­νώ­ντας στο πο­λύ εν­δια­φέ­ρον πε­δίο των ποι­η­μά­των που θε­μα­το­ποιούν την εμπει­ρία της προ­σφυ­γι­κής κρί­σης στο εσω­τε­ρι­κό της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας, ξε­χω­ρί­ζω το τολ­μη­ρό ποί­η­μα του Ελ­λα­δί­τη Ρώ­μου Φι­λύ­ρα, «Ο θρή­νος των προ­σφύ­γων», πε­ρι­λαμ­βα­νό­με­νο στη συλ­λο­γή του Θυ­σία (1923) – ο Φι­λύ­ρας ήταν 34 ετών το 1922. Το δια­βά­ζω και στη συ­νέ­χεια θα το σχο­λιά­σω συ­νο­πτι­κά:

Στο λευ­κό βρά­δυ της Αθή­νας έρ­χο­νται
οι πρό­σφυ­γες, οι αιχ­μά­λω­τοι κι οι σκλά­βοι,
σκλά­βοι Τουρ­κιάς αι­μό­δι­ψης και ρί­χνου­νε,
στην πί­κρα μας, λά­δι να την ανά­βει.

Το βρά­δυ, ενώ η Χα­ρά πά­ει στο περ­πά­τη­μα
κι η Αθη­ναία προ­βαί­νει να ξε­σκά­σει
στον Κή­πο και στο Ζάπ­πειο και στο Σύ­νταγ­μα
κι ανά­πνοια κά­ρω­σης τι­νά­ζει όλη την Πλά­ση,

πα­σπα­τευ­τά προ­βάλ­λουν απ’ τα πέ­ριο­ρα,
τις συ­νοι­κί­ες τις ευ­τυ­χι­σμέ­νες
αλ­λο­τι­νά και πά­ντα και το χέ­ρι τους
απλώ­νου­νε, ζη­τιά­νοι, στις παρ­θέ­νες.

Δεν εί­ν’ οι χθε­σι­νοί, δεν εί­ν’ οι από­κλη­ροι,
κα­θη­μερ­νά ναυά­για της Αθή­νας,
δεν εί­ναι μιας πρω­τεύ­ου­σας ξα­στό­χη­μα,
γέ­ροι αφη­μέ­νοι, σκέ­λε­θρα της πεί­νας.

Δεν εί­ν’ απο­μει­νά­ρια ξαφ­νορ­φά­νευ­της
γε­νιάς και ξε­κλη­ρί­σμα­τα φα­μί­λιας,
δεν εί­ν’ ατυ­χι­σμέ­να γυ­ναι­κό­παι­δα
μά­νας, που κύ­λη­σε σα­ρά­κι ζή­λιας.

Εί­ν’ οι αδελ­φοί μας της Ασί­ας, στο χά­λα­σμα
που ρή­μα­ξε απ’ το ντρό­πια­σμα τη Σμύρ­νη,
που φύ­γαν ξάφ­νου, στη φο­βέ­ρα του άνο­μου,
ενώ ως τα χθες εζή­σαν σ’ ευ­φρο­σύ­νη.

Να τοι! περ­νούν και μας ζη­τούν πε­ρί­κλαυ­τοι 
βο­ή­θεια στην τρα­νή τους δυ­στυ­χία,
εί­ναι πολ­λοί, κου­ρε­λια­σμέ­νοι κι άμοι­ροι
κι εμάς η μπό­ρε­σή μας για έναν, μία.