ΔΕΣ:https://theodwrapappa.blogspot.com/2022/02/blog-post_9.html
Ε.Χ. Γονατάς :ο βίος,το έργο του :ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ
https://www.youtube.com/watch?v=OQrb24ycLa4
Ε. Χ. Γονατάς
Επαμεινώνδας Γονατάς

Την έλλειψη χρόνου, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, χρησιμοποιούσε o ίδιος για να εξηγήσει τα τόσο μικρά σε έκταση κείμενά του, όπως και το άγχος του για τη λευκή σελίδα.
Ο Επαμεινώνδας Γονατάς γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου του 1924 στην Αθήνα, αλλά η καταγωγή του ήταν από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας.
Υπήρξε συμμαθητής με τον ποιητή Μίλτο Σαχτούρη, σπούδασε νομικά και ασχολήθηκε επαγγελματικά με την δικηγορία.
Εμφανίστηκε στα γράμματα σε ηλικία 21 ετών με τον «Ταξιδιώτη» (1945), συνεργάστηκε με τον ποιητή Δημήτρη Παπαδίτσα στο περιοδικό «Πρώτη Ύλη» (1959-1964), έγραψε την «Κρύπτη» (1959), το «Βάραθρο» (1963), τις «Αγελάδες» (1963), τον «Φιλόξενο Καρδινάλιο» (1986) και την «Προετοιμασία» (1991).
Έπειτα από ένα διάλειμμα 15 χρόνων έγραψε τη συλλογή με αφηγήματα «Τρεις δεκάρες», που βρίσκεται στο τυπογραφείο και θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Στιγμή», όπως άλλωστε και όλα τα έργα του.
Το 1994 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης για την «Επιλογή από τα Voces» του Αντόνιο Πόρτσια.
Ο Ε. Χ. Γονατάς καλλιέργησε μια γραφή λακωνική και υπαινικτική, που ξεκινούσε από βιωμένες καταστάσεις, αλλά υπερέβαινε το ατομικό, για να συνδυάσει τον στοχασμό με το όνειρο, το καθημερινό με το ανοίκειο, το λογικό με το παράλογο, την πρόζα με την ποίηση.
Επέλεξε την αφάνεια, επειδή δεν τον ενδιέφερε η δημοσιότητα, αλλά η επικοινωνία.
Πέθανε στις 24 Μαρτίου 2006, σε ηλικία 82 ετών.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/151
© SanSimera.gr
Επαμεινώνδας Χ . Γονατάς
Η Άνοιξη
Το Ποιημα Περιλαμβανεται στη συλλογή Το Βάραθρο (1963). Ο ποιητής, αν και ακολουθεί τις βασικές αρχές του υπερρεαλισμού, εντούτοις δεν καταφεύγει στη χρήση ενός λόγου παραληρηματικού και δεν υπονομεύει τη λογική του συγκρότηση. Επιχειρεί όμως κάτι βαθύτερο, περιγράφοντας την εξωτερική πραγματικότητα (εδώ της φύσης). Βαθμιαία, παρά τους κανόνες της λογικής και τη λειτουργία των αδήριτων φυσικών νόμων, αποκαλύπτει, με δική του παρέμβαση, ό,τι όντως υπάρχει πέραν του αισθητού κόσμου των φαινομένων.
Ανέβηκα τα σκαλοπάτια τα λαξεμένα σε ψηλούς βράχους και βγήκα στο οροπέδιο που απλωνόταν μπροστά μου σαν τεράστιο αυτί. Πέρα οι λόφοι κολυμπούσαν στο φως κι είχαν το χρώμα που παίρνουν τα σφαχτάρια στο τσιγκέλι. Όπου κι αν γυρνούσα τα μάτια έβλεπα ξερή λάσπη, σκασμένη. Ούτε πράσινο φύλλο, ούτε λουλούδι, ούτε μια μέλισσα. Κι ο αέρας μύριζε βαριά σαν να 'βγαινε από άδειο πιθάρι. Καθώς περπατούσα μου φάνηκε πως άκουγα να τρέχουνε νερά, βαθιά σε υπόγεια λούκια. Κόλλησα χάμω τ' αυτί μου κι άκουσα καθαρά μαζί με τα νερά που γλουγλουκίζανε κι ένα ανάλαφρο θρόισμα. Βγάζω από την τσέπη το μαχαίρι μου, το μπήγω στη γη —το 'νιωσα να χώνεται όπως στο κρέας ενός μεγάλου ψαριού— κι αρχίζω να τη χαράζω, να τη σκίζω φέτες φέτες, τραβώντας με δύναμη τη σκληρή κρούστα που τη σκέπαζε. Και τότε, τι θαύμα! Χιλιάδες μπουμπούκια και λουλούδια με τσαλακωμένα πέταλα, άσπρες, ρόδινες και μαβιές ρίζες, αμέτρητα σπαθωτά φύλλα, μαμούνια, σερσέγκια με σουβλερές μύτες, θαλασσοπράσινες κρεατόμυγες, χρυσαλλίδες και πεταλούδες με διπλωμένα φτερά, αποκαλύφθηκαν ολόκληρος κοιμισμένος κόσμος, που οι αχτίνες του ήλιου σιγά σιγά τον ζέσταιναν, τον ξεμούδιαζαν, τον ξυπνούσαν από τη νάρκη του. Το γρασίδι, σγουρό, ψήλωνε τρίζοντας ολόγυρά μου. Ο αέρας μοσκοβολούσε. Ένα πουλί βγήκε απ' τον κρυψώνα του, τίναξε τα χώματα απ' τις φτερούγες του και μου είπε: «Ακόμα λίγο, κι η άνοιξη αυτό το χρόνο θα 'μενε κρυμμένη στη γη». |
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Το ποίημα αρχίζει με την περιγραφή του ορατού κόσμου (της φύσης) και προχωρεί στη σταδιακή αποκάλυψη μιας κρυμμένης πραγματικότητας (της άνοιξης). Αφού το διαβάσετε και λάβετε υπόψη σας όσα επισημαίνονται στο εισαγωγικό σημείωμα, να επικεντρώσετε την προσοχή σας στα εξής κυρίως:
- Τι το ιδιαίτερο έχετε να παρατηρήσετε στην περιγραφή του ορατού κόσμου; Στην εργασία σας αυτή να προσέξετε τις εικόνες, τις παρομοιώσεις και ό,τι άλλο στοιχείο παρέχει το ποίημα, για να δώσει μια γενικότερη ιδέα της κατάστασης ενός σχεδόν νεκρού φυσικού κόσμου. (Πρώτη παράγραφος).
- Πώς γίνεται η μετάβαση από την ορατή στη μη ορατή πραγματικότητα; Να την προσδιορίσετε στις ιδιαίτερες φάσεις της και να επισημάνετε την εξοικονόμηση της σταδιακά αποκαλυπτόμενης κρυμμένης πραγματικότητας (Δεύτερη παράγραφος κ.εκ.).
- α) Τι υποκρύπτει η δημιουργική παρέμβαση του ποιητή;
β) Τι σας θυμίζει η παρέμβαση του πουλιού και τι υποδηλώνει η διαπίστωσή του:
https://tokoskino.me/2019/07/16/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CE%B4%CE%B1%CF%82-%CF%87-%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82-%CE%B7-%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BE%CE%B7/
Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, Η Άνοιξη
«Ανέβηκα τα σκαλοπάτια τα λαξεμένα σε ψηλούς βράχους και βγήκα στο οροπέδιο που απλωνόταν μπροστά μου σαν τεράστιο αυτί. Πέρα οι λόφοι κολυμπούσαν στο φως κι είχαν το χρώμα που παίρνουν τα σφαχτάρια στο τσιγκέλι. Όπου κι αν γυρνούσα τα μάτια έβλεπα ξερή λάσπη, σκασμένη. Ούτε πράσινο φύλλο, ούτε λουλούδι, ούτε μια μέλισσα. Κι ο αέρας μύριζε βαριά σαν να ‘βγαινε από άδειο πιθάρι.
Καθώς περπατούσα μου φάνηκε πως άκουγα να τρέχουνε νερά, βαθιά σε υπόγεια λούκια. Κόλλησα χάμω τ’ αυτί μου κι άκουσα καθαρά μαζί με τα νερά που γλουγλουκίζανε κι ένα ανάλαφρο θρόισμα.
Βγάζω από την τσέπη το μαχαίρι μου, το μπήγω στη γη —το ‘νιωσα να χώνεται όπως στο κρέας ενός μεγάλου ψαριού— κι αρχίζω να τη χαράζω, να τη σκίζω φέτες φέτες, τραβώντας με δύναμη τη σκληρή κρούστα που τη σκέπαζε.
Και τότε, τι θαύμα! Χιλιάδες μπουμπούκια και λουλούδια με τσαλακωμένα πέταλα, άσπρες, ρόδινες και μαβιές ρίζες, αμέτρητα σπαθωτά φύλλα, μαμούνια, σερσέγκια με σουβλερές μύτες, θαλασσοπράσινες κρεατόμυγες, χρυσαλλίδες και πεταλούδες με διπλωμένα φτερά, αποκαλύφθηκαν ολόκληρος κοιμισμένος κόσμος, που οι αχτίνες του ήλιου σιγά σιγά τον ζέσταιναν, τον ξεμούδιαζαν, τον ξυπνούσαν από τη νάρκη του.
Το γρασίδι, σγουρό, ψήλωνε τρίζοντας ολόγυρά μου. Ο αέρας μοσκοβολούσε. Ένα πουλί βγήκε απ’ τον κρυψώνα του, τίναξε τα χώματα απ’ τις φτερούγες του και μου είπε: «Ακόμα λίγο, κι η άνοιξη αυτό το χρόνο θα ‘μενε κρυμμένη στη γη».
O καταλληλότερος τρόπος για να παρουσιάσεις έναν ιδιάζοντα λογοτέχνη σαν τον Επαμεινώνδα Χ. Γονατά, είναι να ξεκινήσεις με μια δημιουργία του, λες και βουτάς στον βυθό μιας θάλασσας, χωρίς να διαταράξεις στο ελάχιστο τα επιφανειακά νερά της.
Έτσι άλλωστε ενεργεί κι η γραφή του, ξεκινά από έναν άδυτο ρεαλισμό μα σύντομα παρασύρεται από τα χειροποίητα ρεύματα του δημιουργού και οδηγείται σε ένα παράλογο και συγχρόνως απτό τοπίο.
Ο Γονατάς, παρέμεινε άγνωστος στο ευρύ κοινό, οι συνεντεύξεις του μετρώνται στα δάχτυλα της μιας παλάμης, μιας και ο ίδιος επέλεγε την μη δημοσιότητα και την μη προσωπική του ανάδειξη.
Έκρυβε κάτω από την σάρκα του έναν ολόκληρο γαλαξία πολύπλοκων σκέψεων κι όμως υπήρξε ένας απλός άνθρωπος.
Ακόμη και οι γείτονές του αγνοούσαν την συγγραφική του μαεστρία, αλλά και το σημαντικό μεταφραστικό του έργο.
Οι ιστορίες του θυμίζουν παραβολές, φιλοσοφικές αλληγορίες, συχνά ασαφής, ειρωνικές και αυτοσαρκαστικές.
Η φύση στα αφηγήματα του Γονατά, είναι ο ρεαλιστικός καμβάς που πάνω του, χωρίς χρονοτριβή και φλυαρία, τα χρώματα κι οι μυρωδιές, τα ζώα, τα βουνά και τα δέντρα, οι άνθρωποι και τα αντικείμενα μεταλλάσσονται, ρευστοποιούνται.
Κατευθύνονται όλα προς πάσα κατεύθυνση κι αποκτούν μια παραισθησιογόνο οπτική, παράλληλα όμως, αυτή η αλλόκοτη κι αναδομημένη πραγματικότητα, φαντάζει απολύτως λογική.
«Η πληγεί θρέφει, τα χείλια της σμίγουν αργά σαν αυλαία βυσσινιά κι ύστερα από χρόνους στη θέση της μένει ένα σημάδι, μια ρόδινη ουλή που σκύβει και τη φιλάει. Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους. Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα, ξέρουν όμως σε ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν, μαράθηκαν, έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους. Γι’ αυτό τ’ αγαπούν και, σε ώρες μοναξιάς που κανείς δεν τους βλέπει, σκύβουν και με λατρεία τα φιλούν τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους».
(Από τη συλλογή σύντομων αφηγημάτων «Η κρύπτη», εκδόσεις Στιγμή)
Καταφέρνει να περιγράψει το άγνωστο, να διαπερνά την σκοτεινή κουρτίνα της λογικής, της καθημερινότητας.
Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του, με έναν τρόπο, θα έλεγα, τόσο παρανοϊκό που φτάνει να γίνει βιωματικός.
Σαν να αποφασίζεις πως θα προσπαθήσεις, έτσι απλά, να σκίσεις τα κάγκελα της φυλακής σου και να ανακαλύπτεις, πως τελικά, ναι, όλη σου την ζωή ήσουν κλειδωμένος πίσω από χάρτινα κάγκελα.
– «Διάλεξε», λέει η μητέρα μου στον επισκευαστή της ντουλάπας, «από αυτά τα υφάσματα. Εγώ σου προτείνω το πράσινο καρουδάκι. Μπορώ να σου φτιάξω μια ωραία πυτζάμα».
Ακούω, βλέπω και ζηλεύω. Πράγματι, το καλύτερο ύφασμα είναι εκείνο που υπέδειξε η μητέρα μου. Ψάχνοντας μέσα σε όσα απόμειναν βρήκα τέλος ένα κομμάτι κιτρινωπό ύφασμα και για μένα. –
*(Ε. Χ. Γονατάς – Τρεις δεκάρες και άλλα αφηγήματα)
*Απόσπασμα από μεγαλύτερη εργασία που δημοσιεύτηκε εδώ: https://ologramma.art/epameinondas-ch-gonatas-afieroma/?fbclid=IwAR14NoGcjY00XLpKQMmLAPqm7K_-1o6OjYBkkH8sl2iq9ieZ029S_Zj3p1w
