από τη συλλογή «Νυχτερινά» Αθήνα 1956

ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ
I
Ν’ ακούς πάντα
Ν’ ακούς το μεγάλωμα της νύχτας
Ν’ ακούς των χεριών τον ψαλμό το ξεκόλλημα της πέτρας
απ’ τον τοίχο
Ν’ ακούς το φυτό που τρίζει το πρωί, το μεγάλωμα της
νύχτας στο δέρμα
Ν’ ακούς τον αγέρα στων πουλιών τα κόκαλα
Ν’ ακούς του πουλιού το δρόμο την αγάπη του σπιτιού του
νερού το φως
Ν’ ακούς των ματιών τη δόνηση καθώς απ’ τον ορίζοντα
γυρίζουν
Και ακινητούν σ’ άλλων ματιών την αιώρα
Ν’ ακούς της φωτιάς τον πανικό, του ζώου το θρήνο
Το άχυρο που καίγεται στον ήλιο
Τον ήλιο ν’ ακούς που δέρνεται απ’ το φέγγος της σταγόνας
Ν’ ακούς του άστρου το χρώμα
Ν’ ακούς του άστρου την ευωδιά που ο κόσμος την ανάσανε
κι έγινε περιβόλι
Ν’ ακούς στην ερημιά το χοροπηδητό της ρίζας
Ν’ ακούς μες στους θορύβους το ψιθύρισμα του νου που τον
καρφώνουμε στον τοίχο
Ν’ ακούς τα μαλλιά τα φρύδια το μέτωπο και τη θλίψη τους
Όπως όταν ακούμε στο μυαλό μαχαίρια ν’ ακονίζονται
Ν’ ακούς τα χέρια ή τις παρειές που είναι μες στα χέρια
ζεστές και τρέμουν
Ν’ ακούς την τουφεκιά που αστοχεί όμως που κόβει σε δυο
τα πάντα
Κι ύστερα ο ύπνος πάλι τα ενώνει
Ν’ ακούς της χαραμάδας την οδύνη που ευρύνεται να
πεταχτεί ο Θεός
Ν’ ακούς το Θεό μες στο φόνο σαν το φλουρί στη νύχτα
Σαν την αστραπή πάνω στο φλουρί

Την καρδιά ν’ ακούς
Ν’ ακούς τον ουρανό που σαλεύει στου εμβρύου τον ύπνο
Την καρδιά ν’ ακούς που γεμίζει τον κόσμο παιδιά κι άλλα
φεγγάρια
Ν’ ακούς στο χώμα το άλογο, στο χώμα το σκάψιμο, την
πληγή του νερού
Το τρίψιμο του αλόγου στον αέρα
Ν’ ακούς πάντα.


Advertisements
REPORT THIS ADΑΠΟΡΡΗΤΟ

από τη συλλογή «ΟΥΣΙΕΣ» (1959 – 1962)

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΠΟΡΤΑ
Υπάρχει ένας τόπος από τραγούδι
Υπάρχουν για τη φωνή μας υποσχέσεις
Όχι από θάνατο ούτε από ρέμβη
Χέρια αγαπημένα καθώς ακουμπούν στο μέτωπό μας
Βλέμματα που σαλεύουν μέσα μας όπως πουλιά στον ουρανό
Αφήνοντας το ρίγος μιας τωρινής ευτυχίας

Αν αύριο μ’ εύρισκες αμίλητον
Στερημένο κι από σκιά δέντρου ακόμα
Στο δέρμα μου θα κάρπιζε ο αλλοτινός καιρός
Θα με πλησίαζες και θα έφευγες με την ανάμνησή μου

Να γιατί τα βήματά μου τ’ ακούς σε κάθε σκάλα
Και πίσω από κάθε πόρτα
Στέκομαι χτυπώντας.


από τη συλλογή «ΟΥΣΙΕΣ» (1959 – 1962)

ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ ΤΟΥ ΒΙΟΥ
II
Σε άδυτα μέταλλα μ’ έχυναν τα χέρια
Κι από το σώμα έβγαινε μαγεία θερινό το πορτοκάλι
Και οι ώρες που ασθμαίνουν σε ζεστούς αγρούς του θήλεος

Δεν ξεχνώ τα σπίτια που το δέρμα μου τα απεικονίζει
Και την ανάποδή τους, με κραυγή και φονικά βήματα
Μες σε πολτούς φωτός διαγράφουν τον προορισμό μου
Μου ‘φερνε τις παγίδες της η άνοιξη
Στα πανηγύρια έρχονταν ο κόσμος
Μα εγώ στο σπήλαιό μου λησμονημένο εικόνισμα
Βρέθηκα στ’ όνειρο μιας Αναστασίας που της άνοιξα μόνος
μου τα μάτια
Για να περάσω τα μεσάνυχτα
Σαν ύπνος μέσα σε κοιτώνα

Για να γελάσει ο ουρανός και το πέτρωμα του άστρου
Που τ’ άρπαξε το χέρι χρόνια να το στρογγυλέψει
Ο θάνατος ήταν ολόφωτο χωράφι από φτελιές
Αμάξια μελιχρά περνούσαν αστραπή
Χωρίς ένα άλογο να χλιμιντρίσει και χωρίς
Από τον πόθο η φωτιά να πυρακτώσει τον αυχένα

Πάντως απ’ όλες τις τροχιές διάλεξε τη μικρότερη
Πήρε μετά στο χέρι το χορτάρι που πριν απάλυνε το πέλμα
Και το ξανάσπειρε κάτω απ’ τον ουρανό
Όλα ήταν στην εντέλεια και περίμενε
Με το μισό κεφάλι του από κάρβουνο
Από το σώμα του έβγαινε καπνός
Έβγαινε ο βορινός καιρός, όπως το ζώο που αφήνει άλλο
στη θέση του
Όταν με μια μισή κραυγή ανοίγει τον κρουνό της ζωής του

Να τα λοιπόν τα μεσημέρια να τα αισθήματά μας που τινάζονται
Τρελό συντριβάνι ανάμεσα σε χρώματα
Διαρκεί η ζωή μας, κατεβάζει από τα όρη μελωδίες
Ποτάμια φονικά και ποτάμια ζωηφόρα
Κι από τη θύρα ενός κενοταφίου
Μπαίνουν και βγαίνουν λύπες ανθρωπόμορφες
Στο ήμισυ του κεφαλιού σφηνώθηκαν για πάντα
Παραληρήματα
Ενώ στο άλλο ήμισυ
Ουράνιος ο ερχομός καλωσορίζει το έδαφος
Το έδαφος των αριθμών
Της πίστης
Της γυναικείας έκρηξης το έδαφος.

ΠΗΓΗ: Δ. Π. Παπαδίτσας, «ΠΟΙΗΣΗ 1», Εκδόσεις ΣΤΙΓΜΗ, Αθήνα 1985