Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα :ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα :ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022

Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς ,Η Άνοιξη :ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

     





ΔΕΣ:https://theodwrapappa.blogspot.com/2022/02/blog-post_9.html

Ε.Χ. Γονατάς :ο βίος,το έργο του :ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

https://www.youtube.com/watch?v=OQrb24ycLa4

Ε. Χ. Γονατάς

Ερευνητική ομάδα openLit http://openlit.teimes.gr/ Έρευνα - κείμενα - αφήγηση: Αναστασία Νάτσινα Μιλάνε οι Γιάννης Δάλας, Αιμίλιος Καλιακάτσος


Επαμεινώνδας Γονατάς

Επαμεινώνδας Γονατάς (1924 – 2006)
Επαμεινώνδας Γονατάς (1924 – 2006)

 Την έλλειψη χρόνου, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, χρησιμοποιούσε o ίδιος για να εξηγήσει τα τόσο μικρά σε έκταση κείμενά του, όπως και το άγχος του για τη λευκή σελίδα.

Ο Επαμεινώνδας Γονατάς γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου του 1924 στην Αθήνα, αλλά η καταγωγή του ήταν από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας

Υπήρξε συμμαθητής με τον ποιητή Μίλτο Σαχτούρη, σπούδασε νομικά και ασχολήθηκε επαγγελματικά με την δικηγορία.

Εμφανίστηκε στα γράμματα σε ηλικία 21 ετών με τον «Ταξιδιώτη» (1945), συνεργάστηκε με τον ποιητή Δημήτρη Παπαδίτσα στο περιοδικό «Πρώτη Ύλη» (1959-1964), έγραψε την «Κρύπτη» (1959), το «Βάραθρο» (1963), τις «Αγελάδες» (1963), τον «Φιλόξενο Καρδινάλιο» (1986) και την «Προετοιμασία» (1991).

Έπειτα από ένα διάλειμμα 15 χρόνων έγραψε τη συλλογή με αφηγήματα «Τρεις δεκάρες», που βρίσκεται στο τυπογραφείο και θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Στιγμή», όπως άλλωστε και όλα τα έργα του. 

Το 1994 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης για την «Επιλογή από τα Voces» του Αντόνιο Πόρτσια.

Ο Ε. Χ. Γονατάς καλλιέργησε μια γραφή λακωνική και υπαινικτική, που ξεκινούσε από βιωμένες καταστάσεις, αλλά υπερέβαινε το ατομικό, για να συνδυάσει τον στοχασμό με το όνειρο, το καθημερινό με το ανοίκειο, το λογικό με το παράλογο, την πρόζα με την ποίηση. 

Επέλεξε την αφάνεια, επειδή δεν τον ενδιέφερε η δημοσιότητα, αλλά η επικοινωνία.

Πέθανε στις 24 Μαρτίου 2006, σε ηλικία 82 ετών.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/151

© SanSimera.gr

ΣΧΟΛΙΑ...

Ο Ε. Χ. Γονατάς είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς. 
Τα λιγοστά γραπτά του, αν και πεζόμορφα, αναδίνουν μία έντονα ποιητική διάθεση και ατμόσφαιρα.

Η αοριστία των αφηγήσεων, οι διάσπαρτες υπερρεαλιστικές εικόνες, η διαπλοκή ρεαλιστικών και ονειρικών καταστάσεων και η παραδοξολογία προσδίδουν στα γραπτά του τον ανοικειωτικό χαρακτήρα του ποιητικού λόγου. 
Ακόμα και τα εκτενέστερα αφηγήματά του, που ξεπερνούν σε έκταση τις δύο ή τρεις τυπογραφικές σελίδες, όπως «Ο Ταξιδιώτης» (1945) και «Η Προετοιμασία» (1991), χαρακτηρίζονται από μία αλληγορική, ποιητική λειτουργία.(http://oneirogiapantaoneiro.blogspot.com/2011/10/blog-post_12.html)

ΔΕΣ:http://proteas.greek-language.gr/files/document/arxeia/ofrydopoulou%20_yperrealismos.pdf:Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου Τίτλος: «Νεοελληνική ποίηση και υπερρεαλισμός»-
Κείμενα ανά ομάδα: Α΄ ομάδα: Σαχτούρης, Μίλτος, «Η Αποκριά», Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου, σελ. 22. Β΄ ομάδα: Σαχτούρης, Μίλτος, «Ο στρατιώτης ποιητής», Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου, σελ. 23. Γ΄ ομάδα: Κακναβάτος, Έκτωρ, «Ώρα δειλινή», Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου, σελ. 26. Δ΄ ομάδα: Γονατάς, Επαμεινώνδας, «Η Άνοιξη», Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου, σελ. 42. Ε΄ ομάδα: Βαλαωρίτης, Νάνος, «Μικρός θρήνος», Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου, σελ. 30. ΣΤ΄ ομάδα: Παπαδίτσας, Δ.Π., «Βλαδίμηρε», Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου, σελ. 47
....................................................................................................................................
Καμία σχεδόν ομάδα δεν είχε πρόβλημα κατά τη διάρκεια αυτής της ώρας. Ωστόσο, η ομάδα δ΄ ζήτησε κάποιες διευκρινίσεις, καθώς στο ποίημα που η ομάδα είχε να μελετήσει (επρόκειτο για το ποίημα «Η Άνοιξη» του Ε. Χ. Γονατά) υπήρχαν σημεία στίξης. Το ως άνω, βέβαια, ποιητικό κείμενο εσκεμμένως επιλέχθηκε, προκειμένου να δουν οι μαθητές πως αυτό που καθιστά υπερρεαλιστικό ένα ποίημα δεν είναι μόνο η ύπαρξη ή η απουσία των σημείων στίξης, αλλά κυρίως η αίσθηση της κυριαρχίας του ονείρου και της φαντασίας στις εικόνες και στους εκφραστικούς τρόπους.

Επαμεινώνδας Χ . Γονατάς

Η Άνοιξη

Το Ποιημα Περιλαμβανεται στη συλλογή Το Βάραθρο (1963). Ο ποιητής, αν και ακολουθεί τις βασικές αρχές του υπερρεαλισμού, εντούτοις δεν καταφεύγει στη χρήση ενός λόγου παραληρηματικού και δεν υπονομεύει τη λογική του συγκρότηση. Επιχειρεί όμως κάτι βαθύτερο, περιγράφοντας την εξωτερική πραγματικότητα (εδώ της φύσης). Βαθμιαία, παρά τους κανόνες της λογικής και τη λειτουργία των αδήριτων φυσικών νόμων, αποκαλύπτει, με δική του παρέμβαση, ό,τι όντως υπάρχει πέραν του αισθητού κόσμου των φαινομένων.

Ανέβηκα τα σκαλοπάτια τα λαξεμένα σε ψηλούς βράχους και βγήκα στο οροπέδιο που απλωνόταν μπροστά μου σαν τεράστιο αυτί. Πέρα οι λόφοι κολυμπούσαν στο φως κι είχαν το χρώμα που παίρνουν τα σφαχτάρια στο τσιγκέλι. Όπου κι αν γυρνούσα τα μάτια έβλεπα ξερή λάσπη, σκασμένη. Ούτε πράσινο φύλλο, ούτε λουλούδι, ούτε μια μέλισσα. Κι ο αέρας μύριζε βαριά σαν να 'βγαινε από άδειο πιθάρι.

Καθώς περπατούσα μου φάνηκε πως άκουγα να τρέχουνε νερά, βαθιά σε υπόγεια λούκια. Κόλλησα χάμω τ' αυτί μου κι άκουσα καθαρά μαζί με τα νερά που γλουγλουκίζανε κι ένα ανάλαφρο θρόισμα.

Βγάζω από την τσέπη το μαχαίρι μου, το μπήγω στη γη —το 'νιωσα να χώνεται όπως στο κρέας ενός μεγάλου ψαριού— κι αρχίζω να τη χαράζω, να τη σκίζω φέτες φέτες, τραβώντας με δύναμη τη σκληρή κρούστα που τη σκέπαζε.

Και τότε, τι θαύμα! Χιλιάδες μπουμπούκια και λουλούδια με τσαλακωμένα πέταλα, άσπρες, ρόδινες και μαβιές ρίζες, αμέτρητα σπαθωτά φύλλα, μαμούνια, σερσέγκια με σουβλερές μύτες, θαλασσοπράσινες κρεατόμυγες, χρυσαλλίδες και πεταλούδες με διπλωμένα φτερά, αποκαλύφθηκαν ολόκληρος κοιμισμένος κόσμος, που οι αχτίνες του ήλιου σιγά σιγά τον ζέσταιναν, τον ξεμούδιαζαν, τον ξυπνούσαν από τη νάρκη του.

Το γρασίδι, σγουρό, ψήλωνε τρίζοντας ολόγυρά μου. Ο αέρας μοσκοβολούσε. Ένα πουλί βγήκε απ' τον κρυψώνα του, τίναξε τα χώματα απ' τις φτερούγες του και μου είπε: «Ακόμα λίγο, κι η άνοιξη αυτό το χρόνο θα 'μενε κρυμμένη στη γη».

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Το ποίημα αρχίζει με την περιγραφή του ορατού κόσμου (της φύσης) και προχωρεί στη σταδιακή αποκάλυψη μιας κρυμμένης πραγματικότητας (της άνοιξης). Αφού το διαβάσετε και λάβετε υπόψη σας όσα επισημαίνονται στο εισαγωγικό σημείωμα, να επικεντρώσετε την προσοχή σας στα εξής κυρίως:

  1. Τι το ιδιαίτερο έχετε να παρατηρήσετε στην περιγραφή του ορατού κόσμου; Στην εργασία σας αυτή να προσέξετε τις εικόνες, τις παρομοιώσεις και ό,τι άλλο στοιχείο παρέχει το ποίημα, για να δώσει μια γενικότερη ιδέα της κατάστασης ενός σχεδόν νεκρού φυσικού κόσμου. (Πρώτη παράγραφος).
  2. Πώς γίνεται η μετάβαση από την ορατή στη μη ορατή πραγματικότητα; Να την προσδιορίσετε στις ιδιαίτερες φάσεις της και να επισημάνετε την εξοικονόμηση της σταδιακά αποκαλυπτόμενης κρυμμένης πραγματικότητας (Δεύτερη παράγραφος κ.εκ.).
  3. α) Τι υποκρύπτει η δημιουργική παρέμβαση του ποιητή;
    β) Τι σας θυμίζει η παρέμβαση του πουλιού και τι υποδηλώνει η διαπίστωσή του:
     
αναλυση,σελ. 70

https://tokoskino.me/2019/07/16/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CE%B4%CE%B1%CF%82-%CF%87-%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82-%CE%B7-%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BE%CE%B7/

Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, Η Άνοιξη

«Ανέβηκα τα σκαλοπάτια τα λαξεμένα σε ψηλούς βράχους και βγήκα στο οροπέδιο που απλωνόταν μπροστά μου σαν τεράστιο αυτί. Πέρα οι λόφοι κολυμπούσαν στο φως κι είχαν το χρώμα που παίρνουν τα σφαχτάρια στο τσιγκέλι. Όπου κι αν γυρνούσα τα μάτια έβλεπα ξερή λάσπη, σκασμένη. Ούτε πράσινο φύλλο, ούτε λουλούδι, ούτε μια μέλισσα. Κι ο αέρας μύριζε βαριά σαν να ‘βγαινε από άδειο πιθάρι.

Καθώς περπατούσα μου φάνηκε πως άκουγα να τρέχουνε νερά, βαθιά σε υπόγεια λούκια. Κόλλησα χάμω τ’ αυτί μου κι άκουσα καθαρά μαζί με τα νερά που γλουγλουκίζανε κι ένα ανάλαφρο θρόισμα.

Βγάζω από την τσέπη το μαχαίρι μου, το μπήγω στη γη —το ‘νιωσα να χώνεται όπως στο κρέας ενός μεγάλου ψαριού— κι αρχίζω να τη χαράζω, να τη σκίζω φέτες φέτες, τραβώντας με δύναμη τη σκληρή κρούστα που τη σκέπαζε.

Και τότε, τι θαύμα! Χιλιάδες μπουμπούκια και λουλούδια με τσαλακωμένα πέταλα, άσπρες, ρόδινες και μαβιές ρίζες, αμέτρητα σπαθωτά φύλλα, μαμούνια, σερσέγκια με σουβλερές μύτες, θαλασσοπράσινες κρεατόμυγες, χρυσαλλίδες και πεταλούδες με διπλωμένα φτερά, αποκαλύφθηκαν ολόκληρος κοιμισμένος κόσμος, που οι αχτίνες του ήλιου σιγά σιγά τον ζέσταιναν, τον ξεμούδιαζαν, τον ξυπνούσαν από τη νάρκη του.

Το γρασίδι, σγουρό, ψήλωνε τρίζοντας ολόγυρά μου. Ο αέρας μοσκοβολούσε. Ένα πουλί βγήκε απ’ τον κρυψώνα του, τίναξε τα χώματα απ’ τις φτερούγες του και μου είπε: «Ακόμα λίγο, κι η άνοιξη αυτό το χρόνο θα ‘μενε κρυμμένη στη γη».


O καταλληλότερος τρόπος για να παρουσιάσεις έναν ιδιάζοντα λογοτέχνη σαν τον Επαμεινώνδα Χ. Γονατά, είναι να ξεκινήσεις με μια δημιουργία του, λες και βουτάς στον βυθό μιας θάλασσας, χωρίς να διαταράξεις στο ελάχιστο τα επιφανειακά νερά της. 

Έτσι άλλωστε ενεργεί κι η γραφή του, ξεκινά από έναν άδυτο ρεαλισμό μα σύντομα παρασύρεται από τα χειροποίητα ρεύματα του δημιουργού και οδηγείται σε ένα παράλογο και συγχρόνως απτό τοπίο. 


Ο Γονατάς, παρέμεινε άγνωστος στο ευρύ κοινό, οι συνεντεύξεις του μετρώνται στα δάχτυλα της μιας παλάμης, μιας και ο ίδιος επέλεγε την μη δημοσιότητα και την μη προσωπική του ανάδειξη. 


Έκρυβε κάτω από την σάρκα του έναν ολόκληρο γαλαξία πολύπλοκων σκέψεων κι όμως υπήρξε ένας απλός άνθρωπος. 

Ακόμη και οι γείτονές του αγνοούσαν την συγγραφική του μαεστρία, αλλά και το σημαντικό μεταφραστικό του έργο.

Οι ιστορίες του θυμίζουν παραβολές, φιλοσοφικές αλληγορίες, συχνά ασαφής, ειρωνικές και αυτοσαρκαστικές.


Η φύση στα αφηγήματα του Γονατά, είναι ο ρεαλιστικός καμβάς που πάνω του, χωρίς χρονοτριβή και φλυαρία, τα χρώματα κι οι μυρωδιές, τα ζώα, τα βουνά και τα δέντρα, οι άνθρωποι και τα αντικείμενα μεταλλάσσονται, ρευστοποιούνται.


 Κατευθύνονται όλα προς πάσα κατεύθυνση κι αποκτούν μια παραισθησιογόνο οπτική, παράλληλα όμως, αυτή η αλλόκοτη κι αναδομημένη πραγματικότητα, φαντάζει απολύτως λογική.

«Η πληγεί θρέφει, τα χείλια της σμίγουν αργά σαν αυλαία βυσσινιά κι ύστερα από χρόνους στη θέση της μένει ένα σημάδι, μια ρόδινη ουλή που σκύβει και τη φιλάει. Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους. Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα, ξέρουν όμως σε ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν, μαράθηκαν, έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους. Γι’ αυτό τ’ αγαπούν και, σε ώρες μοναξιάς που κανείς δεν τους βλέπει, σκύβουν και με λατρεία τα φιλούν τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους».
(Από τη συλλογή σύντομων αφηγημάτων «Η κρύπτη», εκδόσεις Στιγμή)

Καταφέρνει να περιγράψει το άγνωστο, να διαπερνά την σκοτεινή κουρτίνα της λογικής, της καθημερινότητας.

Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του, με έναν τρόπο, θα έλεγα, τόσο παρανοϊκό που φτάνει να γίνει βιωματικός. 

Σαν να αποφασίζεις πως θα προσπαθήσεις, έτσι απλά, να σκίσεις τα κάγκελα της φυλακής σου και να ανακαλύπτεις, πως τελικά, ναι, όλη σου την ζωή ήσουν κλειδωμένος πίσω από χάρτινα κάγκελα.

«Διάλεξε», λέει η μητέρα μου στον επισκευαστή της ντουλάπας, «από αυτά τα υφάσματα. Εγώ σου προτείνω το πράσινο καρουδάκι. Μπορώ να σου φτιάξω μια ωραία πυτζάμα».
Ακούω, βλέπω και ζηλεύω. Πράγματι, το καλύτερο ύφασμα είναι εκείνο που υπέδειξε η μητέρα μου. Ψάχνοντας μέσα σε όσα απόμειναν βρήκα τέλος ένα κομμάτι κιτρινωπό ύφασμα και για μένα. –

*(Ε. Χ. Γονατάς Τρεις δεκάρες και άλλα αφηγήματα)

*Απόσπασμα από μεγαλύτερη εργασία που δημοσιεύτηκε εδώ: https://ologramma.art/epameinondas-ch-gonatas-afieroma/?fbclid=IwAR14NoGcjY00XLpKQMmLAPqm7K_-1o6OjYBkkH8sl2iq9ieZ029S_Zj3p1w

Στο σπίτι του Ε.Χ.Γονατά...

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ ,ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ-ΑΝΑΛΥΣΗ :ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ


 

Κική Δημουλά, Προφυλάξεις -Δημόσιος καιρός -Ανάλυση

Προφυλάξεις 

Όταν βρέχει 
δεν παίρνω ομπρέλα. 
Το θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι 
από το ξεκάθαρο. 

Όταν δε βρέχει, 
όσο και αν ευτυχεί ο ουρανός 
όσο κι αν τον πιστεύω 
ανοίγω την ομπρέλα μου 
δεν είναι ξεκάθαρη 
καιρική συνθήκη η ευτυχία. 

Κική Δημουλά, από τη συλλογή Δημόσιος καιρός, Ίκαρος 2014

Ερώτηση

Στο Κείμενο παρατηρούμε την ύπαρξη αντιθέσεων. Ποιες είναι αυτές και πώς, κατά τη γνώμη σας, σχετίζονται με την ψυχική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου; (100-150 λέξεις)

Ενδεικτική απάντηση: 

Το ποίημα αναφέρεται στη συναισθηματική αντίφαση του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στη θλίψη και την ευτυχία. Πιο συγκεκριμένα, το ποιητικό υποκείμενο παρουσιάζεται να αντιμετωπίζει με θάρρος τη βροχή, χωρίς να ανοίγει ομπρέλα, εν αντιθέσει με την καλοκαιρία από την οποία προφυλάσσεται ανοίγοντας ομπρέλα. Η στάση αυτή φανερώνει μία γενναία αντιμετώπιση της θλίψης, αλλά ταυτόχρονα και μία επιφύλαξη, η οποία αγγίζει τα όρια της δειλίας, απέναντι στη χαρά. Μάλιστα, η ποιήτρια χρησιμοποιώντας ως κειμενικούς δείκτες τις αντιθέσεις, δηλώνει με αμεσότητα, ζωντάνια και παραστατικότητα αυτήν την αντίφαση που αισθάνεται το ποιητικό υποκείμενο. Εξάλλου, όπως επισημαίνεται «όταν βρέχει δεν παίρνω ομπρέλα», ενώ «όταν δεν βρέχει … ανοίγω την ομπρέλα». Άλλωστε, υπογραμμίζεται πως «δεν είναι ξεκάθαρη… η ευτυχία», σε αντίθεση με «το ξεκάθαρο» της δυστυχίας.


ΔΕΣ ΚΑΙ:https://theodwrapappa.blogspot.com/2021/12/blog-post_20.html

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ :Ο ΒΙΟΣ ,ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

Κική Δημουλά: Φθαρτό σώμα, πάσχουσα χώρα

Σύμφωνα με την Κική Δημουλά (όπως έχουμε και άλλοτε επισημάνει), η ποίηση «ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα σε έναν ωκεανό λύπης».

Κική Δημουλά: Φθαρτό σώμα, πάσχουσα χώρα | tovima.gr
Κική Δημουλά
Δημόσιος καιρός
Εκδόσεις Ικαρος, 2014,
σελ. 104, 


Σύμφωνα με την Κική Δημουλά (όπως έχουμε και άλλοτε επισημάνει), η ποίηση «ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα σε έναν ωκεανό λύπης». Ενα τίποτε, δηλαδή. 

Ωστόσο, και σε πείσμα αυτής της δυσαναλογίας, επιμένει, εν πλήρει συνειδήσει, καθώς γνωρίζει ότι, ούτως ή άλλως, δεν διαθέτουμε και πολλά εφόδια να διαπλεύσουμε τον αγριεμένο ωκεάνιο βίο. Για εκείνη η ποίηση δεν συνιστά φιλοτιμία εμπρός στην ανάγκη ούτε υποκατάστατο ευτυχίας. 

Είναι κάτι καλύτερο: πράξη αυθάδειας εμπρός στο ήδη τετελεσμένο ή/και στο αναπόφευκτο να συμβεί. Η ποίηση, η τέχνη γενικότερα, είτε τη δυστυχία της προσωπικής ύπαρξης περιγράφει είτε τα πολιτικά και κοινωνικά δεινά, είναι πράξη αισιόδοξη, συνιστά έλλογη αντίσταση προς το Κακό. 

Αυτό πιστεύω πως διαπράττει χρόνια η Δημουλά: περιγράφει αυθαδώς και ευθαρσώς, εν είδει αυτοβιογραφίας, αυτό το πολύμορφο Κακό, το εσαεί καταποντιζόμενο σώμα, σε μια πάσχουσα χώρα, στους ανάποδους καιρούς που ζούμε.

 Το κύριο θέμα της είναι η περιγραφή της φθοράς που (ω του θαύματος!) οξύνει τα αισθήματα και ακονίζει τον νου της προκειμένου να αντεπεξέλθει σε αυτόν τον παραλογισμό. Ταυτόχρονα μένει πεισματικά αδιάφορη σε κάποιο σωτηριολογικό Επέκεινα. 

Η Δημουλά είναι μια ποιήτρια που λίγο θέλγεται από ουράνιες προσδοκίες. Ο ουρανός της είναι κανονικός με πολλά σύννεφα, με αστραπές και βροντές αλλά και με ήλιο.

 Το «Αίφνης» όπως μετονομάζεται, σε κάποιο κείμενό της, η στιγμή του θανάτου, αυτή η «κοσμοφόρα Μεσολάβηση» ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, προβάλλεται ως απελευθέρωση ενός δουλοπάροικου και τίποτε άλλο.

 Δημόσιος καιρός, η τελευταία συλλογή της Κικής Δημουλά, 

Αυτή λοιπόν την αίσθηση των συνεχών απωλειών έχει ο αναγνώστης του Δημόσιου καιρού, της τελευταίας συλλογής της Κικής Δημουλά, όπως αυτές οι φθορές πιστοποιούνται επάνω στο τραυματισμενο κορμί, το δικό της και της χώρας της. 

Το σεφερικό επίγραμμα «Φιλοκτήτης» (Νοέμβριος 1949) «τραυματισμένο κορμί, τραυματισμένος ο τόπος, τραυματισμένος ο καιρός» δεν τίθεται απλώς ως προμετωπίδα στο βιβλίο. Ξεκλειδώνει, κατά κάποιον τρόπο, τη συλλογή καθώς δείχνει πως αυτό που περιλαμβάνει είναι τα εμφανή πεδία μέσα στα οποία ο Φιλοκτήτης/ποιητής του 1949 βιώνει τα εμφύλια τραύματα.

 Ο σακάτικος σεφερικός καιρός επανεμφανίζεται (μέσα στο ποιητικό ιδιόλεκτο της Δημουλά) ως ένα άλλο εκποιημένο αγαθό της εποχής μας: «Λες να πουλήθηκε και ο ύστατος / καλός μας δημόσιος καιρός / στον βαρύ χειμώνα; / αν και είναι Αύγουστος ακόμα / στα μισά του σχεδόν» (Δημόσιος καιρός).


Ολοι οι ποιητές έχουν, στον έναν ή στον άλλον βαθμό, ως θέμα τους το σώμα τους (το ιδιωτικό και το δημόσιο) ως αισθητήριο όργανο μνήμης, πόθου, τυραννίας και φθοράς, τη στιγμή που οι «ψυχικές υποθέσεις» μοιάζουν απλή αντανάκλαση των σωματικών δεινών.

 Ο Καβάφης μάς τα έχει δείξει αυτά πολύ καλά.

 Η Δημουλά δαιμονίζεται, με τον δικό της τρόπο, από τη θέαση της πολλαπλής φθοράς και από τον μνησιπήμονα πόνον του ιδίου σώματος που παθαίνει, που συνεχώς εξαρθρώνεται, για να παραδοθεί κάποια στιγμή για επισκευή στο χειρουργείο. Ολα περί το όλον σώμα.

 Η μνήμη, λ.χ., μιας παλαιάς παράστασης στην Επίδαυρο συνδέεται τώρα με ένα βαρύ σώμα που ανεβαίνει στο θέατρο «λαχανιάζοντας / σα βράχος φορτωμένος / του ασήκωτου χρόνου το βάρος» («Επίδαυρος – Μήδεια»). 

Τη γοητεύει και τη νευριάζει παράλληλα η εικόνα/μνήμη του σώματός της σε παλαιές φωτογραφίες («Σπασμένα και αυτοφυή», «Φραγή», «Δρακόντεια μέτρα», «Υπεράνω» κ.ά.). 

Τόσο που κάποια στιγμή προβαίνει σε έναν ύστατο αυτοακρωτηριασμό που ως μια οιονεί πράξη βουντού «μεταβιβάζεται» σε μια φωτογραφία. 

«Σκότωσα άνθρωπο / επιτέλους τον ξεφορτώθηκα / με αργό ρυθμό βασανιστηρίων / τη βδελυρή μου πράξη να απολαμβάνω. / Τον κατακρεούργησα / ψαλίδισα πρώτα το κεφάλι / μετά ξεκοίλιασα τα μάτια (…) Αφησα μόνο τα πόδια / κρεμασμένα σε αναπηρική κορνίζα / για παραδειγματισμό» («Εμμονη ιδέα»). 

Αυτή η εικόνα του μεταλλαγμένου/παραλλαγμένου σώματος κορυφώνεται με μιαν αναφορά στον νέο, αναπάντεχο εραστή της, έναν βηματοδότη. «Για φαντάσου / ύστατος σύντροφος της επιβίωσής μου, / ένας Βηματοδότης. / Ενωση καθαρά σαρκική. / Μέσα στο στέρνο μου φωλιάζει / ευτυχής που ορίζει την καρδιά μου» («Υπέρ υγείας»).


Θα κλείσουμε το παρόν σημείωμα με μια σύντομη αναφορά στην ποιητική, την τεχνική της Δημουλά, κάτι που προφανώς συνδέεται αμέσως με τη φύση και την ουσία της ποίησής της.

 Η ποίησή της εκλαμβάνεται συχνά (και αναλόγως προσλαμβάνεται από πολλούς) ως έκφραση κυρίως συναισθηματική. Κοιτάσματα συναισθηματικά υπάρχουν σε όλους τους ποιητές, ακόμη και στους «λογικούς».

 Συμβαίνει και στη Δημουλά, αυτός όμως ο «έκτυπος», απτός συναισθηματισμός αναπτύσσεται, όπως πιστεύω, επάνω σε μια αυστηρή λογική γραμμή. 

Δεν πάει στον βρόντο, δεν χάνεται στην απόληξη του ποιήματος. Η ανάπτυξη του συναισθήματος (για να θυμηθούμε τον παλαιό ορισμό) γίνεται με τρόπο λογικό, σχεδόν γεωμετρικό. Αυτό είναι το ένα χαρακτηριστικό της ποίησής της.

 Το άλλο έχει να κάνει με την απρόβλεπτη, αντιακαδημαϊκή χρήση της γλώσσας, που εγγίζει τα όρια του «ναΐφ» με τις αναπάντεχες παρομοιώσεις, τις μεταφορές, τις μετωνυμίες, τις αλλοπρόσαλλες προσωποποιήσεις κτλ. 

Εκει που όλοι λένε «Ω γλυκύ μου έαρ», αυτή λέει «γλυκύ μου έαρ Ω»!

Η Δημουλά δεν γράφει υπερρεαλιστικά, περιγράφει με τρόπο απροσδόκητο το παρά-λογο, τον παραλογισμό. Από εκεί η έκπληξη

 «Να μαζέψει τη γλώσσα της / η παραπληροφόρηση. / Ορκίζομαι πως δεν ελέχθη / τίποτα Θεέ μου εναντίον σου // εγώ απλώς και μόνον / είπα / πως η κάθε στιγμή / γεννιέται / από πολύ πρόωρο / χώμα» («Καλοπροαίρετο σχόλιο»). 

Ενα τελευταίο παράδειγμα από τον Δημόσιο καιρό για να φανεί η λογική στην προβαλλόμενη ως συναισθηματική ποίηση της Δημουλά. 
«Οταν βρέχει / δεν παίρνω ομπρέλα. / Το θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι / από το ξεκάθαρο. // Οταν δε βρέχει / όσο κι αν ευτυχεί ο ουρανός / όσο κι αν το πιστεύω // ανοίγω την ομπρέλα μου / δεν είναι ξεκάθαρη / καιρική συνθήκη η ευτυχία» Προφυλάξεις»). 

Το ποίημα προσλαμβάνεται μόνο αν το λογικοποιήσουμε. Μοιάζει «συναισθηματικό», όμως για να συγκινηθούμε οφείλουμε πρώτα να το εννοήσουμε

Υπό την έννοια αυτή τα οιονεί «ναΐφ» και «αφελή» ποιήματα της Δημουλά είναι ασκήσεις λογικής κάτω από τον ψευδή μανδύα του συναισθήματος. 

Είναι η μόνη δυνατή αντίδραση ενός έλλογου όντος απέναντι στον πολλαπλό παραλογισμό που συνεχώς εξαρθρώνει και στρεβλώνει τον ιδιωτικό και τον δημόσιο καιρό μας. Που θέτει σε κίνδυνο το πολύτιμο σώμα. Το δικό μας και της χώρας.

(Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.)
     
ΔΕΣ:https://mariakappou.gr/wp-content/uploads/2021/04/%CE%95%CE%BA%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%93-%CE%B8%CE%AD%CE%BC%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%9A%CE%95%CE%95.pdf :

Γ ΘΕΜΑ : ΕΚΦΩΝΗΣΕΙΣ ΣΕ ΣΧΕΤΚΑ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑΤΑ, 
ΟΔΗΓΙΕΣ , ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΠ, 
ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΝ 2020

ΔΕΣ:http://2lyk-pefkis.att.sch.gr/Downloads/ergasies/Lixourioti/Dimoula.pdf:
Τίτλος Εργασίας: Περιδιαβάζοντας την ποίηση της Κικής Δημουλά με την επίγευση ενός «κονιάκ μηδέν αστέρων»