Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία Γ Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία Γ Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

Γιώργος Σεφέρης ,Μυθιστόρημα , ανάλυση :Λογοτεχνία Γ Λυκείου

 

▲▲ Σεφέρης Γιώργος

Ο Γιώργος Σεφέρης
[πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου].
 

 

 

Η πρώτη εμφάνιση του Σεφέρη στον χώρο της λογοτεχνίας γίνεται το 1931 με την ποιητική συλλογή Στροφή. […] Η ισχνή από άποψη έκτασης Στροφή (περιέχει 13 ολιγόστιχα ποιήματα και τον εκτενέστερο «Ερωτικό Λόγο») είναι πράγματι βιβλίο με πολυδουλεμένους στίχους σε παραδοσιακή φόρμα και εκμεταλλεύεται με νέες δημιουργικές προεκτάσεις τις στιχουργικές δυνατότητες της μέχρι τότε ποίησης. Από την άποψη αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως οριακό βιβλίο. Η αμφισημία του τίτλου δεν δηλώνει απλώς μια νέα, ιδιωτική κατεύθυνση του ποιητή, αλλά, όπως απέδειξε και η συνέχεια της πορείας του Σεφέρη, έναν καινούριο προσανατολισμό της νεοελληνικής ποίησης.

Τον επόμενο χρόνο (1932) η πλακέτα Η στέρνα ολοκληρώνει την πρώτη φάση της σεφερικής δημιουργίας. Πρόκειται για ένα εκτενές ποίημα σε 23 πεντάστιχες στροφές, με δυσδιάκριτο κεντρικό άξονα και πολλαπλά σύμβολα. Σύμφωνα με ορισμένους κριτικούς, Η στέρνα είναι το αρχιτεκτονικό σύμβολο του θανάτου· κατ’ άλλους, η περιοδική επιστροφή της χαράς και του πόνου, η ποιητική όραση του ζώντος κόσμου.

 Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Εργο-βιογραφική εισαγωγή». Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη. Επιλογή κριτικών κειμένων, επιμ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1996, 2-3.

 

 

Τα δεκατέσσερα κομμάτια της Στροφής μπορούν να θεωρηθούν ισολογισμός όσων ο ποιητής είχε επιδιώξει με τη συνειδητή πρόθεση να κάνει κάτι το νέο και στέρεο για την ανανέωση της ελληνικής ποίησης του καιρού του. Κατ’ αρχήν εγκαταλείπει το λυρισμό, όπως είχε καλλιεργηθεί στον τόπο του μέχρι κείνη τη στιγμή. Κοιτάζει πώς να πειθαρχήσει τα συναισθήματα βιάζοντάς τα να χωρέσουν μέσα σε ορισμένους τρόπους έκφρασης, που κατά κανόνα δεν είχαν κανένα προηγούμενο. Οι προσπάθειές του συγκεντρώνονται συστηματικά σε δύο κατευθύνσεις […]. Σχηματοποιώντας […], μπορούμε να υποδείξουμε ως μία από τις δύο τάσεις τη μοντέρνα εκδοχή της ‘καθαρής’ ποίησης με απώτερο διδάσκαλο τον Μαλλαρμέ και εγγύτερο τον Βαλερί· και ως αντίθετη της τάσης αυτής, μια ποίηση που δεν φοβάται την ταπείνωση της πεζής καθημερινότητας, την αποσύνθεση, τη φθορά και την ευτέλεια του εκφραστικού προφορικού υλικού. Η δεύτερη αυτή τάση κατάγεται από τον Laforgue. […] Απλοποιώντας εντελώς τη σχηματοποίηση, θα ’λεγα ότι στη μία κατεύθυνση ο Σεφέρης παίρνει για στόχο την ‘υψηλή’ ποίηση και στην άλλη τη ‘χαμηλή’ […]. Τα τρία μέρη της συλλογής, «Κοχύλια», «Σύννεφα» από τη μια πλευρά, και ο «Ερωτικός λόγος» από την άλλη, κάτι πρέπει να δηλώνουν στην αντιδιαστολή τους. Το ‘κάτι’ αυτό τονίζεται και από τις επιγραφές που διάλεξε ο Σεφέρης για υπότιτλό τους: για τα «Κοχύλια» και για τα «Σύννεφα» (μαζί από την επανέκδοση του 1950 και ύστερα) στίχους παρμένους από τον Ερωτόκριτο, λαϊκή φυλλάδα που πουλούσαν στους δρόμους της Σμύρνης όταν ήταν μικρός· για τον «Ερωτικό λόγο», από τον υψηλό Πίνδαρο. Έχουμε έτσι από τη μια πλευρά αντικείμενα ευτελή και αλλοιωμένα, κοχύλια και σύννεφα, και από την άλλη το ‘λόγο’, το ύψιστο δώρο που έλαβε ο άνθρωπος από τον Δημιουργό. Συμπληρωματικά μπορούμε να υπογραμμίσουμε, επιμένοντας ακόμη στην αντίθεση ανάμεσα στις δύο τάσεις, τη διαπίστωση ότι, στα «Κοχύλια» και «Σύννεφα», ο Σεφέρης μπαίνει στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει με προκλητικότητα την «παράφωνη ρίμα» […], ενώ στον «Ερωτικό λόγο» εφαρμόζει ακέραια και με αυστηρή συνέπεια μια ομοιοκαταληξία απαιτητική […].

 Mario Vitti, Φθορά και λόγος: εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, Εστία, Αθήνα 1994 (3η έκδ.), 25-26.

 

 

Με το Μυθιστόρημα σημειώνεται ένας σημαντικός σταθμός στην εξέλιξη του σεφερικού έργου. Κατ’ αρχάς με το συνθετικό αυτό ποίημα ο Σεφέρης εγκατέλειψε τον κατά βάση έμμετρο στίχο της Στροφής και της Στέρνας και εγκαινίασε τη χρήση του ελεύθερου στίχου, του στιχουργικού οργάνου με το οποίο θα γραφτεί το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου έργου του. […]

Επίσης, με το μυθιστόρημα ο Σεφέρης βγαίνει από την εκφραστική και θεματική περιοχή του αυστηρού υποκειμενισμού και κατορθώνει να συγκεράσει το υποκειμενικό με το αντικειμενικό στοιχείο, την ατομική με τη συλλογική εμπειρία, το σύγχρονο με το διαχρονικό βίωμα. Θεματικό επίκεντρο του Μυθιστορήματος αποτελεί αυτό που ο ίδιος ο ποιητής ονόμασε «καημό της ρωμιοσύνης». […] Για την Σεφέρη, παρά το ότι δεν έζησε άμεσα το ιστορικό γεγονός, η Μικρασιατική Καταστροφή σήμανε την οριστική απώλεια του παραδείσου των παιδικών του χρόνων και την αποκοπή από τις συναισθηματικές και ψυχικές αφετηρίες του. Καθώς στον ψυχοσυναισθηματικό πυρήνα του ανθρώπου που έγραψε το Μυθιστόρημα υπάρχει ένα δραματικό ή και τραγικό βίωμα, ο σεφερικός λόγος στο ποίημα αυτό γίνεται λιτός, χαμηλότονος και σχεδόν κουβεντιαστός, αποφεύγει τα εκφραστικά στολίδια και αποβάλλει την ειρωνική διάθεση.

[…] Με τον Σεφέρη, και με σημείο αφετηρίας το Μυθιστόρημα, σημειώνεται μια καίρια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο θεωρείται ποιητικά η ελληνική αρχαιότητα. Η αλλαγή αφορά κατ’ αρχάς τόσο στη διαφοροποίηση από τον παλαιότερο τρόπο ποιητικής πρόσληψης της αρχαιότητας όσο και στο γεγονός ότι ο νέος τρόπος πρόσληψής της αποκλίνει από τα πολιτισμικά στερεότυπα για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Ιδίως στο Μυθιστόρημα, οι όποιες αναφορές σε αρχαιοελληνικά κείμενα, όπως, π.χ., στο Δ΄ μέρος του συνθέματος, όπου ενσωματώνεται ένα χωρίο του Πλάτωνα, δεν αποσκοπούν στην επίδειξη της αρχαιομάθειας, αλλά στο να αναδειχθούν οι ιστορικές ή μυθικές αντιστοιχίες ανάμεσα στην αρχαιότητα και στο σύγχρονο παρόν του ελληνισμού.

 Ευριπίδης Γαραντούδης, «Η δεύτερη, ωριμότερη περίοδος της σεφερικής ποίησης». Ο Σεφέρης για νέους αναγνώστες, φιλολ. επιμ. Ευριπίδης Γαραντούδης, Τάκης Καγιαλής, ερευν. συνεργασία Σάκης Σερέφας, Ερρίκος Σοφράς, Ίκαρος, Αθήνα 2008 (2η έκδ.), 75-78.

 

 

[…] Με αυτό το έργο [Μυθιστόρημα] ο Σεφέρης εγκαταλείπει ανεπιστρεπτί τη μέθοδο με την οποία ο Βαλερί διαχειρίζεται το ποίημα και δείχνει την προτίμησή του για τη διαδοχή σύντομων ενοτήτων, συνδυασμένων μεταξύ τους σύμφωνα με μια εσωτερική συνοχή και με μια αλληλουχία που πριν του ήταν άγνωστες. Χρησιμοποιεί μια κλίμακα μετωνυμίας ευρύτερη, σε μια κατεύθυνση αναλογικών διαδικασιών λιγότερο εφικτών, αλλά παράλληλα και σε μια κατεύθυνση απλουστευμένης παρομοίωσης. Δίνει μια διάταξη στο λόγο του σύμφωνα με μια ρητορική οικονομία που ακολουθεί τα αχνάρια του δραματικού μονόλογου, του προφορικού λόγου· δημιουργεί πρόσωπα προορίζοντάς τα για διάφορες λειτουργίες, η κυριότερη από τις οποίες είναι να τα βάζει να μιλούν· σχηματίζει ένα συγκρότημα αντικειμένων, που χρησιμοποιεί ως ειδικό υλικό, λόγου χάρη αγάλματα ή άλλα επανερχόμενα αντικείμενα ‘απτικά’. Πρέπει να προσθέσουμε ότι πρόκειται για τρόπους έκφρασης και για υλικά στα οποία είχε προστρέξει και πρωτύτερα, αλλά που τώρα τα χρησιμοποιεί συστηματικά και που από τούτη τη στιγμή και ύστερα θα αποτελέσουν μόνιμο μέρος της ποιητικής του πράξης.

[…]

Αντί να γράψει είκοσι τέσσερις ραψωδίες με σταθερή φωνή, ο Σεφέρης γράφει είκοσι τέσσερις ενότητες με αποσπασματικά εξωτερικές επιφάνειες. Στις είκοσι τέσσερις ραψωδίες της Ιλιάδας, που περιγράφουν τους αγώνες για την κατάκτηση της Τροίας, αντιστοιχεί, στους καιρούς μας, μια περιγραφή, σε είκοσι τέσσερα αποσπάσματα, μιας ήττας (επισημαίνω τη λεπτομέρεια αυτή για όσους δίνουν ιδιαίτερη θέση στην Καταστροφή του ’22 στο Μυθιστόρημα). Ένας κριτικός, ο Πάνος Μουλλάς, εύστοχα είπε ότι με το Μυθιστόρημα «το έπος έγινε χρονικό μιας ήττας» […]. Παλαιότερα ο Καραντώνης είχε μιλήσει για «γνωρίσματα μιας τέχνης που γυρεύει κάτι το επικό» […], ενώ ο Μαλάνος έλεγε ότι θα αποκαλούσε «καταχρηστικώς» το Μυθιστόρημα «έπος ελάχιστον» […]. Τον πιο επιτυχημένο χαρακτηρισμό τον είχε δώσει ο ίδιος ο Σεφέρης κάπου δέκα χρόνια νωρίτερα: «Οδύσσεια αλλά ανάποδα» (Μέρες, Α΄, σ.15).

 Mario Vitti, Φθορά και λόγος: εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, Εστία, Αθήνα 1994 (3η έκδ.), 56-57 & 86.

 

 

Με την πάροδο […] του χρόνου εκείνο που κυριαρχεί στη σκέψη και στην ποίηση του Σεφέρη είναι κυρίως η επίλυση του επικοινωνιακού προβλήματος που δημιουργεί […] ο διασπασμένος κόσμος και ειδικότερα η ανεύρεση τρόπων διοχέτευσης της ποιητικής συγκίνησης σε ένα ανομοιογενές κοινό. Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει την έλλειψη ενότητας και κοινών σημείων αναφοράς βοηθήθηκε, ως γνωστόν, από τη «μυθική μέθοδο» του Έλιοτ. Ένας συγκεκριμένος μύθος, με την προϋπόθεση, ασφαλώς, να τον γνωρίζει έστω στοιχειωδώς ο αναγνώστης, μπορούσε να λειτουργήσει ως το μέσο μετάπλασης ή πλαισιοθέτησης μιας δεδομένης προσωπικής εμπειρίας με τέτοιο τρόπο ώστε αυτή να προσφέρεται με οικεία στοιχεία πρόσβασης. Ο καλλιτέχνης μπορούσε, έτσι να προσδώσει μια ενότητα, έστω πλασματική, σε έναν κόσμο από τον οποίο η ενότητα απουσίαζε, να εγκαταστήσει έναν κοινό ιστό ανάμεσα στις διαφορετικές εμπειρίες του ίδιου φαινομένου και συνεπώς να βάλει τάξη στο «άναρχο σύμπαν» του μοντέρνου κόσμου. Μ’ αυτή τη μέθοδο, ένα δεδομένο προσωπικό βίωμα, συναίσθημα ή μια εμπειρία ξεπερνούσε το προσωπικό και υψωνόταν σε διυποκειμενικό επίπεδο.

 Αντώνης Δρακόπουλος, «Η σεφερική ποίηση στο άναρχο σύμπαν της νεωτερικότητας», περ. Το δέντρο, τχ. 179/180 (Ιαν.-Μάρτ. 2011) 53.

 

 

Για μένα η τέχνη δεν είναι απομονωμένη διασκέδαση. Είναι επιμειξία με τους άλλους. […] Τα πράγματα που προσπαθώ να εκφράσω με τα μέσα που ψάχνω να αντλήσω από τον εαυτό μου, είναι οι περιπέτειές μου μέσα σ’ έναν κόσμο που έχει κι αυτός τις περιπέτειές του, αρκετά τραγικές στην εποχή που έτυχε να ζω. Η διαφορά μας αν θέλεις είναι λ.χ. στους τίτλους των βιβλίων μας. Εσύ έγραψες Ρόδα θαλάμου, εγώ έγραψα Ημερολόγιο καταστρώματος. Ο θάλαμος είναι ένα «domaine» δικό σου, όπως λες, το κατάστρωμα δεν είναι δικό μου, είναι μια κινούμενη πλατεία, όπου πέρασα κι εγώ αλλά και πολύς κόσμος και ο αγέρας, και η βροχή, και τ’ ανθρώπινα σώματα, και εκείνος «ο άνθρωπος που πηγαίνει κλαίγοντας», που ήθελες καλά και σώνει ένα βράδι να είναι εγώ, ενώ δεν είναι καθόλου εγώ αλλά μια εικόνα, κάμποσο «grotesque», πολλών ανθρώπων που έτυχε να συναπαντήσω στο κατάστρωμά μου. Από το θάλαμο πέρασα κι εγώ, όπως τόσοι της γενιάς μου, αλλά βγήκα γύρω στα 1928 περίπου, ενώ εσύ μου φαίνεται ότι έμεινες. Αν προσέξεις το τέλος του «Ερωτικού Λόγου» και της Στέρνας, που είναι σύγχρονα ποιήματα (του ’30), με καλή προαίρεση, θα παρατηρήσεις ότι σημειώνουν την έξοδο που σου λέω. Πνευματικές κρίσεις και αισθηματικές ιδιωτικής μορφής είχα πολλές. Θα σου φανεί όμως παράξενο (ίσως παραπάνω από παράξενο) αν σου πω πως το γεγονός που μ’ επηρέασε το περισσότερο από όλα τα άλλα είναι η Μικρασιατική καταστροφή. Ένα άλλο γεγονός που μ’ επηρέασε σημαντικά (θέλω να πω εξαιρετικά, βασικά), είναι τούτος ο πόλεμος και η δοκιμασία του τόπου μου και των ανθρώπων μου σε τούτη την καταιγίδα. […] Η λογοτεχνία δεν υπάρχει για μένα — ευτυχώς, γιατί η λογοτεχνία δεν είναι για μένα θάλαμος όπου να καταφύγω. Ίσως σε φωτίσω αν προσθέσω ότι από 13ών χρόνων δεν έπαψα να είμαι πρόσφυγας. […]

 [Απόσπασμα από γράμμα του Γ. Σεφέρη στον Τίμο Μαλάνο, με τοποχρονολογία: Κάιρο, Σάββατο 13.5.44]. Γιώργος Σεφέρης & Τίμος Μαλάνος, Αλληλογραφία (1935-1963), φιλολ. επιμ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Ολκός, Αθήνα 1990, 237-238.

 

 

Έως τον πόλεμο του 1940, θα ακολουθήσουν η Γυμνοπαιδία (1936), δισκελές ποίημα, και οι συλλογές Τετράδιο γυμνασμάτων, 1926-1937 (1940), με πολύ σημαντικά ποιήματα τα οποία ο Σεφέρης χαρακτηρίζει ως «κομμάτια της περίστασης» και ασκήσεις, και το Ημερολόγιο καταστρώματος, α΄ (επίσης 1940), όπου περιλαμβάνονται δύο από τα σημαντικότερα ποιήματα αυτής της περιόδου, «Η τελευταία μέρα» και «Ο βασιλιάς της Ασίνης». […]

Το Ημερολόγιο καταστρώματος, β΄ (1944), γραμμένο κατά τα χρόνια της διαμονής του ποιητή στη Νότιο Αφρική, μας αποκαλύπτει εντονότερα και εμφανέστερα από άλλοτε την πολιτική διάσταση της σεφερικής ποίησης και την αγωνία για τα κοινά ενός έντιμου ανθρώπου. Το 1947 θα δημοσιεύσει το πιο δύσκολο ποίημά του, την τριμερή «Κίχλη» (όνομα βυθισμένου από τους Γερμανούς πλοίου στο λιμάνι του Πόρου). Η «Κίχλη» είναι φορτισμένη με τις τραυματικές εμπειρίες του πολέμου αλλά και του εμφυλίου σπαραγμού που είχε ήδη αρχίσει στην Ελλάδα. Το 1950 κυκλοφορεί η συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1924-1946. Το 1955, ενώ έχει αρχίσει ο απελευθερωτικός αγώνας στην Κύπρο, ο Σεφέρης τυπώνει τη συλλογή …Κύπρον, ού μ’ εθέσπισεν… (που αργότερα θα μετονομαστεί σε Ημερολόγιο καταστρώματος, γ΄) αποδίδοντας με την προσωπική ποιητική του μέθοδο τη μοίρα του αγωνιζόμενου νησιού. Η έσχατη συλλογή που τύπωσε όσο ζούσε, τα Τρία κρυφά ποιήματα (1966), συνιστά απολογισμό ζωής, με ερμητικά νοήματα, αλλά πάντα με εκφραστική καθαρότητα. […]

 Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Εργο-βιογραφική εισαγωγή». Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη. Επιλογή κριτικών κειμένων, επιμ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1996, 3-4.

 

 

[…] Για το χαραχτήρα του Ελπήνορα.

[…] το πρόσωπο αυτό φανερώνεται κάμποσες φορές στην εργασία μου. […] έχω την εντύπωση πως αυτός ο τρυφερός μέσος άνθρωπος πάει να γίνει ο πιο συγκινητικός ανάμεσα στα πρόσωπά μου, ίσως γιατί συμβολίζει αυτούς που δηλώνουμε στην καθημερινή μας ομιλία με το επιφώνημα «ο κακομοίρης». Ωστόσο, ας μην ξεχνούμε πως οι άκακοι αυτοί άνθρωποι, επειδή ακριβώς είναι εύκολοι, είναι συχνά οι καλύτεροι φορείς του κακού που έχει αλλού την πηγή του.

Έχω ακόμη την εντύπωση πως μερικοί αφήνουνται να πιστέψουν πως ο Ελπήνορας είμαι εγώ. Πάνω σε τούτο θα σου θυμίσω τη σημείωση που έβαλα στην κεφαλή του Μυθιστορήματος: και ο Ελπήνορας αντιπροσωπεύει «μια κατάσταση τόσο ανεξάρτητη από μένα, όσο και τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος. Δεν έγραψα, καθώς βλέπεις, αυτή τη σημείωση για να δικαιολογήσω ένα καλαμπούρι. Κι αν θέλεις να τα κάνουμε ακόμη πιο λιανά, αφού σήμερα πήραμε τον κόπανο και τα λιανίζουμε όλα, ο Ελπήνορας είμαι εγώ, όπως ο Bouvard ή ο Pécuchet είναι ο Flaubert. Μετέχω σ’ αυτόν τον χαρακτήρα, όπως κάθε άνθρωπος μετέχει στα πλάσματά του, ή, καλύτερα, για να θυμηθώ το λόγο του Κητς, που αξίζει τον κόπο πολύ να τον στοχαστούμε, ο Ελπήνωρ μού ανήκει όσο το χρώμα που δείχνει ανήκει στο χαμαιλέοντα. Κάποτε έχω συμπόνια για δαύτον, όπως έλεγα, όμως πιο συχνά έχω μεγάλη αντιδικία για τα μαλακά πράγματα που αντιπροσωπεύει και που νιώθουμε γύρω μας σαν τα στεκάμενα νερά.

 Γιώργος Σεφέρης, «Μια σκηνοθεσία για την Κίχλη». Δοκιμές, τ. 2 (1948-1971), Ίκαρος, Αθήνα 1984 (5η έκδ.), 38 & 40-41.

 

 

Το μέγιστο μέρος από τα βιβλία με κείμενα του ποιητή που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, σημαντικότατες συμβολές για την ολοκλήρωση της εικόνας και του έργου του. Αναφέρομαι, κυρίως, στις Δοκιμές, στις Μέρες και στους τόμους της αλληλογραφίας του. Οι δύο πρώτοι τόμοι των Δοκιμών, τους οποίους επιμελήθηκε ο Γ.Π. Σαββίδης, εμπεριέχουν ορισμένα από τα ωραιότερα δοκίμια που γράφτηκαν στη γλώσσα μας κατά τον εικοστό αιώνα και, ταυτόχρονα, όσα από αυτά πραγματεύονται ζητήματα ποιητικής συγκροτούν στο σύνολό τους μιαν ολοκληρωμένη ποιητική θεωρία για τη νεωτερική μας ποίηση. […]

Όσον αφορά τις Μέρες και την αλληλογραφία, η αξία τους δεν περιορίζεται στις πάσης φύσεως πληροφορίες που μας παρέχουν· πολύ συχνά οι σελίδες τους συνιστούν δείγματα πρώτης τάξεως λογοτεχνικής γραφής. […] Έχω την εντύπωση πως από την εποχή του Κοραή είχε να φανεί στη γραμματεία μας αλληλογράφος τόσο συστηματικός και συνεπής όσο ο Σεφέρης. Και, ίσως, η περίπτωσή του συνιστά ένα από τα τελευταία νεοελληνικά δείγματα επιστολογραφίας, εννοώ πριν αποδυναμωθεί ολοσχερώς το είδος αυτό από την ευκολία άμεσης επικοινωνίας που μας παρέχουν σήμερα το κινητό τηλέφωνο και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

Ο Σεφέρης αποτελεί για τα ελληνικά δεδομένα μοναδική περίπτωση δημιουργού ο οποίος κατέγραψε με τρόπο μεθοδικό και με ρυθμό αδιάπτωτο την προσωπική του πορεία στην τέχνη της ποίησης και, γενικότερα, στην τέχνη της δημιουργικής γραφής. […] από πολύ νωρίς, από την ηλικία των 25 χρόνων, κατέγραφε στο ημερολόγιό του εντυπώσεις, ανησυχίες, αποσπάσματα από τα διαβάσματά του, συναντήσεις με φίλους και ομοτέχνους, παρατηρήσεις πάνω στην προσωπική του ζωή, σχόλια για τον δημόσιο βίο. Φαντάζομαι πως θα διαβάζαμε με διαφορετικό τρόπο αρκετά ποιήματά του, αν δεν υπήρχαν οι οικείες σελίδες του ημερολογίου του στις οποίες φωτίζονται οι αφορμές συγκεκριμένων στίχων, εντοπίζονται τα πρώτα σπέρματα της έμπνευσής του και περιγράφονται οι κάθε φορά ψυχικές αντιδράσεις του. Όλες οι Μέρες του αποτυπώνουν, σε μεγάλο βαθμό, το γενικότερο κλίμα μέσα στο οποίο βλάστησε και αναπτύχθηκε η ποίησή του. Δεν πρόκειται για συνήθη προσπάθεια αυτοβιογραφίας […]. Το ημερολόγιο του Σεφέρη γράφεται συνειδητά ως λογοτεχνικό είδος, ως σχόλιο και ως απομνημόνευση της κάθε φορά ιδιωτικής ή δημόσιας στιγμής· και γράφεται ασφαλώς με την προοπτική της μελλοντικής έκδοσής του. Για κανέναν άλλον ποιητή ή πεζογράφο μας δεν διαθέτουμε σε τόσην έκταση στοιχεία και πληροφορίες για τη γέννηση του έργου του. Σήμερα είμαστε σε θέση να αναβιώσουμε και να αναπαραστήσουμε σχεδόν μέρα με τη μέρα τα περιστατικά και τις διακυμάνσεις ολόκληρης της ζωής του Σεφέρη. Ζώντας σε μιαν έντονη, ενδιαφέρουσα και περιπετειώδη εποχή, με αρκετές προσωπικές και οικογενειακές ταλαιπωρίες, παρακολουθεί ο ίδιος τον εαυτό του, «εκτίει τη δοκιμασία του», όπως έχει λεχθεί, και μοιάζει σαν να θέλει να δικαιολογήσει ορισμένες πράξεις του, να μαρτυρήσει για την εποχή του. Πρόθεσή του δεν είναι να γράψει ιστορία, ούτε να σχολιάσει πολιτικά τα όσα συμβαίνουν γύρω του. […]

 Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Ο Γ. Σεφέρης, σήμερα». Εις τα περίχωρα Αντιοχείας και Κερύνειας. Καβάφης ~ Σεφέρης, Ίκαρος, Αθήνα 2006, 204-207.

 

 

[…] ‘νεκυιομαντεία’. Τη λέξη αυτή, αναφερόμενη στη δική του ποίηση, πρώτος μας την υπέδειξε ο ίδιος ο Σεφέρης. Στις σημειώσεις του σχετικά με τους στίχους 9-15 του Γ΄ μέρους της Κίχλης δηλώνει: «Κοίταξε τη Νεκυιομαντεία το λ της Οδύσσειας». […]

Στο Γ΄ της Κίχλης ο ποιητής βρίσκεται στον Πόρο. Κάτω από την ακίνητη επιφάνεια της θάλασσας ξεχωρίζει το καράβι που κείτεται πλαγιασμένο στο βυθό. Καθώς βρίσκεται απορροφημένος από το θέαμα, του έρχονται στο νου φωνές ανθρώπων που θυμάται με τρυφερότητα, που ξέχασε και τώρα ξαφνιάζεται που του έρχονται στο νου. Στον «Βασιλιά της Ασίνης» είχε μνημονεύσει «εκείνους που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας» (στίχος 46). […]

 Mario Vitti, Φθορά και λόγος: εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, Εστία, Αθήνα 1994 (3η έκδ.), 255-256.

 

 

[…] Συνήθως, όταν ο Σεφέρης χρησιμοποιεί σε τίτλο ποιήματος πρόσωπα, επώνυμα ή ανώνυμα, τα πρόσωπα αυτά συνοδεύονται από έναν εμπρόθετο προσδιορισμό δηλωτικό κάποιου τόπου, όπως λ.χ. «Οι σύντροφοι στον Άδη», «Ο Μαθιός Πασχάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα», «Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους», ή «Ο Στράτης Θαλασσινός στη Νεκρή Θάλασσα». Τα πρόσωπα αυτά κατέχουν συνήθως το κέντρο ενός τόπου ή τοπίου (ασχέτως εάν κινούνται ή όχι) και κατά κανόνα μονολογούν. Ειδικά τα δύο επώνυμα πρόσωπα, που αναφέραμε, αποτελούν μιαν αναμφισβήτητη και εύκολα αναγνωρίσιμη persona του ποιητή, ένα προσωπείο που εκφέρει μια σειρά από σκέψεις, αλλά ταυτόχρονα δεν παραλείπει να περιγράψει τον τόπο ή κάποια κατάσταση έξω από αυτό. Το ίδιο μπορούμε να πούμε πως ισχύει για τον «βασιλιά» της Ασίνης. […] ο ποιητής αποσύρεται ή κρύβεται πίσω από την προσωπίδα του ήρωά του. […]

Μια πρόχειρη αναζήτηση των «αφορμών» των περισσότερων σεφερικών ποιημάτων αποκαλύπτει τη μεγάλη σημασία που έχει για τον ποιητή κάποιος τόπος, φορτισμένος ή μη από την ιστορία ή τη μυθολογία. Ο τόπος κυρίως και όχι κάποιο περιστατικό είναι που τις περισσότερες φορές ερεθίζει και προκαλεί το ποίημα, απαγκιστρώνει και ταυτόχρονα μορφοποιεί το κρυμμένο βίωμα του ποιητή. Αν εξαιρέσουμε τις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές, όπως επίσης τα καταληκτήρια Τρία κρυφά ποιήματα, όλες οι υπόλοιπες συλλογές και πλήθος μεμονωμένων ποιημάτων μοιάζουν να εκβλαστάνουν από κάποιο συγκεκριμένο τόπο, το Λονδίνο, την Κοριτσά, τα νησιά του Αιγαίου, το Πήλιο, τις Μυκήνες, τις περιοχές και τα τοπία της περιπλάνησης του ποιητή κατά τον πόλεμο, τον Πόρο, την Κύπρο κ.ά. […] Μια επίσκεψη στο ανοιξιάτικο Σούνιο και η θέα των ανθισμένων ασπαλάθων θυμίζει στον ποιητή Μια λέξη στον Πλάτωνα […] χυμένη στου μυαλού τ’ αυλάκια. […]

 Γιώργης Γιατρομανωλάκης, «Ο βασιλιάς της Ασίνης». Η ανασκαφή ενός ποιήματος, Στιγμή, Αθήνα 1986, 35-37.

 

Ο Γιώργος Σεφέρης στον ραδιοφωνικό σταθμό του BBC στο Λονδίνο
[πηγή: Πολιτιστικός Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας].
 

 

 

[…] Για τον Σεφέρη η ανθρώπινη εμπειρία χωρίς την αίσθηση του ανήκειν σε μια πατρίδα είναι εμπειρία χωρίς ρίζες, ανερμάτιστη. Η πατρίδα είναι ο οικείος χώρος του ανθρώπου μέσα στην κοινότητα, όπως το σπίτι όπου ζει κάποιος είναι ο οικείος, ο προσωπικός του χώρος ως ατόμου.

Την αίσθηση της πατρίδας στον Σεφέρη δεν θα πρέπει να τη νοήσουμε μόνο με την τρέχουσα σημασία της. Γιατί η λέξη πατρίδα (όπως η λέξη σπίτι, που είναι κεντρική στην Κίχλη […]) έχει για τον Σεφέρη και μια μεταφορική σημασία — κυρίως μια μεταφορική σημασία. Συμβολίζει την επιθυμία του ανθρώπου να επιστρέψει στην «άλλη ζωή, πέρα από τ’ αγάλματα», από την οποία έχει εκπέσει και η οποία είναι η βαθύτερη πατρίδα του· δηλαδή τον πόθο για μια ζωή ακέραιη, ακομμάτιαστη· για εκείνη την αίσθηση της αρμονίας, στην οποία φτάνει ο ενήλικος με την εμπειρία της ανάκτησης του χαμένου χρόνου, δηλαδή με τη στιγμιαία αίσθηση της υπέρβασης της φθοράς. Η εμπειρία μιας τέτοιας σύνθετης υπέρβασης είναι, πιστεύω, το θαύμα που ο Σεφέρης βρίσκει να λειτουργεί ακόμη στον (τότε) κόσμο της Κύπρου.

 Νάσος Βαγενάς, «Η κυπριακή εμπειρία του Σεφέρη», εφ. Το Βήμα, 20 Απρ. 2003.

 

 

Η «Ελένη» του Σεφέρη, γνωστότατο ποίημα, ιδίως από τη στιγμή που κρίθηκε «άξιο» να γίνει αντικείμενο σχολικής διδασκαλίας (και εξέτασης), ανήκει στο τρίτο, το κυπριακό Ημερολόγιο καταστρώματος, 1955. Το ξεχασμένο ομότιτλο ποίημα του Παλαμά, που κι αυτό χρησιμοποιεί απόσπασμα από την ίδια, ομότιτλη, τραγωδία του Ευριπίδη ως επιγραφή, δημοσιεύτηκε μισόν αιώνα πριν από το ποίημα του Σεφέρη· ανήκει στην Ασάλευτη Ζωή, 1904 […]:

[…]

Η σύγκριση των δύο ποιημάτων μου φαίνεται αντιθετικά ενδιαφέρουσα: ηλιόπληκτο του Παλαμά, σεληνιακό του Σεφέρη· μιλάει η Ελένη στο ’να, ο Τεύκρος στ’ άλλο· αψήφησαν πόλεμο και χαλασμό στο παλαιότερο ποίημα, εμείς σφαζόμασταν στο νεότερο· και ό,τι άλλο. Πρόκειται, φυσικά, για σύγκριση όχι μόνον ποιημάτων, ούτε μόνον ποιητών, αλλά και εποχών: ο Παλαμάς, ανάμεσα στα 1897 και το 1912, πιο κοντά στη δεύτερη σημαδιακή χρονολογία· ο Σεφέρης, ανάμεσα στον εμφύλιο και την πρώτη φάση του Κυπριακού· κτλ.

 Ξ.Α. Κοκόλης, «Στο περιθώριο των “ποιημάτων”. Σημειώματα και σχόλια». Σεφερικά μιας εικοσαετίας, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1993, 344-345.

 

 

[…] Η ποιητική του παραγωγή συμπληρώθηκε με τον μεταθανάτιο τόμο Τετράδιο γυμνασμάτων, β΄ (1976), με φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη, ο οποίος έχει επιμεληθεί τις περισσότερες εκδόσεις έργων του ποιητή. Ενδιαφέρον, τέλος, παρουσιάζουν δύο ακόμη βιβλία του Σεφέρη που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του, κυρίως ως ασκήσεις σε άγνωστες για τον ελληνικό χώρο ποιητικές φόρμες (limericks). Πρόκειται για τα Ποιήματα με ζωγραφιές σε μικρά παιδιά (1975) και Τα εντεψίζικα (1989, ο τίτλος προέρχεται από την τούρκικη λέξη edepsiz = αδιάντροπος, αναίσχυντος).

 Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Εργο-βιογραφική εισαγωγή». Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη. Επιλογή κριτικών κειμένων, επιμ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1996, 4.

 

 

 

Σε λίγους ευρωπαίους ποιητές η λογοτεχνική παράδοση λειτουργεί με τη δυναμικότητα με την οποία τη συναντάμε στο έργο του Σεφέρη. Η σχέση του με την παράδοση αποτελεί για το έργο αυτό τη βάση που δίνει στο νεωτερικό του στοιχείο τη διάρκειά του. Στίχοι από άλλους ποιητές, άλλοτε ακέραιοι άλλοτε αναπλασμένοι, και αναφορές σε άλλα ποιήματα περνούν στην ποίηση του Σεφέρη με μια μεγάλη συχνότητα, δημιουργώντας ένα πυκνό πλέγμα διασυνδέσεων με την ελληνική και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. […]

[…] η Κίχλη είναι και μια ανακεφαλαίωση των περισσότερων λογοτεχνικών προτιμήσεων του Σεφέρη, και μια απότιση φόρου τιμής στους δημιουργούς εκείνους που με το έργο τους τον βοήθησαν να κατακτήσει τη δική του τέχνη. […] Αλλά υπάρχει, πάνω απ’ όλα, η κυρίαρχη φωνή του ποιητή, που ξέρει να συνταιριάζει δημιουργικά τη γλώσσα της ζωής με τη γλώσσα της λογοτεχνίας. […]

Ίσως δεν είναι χωρίς σημασία ότι πίσω από πολλά μεγάλα έργα της λογοτεχνίας μας βρίσκεται ένα ανάλογο ευρωπαϊκό, χωρίς το οποίο δε θα είχαμε το ελληνικό έργο στη μορφή που μας παραδόθηκε. Πίσω από τον Ερωτόκριτο βρίσκεται μια ιταλική μετάφραση ενός γαλλικού ιπποτικού μυθιστορήματος· πίσω από τη Θυσία του Αβραάμ ο Isach του Luigi Groto· […]. Αυτή η δεκτικότητα της λογοτεχνίας μας, η απροθυμία της ν’ αντλεί μόνο από ιθαγενή στοιχεία, αποτελεί, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο, ένα από τα πιο ιθαγενή χαρακτηριστικά της. Και δεν είναι ένα φαινόμενο που θα έπρεπε να βάζει κάποιον σε σκέψεις. Η μέχρι σήμερα ιστορία της λογοτεχνίας μας δείχνει πόσο δημιουργικό είναι αυτό το παράδοξο.

 Νάσος Βαγενάς, «Η γενεαλογία της Κίχλης». Ο ποιητής και ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής του Σεφέρη, Κέδρος, Θεσσαλονίκη 1996 (7η έκδ.), 247 & 296-297.



 ΤΟ “ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ” ΤΟΥ Γ. ΣΕΦΕΡΗ 

https://www.academia.edu/3849855/%CE%A4%CE%BF_%CE%9C%CF%85%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%93_%CE%A3%CE%B5%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%B7?email_work_card=title

Author Photo Nick Raptis
Ράπτης Νίκος

 Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος κάπου αναφέρει , πως η συλλογή “Στροφή” του Γιώργου Σεφέρη δεν σηματοδοτεί, όπως συνήθως νομίζεται, κάποια στροφή της ελληνικής ποίησης. Είναι λάθος να συγχέουμε το σημείο καμπής μιας πορείας με τη νέα αρχή και κατεύθυνση που θα ακολουθήσει. Στην “Στροφή”, αυτό που βρίσκουμε είναι μια κορύφωση και ένα τέλος, ταυτόχρονα. Οι παραδοσιακές μορφές στιχουργικής ξαναδουλεύονται, εξελίσσονται, και ταυτόχρονα σφραγίζονται μια για πάντα, σηματοδοτόντας τα όριά τους (έξοχο παράδειγμα, όσον αφορά τον δεκαπεντασύλλαβο, αποτελεί ο “Ερωτικός λόγος”). Η “βαριά σκιά του Παλαμά”, που μέχρι τότε επικρατούσε, λάμπει για τελευταία φορά. Και θα υποχωρήσει οριστικά με τον επόμενο σταθμό της δημιουργικής πορείας του Σεφέρη, το “Μυθιστόρημα”. Έτσι εμφανίζεται η νέα, μοντέρνα, και καθοριστική για τις επόμενες γενιές, “βαριά σκιά” της ελληνικής λογοτεχνίας και του ελληνικού πνεύματος γενικότερα. Η συλλογή “Μυθιστόρημα”, λοιπόν, είναι αυτή που πραγματικά αποτελεί “στροφή” για τα νεοελληνικά γράμματα. Στροφή απο έναν γαλλικής προέλευσης συμβολισμό (“Στροφή”), προς μια αγγλοσαξονικής προέλευσης (T. S. Eliot) υπαινικτική και δραματική πλαστικότητα. Στροφή απο τις παραδοσιακές μορφές στίχου, με τον “εξωτερικό” και “λυρικό” ρυθμό της μετρικής τους, προς τον ελεύθερο, πεζολογικό και κουβεντιαστό στίχο, με την αυστηρή, ωστόσο, “εσωτερική” ρυθμικότητά του. Ο ποιητικός ρυθμός εσωτερικεύεται, ο στίχος απεκδύεται τα εξωτερικά του στολίδια, ενώ μια λιτή και “ταπεινή”3 ποιητική μέθοδος αναδύεται, γεμάτη υποβλητικότητα και τραγικότητα. Το νέο αυτό ποιητικό ύφος θα εκφράσει μια νέα, επική (δηλαδή μυθιστορηματική) διάσταση της νεοελληνικής συλλογικής συνείδησης. Ας προχωρήσουμε, τώρα, στην ερμηνεία και τον σχολιασμό ενός χαρακτηριστικού ποιήματος της συλλογής: Γ' “Μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης” Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω. Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει. Το τρίτο ποίημα της συλλογής “Μυθιστόρημα” θεωρούμε πως αποτελεί την δραματική “έναρξη του Μύθου”. Το “πανάρχαιο δράμα” του πρώτου ποιήματος ξαναρχίζει, μέσα απο μια παράδοξη και ημι-ονειρική συνάντηση του ποιητή με ένα μαρμάρινο κεφάλι που βρίσκει στα χέρια του. Το ποίημα είναι άτιτλο, όπως και τα περισσότερα της συλλογής, αλλά επιγράφεται με έναν στίχο απο τις Χοηφόρες του Αισχύλου: “μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης” (θυμήσου τα λουτρά που σε σκότωσαν). Είναι μια επίκληση του Ορέστη προς τον πατέρα του Αγαμέμνονα. Ο Ορέστης, μαζί με την Ηλέκτρα, στέκονται πάνω απο τον τάφο του πατέρα τους, και καλούν το πνεύμα του 1 Το κείμενο αποτελεί εργασία για το “Μυθιστόρημα” του Γ. Σεφέρη, και παρουσιάστηκε στα πλαίσια του μαθήματος “Κείμενα και Συγγραφείς της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 1930-1980”, με καθηγητή τον Γ. Παπαθεοδώρου, στην Φιλολογία Ιωαννίνων. 2 βλ. Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, Π. Ε. Κ. 3 βλ. Μυθιστόρημα, Α' δολοφονημένου Αγαμέμνονα να τους δώσει δύναμη, για να πάρουν εκδίκηση. Μια επίκληση προς έναν χαμένο πατέρα, προς μια χαμένη πατρίδα ίσως (Μικρασιατικά παράλια), ή προς έναν χαμένο, νιτσεϊκό θεό. Σε κάθε περίπτωση, μια επίκληση μνήμης προς τον κόσμο των νεκρών, με σκοπό την αποκατάσταση μιας αρχαϊκού τύπου δικαιοσύνης. Το ποιητικό “εγώ”, που δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τον ποιητή, αλλά μπορεί να εκφράζει ένα συλλογικότερο, αφηγηματικό “εγώ”, ξυπνώντας, βρίσκεται με ένα μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια. Το βάρος του είναι εξαντλητικό, κουράζει τον αφηγητή και του δημιουργεί απορία. Δεν ξέρει πού να το ακουμπήσει. Η συνάντηση έγινε στα όρια του ονειρικού κόσμου: Εκείνο έπεφτε στο όνειρο, δηλαδή στον χώρο του ρομαντικού μύθου και της εξιδανίκευσης. Εκείνος έβγαινε απο το όνειρο, δηλαδή ανακτούσε την επαφή του με την ιστορική πραγματικότητα, μετά την οριστική ήττα της Μεγάλης Ιδέας. Έτσι, μέσα σε αυτό το χάσμα μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, μύθου και ιστορίας, η μοίρα του ποιητή - αφηγητή και η μοίρα της μαρμάρινης κεφαλής ενώθηκαν. “Κοιτάζω τα μάτια. Μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα. Δεν έχω άλλη δύναμη΄ τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν ακρωτηριασμένα.” Ο ποιητής – αφηγητής περιεργάζεται το μαρμάρινο κεφάλι. Προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί του, αλλά η επικοινωνία είναι αδύνατη. Η κεφαλή είναι φθαρμένη απο τους αιώνες. Έχει χάσει το αρχαίο της χρώμα και την αρχική ζωντάνια των χαρακτηριστικών της. Κι όμως υπάρχει, σε μια αιωνίως ημιθανή κατάσταση. Στο μεταίχμιο ομιλίας και σιωπής, χρονικότητας και αιωνιότητας, ζωής και θανάτου. Ένα φθαρμένο απόσπασμα, σαν απο αρχαίο πάπυρο. Ένα ερείπιο, σαν ακρωτηριασμένο μέλος κάποιου αγάλματος. Η σχέση του ποιητή – αφηγητή με το αρχαίο πνεύμα δεν είναι μια σχέση ρομαντική και ενθουσιώδης, ούτε μια σχέση ακαδημαϊκή και στείρα. Είναι μια σχέση αληθινή και βασανιστική. Το βάρος της αρχαίας κληρονομιάς είναι ανυπόφορο, και ο ποιητής – αφηγητής ομολογεί πως “δεν έχει άλλη δύναμη”. Τα χέρια του δεν αντέχουν άλλο να βαστούν αυτό το αρχαίο απομεινάρι απο το πουθενά και χάνονται μέσα στο έρεβος του χωροχρόνου. Τελικά, τα ίδια τα χέρια του ποιητή – αφηγητή, αυτονομημένα και ξένα, τον πλησιάζουν απειλητικά, σαν μέσα σε όνειρο πάλι, κι αυτά σαν αρχαία απομεινάρια, ακρωτηριασμένα. Το μαρμάρινο κεφάλι, το αρχαίο πνεύμα δηλαδή, με το εξαντλητικό βάρος του, άφησε τον ποιητή – αφηγητή ακρωτηριασμένο και ανήμπορο, χωρίς χέρια, έρμαιο τελικά στην καταστροφική επίδραση του χρόνου. Ο ποιητής – αφηγητής ενώνεται με την αρχαία κεφαλή, αλλά, έτσι, ενώνεται και η τραγική τους μοίρα. Ο Αλέξ. Αργυρίου, σε κείμενό του για την ποίηση του Σεφέρη αναφέρει τα εξής4 : “Ο Σεφέρης λάτρεψε πολλούς θεούς. Μέσα όμως στο μεσογειακό του αίμα, οι θεοί του έχουν μια υλική υπόσταση. Η πρώτη πραγματικότητα του ανθρώπου είναι το σώμα του που το αυλακώνουν ίμεροι ζωικοί. Το κορμί του είναι μια ανεπανάληπτη πραγματικότητα. Αλλά η ύλη ολοένα και καταστρέφεται. Φέρνει μέσα της τον θάνατό της. Καταναλίσκεται μέσα στην ιερή της υπόσταση. Σ' αυτήν την αίσθηση της ματαιότητας βρίσκεται το ένα σκέλος του απελπισμού του. Αντιμεταφυσικός απο ιδιοσυγκρασία, που την έκανε με τον καιρό πεποίθηση, θέλησε (απο μια 4 βλ. Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, Π. Ε. Κ. οικονομία δικής του εκτίμησης) να γεμίσει το κενό και να αντικαταστήσει τον κλονισμένο θεό του. Έτσι πέρασε στην προσέγγιση ενός κόσμου παρωχημένου: της αρχαιότητας. Κι αυτήν όμως, σφραγισμένος πια απο την πείρα του, την είδε σαν ένα άθροισμα σωμάτων νεκρών, γλυπτών μαρμάρων: Ινδάλματα της φθοράς και της ακινησίας. Δυο φορές πεθαμένοι. Απο τον θάνατο και απο τον χρόνο.” Μιλώντας γενικότερα για το “Μυθιστότημα” του Σεφέρη, στον κεντρικό άξονα του “μύθου” που κυριαρχεί στη συλλογή, εμφανίζονται υπαινικτικά οι μορφές του Οδυσσέα και των συντρόφων του, των Αργοναυτών και του Ελπήνωρα, όπως και δύο δραματικοί μονόλογοι της Ανδρομέδας και του Ορέστη. Οι μυθικές αυτές μορφές εμφανίζονται καθημερινές και αποσπασματικές. Οι χρονικές αποστάσεις έχουν καταργηθεί και κυριαρχεί ένα ακαθόριστο και αιώνιο παρόν, στο οποίο, τα μυθικά αυτά πρόσωπα εμφανίζονται, χωρίς ιδιαίτερες μυθολογικές προϋποθέσεις, ως απλοί άνθρωποι με κοινά, ανθρώπινα αισθήματα. Οι άλλοι δύο άξονες που πλαισιώνουν τον άξονα του μύθου, είναι ο άξονας του “δράματος”, που συναιρεί το απώτατο παρελθόν με το ιστορικό παρόν, τον πανάρχαιο μύθο με την νεότερη ιστορία, και ο άξονας του “ταξιδιού”, που ολοκληρώνει και κινητοποιεί τους δύο άλλους άξονες, δίνοντας την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και εκκρεμούς ταξιδιού, της αέναης περιπλάνησης και της αθεράπευτης νοσταλγίας για κάποια χαμένη πατρίδα. Αυτή η ριζική απουσία πατρίδας και προορισμού, που διαπερνά τον άξονα του “ταξιδιού”, βρίσκει την λύτρωσή της στο θάνατο, που αποκαθιστά τη χαμένη ενότητα και ταυτίζεται με τη γαλήνη. Υπάρχει μια διάχυτη απαισιοδοξία στην ποίηση του Σεφέρη. Όμως αυτή η απαισιοδοξία δεν είναι ρομαντική. Ο Ανδρέας Καραντώνης γράφει πως “στην αόριστη κι εντελώς υποκειμενική απαισιοδοξία των νέων ποιητών [εκείνης της εποχής], ο Σεφέρης αντιτάσσει μια αντικειμενική και καθαρά ελληνική απαισιοδοξία”. Τελειώνοντας την κριτική του για το “Μυθιστόρημα”, αναφέρει: “Κι όμως η συνειδητή αυτή απαισιοδοξία που πλημμυρίζει ασφυχτικά τα όρια του απόλυτου και απειλεί να τα σπάσει, δεν υπάρχει φόβος να μας μεταδώσει τη διαβρωτική νοσηρότητα και τη μούχλα του Καρυωτακισμού. Κατά βάθος είναι η απαισιοδοξία ενός γερού οργανισμού που δε φοβάται να ψηλαφήσει την αρρώστια του. Έπειτα, είτε το θέλουμε είτε όχι, αποτελεί τη μόνιμη πραγματικότητα της ελληνικής ψυχής, προκαλώντας συχνά τις βίαιες αντιδράσεις που γεννούνε τις μεγάλες εποχές και τα μεγάλα έργα και καθρεφτίζεται σ' ολόκληρη τη λογοτεχνία μας, απο τα δημοτικά τραγούδια ως την υπερσυνειδητή τέχνη του Σεφέρη, που σ' αυτόν έλαχε να την αισθητοποιήσει ποιητικά και να την ανυψώσει σε αντικειμενική θεωρία ζωής”5 . Βιβλιογραφία: Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, Π. Ε. Κ. Ανδρέας Καραντώνης, Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης Χρήστος Μαλεβίτσης, “Ο Νεοελληνικός Λόγος” (1997), εκδ. Αρμός Mario Vitti, Φθορά και Λόγος 5 βλ. Ανδρέας Καραντώνης, Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης

Highslide JS
1900-1971
 
Βιογραφία Εργογραφία Βιβλιογραφία

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021

Ερμηνευτικό Σχόλιο,Λογοτεχνία Γ Λυκείου

 




Εισήγηση: "Το ερμηνευτικό σχόλιο στο λογοτεχνικό κείμενο", Θεοδώρα Λυμπέρη





Ερμηνευτικό σχόλιο
Είναι ένα γραπτό σχόλιο, περιορισμένης έκτασης, που περιλαμβάνει την ανάπτυξη αφενός του βασικού, για τους μαθητές, ερωτήματος/θέματος του κειμένου και αφετέρου της ανταπόκρισής τους σε αυτό. Στο ερμηνευτικό σχόλιο, ο μαθητής δεν περιορίζεται στο «τι λέει το κείμενο» αλλά επεκτείνεται στο «τι σημαίνει για τον ίδιον». Με τη συγγραφή του ερμηνευτικού σχολίου, διευκολύνεται η ανάδυση του «εγώ» και «ελέγχεται» σύνθετα ο βαθμός εκπλήρωσης του γενικού και των ειδικότερων σκοπών διδασκαλίας του μαθήματος.

Θέμα - Ερώτημα
Για τη σύνταξη του ερμηνευτικού σχολίου είναι αναγκαία η κατανόηση του κειμένου, ώστε να εντοπιστεί το βασικό θέμα ή το βασικό ερώτημα που προκύπτει από αυτό. Σημαντικό είναι να διευκρινιστεί πως λόγω της πολυσημίας των λογοτεχνικών κειμένων, ενδέχεται να δοθεί έμφαση σε διαφορετικές πτυχές τους, ανάλογα με τα βιώματα, τις προσωπικές ανησυχίες, αλλά και την αναγνωστική εμπειρία του κάθε αναγνώστη. Ως εκ τούτου, για να αποφευχθούν οι αυθαίρετες αναγνώσεις έχει τεθεί ως αναγκαίος όρος η τεκμηρίωση της ερμηνείας που προτείνεται με παραπομπές σε συγκεκριμένα σημεία του κειμένου.
Το βασικό ερώτημα είναι αυτό που προκαλείται στον αναγνώστη, όταν διαβάζει ένα λογοτεχνικό κείμενο και απορρέει από αυτό που ο καθένας πιστεύει ότι είναι το πιο κρίσιμο θέμα συζήτησης που θέτει το κείμενο. Υπ’ αυτή την έννοια, το ερώτημα δεν έχει διευκρινιστικό χαρακτήρα κι η απάντηση σε αυτό δεν βρίσκεται εντός του κειμένου. Πρόκειται για τον ευρύτερο εκείνο προβληματισμό που επιχειρεί να προκαλέσει ο λογοτέχνης με το κείμενό του.
Για παράδειγμα, στο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «Ιγνατίου τάφος» τα ερωτήματα που μπορούν να προκύψουν είναι ποικίλα, χωρίς οι απαντήσεις σε αυτά να εμπεριέχονται στο ίδιο το ποίημα. Ειδικότερα, η απόφαση του νεαρού ήρωα να αποκηρύξει τα χρόνια που πέρασε δοσμένος στην απόλαυση ενός πολυτελούς βίου και να υιοθετήσει έναν λιτό βίο, αφιερωμένο στον χριστιανισμό, προκαλεί ερωτήματα που σχετίζονται, μεταξύ άλλων:
- με το κατά πόσο ένας άνθρωπος μπορεί πράγματι να «αλλάξει» και να απαρνηθεί το παρελθόν του,
- με το πόσο σημαντικό -ή εφικτό- είναι το να ελέγξει ένας άνθρωπος την εικόνα και την αντίληψη που σχηματίζουν οι άλλοι γι’ αυτόν, διαμορφώνοντας ο ίδιος την άποψη που θα απομείνει για το άτομό του (υστεροφημία),
- με το κατά πόσο η επιλογή ενός λιτού, θρησκευτικού τρόπου ζωής μπορεί να προσφέρει πράγματι την ευτυχία σ’ έναν άνθρωπο.  

Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
στην Αλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
για τ’ άλογα και για τ’ αμάξια μου,
για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.
Άπαγε· εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος·
τα εικοσιοκτώ του χρόνια να σβυσθούν.
Είμ’ ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
συνήλθα· αλλ’ όμως κ’ έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχείς
μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.

Συγκείμενο
Για να γίνει ορθότερα αντιληπτό το περιεχόμενο ενός κειμένου, ιδίως αφηγηματικού, είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία συγκειμένου, τα οποία σχετίζονται με το πλαίσιο αναφοράς του λογοτεχνικού έργου, δηλαδή τα ιστορικά, κοινωνικά και βιογραφικά/ιδεολογικά δεδομένα των συνθηκών της παραγωγής του.
Ειδικότερα, τα στοιχεία του πραγματικού κόσμου που αναπαριστώνται στα λογοτεχνικά κείμενα αποτελούν το συγκείμενό τους και συμβάλλουν στην ερμηνεία τους. Τέτοια στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η χωρο-χρονική τοποθέτηση (πού και πότε εκτυλίσσεται αυτό που διαβάζουμε), οι ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του χρόνου συγγραφής, η πολιτεία και το δίκαιό της (άγραφο ή γραπτό), ο πολιτισμός, η κουλτούρα και η θρησκεία, όπως μετουσιώνονται σε διαδεδομένες αντιλήψεις, παραδόσεις και ήθη.
Στοιχεία συγκειμένου ενδέχεται να υποδηλώνονται στο ίδιο το κείμενο, είτε να προκύπτουν από σχετικές διευκρινίσεις στο εισαγωγικό σημείωμα του κειμένου.
Αν ο αναγνώστης δεν λάβει υπόψη του το συγκείμενο ενός αφηγηματικού κειμένου που αναφέρεται σε μια παλαιότερη ιστορική περίοδο, είναι πολύ πιθανό να παρερμηνεύσει το περιεχόμενό του, εφόσον θα επιχειρήσει ενδεχομένως να αξιολογήσει τη στάση και τις απόψεις των ηρώων με κριτήριο τις δικές του, σύγχρονες αντιλήψεις και απόψεις.

Συναισθηματικό κλίμα
Όπως είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη το συγκείμενο για να προσεγγιστεί ορθά ένα κείμενο, ιδίως αν αυτό σχετίζεται με μια παλαιότερη εποχή ή μια κρίσιμη ιστορική στιγμή (π.χ. Κατοχή), αντιστοίχως κρίσιμη είναι κι η κατανόηση του συναισθηματικού κλίματος του κειμένου, προκειμένου να γίνει αντιληπτή η στάση του δημιουργού απέναντι στο θέμα που θίγει στο κείμενό του.
Στο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «ν τ δ», για παράδειγμα, όπου θίγεται το θέμα της «άνομης» ηδονής, είναι κρίσιμο να ληφθεί υπόψη πως ο ποιητής προσεγγίζει με συμπάθεια και κατανόηση τον νεαρό ήρωα, διαμορφώνοντας μέσα από τις επιμέρους γλωσσικές επιλογές ένα θετικό για εκείνον συναισθηματικό κλίμα. Έτσι, ακόμη κι αν ο αναγνώστης έχει τελείως διαφορετικές απόψεις για το θέμα αυτό, δεν θα πρέπει να ερμηνεύσει το ποίημα παρασυρμένος από τις δικές του αντιλήψεις και παραγνωρίζοντας το κλίμα που σκοπίμως δημιουργεί ο ποιητής.

Το συμπαθητικό του πρόσωπο, κομμάτι ωχρό·
τα καστανά του μάτια, σαν κομένα·
είκοσι πέντ’ ετών, πλην μοιάζει μάλλον είκοσι·
με κάτι καλλιτεχνικό στο ντύσιμό του
- τίποτε χρώμα της κραβάτας, σχήμα του κολλάρου -
ασκόπως περπατεί μες στην οδό,
ακόμη σαν υπνωτισμένος απ’ την άνομη ηδονή,
από την πολύ άνομη ηδονή που απέκτησε.

Αξιολογείται ως προς τα εξής:

Κατανόηση και ερμηνεία του λογοτεχνικού κειμένου
- Βαθμός κατανόησης των ιδεών και του συναισθηματικού κλίματος του κειμένου
- Βαθμός υποστήριξης της απάντησης με αναφορές- παραπομπές στο κείμενο

Κειμενικοί δείκτες και στοιχεία συγκειμένου (του λογοτεχνικού κειμένου)
- Βαθμός κατανόησης των επιλογών του συγγραφέα (κειμενικοί δείκτες, συγκείμενο), σχετικά με την οργάνωση και τη δομή (π.χ. γλώσσα, τεχνική, ύφος, εκφραστικά σχήματα κ.λπ.) με παραδείγματα από το κείμενο

Οργάνωση και γλωσσική έκφραση ερμηνευτικού σχολίου
- Αλληλουχία και συνοχή του ερμηνευτικού σχολίου
- Επίπτωση γραμματικοσυντακτικών λαθών στην κατανόηση της ερμηνευτικής εκδοχής
- Κατάλληλο λεξιλόγιο-ορολογία


1. Να παρουσιάσετε τη συναισθηματική κατάσταση του μάντη Τειρεσία, όπως αυτή καταγράφεται στο ακόλουθο απόσπασμα. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας αξιοποιώντας τέσσερις κειμενικούς δείκτες. (150-200 λέξεις)

Εισαγωγικό σημείωμα
Το κείμενο αναφέρεται στον μάντη Τειρεσία, ο οποίος τυφλώθηκε είτε από τη θεά Αθηνά είτε από τη θεά Ήρα.

Μου πήρε τότε το βλέμμα η θεά, ακουμπώντας μ’ ανήδονη δύναμη το χέρι της στα μάτια μου που τα είχε υγράνει το ανέφικτο. Τυφλός ξαφνικά· και δεσμώτης του νου μου. Να υπάρχω την κυριολεξία του δέρματος, να με μοιραίνει των ήχων των οσμών η ύλη βαριά ως το πένθος. Αποσπασμένος από έναν κόσμο που με τρόπους πολλούς ιστορούσε την ομορφιά του, το κυρτό με το κοίλο αρμόζοντας, το πορφυρό με το πράσινο, το υψηλό γαλανό με το υγρό του αντίκρισμα, το θεριό με την έλαφο, τον καρπό με τα δόντια που τον δικαιώνουν, το ωμό με το πνεύμα, το τερπνό με τη λύπη, τη σποδό με τη μορφή, την πέτρα με δρόσο, την ηδονή με το δίδυμο άδειο, τη μέθη με τη βέβαιη θλίψη της, το πυκνό με το ξέφωτο, τη ροή με το ακίνητο, τη σάρκα με το τέλος της: την άλλη σάρκα.
Τότε ήταν που άρχισα να βλέπω. Βαθιά να βλέπω, σε μια δίστομη όραση θητεύοντας. Το πίσω απ’ την εικόνα, το έξω, κι ό,τι οι θεοί είχανε τάξει της σκιάς. Τα δέντρα, απ’ τις ρίζες και κάτω μονάχα, εξόριστος πια όπως ήμουν από την ήπειρο του φαινομένου, του απλώς και αμέσως καλού. Το χρόνο ποτάμι να βλέπω και μονάχος εγώ να μπορώ, ευτυχία απαίσια περιούσιο άλγος, δυο φορές στα ίδια νερά του να μπω, τα μελλούμενα να ’ ναι από πριν παρελθόντα. Σκοτεινόβιος πορεύτηκα και στους άλλους το φως μου εδάνειζα, και συχνά μ’ αποστρέφονταν. Κι ως τον Άδη κατέβηκα, των θεών και του είναι μου. Και τρομάζω ακόμα να πω ποιος πιο άγριος ήταν.

Παντελής Μπουκάλας «Ο μάντης»


Ενδεικτική απάντηση
Η αιφνίδια στέρηση της όρασής του προκαλεί αρχικώς αρνητικά συναισθήματα στον μάντη Τειρεσία, εφόσον αποκόπτεται ξαφνικά από τον εξωτερικό κόσμο κι έρχεται αντιμέτωπος με μια απρόσμενη κατάσταση. Με τη χρήση α΄ ενικού προσώπου, που προσδίδει βιωματικό χαρακτήρα στο κείμενο, ο Τειρεσίας παρουσιάζει το πώς άρχισε ποια να καθορίζεται η πορεία του από την «ύλη» των ήχων και των οσμών. Η απώλεια της όρασης τον οδηγεί, κατ’ αυτό τον τρόπο, στο να αντιληφθεί την αξία των άλλων αισθήσεων, όπως το αποδίδει με τη χρήση μεταφορικού λόγου: «Να υπάρχω την κυριολεξία του δέρματος». Ο Τειρεσίας, ωστόσο, αισθάνεται βαθιά θλίψη για το γεγονός ότι αδυνατεί πλέον να αντικρίσει την ομορφιά του κόσμου, την οποία καταγράφει με τη χρήση αλλεπάλληλων αντιθέσεων («το κυρτό με το κοίλο», «το θεριό με την έλαφο», «το πυκνό με το ξέφωτο»). Η αδυναμία της θέασης του εξωτερικού κόσμου υποκαθίσταται, όμως, με τη δυνατότητα μιας βαθύτερης «δίστομης όρασης» που επιτρέπει στον μάντη να βλέπει πια ό,τι κρύβεται «πίσω απ’ την εικόνα». Το μέλλον γίνεται για εκείνον από πριν παρελθόν, εφόσον αποκτά το προνόμιο να βλέπει το χρόνο ως ποτάμι. Προνόμιο που του δημιουργεί αμφίσημα συναισθήματα, όπως προκύπτει από τις αντιθέσεις που χρησιμοποιεί «ευτυχία απαίσια», «περιούσιο άλγος». Η δυνατότητά του να βλέπει το μέλλον τον καθιστά, άλλωστε, αντιπαθή στους άλλους, όπως επισημαίνεται με τη χρήση γ΄ πληθυντικού προσώπου (συχνά μ’ αποστρέφονταν). Ενώ η στροφή προς το είναι του, τού αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές του εαυτού του, που του προκαλούν τρόμο.

2. Ποιο, κατά τη γνώμη σας, είναι το βασικό θέμα του ποιήματος; Τι σημαίνει το θέμα αυτό για εσάς; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας σχετικά με το θέμα του ποιήματος αξιοποιώντας τρεις κειμενικούς δείκτες. (150-200 λέξεις)


Με τι πρόσωπο θ’ αντικρίσουμε εκείνους
που απλώσανε το χέρι τους στη φωτιά,
νηφάλιοι κι ωστόσο περιπαθείς
στην απόφασή τους,
εμείς που σε λόγια αρκεστήκαμε
ζυγιάζοντας το βάρος με τον κίνδυνο,
τα καθημερινά αισθήματα με τις ιδέες;
Με τι πρόσωπο, με τι μάτια θα τους ξαναδούμε;
Εγκάρδια χαμογελώντας πήρανε
το μακρύ δρόμο
μέσα στην πέτρα και στην καταχνιά,
με μια τούφα από ήλιο στο σκισμένο μέτωπο,
μ’ έναν κόμπο φαρμάκι στο ακροχείλι.
Κι ούτε που καταδέχτηκαν να κοιτάξουν βαθιά μας
πόσο μετρούσε η κίνηση της ψυχής,
ποια υπόσχεση κρυβόταν στο αντίο μας.
Συλλογιστήκαμε τη νύχτα, αυτό μονάχα,
τη δικαιοσύνη αγαπήσαμε, αυτό μονάχα,
κι είπαμε η λέξη είναι φωτιά, θα την πούμε τη λέξη,
όμως εκείνοι,
την ίδια τη φωτιά αγκαλιάσανε, δίχως λέξη να πούνε.
Με τι πρόσωπο, με τι μάτια θα τους αντικρίσουμε;

Γιώργος Γεραλής «Με τι πρόσωπο»


Ενδεικτική απάντηση
Βασικό θέμα του ποιήματος, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί η μεγάλη αντίθεση που προκύπτει ανάμεσα σ’ εκείνους που θυσιάζονται για τις ιδέες τους κι εκείνους που αρκούνται στα λόγια. Το ποιητικό υποκείμενο με τη χρήση επαναλήψεων («Με τι πρόσωπο θ’ αντικρίσουμε», «Με τι πρόσωπο, με τι μάτια θα τους ξαναδούμε;») τονίζει το οφειλόμενο αίσθημα ντροπής των αδρανών ανθρώπων απέναντι σ’ εκείνους που «απλώσανε το χέρι τους στη φωτιά» για τις κοινές τους ιδέες. Η χρήση α΄ πληθυντικού προσώπου (σε λόγια αρκεστήκαμε) αφενός εντάσσει το ποιητικό υποκείμενο σ’ εκείνους που αρκέστηκαν μόνο στη θεωρητική υπεράσπιση των ιδεών, κι αφετέρου υποδηλώνει το πλήθος των ανθρώπων αυτών. Ενώ με τη χρήση των ερωτημάτων (Με τι πρόσωπο, με τι μάτια θα τους αντικρίσουμε;), γίνεται αντιληπτή τόσο η διάθεση αυτοκριτικής του ποιητή, όσο κι ο θαυμασμός που αισθάνεται για την ηρωική στάση των ανθρώπων που δε δίστασαν να οδηγηθούν στην αυτοθυσία. Η διαφορά, άλλωστε, ανάμεσα σ’ εκείνους που θεώρησαν πως και μόνο το να πουν τη λέξη είναι κάτι το δύσκολο, και σ’ εκείνους που «την ίδια τη φωτιά αγκαλιάσανε» είναι εξαιρετικά μεγάλη.
Προσωπικά θεωρώ πως το θέμα αυτό έχει διαχρονική αξία εφόσον σε κάθε νέα κρίσιμη ιστορική στιγμή ή συγκυρία υπάρχουν εκείνοι που με θάρρος προχωρούν σε πράξεις και υπερασπίζονται τα ιδεώδη τους, κι εκείνοι που περιορίζονται σε θεωρητικές απλώς αναφορές. Ιδίως, μάλιστα, στην εποχή μας, η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει επιτρέψει σε πολλούς να εμφανίζονται ως θερμοί υποστηρικτές αξιών και ιδεών, έστω κι αν στην πραγματικότητα δεν τις εφαρμόζουν, ούτε είναι διατεθειμένοι ν’ αγωνιστούν γι’ αυτές.

3. Ποιο, κατά τη γνώμη σας, είναι το κύριο θέμα του ποιήματος που ακολουθεί; Ποια είναι η δική σας άποψη σχετικά με το θέμα αυτό; (150-200 λέξεις)

Κωνσταντίνος Καβάφης «Κεριά»

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Κ. Π. Καβάφη, Τα Ποιήματα (1897-1918), Τόμος Α΄, Εκδόσεις Ίκαρος

Ενδεικτική απάντηση
Κύριο, κατά τη γνώμη μου, θέμα του ποιήματος είναι το γοργό πέρασμα του χρόνου κι η επίδραση που ενδέχεται να έχει η επίγνωση αυτή στη συναισθηματική μας κατάσταση. Με μια παραστατική παρομοίωση ο ποιητής παρουσιάζει τις μέρες του ανθρώπινου βίου σαν μια σειρά κεριών. Εκείνα που ανήκουν στο μέλλον βρίσκονται μπροστά, είναι αναμμένα και με τη θελκτική τους εικόνα (χρυσά, ζεστά και ζωηρά) μας καλούν να επικεντρωθούμε σε αυτά, ενώ, κατά τρόπο αντίθετο, όσα ανήκουν στο παρελθόν βρίσκονται πίσω, είναι σβησμένα και με τη θλιβερή τους εικόνα (κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά) μας υποβάλλουν αρνητικές σκέψεις σχετικά με το σύντομο της ζωής. Με τη χρήση α΄ ενικού προσώπου (Δεν θέλω να τα βλέπω), ο ποιητής τονίζει πως ο ίδιος δεν θέλει να κοιτάζει τα σβησμένα κεριά των περασμένων ημερών, διότι αφενός του προκαλεί λύπη η ανάμνηση του φωτός τους, κι αφετέρου τον τρομάζει το πόσο «γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει». «Εμπρός κυττάζω», δηλώνει ο ποιητής, αλλά το γεγονός ότι αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του ποιήματός του στη «θλιβερή γραμμή» των σβησμένων κεριών, φανερώνει πως εκείνα τον απασχολούν περισσότερο, ιδίως λόγω του γοργού ρυθμού με τον οποίο «πληθαίνουν».  
Προσωπικά θεωρώ πως οφείλουμε να έχουμε υπόψη μας πως ο χρόνος περνά γρήγορα, μόνο, όμως, για να εκτιμάμε πληρέστερα κάθε νέα μέρα που ζούμε. Το να επιτρέπουμε, άλλωστε, στην επίγνωση αυτή να μας καταβάλλει ψυχολογικά, είναι κάτι το μάταιο, εφόσον η πάροδος του χρόνου είναι δεδομένη για όλους.

4. Ναντίν Γκόρντιμερ «Το όπλο του σπιτιού»
Ο νεαρός Ντάνκαν διατηρεί σχέση με τη Ναταλύ και συγκατοικεί με φίλους σ’ ένα συγκρότημα κατοικιών. Κάποιο βράδυ θα δει τη Ναταλύ να κάνει έρωτα μ’ έναν από τους φίλους του και θα φτάσει στο σημείο να τον δολοφονήσει. Οι γονείς του Ντάνκαν θα αναθέσουν την υπεράσπιση του γιου τους στον Μοτσαμάι, έναν από τους καλύτερους δικηγόρους στη Νότια Αφρική, με το φόβο ότι θα μπορούσε να τεθεί ακόμη και ζήτημα επιβολής της θανατικής ποινής.
 
Η φυλακή είναι σκοτάδι. Μέσα. Μέσα σου. Είναι μια νύχτα που ποτέ δεν τελειώνει, ακόμα και κάτω από το αμείλικτο φως των λαμπτήρων νέον που είναι βιδωμένοι στο ταβάνι του κελιού. Σκοτάδι ακόμα και όταν βλέπεις μέσα από το καγκελόφραχτο παράθυρο, όρθιος πάνω στο κρεβάτι, την πόλη να τρεμοπαίζει από τα φώτα. Είναι προσδοκία. Είναι ό,τι πέρασε. Τίποτα δεν σε καλεί, τίποτα δεν περιμένεις. [...]
Εκείνος ξέρει ότι κάθε φορά που τον επισκέπτονται μένει αναπάντητη μια ερώτηση που έχουν γι’ αυτόν. Ο δικαστής το δήλωσε ως γεγονός, όχι ως ερώτηση. «Δεν έδειξε καμία μεταμέλεια»Πώς να ξέρουν αυτοί, όλοι τους, τι σημαίνει αυτό που λένε με αυτή τη λέξη. Πώς να ξέρουν τι είναι αυτό που σκέφτονται, που μιλάνε γι’ αυτό. Χάραλντ και Κλόντια, δύστυχοί μου γονείς, θα θέλατε να δείτε το γιόκα σας να έρχεται με δάκρυα στα μάτια να πει συγνώμη; Θα διορθωθούν όλα, και το τζάμι που έσπασα με την μπάλα; Θα ξαναγίνω ένας πολιτισμένος άνθρωπος, για τον έναν, και θα με συγχωρήσει ο Θεός και θα με ξεπλύνει από την αμαρτία μου, για τον άλλον; Αυτό νομίζουν ότι είναι, αυτό το πράγμα, η μετάνοια;
Αυτός μου έφερε ένα βιβλίο όταν ήμουν προφυλακισμένος, νομίζω πως ήταν τότε που ήταν τόσο θυμωμένος, τόσο τρομαγμένος που ήθελε ο ίδιος να με κατηγορήσει, να με τιμωρήσει, αλλά υπήρχε κάτι μέσα στο βιβλίο που δεν ήξερε, δεν ξέρει και δεν μπορεί να ξέρει. Το κομμάτι που μιλάει για το δρώντα και τον πάσχοντα. «Είναι παράλογο ο δολοφόνος να ζει παραπάνω από το δολοφονημένο. Οι δυο μαζί -οι δυο τους μόνο, όπως δυο όντα είναι μαζί μόνο σε μια άλλη ανθρώπινη σχέση, ο ένας δρώντας και ο άλλος υπομένοντάς τον- μοιράζονται μεταξύ τους ένα μυστικό που τους δένει για πάντα. Ανήκουν ο ένας στον άλλον». [...]
Αντέγραψα αυτό το απόσπασμα ξανά και ξανά, δεν ξέρω πόσες φορές, μέσα στη νύχτα από μνήμης, το έγραψα σ’ ένα κομμάτι χαρτί όπως συνήθιζε εκείνη να σημειώνει ένα στίχο για ένα ποίημα, ενώ ήμουν συγκεντρωμένος πάνω από το σχέδιό μου, σταμάτησα στη μέση μιας τομής, κι έπρεπε να βρω κάπου να το γράψω. Είναι νεκρός, και εκείνος, εκείνη κι εγώ μοιραζόμαστε ένα μυστικό που μας δένει μαζί για πάντα. Δεν θα μπορούσε να το διατυπώσει κανείς καλύτερα· εκείνος είναι νεκρός, εγώ, κάπως έγινε, πήρα το όπλο και τον πυροβόλησα στο κεφάλι. Υπάρχει ένα κομμάτι σ’ αυτό το βιβλίο· για εκείνον που το έκανε. «Ικανοποίησε την πιο βαθιά επιθυμία της ψυχής του». Όταν τους βρήκα, όπως τους βρήκα, η πιο βαθιά μου επιθυμία ποια ήταν; Πόσο θα ήθελα να ήξερα τι ήθελα, όταν είδα αυτό που ήταν η προδοσία μου από εκείνους... και μήπως επειδή δεν μπορούσα να έχω αυτό που ήθελα, ό,τι κι αν ήταν αυτό, ικανοποίησα την πιο βαθιά μου επιθυμία όταν πυροβόλησα τον εραστή της. Εκείνος είναι νεκρός. Εγώ είμαι ζωντανός και γιορτάζω μαζί με όλους τους, τους γονείς μου, τον Μοτσαμάι, την κατάργηση της θανατικής ποινής. Ο δολοφόνος επέζησε του δολοφονημένου. Για προσπάθησε να το πεις αυτό στους δικαστές μου, αυτούς στο δικαστήριο και αυτούς στο συγκρότημα. Δεν μπορείς να το πεις, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να το ζήσεις μέσα σ’ αυτόν τον περιτοιχισμένο χώρο που υπάρχει γι’ αυτόν το σκοπό.
 
Ναντίν Γκόρντιμερ «Το όπλο του σπιτιού», Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999
 
Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το κύριο θέμα του κειμένου; Να το παρουσιάσετε αξιοποιώντας τους κατάλληλους κειμενικούς δείκτες (150-200 λέξεις)
 
Κύριο, κατά τη γνώμη μου, θέμα του κειμένου είναι η συναισθηματική συντριβή που προκύπτει από την επίγνωση πως δεν υπάρχει δυνατότητα εξιλέωσης, όταν κάποιος έχει διαπράξει κάτι το τόσο οριστικό, όπως είναι ένας φόνος. Το θέμα αυτό αναδεικνύεται μέσα από την ιστορία του Ντάνκαν, ο οποίος έχοντας σκοτώσει έναν φίλο του, δίνει την εντύπωση, όπως αυτό δηλώνεται από τον δικαστή («Δεν έδειξε καμία μεταμέλεια»), πως δεν έχει μετανιώσει για την πράξη του. Ο ίδιος ο ήρωας, ωστόσο, θεωρεί πως τόσο ο δικαστής, όσο και οι δικοί του άνθρωποι, δεν μπορούν να κατανοήσουν την πραγματική έννοια της μεταμέλειας, όπως αυτό εκφράζεται με μια πλάγια ερώτηση («Πώς να ξέρουν αυτοί, όλοι τους, τι σημαίνει αυτό που λένε με αυτή τη λέξη»). Για τον ήρωα η μεταμέλεια δεν μπορεί να εκφραστεί με μια συγνώμη και δάκρυα, όπως το τονίζει αυτό μέσω ρητορικών ερωτημάτων («θα θέλατε να δείτε το γιόκα σας να έρχεται με δάκρυα στα μάτια να πει συγνώμη;»), καθώς ό,τι έκανε κινείται πολύ πέρα από τα απλά λάθη και παραπτώματα. Τον πραγματικό ορισμό για το πόσο βαθύ είναι το αίσθημα ενοχής του τον εντοπίζει ο ήρωας σ’ ένα βιβλίο, όπως προκύπτει από τη σχετική διακειμενική αναφορά: «Είναι παράλογο ο δολοφόνος να ζει παραπάνω από το δολοφονημένο». Μόνο σε αυτή τη διαπίστωση αναγνωρίζει ο ήρωας το αληθινό εύρος της ενοχής που αισθάνεται. Γνωρίζει, ωστόσο, πως είναι μάταια η όποια προσπάθεια να εξηγήσει αυτό το συναίσθημα (« Για προσπάθησε να το πεις αυτό στους δικαστές μου»). Ό,τι του απομένει είναι να ζήσει με τις ενοχές του («Δεν μπορείς να το πεις, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να το ζήσεις»).
Η ένταση με την οποία βιώνει ο ήρωας την ενοχή του καθιστά εμφανές το πόσο βαθιά επηρεάζει και καταβάλει κάποιον ένα τέτοιο έγκλημα. Είναι εύλογη, άρα, η δυσκολία του να εκφράσει με λόγια το πώς πραγματικά νιώθει.

Ερμηνευτικό Σχόλιο (ενδεικτικά παραδείγματα)

Τίτος Πατρίκιος «Τέλος του καλοκαιριού»

VI
Εγώ δεν είμαι μόνο αυτό που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θά ‘πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω,
αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι –
θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;

θα βρεις τις πατημασιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες στη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ό,τι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι –
τα πεθαμένα κύτταρά μου, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ό,τι δεν έχω γίνει ακόμα –
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος,
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω –
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα.

Τίτος Πατρίκιος, Λυσιμελής πόθος, Εκδόσεις Κίχλη, 2015

Ερμηνευτικό σχόλιο
Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το κύριο θέμα του κειμένου; Να το παρουσιά
σετε αξιοποιώντας τους κατάλληλους κειμενικούς δείκτες. (150-200 λέξεις)

Κύριο, κατά τη γνώμη μου, θέμα του κειμένου είναι η δυσκολία να γνωρίσει κανείς πλήρως ένα
 άλλο άτομο, καθώς σε αυτό συνυπάρχουν όχι μόνο η τωρινή και παρελθοντική του ταυτότητα, 
αλλά κι η μελλοντική, όπως κι η επίδραση που έχει δεχτεί από πολλούς άλλους. Σε α΄ πρόσω
πο, το ποιητικό υποκείμενο τονίζει τη δυσκολία αυτή στην ερωτική του σύντροφο (δεν εί
μαι μόνο αυτό που βλέπεις), επισημαίνοντας εξαρχής το πλήθος των επιρροών που έχει δεχτεί 
με σχήματα επανάληψης και υπερβολής (αν σ’ αγγίξω… σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι /
 αν σου μιλήσει μια λέξη μου σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι). Με μια σειρά ρητορικών ερω
τημάτων αναρωτιέται για τη δυνατότητά της να διακρίνει αφενός το πλήθος αυτών των επιρ
ροών (θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;) κι αφετέρου τη διαμορφωμέ
νη πια μοναδικότητά του (θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες στη ροή του πλήθους;). Με τη χρή
ση επανάληψης τονίζει πως μέρος της ταυτότητάς του είναι κι ό,τι είχε υπάρξει κάποτε 
(τα πεθαμένα κύτταρά μου, οι πεθαμένες πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις), ενώ με μια μεταφο
ρική εικόνα αναφέρεται και στην πιθανή μελλοντική του εξέλιξη (μέσα μου σφυροκοπάει 
η σκαλωσιά του μέλλοντος). Κομμάτι, άλλωστε, του εαυτού του είναι κι η ταυτότητα που οφεί
λει να αποκτήσει (Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω).
[Λέξεις: 204]

Νίκος Καζαντζάκης «Ταξιδεύοντας, Ισπανία»

Σεβίλια
«Βλογημένες νά ‘ναι οι κλείδωσες των χεριών μου – που δεν είναι όλο κόκαλο σαν των α
λόγων  και μπορούν να σε χαδέψουν! – Βλογημένη κι η διάφανη επιδερμίδα των χειλιών
 μου, – γιατί έτσι το αίμα μου βρίσκεται – πιο κοντά στο δικό σου, – όταν σε φιλώ! – Βλογημένα
 και τα μακριά μαλλιά σου – γιατί όταν τα σηκώνω σα φτερούγα – ο σβέρκος σου νιώθει πιο α
παλά την ανάσα μου – και πιο γλυκά αναπαύεται στο μπράτσο μου – στις μακριές μας ξεκούρα
σες!»
Χωρίς να το θέλω, τα ερωτικά τούτα λόγια ενός φίλου μου Ισπανού ποιητή, στρατά
ριζαν στα χείλια μου, όταν έμπαινα στη Σεβίλια. Δεν αναστορούμαι πια αν ήταν μέρα 
ή νύχτα, αν ήταν ήλιος ή αν έριχνε ψιλή βροχή σα νά ‘γινα ξάφνου ροδοβάβουλας και δε
 θυμούμαι την πρώτη επαφή μου με τη Σεβίλια παρά μυρωδιές και χρώματα. Και χάρη
κα που έλαχε να γεννηθώ σ’ ένα τόσο φανταχτερό και μυρωδάτο κόσμο.
Πώς να μπορέσει ποτέ ο άνθρωπος να υμνήσει, χωρίς κραυγή, την ομορφιά της γης; Πό
τε θ’ ανοίξουμε τα μάτια μας και να δούμε το λουλούδι, το χώμα, το νερό, τη γυναίκα; 
Να δούμε το σώμα μας που έγινε επίτηδες για τον κόσμο, να δούμε τον κόσμο που έγι
νε επίτηδες για το σώμα μας, και να πούμε μ’ ευγνωμοσύνη: «Μου αρέσεις!»
Συχνά, όταν γυρίζω μόνος σε ξένες πολιτείες, με δυσκολία κρατιούμαι να μη φωνάξω. Τι νά 
‘ναι ετούτη η τύχη, τι ‘ναι το θάμα ετούτο να ζεις, νά ‘σαι γερός, να διψάς, να πίνεις νερός και να
 δροσερεύεις ως τη φτέρνα, να πεινάς, να τρως ένα κομμάτι ψωμί και να νιώθεις τα κόκαλά σου
 να τρίζουν από αναγάλλια; Και πώς έλαχε νά ‘ναι τόσο σφιχτοπλεμένη, τόσο σοφιλιασμένη η η
δονή με την ανάγκη;
Κάθουμαι σε μιαν πέτρα, απόξω από το αραβίτικο παλάτι, το ξακουσμένο Αλκάθαρ
. Ήλιος γλυκός, η Σεβίλια ξύπνησε, σβουρίζει σα μελισσοκόφινο, μυρίζουν τα περβό
λια, είναι ακόμα πρωί κι οι πόρτες του παλατιού δεν άνοιξαν. Κοιτάζω τα χέρια μου 
πλημμυρισμένα πρωινόν ήλιο – σα να κρατούν ένα χρυσό βιολί. Αγγίζω το κεφάλι μου
, και μου φαίνεται σαν την κιβωτό που πλέει απάνω στο χάος και νά ‘χουν καταφύγει μέ
σα της για να σωθούν όλα τα ζώα και τα πουλιά κι οι θεοί. Κι αμίλητα βλογούσα και 
μακάριζα, το πρωί εκείνο, τις πέντε μου αίστησες…

Νίκος Καζαντζάκης «Ταξιδεύοντας, Ισπανία», Εκδόσεις Καζαντζάκη, 2009

Ερμηνευτικό σχόλιο
Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το κύριο θέμα του κειμένου; Ποια είναι η δική σας
 άποψη σχετικά με αυτό; (150-200 λέξεις)

Κύριο θέμα του κειμένου είναι η αίσθηση ευγνωμοσύνης που οφείλει να έχει κάθε άνθρωπος 
για το δώρο της ζωής, καθώς και για την ομορφιά που βρίσκεται παντού γύρω του. Ο αυτοδι
ηγητικός αφηγητής δηλώνει κατ’ επανάληψη το πόσο βαθιά εκτιμά το γεγονός ότι ζει (χάρηκα
 που έλαχε να γεννηθώ / τι ‘ναι το θάμα ετούτο να ζεις / βλογούσα και μακάριζα… τις πέ
ντε μου αίστησες), τονίζοντας παράλληλα το θαυμασμό του για την ομορφιά του φυσικού κό
σμου. Με τη χρήση ρητορικών ερωτημάτων επισημαίνει, μεταξύ άλλων, την ανησυχία του πως
 δεν αναγνωρίζουν όλοι την αξία των απλών, μα πολύτιμων στοιχείων που τους περιβάλλουν 
(Πότε θ’ ανοίξουμε τα μάτια μας και να δούμε το λουλούδι…). Κατά τη δική του άποψη οι άν
θρωποι θα έπρεπε να εκτιμούν περισσότερο το θαύμα της ζωής και να αντιλαμβάνονται πως 
η ευδαιμονία τους μπορεί να πηγάσει από τα πιο απλά στοιχεία (να διψάς, να πίνεις νερός
 και να δροσερεύεις ως τη φτέρνα). Συνάμα, αξιοποιεί παρομοιώσεις για να φανερώσει
 την έκταση της δικής του ευδαιμονίας, που προκύπτει από το κάλλος της νέας ημέρας (σα 
να κρατούν ένα χρυσό βιολί / σαν την κιβωτό που πλέει απάνω στο χάος).
Προσωπικά συμφωνώ με την άποψη του συγγραφέα, καθώς παρά τις ποικίλες -υψηλές συχνά-
 προϋποθέσεις που θέτουν οι σύγχρονοι άνθρωποι για την ευτυχία, οι καθημερινές στιγμές θα 
έπρεπε να επαρκούν και να εκτιμώνται πολύ βαθύτερα απ’ όλους.
[Λέξεις: 224]  

Κική Δημουλά «Ένα ματσάκι ωχρότητα» (απόσπασμα)

Απόρρητα βρέχει, κρυφά απ’ τη βεβαιότητα
σχεδόν κρυφά κι από την ίδια τη βροχή.
Το ξέρει μόνο η γοητεία του δισταγμού
η τσίγκινη τραγιάσκα κάποιου ήχου
και το συμβούλιο των σταγόνων ψηλά
γύρω από τη στρογγυλή λάμπα του δρόμου.

Απόρρητα βρέχει.
Σα νά ‘ναι εμπιστευτικό το φανερό.
Όπως και είναι. Πόσες φορές κρυφά από μας
δεν έχουμε συμβεί κρυφά από τις πράξεις μας –
πάντα τελευταίες το μαθαίνουν από τις συνέπειες
που το γνωρίζουν εξ αρχής.

Ακόμα κι από τη νεότητα σχεδόν κρυφά γερνάμε.
Σα νά ‘ναι εμπιστευτικό το ολοφάνερο.
Πάντα τελευταία το μαθαίνει – απ’ τη νεότητα
     των άλλων.

Μήπως μαθαίνουμε ποτέ ότι δεν ζούμε;
Κρυφό μας το κρατάει για πάντα ο θάνατός μας.
Το ξέρει μόνον η ζωή που συνεχίζεται των άλλων.
Κουτσομπολιά ονείρων παρεξήγηση οι άλλοι.

Κική Δημουλά, Ποιήματα, Εκδόσεις Ίκαρος, 2009

Ερμηνευτικό σχόλιο
Να παρουσιάσετε το κύριο, κατά τη γνώμη σας, θέμα/ερώτημα του ποιήματος
 και να τεκμηριώσετε την απάντησή σας. (150-200 λέξεις)

Κύριο θέμα του ποιήματος είναι, κατά τη γνώμη μου, η υπόρρητη, αλλά σαφής απροθυμία
 των ανθρώπων να αντικρίσουν και να αποδεχτούν την πραγματικότητα ως έχει, ακόμη κι όταν
 πρόκειται για κάτι που τους αφορά προσωπικά. Με την επανάληψη της οξύμωρης φράσης 
«Απόρρητα βρέχει», καθώς και την αξιοποίηση της παρομοίωσης που επισημαίνει αυτή ακρι
βώς την αντίφαση «Σα νά ‘ναι εμπιστευτικό το φανερό» η ποιήτρια τονίζει την παραδοξότητα
 του να θεωρούνται κρυφά ή αθέατα όσα συμβαίνουν μπροστά σε όλους και εν γνώσει όλων. 
Ωστόσο, όσο κι αν κάτι τέτοιο φαντάζει αδύνατο ή παράξενο, αυτό ακριβώς συμβαίνει με 
τους ανθρώπους, δηλώνει η ποιήτρια, με τη διαπίστωση «Πόσες φορές κρυφά από μας δεν έ
χουμε συμβεί». Οι άνθρωποι κάποτε δρουν, χωρίς καν να παραδέχονται ή να αντιλαμβάνονται
 τις ίδιες τους τις πράξεις, και συνειδητοποιούν εκ των υστέρων τα όσα έκαναν από
 τις συνέπειες, οι οποίες -προσωποποιημένες εδώ- γνώριζαν εξ αρχής. Κατά τρόπο παρόμοιο,
 οι άνθρωποι αρνούνται να αποδεχτούν ακόμη και το γεγονός ότι γερνάνε, κάτι που σχολιάζε
ται ειρωνικά από την ποιήτρια με τη μερική επανάληψη προηγούμενης παρομοίωσης 
«Σα νά ‘ναι εμπιστευτικό το ολοφάνερο». Μα κι ακόμη περισσότερο, οι άνθρωποι δεν μαθαί
νουν ποτέ ότι έχουν πάψει πια να ζουν. Ο προσωποποιημένος θάνατός τους τούς το κρατάει κρυ
φό. Το ξέρει μόνο η ζωή των άλλων που συνεχίζεται.
[Λέξεις: 210]  

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ «Κλυταιμνήστρα ή Το έγκλημα» (απόσπασμα)

Ο καιρός που περνούσε μακρυά του κυλούσε χωρίς χρησιμότητα, σταγόνα σταγόνα ή 
σε κύματα, σα χαμένο αίμα, αφήνοντάς με κάθε μέρα πιο φτωχή από μέλλον. Μεθυσμένοι μα
ντατοφόροι μού διηγούνταν τη ζωή του στα στρατόπεδα: ο στρατός της Ανατολής κυριαρχούν
ταν από γυναίκες: Ιουδαίες της Θεσσαλονίκης, Αρμένιες απ’ την Τυφλίδα, που τα μπλε μά
τια τους κάτω από σκούρα βλέφαρα σ’ έκαναν να σκέφτεσαι τις πηγές σε βαθιές σκοτεινές 
σπηλιές, Τουρκάλες βαριές και γλυκιές, όπως τα γλυκίσματά τους τα φορτωμένα μέλι. Έπαιρ
να γράμματα τις μέρες των γιορτών· η ζωή μου περνούσε παραφυλώντας στο δρόμο το κου
τσό βήμα του ταχυδρόμου. Τη μέρα πάλευα ενάντια στην απελπισία, τη νύχτα ενάντια στην
 επιθυμία, χωρίς σταματημό ενάντια στο κενό, αυτή τη θαμπή μορφή της δυστυχίας. Τα χρό
νια διαδέχονταν το ’να τ’ άλλο στη σειρά, σαν πομπή μοναχικών γυναικών· το χωριό ήταν μαύ
ρο από γυναίκες σε πένθος. Ζήλευα αυτές τις δυστυχισμένες που είχαν σαν αντίζηλο τη 
γη μονάχα και που ήξεραν τουλάχιστον ότι ο άντρας τους κοιμάται μόνος. Επέβλεπα εκ μέ
ρους του τις εργασίες στους αγρούς και τους θαλάσσιους δρόμους· συγκέντρωνα τις συγκομι
δές· διέταζα να καρφώνουν τα κεφάλια των ληστών στον πάσσαλο της αγοράς· χρησιμοποιού
σα τ’ όπλο του για να ρίχνω στις κουρούνες· χτυπούσα τα πλευρά της κυνηγετικής του φορά
δας με τις γκέττες μου από σκούρο μουσαμά. Λίγο-λίγο αντικαθιστούσα τον άντρα που
 μου έλειπε και που τον είχα συνηθίσει. Έφτανα να κοιτώ με το δικό του βλέμμα το λευκό 
περιλαίμιο των υπηρετών. Ο Αίγισθος κάλπαζε
δίπλα μου στη χέρσα γη· η εφηβεία του συνέπεσε με τον καιρό της δικιάς μου χηρείας· βρι
σκόταν σχεδόν σε ηλικία να ενωθεί με τους άλλους άντρες· με πήγε πίσω, στην εποχή των φιλη
μάτων που ανταλλάσσαμε με τα ξαδέλφια μες στο δάσος τον καιρό των μεγάλων διακοπών
. Τον έβλεπα λιγότερο σαν εραστή και περισσότερο σαν ένα παιδί, που μου έλειπε· πλήρωνα
 τους λογαριασμούς του για σαμάρια και γι’ αγορές αλόγων. Δεν ήμουν μόνο άπιστη στον 
άλλο άντρα, τον αντέγραφα επιπλέον: ο Αίγισθος δεν ήταν για μένα παρά τ’ αντίστοιχο των 
γυναικών της Ασίας. Κύριοι δικαστές, δεν υπάρχει παρά ένας άντρας στον κόσμο: οι άλλοι για 
κάθε γυναίκα δεν είναι παρά ένα λάθος ή ένα θλιβερό υποκατάστατο. Κι η μοιχεία δεν είναι
 συχνά παρά η απελπισμένη μορφή της πίστης. Αν εξαπάτησα κάποιον, αυτός είναι βέβαια
 ο φτωχός Αίγισθος. Τον είχα ανάγκη για να ξέρω ως ποιο σημείο αυτός που αγαπού
σα ήταν αναντικατάστατος. Κουρασμένη να τον χαϊδεύω, ανέβαινα στον πύργο να μοιραστώ 
την αϋπνία του παρατηρητή.

Γιουρσενάρ, M. (1981). Κλυταιμνήστρα ή Το έγκλημα, μτφ. Μαρία Θ. Φωστιέρη, Η Λέξη 5: 
362-367΄

Ερμηνευτικό σχόλιο
Ποια είναι η συναισθηματική κατάσταση της ηρωίδας; Να την παρουσιάσετε
 αξιοποιώντας κειμενικούς δείκτες και στοιχεία του κειμένου. (150-200 λέξεις)

Η Κλυταιμνήστρα βιώνει την απουσία του Αγαμέμνονα ως πηγή μεγάλης δυστυχίας, αφού μα
κριά του ο χρόνος μοιάζει να μην έχει χρησιμότητα. Όπως τονίζει με μια παρομοίωση ο καιρός 
περνούσε «σα χαμένο αίμα», αφήνοντάς τη ολοένα και πιο «φτωχή από μέλλον». Η δυστυχία 
της, μάλιστα, επιτείνεται από τα νέα που λαμβάνει πως το στρατόπεδο των Ελλήνων είναι 
γεμάτο θελκτικές γυναίκες, καθιστώντας βέβαιη την απιστία από τη μεριά του. Η ηρωίδα
 φτάνει, έτσι, στο σημείο να ζηλεύει τις χήρες, αφού εκείνες έχουν μόνο αντίζηλό τους της γη 
και γνωρίζουν πως «ο άντρας τους κοιμάται μόνος». Η συναίσθηση πως τα χρόνια της περνούν
 μέσα στη θλίψη «σαν πομπή μοναχικών γυναικών» την εξωθεί στο να εντείνει τη δραστηριό
τητά της, μιμούμενη εκείνον και υιοθετώντας τις δικές του συνήθειες, σε μια προσπάθεια 
να καλύψει την απουσία του (Λίγο-λίγο αντικαθιστούσα τον άντρα που μου έλειπε). Η
 αντιγραφή των δικών του υποχρεώσεων και συνηθειών την οδηγεί ακόμη παραπέρα, καθώς
 στο πρόσωπο του Αίγισθου, που ήταν ακόμη στην εφηβική ηλικία, βρίσκει το «αντίστοιχο 
των γυναικών της Ασίας». Για την Κλυταιμνήστρα, ωστόσο, ο Αίγισθος δεν αποτελεί προ
σπάθεια αντικατάστασης του απόντος συζύγου της, όπως, άλλωστε, το τονίζει με τη χρήση
 παρομοιώσεων, τον έβλεπε «λιγότερο σαν εραστή» και περισσότερο «σαν ένα παιδί» που
 της έλειπε. Μέσω εκείνου επιχειρεί να συνειδητοποιήσει ακόμη ασφαλέστερα πόσο «αναντικα
τάστατος» ήταν εκείνος που πραγματικά αγαπούσε.
[Λέξεις: 217]

Μιχάλης Πασιαρδής «Η Ποίηση»

Η ποίηση είναι σαν το πρωί της άλλης
μέρας – πάντα ένα κύκλο πιο μπροστά
απ’ τον κόσμο, σαν το πρωί της άλλης
μέρας, όπου μες σε παρθένους κελαϊδησμούς
μαστορεύεται ο ήλιος του μέλλοντος.

Μιχάλης Πασιαρδής, Ο δρόμος της ποίησης: Ποιήματα 1959-1969, Κύπρος, 1970

Ερμηνευτικό σχόλιο
Να διατυπώσετε το ερμηνευτικό σας σχόλιο για το ποίημα. (100-150 λέξεις)

Θέμα του ποιήματος, κατά τη γνώμη μου, είναι η δυνατότητα της ποιητικής τέχνης να αποτυ
πώνει τα όσα έρχονται, χάρη στο γεγονός πως οι θεράποντές της είναι ευαίσθητοι δέκτες
 της πραγματικότητας. Τη δυνατότητα αυτή την παρουσιάζει εμφατικά ο ποιητής με την ε
πανάληψη μιας παραστατικής παρομοίωσης, η ποίηση είναι «σαν το πρωί της άλλης μέρας».
 Βρίσκεται πάντοτε μια μέρα μπροστά από τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς αφουγκράζεται 
προσεκτικά και μετουσιώνει σε ποιητικό λόγο κάθε επερχόμενη αλλαγή, όσο μικρή κι 
αν είναι, όσο κι αν δεν την αντιλαμβάνονται οι άλλοι εγκαίρως. Συνάμα, όμως, η ποίη
ση έχει και το προνόμιο να οραματίζεται -και κατ’ αυτό τον τρόπο να διαμορφώνει- τον μελλο
ντικό κόσμο, αποδίδοντάς του ιδιότητες ή αρετές μη υπάρχουσες ακόμη, αλλά εν δυνάμει υ
λοποιήσιμες. Την επαφή αυτή της ποίησης με το μέλλον την καταγράφει ο ποιητής με τη
 χρήση μεταφορικού λόγου, παρουσιάζοντας την ποίηση να βρίσκεται ήδη στην επόμε
νη μέρα «μες σε παρθένους κελαϊδησμούς» εκεί που δημιουργείται «ο ήλιος του μέλλοντος».  
  
[Λέξεις: 156]


Μυρσίνη Γκανά [Στην αρχή υπήρχε]

Στην αρχή υπήρχε
ο ήλιος, το φεγγάρι, τα σύννεφα
για να μετρούν, να χωρίζουν
να δίνουν ρυθμό
και όλα έμοιαζαν ατελείωτα,
απέραντα, σε διαρκή διαστολή.
Κι ύστερα ήρθαν τα ρολόγια
να μετρούν βασανιστικά
λεπτά και δευτερόλεπτα
να συρρικνώνουν το χρόνο,
το πεδίο, τη χαρά.
Κουβαλάω ένα
στη θέση της καρδιάς
ακούω διαρκώς τους χτύπους του
που λένε
τώρα, τώρα, τώρα.

Μυρσίνη Γκανά, Τα πέρα μέρη, Εκδόσεις Μελάνι, 2017

Ερμηνευτικό σχόλιο
Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το κύριο θέμα του κειμένου; Να το παρουσιά
σετε αξιοποιώντας τους κατάλληλους κειμενικούς δείκτες. (150-200 λέξεις)

Κύριο θέμα του κειμένου, κατά τη γνώμη μου, συνιστά η επώδυνη αλλαγή που έχει επέλθει στη
 σχέση των ανθρώπων με το χρόνο. Το πέρασμά του παλαιότερα γινόταν αντιληπτό με φυσικό 
τρόπο, μέσω της κίνησης του ήλιου ή της εναλλαγής του με το φεγγάρι, καθώς και με τα σύννε
φα, που σηματοδοτούσαν την αλλαγή της εποχής. Στοιχεία που η ποιήτρια παρουσιάζει με 
ασύνδετο σχήμα: «ο ήλιος, το φεγγάρι, τα σύννεφα / για να μετρούν, να χωρίζουν / να δίνουν 
ρυθμό». Προσφέρονταν, έτσι, στους ανθρώπους ήπιες υπομνήσεις της ύπαρξης και του 
περάσματος του χρόνου, που δημιουργούσαν μια επωφελή αίσθηση πως όλα είναι απέραντα
 και πως ο χρόνος διαστέλλεται συνεχώς, όπως τονίζεται με ένα ακόμη ασύνδετο σχήμα: 
«όλα έμοιαζαν ατελείωτα, / απέραντα, σε διαρκή διαστολή». Στην πορεία, ωστόσο, ήρθαν τα 
προσωποποιημένα «ρολόγια», τα οποία άρχισαν «να μετρούν βασανιστικά» το πέρασμα 
του χρόνου σε λεπτά και σε δευτερόλεπτα, καταλήγοντας «να συρρικνώνουν» τόσο τον ίδιο 
το χρόνο, όσο και τη χαρά των ανθρώπων. Ό,τι παλαιότερα έμοιαζε άπλετο, αφού η πάροδός
 του γινόταν αισθητή με αργές και σταδιακές αλλαγές, άρχισε τώρα να καταμετράται
 με ακρίβεια δευτερολέπτου, καθιστώντας τους ανθρώπους έρμαια αυτού του συνεχούς και γορ
γού περάσματος του χρόνου. Πλέον, στο κέντρο της ύπαρξής μας (Κουβαλάω ένα / στη θέ
ση της καρδιάς) βρίσκεται ο αμείλικτος καταμετρητής του χρόνου, το ρολόι, το οποίο -προσω
ποποιημένο εδώ- υπενθυμίζει διαρκώς στην ποιήτρια πως δεν υπάρχουν περιθώρια για αναβο
λές και πως οφείλει να δράσει τώρα, όπως αυτό τονίζεται εμφατικά με την επανάληψη: «τώρα
, τώρα, τώρα».

Karim Amellal «Μπλε άσπρο μαύρο»

Εισαγωγικό σημείωμα
Κι αν η Μαρίν Λεπέν -που στο βιβλίο έχει το ψευδώνυμο Μιρέιγ Λεφέκ- εκλεγεί πρόεδρος 
της Γαλλικής Δημοκρατίας; Τι σημαίνει για τη χώρα η εκλογική νίκη της Άκρας Δεξιάς;

Χάζευα σαν πεινασμένο πιτσιρίκι τις βιτρίνες των μεγάλων καταστημάτων, που εκείνη την
 ώρα ήταν ακόμη κλειστά. Τα κύματα των τουριστών δεν είχαν ξεχυθεί ακόμη στις λεωφόρους. 
Αλλά δεν θα αργούσαν. Αυτό ήταν πλέον η Γαλλία, και ιδιαίτερα το Παρίσι: ένα μεγαλοπρε
πές μουσείο για τους άλλους, ωραίες και πολυτελείς μπουτίκ, συνοικίες διαμορφωμένες με τρό
πο που να διευκολύνουν την πρόσβαση των πλούσιων ξένων, ένας φανταχτερός και λαμπερός
 κόσμος, ενώ στις εισόδους της πόλης ξεκινούν όλα τα υπόλοιπα, πέρα από την Περιφερειακή 
Οδό που αποτελεί τα αόρατα σύνορα του Παρισιού ζουν οι πραγματικοί κάτοικοι αυτής 
της χώρας, αυτοί που δεν πηγαίνουν ποτέ στο «Γκαλερί Λαφαγέτ» παρά μόνο για να γευ
τούν, μια γιορτινή μέρα, ένα κομματάκι όνειρο το οποίο ξεφορτώνονται μόλις επιστρέφουν 
στο σπίτι τους γιατί, κατά βάθος, τα πράγματα που πουλάνε στο «Γκαλερί Λαφαγέτ» δεν προο
ρίζονται για εκείνους.
Η Μιρέιγ Λεφέκ τα είχε καταλάβει όλα. Σ’ εκείνους απευθυνόταν, με τα απλά της λόγια
, τις διατυπώσεις της που χαρακτηρίζονταν από κοινή λογική, τις ιδέες της που μοσχοβολού
σαν το αυταπόδεικτο. Μιλούσε σε αυτούς που δεν τους άκουγε πια κανείς, και σίγουρα όχι σ’
 εκείνους που διαδέχονταν ο ένας τον άλλο στην ηγεσία της χώρας, εδώ και δεκαετίες…
Η πολιτική, για μένα, δεν ήταν να λες στους ανθρώπους αυτό που θέλουν να ακούσουν
 και αυτό που μπορούν να καταλάβουν, αλλά να τους οδηγείς εκεί που πιστεύεις ότι πρέπει να 
πάνε και, κατά συνέπεια, να ορίζεις έναν προορισμό και να χαράζεις έναν δρόμο. Η Μιρέιγ 
Λεφέκ, όμως, μιλούσε στους ανθρώπους γι’ αυτά που καταλάβαιναν και τους έδειχνε αυτά 
που ήθελαν να δουν, όχι αυτά που έπρεπε να δουν. Αυτό ονομάζεται λαϊκισμός: να λες ό,τι 
έχουν ανάγκη να ακούσουν οι μάζες – και εκείνη το έκανε τέλεια.

Karim Amellal, Μπλε άσπρο μαύρο, Εκδόσεις Πόλις, 2017

Αξιοποιώντας τους κατάλληλους κειμενικούς δείκτες να παρουσιάσετε το πώς
 προσεγγίζει το θέμα του λαϊκισμού ο αφηγητής. Ποια είναι η δική σας άποψη
 για το θέμα αυτό; (150-200 λέξεις)

Ο αφηγητής προκειμένου να καταστήσει εμφανές το γιατί ο λαϊκισμός της Μιρέιγ Λεφέκ 
έβρισκε ανταπόκριση στους Γάλλους πολίτες αξιοποιεί τις αφηγηματικές τεχνικές της 
περιγραφής και του σχολίου. Ειδικότερα περιγράφει το Παρίσι, το οποίο με τις «ωραίες και 
πολυτελείς μπουτίκ» του έχει, όπως σχολιάζει, μετατραπεί σ’ ένα «μεγαλοπρεπές μουσείο»
 που προορίζεται για τους πλούσιους ξένους. Οι πραγματικοί κάτοικοι της Γαλλίας ζουν πέρα 
από το πολυτελές κέντρο της πόλης και δεν έχουν τη δυνατότητα να ψωνίζουν σε ακριβά κατα
στήματα, όπως το «Γκαλερί Λαφαγέτ». Η Μιρέιγ Λεφέκ, σύμφωνα με τα σχόλια του αφηγη
τή, απευθύνεται ακριβώς σε αυτούς τους Γάλλους, χρησιμοποιώντας «απλά λόγια» και κοινής
 λογικής διατυπώσεις. Όπως εμφατικά το αποδίδει ο αφηγητής με τη χρήση μιας μεταφοράς, 
οι ιδέες της «μοσχοβολούσαν το αυταπόδεικτο». Η τακτική της αυτή, ωστόσο, βρίσκει εντε
λώς αντίθετο τον αφηγητή, ο οποίος θεωρεί πως δεν πρέπει ο πολιτικός να δείχνει στους πολί
τες αυτά που θέλουν να δουν, αλλά αυτά που πρέπει. Η πολιτική, κατά την άποψή του, είναι η 
δυνατότητα να «χαράζεις ένα δρόμο» προς μια επιδιωκόμενη κατεύθυνση, ανεξάρτητα α
πό τις άμεσες επιθυμίες των πολιτών.
Κατά τη γνώμη μου, ο λαϊκισμός, η τάση, δηλαδή, ορισμένων πολιτικών να καθορίζουν τις επιλο
γές τους με βάση το τι είναι αρεστό στους πολίτες, είναι επιζήμια, εφόσον στερεί από την
 Πολιτεία τη δυνατότητα των επιλογών εκείνων που θα την ωφελήσουν πιο ουσιαστικά σε βά
θος χρόνου. Θυσιάζεται, έτσι, το μέλλον μιας χώρας στα μικροκομματικά συμφέροντα και
 στην προσωπική ανάδειξη καιροσκόπων πολιτικών. 


Ερμηνευτικό σχόλιο

Αξιολογείται ως προς τα εξής:
Κατανόηση και ερμηνεία του λογοτεχνικού κειμένου
- Βαθμός κατανόησης των ιδεών και του συναισθηματικού κλίματος του κειμένου
- Βαθμός υποστήριξης της απάντησης με αναφορές- παραπομπές στο κείμενο

Κειμενικοί δείκτες και στοιχεία συγκειμένου (του λογοτεχνικού κειμένου)
- Βαθμός κατανόησης των επιλογών του συγγραφέα (κειμενικοί δείκτες, συγκείμενο), σχετικά 
με την οργάνωση και τη δομή (π.χ. γλώσσα, τεχνική, ύφος, εκφραστικά σχήματα κ.λπ.) με παρα
δείγματα από το κείμενο

Οργάνωση και γλωσσική έκφραση ερμηνευτικού σχολίου
- Αλληλουχία και συνοχή του ερμηνευτικού σχολίου
- Επίπτωση γραμματικοσυντακτικών λαθών στην κατανόηση της ερμηνευτικής εκδοχής
- Κατάλληλο λεξιλόγιο-ορολογία

13-15
Κατανόηση και ερμηνεία του λογοτεχνικού κειμένου
- Πολύ καλό επίπεδο κατανόησης των ιδεών και του συναισθηματικού κλίματος του κειμένου.
- Πολύ καλή τεκμηρίωση της απάντησης με αναφορές-παραπομπές στο κείμενο.

Κειμενικοί δείκτες και στοιχεία συγκειμένου (του λογοτεχνικού κειμένου)
- Πολύ καλή αναγνώριση συγγραφικών επιλογών
- Πλούσιες αναφορές παραδειγμάτων από το κείμενο και σε διαφορετικά πεδία των συγγραφι
κών επιλογών (σχετικά με τη γλώσσα, την τεχνική, το ύφος, τα εκφραστικά σχήματα κ.λπ.)

Οργάνωση και γλωσσική έκφραση ερμηνευτικού σχολίου
- Πολύ καλή παρουσίαση της ερμηνευτικής εκδοχής με την απαραίτητη αλληλουχία και συνοχή

- Ακρίβεια στη χρήση γραμματικοσυντακτικών φαινομένων
- Πλούσιο λεξιλόγιο

9-12
Κατανόηση και ερμηνεία του λογοτεχνικού κειμένου
- Καλό επίπεδο κατανόησης των ιδεών και του συναισθηματικού κλίματος του κειμένου.
- Καλός βαθμός τεκμηρίωσης της απάντησης με αναφορές-παραπομπές στο κείμενο.

Κειμενικοί δείκτες και στοιχεία συγκειμένου (του λογοτεχνικού κειμένου)
- Καλή αναγνώριση συγγραφικών επιλογών
- Αρκετές αναφορές παραδειγμάτων από το κείμενο και σε διαφορετικά πεδία των επιλογών 
αυτών (σχετικά με τη γλώσσα, την τεχνική, το ύφος, τα εκφραστικά σχήματα κ.λπ.)

Οργάνωση και γλωσσική έκφραση ερμηνευτικού σχολίου
- Καλή παρουσίαση της ερμηνευτικής εκδοχής με αλληλουχία και συνοχή
- Καλή χρήση γραμματικοσυντακτικών φαινομένων
- Καλό λεξιλόγιο
- Τα όποια λάθη δε δυσχεραίνουν την κατανόηση της ερμηνευτικής προσέγγισης

5-8
Κατανόηση και ερμηνεία του λογοτεχνικού κειμένου
- Επαρκής κατανόηση, επαρκής προσπάθεια ερμηνευτικής προσέγγισης.
- Επαρκείς αναφορές τεκμηρίωσης με παραπομπές στο κείμενο.

Κειμενικοί δείκτες και στοιχεία συγκειμένου (του λογοτεχνικού κειμένου)
- Επαρκής αναγνώριση συγγραφικών επιλογών
- Επιλεκτική αναφορά παραδειγμάτων από το κείμενο π.χ. σχετικά με τη γλώσσα, την τεχνι
κή, το ύφος, τα εκφραστικά σχήματα κ.λπ.

Οργάνωση και γλωσσική έκφραση ερμηνευτικού σχολίου
- Επαρκής παρουσίαση της ερμηνευτικής εκδοχής
- Επαρκής χρήση γραμματικοσυντακτικών φαινομένων
- Επαρκές λεξιλόγιο
- Τα λάθη δυσχεραίνουν εν μέρει την κατανόηση της ερμηνευτικής προσέγγισης

1-4
Κατανόηση και ερμηνεία του λογοτεχνικού κειμένου
- Έλλειψη κατανόησης, παρανόηση.
- Μηδενική ή ακατάλληλη αναφορά παραδειγμάτων από το κείμενο

Κειμενικοί δείκτες και στοιχεία συγκειμένου (του λογοτεχνικού κειμένου)
- Έλλειψη αναφορών ή ασύμβατες αναφορές στις συγγραφικές επιλογές, ή ελλειπτική αναφορά
 σε επί μέρους πλευρές.

Οργάνωση και γλωσσική έκφραση ερμηνευτικού σχολίου
- Ανεπαρκής παρουσίαση της ερμηνευτικής εκδοχής
- Ακατάλληλη ή λανθασμένη χρήση γραμματικοσυντακτικών φαινομένων
- Ακατάλληλη ή λανθασμένη χρήση λεξιλογίου
- Τα λάθη δυσχεραίνουν την κατανόηση της ερμηνευτικής προσέγγισης