Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Ποιήματα για τον χειμώνα ,ζωγραφικοί πίνακεs με χειμωνιάτικα τοπία



Μίλτος Σαχτούρης, «Χειμώνας»

Τι ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια
 τι τέλεια που μαραθήκαν
 κι αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους
 με μιά φοβισμένη καρδιά χελιδονιού
 χειμώνιασε και φύγανε τα χελιδόνια
 γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό
 δυό μαύρα σύννεφα στον ουρανό
 κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα
 αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή
 απελπισμένη
 μοιράζοντας τις ομπρέλλες της
 τα κάστανα θα τη ζηλεύουν
 και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιές
 (Vincent van Gogh, «Landscape with Snow», 1888)

 θα βγουν κι οι άλλοι έμποροι
αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια
αυτός που πουλάει τις ζεστές-ζεστές προβιές
 αυτός που πουλάει το καφτό σαλέπι
 κι αυτός που πουλάει θήκες από κρύο χιόνι
 για τις φτωχές καρδιές

(Από τη συλλογή «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο», 1958 –συγκεντρωτική έκδοση «Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα 1945-1971», εκδ. Κέδρος, 1977)
ΠΗΓΗ : http://www.andro.gr/empneusi/top5-poihmata-gia-ton-heimwna/

Τρίτη 15 Αυγούστου 2017

Η Παναγιά στον Οδυσσέα Ελύτη ,τα ονόματα...


ΟΙ ΠΑΝΑΓΙΕΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ - Τα ονόματα της Παναγίας



Ήταν το 1990 όταν πρωτάκουσα μελοποιημένα αποσπάσματα από τον Μικρό Ναυτίλο του Οδυσσέα Ελύτη (1985).
Τα ερμήνευσε – σε μια συναυλία στο ΠΑΛΛΑΣ - η Ορχήστρα των Χρωμάτων υπό τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος είχε παραγγείλει το σχετικό μουσικό υλικό στον συνθέτη Γιώργο Κουρουπό.
Το κομμάτι που μου έκανε εντύπωση ήταν αυτό με τα ονόματα της Παναγίας. Τραγουδούσε, νομίζω, η σοπράνο Μυρσίνη Κατσιναβάκη.
Έτσι, παραθέτω εδώ αυτό το απόσπασμα από τον Μικρό Ναυτίλο, που υμνεί τις Παναγιές του Αιγαίου, τις Παναγιές της Ελλάδος, κατά Ελύτη πάντα.

Λίγο για μια στιγμή να παίξεις πάνω στην κιθάρα σου
Τα ονόματα της Παναγίας και θα δεις
Ε ε Χρυσομαλλούσα
Ε ε Χρυσοσκαλίτισσα
Να ξεπετιέται πάλι το βουνό με τ' άσπρο σπίτι στην πλαγιά
Τ' άλογο με τα δύο φτερά
Και η άγρια φράουλα της θάλασσας

Λάμπουσα και Κανάλα μου και Παραπορτιανή μου

Θα δεις την πράσινη ψαρόβαρκα σκαμπανεβάζοντας να χάνεται
μέσα στ' αραποσίτια
Τον Μήτσο με τις τρίχες και με τ' αλυσιδάκι στο λαιμό

Ε Παναγιά Τα Μάγκανα
Ε Παναγιά Τόσο Νερό


Να βλαστημάει και ν' ανεβάζει ανίδεος μες στα δίχτυα του
Τέσσερα – πέντε αρχαία ελληνικά
Το τέλλεσθε και το νηυσί, το μέλεα και το κρίναι σα

Καρυστιανή κι Ακλειδιανή
Δαφνιώτισσα κι Αργιώτισσα

Που μια στιγμή τα παίζεις πάνω στην κιθάρα σου
Κι απ' τ' αναμμένο πέλαγο αντικρύ σου ακούς

Έι Κρουσταλλένια έι Δροσιανή
Έι Παναγιά του Νίκους
Να σχίζεται στα δύο τ' ουρανού το καταπέτασμα

Κι ένας παμπάλαιος έφηβος απαράλλαχτος εσύ
Να κατεβαίνει- κοίτα:
Στα κύματα μ' ένα καμάκι ορθός και στους αφρούς να πλέει

Σπηλιώτισσα και Μερσινιά και Θαλασσίτρα μου έι!
Κολάζ, Η Παναγιά τα Πέλαγα του Οδυσσέα Ελύτη
πηγη http://panagiotisandriopoulos.blogspot.gr/2010/08/blog-post_13.html

Δευτέρα 14 Αυγούστου 2017

Η Παναγιά στην ποίηση μας ,Νικηφόρος Βρεττάκος,Οδυσσέας Ελυτης

πηγη  https://www.slideshare.net/samakos/6-30088061


Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Οι θλιμμένες Κυριακές στην ποίηση



Αποτέλεσμα εικόνας για η κυριακη στη ζωγραφικη


Ο ήλιος ψηλότερα θ’ ανέβει
σήμερα που είναι Κυριακή.
Φυσάει το αγέρι και σαλεύει
μια θημωνιά στο λόφο εκεί.
(…)
Άσε τον κόσμο στη χαρά του
κι έλα, ψυχή μου, να σου πω
σαν τραγουδάκι χαρωπό,
ένα τραγούδι του θανάτου. 
          ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ («Κυριακή», από τη συλλογή «Ελεγεία και σάτιρες», 1927)


Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζονται το λιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν 
         ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ («Μυθιστόρημα», «Τα Ποιήματα»)


Με δυσκολία προχωράει η ζωή,
σαν άρρωστο απομεσήμερο,
σαν Κυριακή.
Όπως σ’ ένα μπαλκόνι ένα σκυλί
γαβγίζει από ανία. 
          ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ («Ανία», από τη συλλογή του «Να τελειώνουμε», 1986)


Σ’ εσένα αφήνω τα ρούχα μου,
τα ποιήματά μου, τα παπούτσια μου.
Την Κυριακή να τα φοράς. 
          ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ («3 Χ 111 τρίστιχα», 1987)


Από το πρωί ράβω τα ποιήματα
που ανοίξαν
στις ραφές των Κυριακών.
Στα τοιχώματα της Δευτέρας
προβάρω το πάθος.
          ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ («Η Κυριακή», από τη συλλογή της «Πιστό αντίγραφο με μαλλιά», 1987) 


Η πλατεία έρημη
Κυριακή
Η Μαρία ανατέλλει
περνάει στο δωμάτιο
κάθεται στο τηλέφωνο
Η Μαρία έχει βαμβακερή φωνή
ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ («Έπαρση και υποστολή της Μαρίας», από τη συλλογή του «Το σοφό σαλιγκάρι», 1980) 

Πλήθη μονάζουν σε τσίγκινα τραπέζια. Η άμπωτις
των σαλονιών, τα κούφια έπιπλα και το λεκανοπέδιο
της Κυριακής σπαρμένο άδεια ραδιόφωνα.
Γκολ-Γκολκήπερ-Γκόμενα Good bye ζωή γκονατισμένη 
          ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ («Περιπολία», από τη συλλογή του «Ακάθιστος Δείπνος», 1978)
Γυμνό το σπίτι, χωρίς πουλιά και έπιπλα.
Αθόρυβες Κυριακές με σβησμένα τσιγάρα
και ξερούς καφέδες στο πάτωμα – έρωτα στο πάτωμα
ή στο ταβάνι, σαν τις μύγες –
γυμνό το μυαλό μου. Μόνο δυο-τρία καρφιά
στον τοίχο με μυτερούς ίσκιους και ένα χαλάκι
κόκκινο, μαθημένο να ξεφτάει στα πόδια σου. 
          ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ («Στα μισοσκότεινα», από τη συλλογή του «Φωτοτυπίες», 1979)
Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
Κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
Τρίζουν από ύπνο αθώο
Τα δόντια μέσα στην καρδιά μου 
          ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ («Κυριακή», από τη συλλογή «Σφραγίδα ή η όγδοη σελήνη», 1964)

Πηγή
 http://stigmalogou.blogspot.gr

Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

Η πανσέληνος στη ζωγραφική , στην ποίηση...

Θαυμάστε το ολόγιομο φεγγάρι στον καμβά των μεγάλων ζωγράφων αλλά μην παραλείψετε να το θαυμάσετε και στον  πιο μεγαλειώδη καμβά που έγινε ποτέ: τον ουρανό.
Πηγή :http://tvxs.gr/news/alles-texnes/14-megaloi-zografoi-apotheonoyn-tin-panselino


Vincent Van Gogh: “White House at Night,” 1890



Rene Magritte: “la voix du sang”



Wislow Homer: “Moonlight”

Edvard Munch: “Moon Light,” 1895



Joseph Mallord William Turner: “Moonlight -A Study at Millbank


Μίλτος Σαχτούρης, «Το φεγγάρι γελάει»
 Καίει καίει η νύχτα οι άνθρωποι τρώνε ονομάζοντας σκοτεινές αρρώστειες η γυναίκα λέει για ένα γάμο ανεβαίνει ανεβαίνει φωτεινή ρουκέτα στον ουρανό η νύφη ο γαμπρός κόλλησε στη γη γεμάτος κόκκινα στίγματα και στάχτη κλαίει η γυναίκα το φεγγάρι γελάει το φεγγάρι κλαίει η γυναίκα γελάει  
 Δ.Π. Παπαδίτσας, «Το φεγγάρι»
 Δε σκέφτηκες ότι μια νύχτα κρυφά Στις μύτες των ποδιών μου Πήρα όλα τα οστά μας Και τα βούτηξα –ας μην το μάθουν σε παρακαλώ Στο φεγγάρι Τώρα ας τραγουδήσουμε το φεγγάρι Κανείς δεν θα μας πει ότι το περιέχουμε σαν έμβρυο Η γνωστή ιστορία ότι τα έμβρυα μεγαλώνουν Και στο τέλος αποχωρίζονται απ’ τις μητέρες τους Θα επαναληφθεί κι εδώ Και τότε μ’ έκπληξη οι συγγενείς οι φίλοι κι εμείς οι ίδιοι ακόμα Θα πηγαίνουμε το φεγγάρι περίπατο Θα το τραγουδάμε και θα μας τραγουδάει Θα το ’χουμε στα χέρια μας Στο μυαλό μας στη συνήθεια να ξυπνάμε πρωί Δεν γίνεται λόγος για τη σκέψη Αυτή ανέκαθεν είναι το φεγγάρι Και κάτι άλλο Αν σε ρωτήσουν να τους πεις το μυστικό Πες τους ένα ψέμα: Υπάρχει ένα και μοναδικό φεγγάρι Αυτό που είναι στον ουρανό.  


Κική Δημουλά, «Μισό φεγγάρι»
 Βλέπω ένα γούβωμα βαθύ. Ποιο χέρι αρπακτικό μπήκε πήρε πολύ έφυγε και δεν πρόφτασα; Άραγε σε ποιο όνειρο ανέθεσα του όλου τη φύλαξη και το πήρε ο ύπνος; Ακούω το νυχτολούλουδο σαν κούκος ρολογιού πετάγεται έξω απ’ το άρωμά του φωνάζοντας νύχτωσε βγες να δεις και είδα να χαράζεται ψηλά ένα μισό και ούτε φεγγάρι σα μαχαιριά σε υπερφυσικό θεού σαγόνι ή μάλλον σαν φιλιού το κάτω χείλος και το επάνω να φιλάει το σκοτάδι –ποιος και σε ποιον μισοείπε: αν είναι αργά κοιμήσου στο κρεβάτι μου εσύ κι εγώ στον καναπέ. Αχ, υπομνηστικό φεγγάρι στέκεις εκεί πάνω σα μισή ωραιότητα και σαν ολόκληρη ευκαιρία κοιτάζοντάς σε να μετρώ πόσα μισά δεν πρόλαβα ν’ αφήσω.  
 Γιάννης Βαρβέρης, «Φεγγάρια πανσελήνου»
Εσύ είσαι όρος όταν θεριεύεις ύψος μυρίζει μέλλον φθινοπωρινό απαλό της μνήμης. Σε ζωογονούνε ήλιος μ’ όσους πυρπόλησε η σκιά θάλασσα με τα παγωμένα χαμόγελα στο βυθό κι ο άνεμος που μας πετάει βότσαλα ευτυχίας. Όμως κοιτάς φεγγάρια Πανσελήνου. Μα εσύ είσαι όρος. Ρίξε τα ξύλα και νερά σου κρουνηδόν πάνω στα χορταράκια και στα πεπρωμένα της πανίδας με το καλό με τον καριό γίνε πεδιάδα και τότε τόλμησε και τότε κοίτα. Γυναίκα ήταν και κοίταζε φεγγάρια Πανσελήνου.   
Κώστας Γουλιάμος, «Τα πλήκτρα του φεγγαριού»
Με το τυφλό μάτι του φεγγαριού Καλλιεργούσε την περιπέτεια Από την πλευρά που οι φυλακισμένοι αλλάζουν χρόνο Παρακολουθώντας τη θάλασσα Με σπασμένο χέρι Όπως ροκανίζει κανείς τη γλώσσα Σα να ’τανε εθνική εορτή ή κάτι τέτοιο

Πηγή : Andro.gr [ http://www.andro.gr/empneusi/top-5-poiimata-gia-to-feggari/ ]





Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Οι ποιητές και το καλοκαίρι



Το καλοκαίρι, “Ο κόσμος λάμπει σαν ένα αστέρι” για τον Κωστή Παλαμά. Κάποια άλλη χρονιά, στο τέλος αυτής της εποχής, ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε πως τις στιγμές της θερινής ραστώνης,“Όλα τα πήρε το καλοκαίρι”. Από τότε μέχρι σήμερα, οι εικόνες που συνδέονται με ακρογιαλιές και ξενοιασιά έχουν γίνει η αφορμή για αμέτρητες ποιητικές συνθέσεις.
Το καλοκαίρι θεωρείται “η εποχή που στήνονται τα όνειρα”. Κατακτώντας τον τίτλο της πιο δημιουργικής εποχής ανανεώνει, προκαλεί, επιστρατεύει όλες τις αισθήσεις, στέκεται πηγή έμπνευσης για τις συνθέσεις σπουδαίων ποιητών. Ποιήματα μελοποιημένα, που λατρεύτηκαν από την πρώτη στιγμή έχουν γραφεί ανεξίτηλα στη μνήμη πολλών από εμάς, δημιουργώντας την ανάγκη να βρεθούμε γρήγορα, μία ανάσα πριν το καλοκαίρι.
Οι αναφορές στους στίχους των ποιητών είναι ατέλειωτες. Όλα κινούνται γύρω από την αλμύρα της θάλασσας, τις χρυσές αμμουδιές, τα αστέρια, το σεληνόφως, και φυσικά σε πλήρη αρμονία με εκείνο το “ολόγιομο”, αυγουστιάτικο φεγγάρι. Ας ταξιδέψουμε σε ονειρικά καλοκαίρια μέσα από την ελληνική ποίηση γιατί πολλές φορές, οι σκέψεις μας για κάθε καλοκαίρι που περνάει, εκφράζονται με απόλυτο τρόπο μέσα από έναν μόνο στίχο.

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Oι Eλεύθεροι Πολιορκημένοι. Σολωμός Διονύσιος








Oι Eλεύθεροι Πολιορκημένοι. Aπό το Γ΄ Σχεδίασμα
Σολωμός Διονύσιος
http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=430&author_id=47


I
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες σε πανέρμο δάσος,
που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·
ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα!
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
κι ευθύς εγώ τ’ ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

II
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
και σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σαν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι,
κι αλιά, σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν!
Aθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
και με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.

(Παραλλαγή)
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
και όταν θολώσουν τα νερά, και όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
το πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονο, βαρεί το καλυβάκι·
σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν!
Aθάνατή ’σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;»

IV
Aλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος,
από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα,
ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
τα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία,
που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας.
Kι ο ουρανός καμάρωνε, κι η γη χεροκροτούσε·
κάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι άπαρτη, και σεβαστή, κι αγία!».

V
Kαι τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ’ αργοπορώντας,
κατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
σφίγγει στενά τη σπάθα του στο λαβωμένο στήθος,
που μέσα αγρίκα την ψυχή μεγάλη και τη θλίψη.

VI
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,
και μες στη σκιά του φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ’χ’ ευωδίσει τσ’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
―«Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες;»
―«Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».

VIII
«Άγγελε, μόνο στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Aυτού που σ’ τα ’πλασε, τ’ αγγειό τσ’ ερμιάς τα θέλει.
Iδού που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Tα θέλω γω, να τα ’χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
εδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες».

XII
Kαι βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
μ’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
και γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα.
Γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.

Eίν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν
εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Xάρο.

           Tουφέκια τούρκικα, σπαθιά
           το ξεροκάλαμο περνά.
(από τα Ποιήματα και Πεζά, Στιγμή 1994) 

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

ENA ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΡΟ:Το νερό των ονείρων

Αποτέλεσμα εικόνας για NEΡΟ

 Το νερό των ονείρων


ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ


Ημουν βουνο ήσουν θάλασσα
κι άλλο τρόπο δεν είχαμε
να έλθουμε κοντά
έκανες εσύ τα όνειρά σου
βροχή και χιόνι
κι έκανα τα όνειρά μου
ρέματα και ποτάμια
κι έτσι μένουμε
δεμένοι με το νερό των ονείρων
http://kissmygrass.gr/

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

ΠΟIΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ




«Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου. Από τότε ξέρω ότι δεν θα πεθάνω ποτέ -αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα». 
Tάσος Λειβαδίτης, «Ο πρώτος στίχος»   
1. Μανόλης Αναγνωστάκης,
 «Εκεί…» Εκεί θα τα βρεις. Κάποιο κλειδί Που θα πάρεις Μονάχα εσύ που θα πάρεις Και θα σπρώξεις την πόρτα Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν Οι καθρέφτες θα λάμψουν Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο Εκεί θα τα βρεις Κάπου – απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα Απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα, Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες, Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών. Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα Προσεχτικά τις κουρτίνες Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες Θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι Κι εσύ θα πάρεις το κλειδί Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά Τότε θα ξέρεις. (Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας)
(Από τη συλλογή «Η συνέχεια», 1954 –συγκεντρωτική έκδοση Μανόλης Αναγνωστάκης «Τα ποιήματα 1941-1971», εκδ. Νεφέλη, 2000)
«Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, / αλλά ο καλύτερος τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας» (Μανόλης Αναγνωστάκης). 
2. Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου,
 « Η ποίηση δεν μας αλλάζει»
Η ποίηση δεν μας αλλάζει τη ζωή το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη (Από τη συλλογή «Δύσκολος θάνατος», εκδ. Εγνατία, 1978) 
  «Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος / είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης. / Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.» (Γιώργης Παυλόπουλος) 
3. Γιώργης Παυλόπουλος, «Τα αντικλείδια»
 Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν. Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί. Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν. Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν. Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος. Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κόσμος είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης. Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. (Από τη συλλογή «Τα αντικλείδια» –συγκεντρωτική έκδοση «Γιώργης Παυλόπουλος,«Ποιήματα 1943-1997», εκδ. Νεφέλη)  
 «Γιατί να μην αφήσω τον εαυτό μου / Στην καρέκλα του / Ξεχασμένο / Κι αδίκαστο;» (Γιάννης Πατίλης) 4. Γιάννης Πατίλης, «Γιατί να γράψω εγώ αυτά τα ποιήματα» Γιατί να γράψω εγώ αυτά τα ποιήματα Γιατί να μην πάω στο περίπτερο Να χαζέψω τις γλάστρες από το παράθυρο Να πιω νερό; Γιατί να μην αφήσω τον εαυτό μου Στην καρέκλα του Ξεχασμένο Κι αδίκαστο; (Από τη συλλογή «Ζεστό μεσημέρι» 1984 –συγκεντρωτική έκδοση «Γιάννης Πατίλης, Ταξίδια στην ίδια πόλη – ποιήματα 1970-1990», εκδ. Ύψιλον)  
 5. Μιχάλης Γκανάς, «Περί ποιήσεως» Κι εσύ που ξέρεις από ποίηση κι εγώ που δεν διαβάζω κινδυνεύουμε. Εσύ να χάσεις τα ποιήματα κι εγώ τις αφορμές τους.
 (Από τη συλλογή «Τα μικρά» –συγκεντρωτική έκδοση «Μιχάλης Γκανάς, Ποιήματα 1978-2012», εκδ. Μελάνι)  

Πηγή : Andro.gr [ http://www.andro.gr/empneusi/top-5-poets-for-poets/ ]