Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Ελληνική Πεζογραφία (1960-2025)

 

65 χρόνια, Βασική Βιβλιοθήκη Σύγχρονης Ελληνικής Πεζογραφιας (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

1
1675

Spread the love

 

του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ προσφέρει έναν κατάλογο μιας Βασικής Βιβλιοθήκης για τη σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφια (1960-2025). Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου που την συνέταξε διευκρινίζει:

Οι επιλογές που ακολουθούν βασίστηκαν  σε τρία κριτήρια. Το πρώτο κριτήριο ήταν  να επισημανθούν έργα που υπήρξαν αντιπροσωπευτικά της εποχής τους, αλλά παράλληλα αποδείχθηκε πως είχαν την ικανότητα να αντέξουν στον χρόνο. Το δεύτερο κριτήριο ήταν πως τα επιλεγμένα βιβλία δεν γινόταν να αγνοήσουν τις πρωτοποριακές αναζητήσεις του καιρού τους: αναζητήσεις τόσο στο επίπεδο της γλώσσας και των αφηγηματικών τεχνικών όσο και στο επίπεδο του λογοτεχνικού είδους στο οποίο εντάσσονται. Το τρίτο, τέλος, κριτήριο ήταν κάπως διαφορετικό, υπηρετώντας την ανάγκη να συμπεριληφθούν στο επιλεγμένο υλικό έργα που διαθέτουν ελκυστική δράση και μυθοπλασία χωρίς ταυτόχρονα να κάνουν εκπτώσεις στην καλλιτεχνική τους ποιότητα. Αναπόφευκτος περιορισμός: το γούστο και η υποκειμενική κρίση του συντάκτη του καταλόγου. 

 

Το δικαίωμα της ελευθερίας. Διακηρύσσοντας με συμβολικό και αλληγορικό τρόπο τους στόχους της πεζογραφίας του, που θέλουν να υπερασπιστούν το δικαίωμα να σκεφτόμαστε την ελευθερία μας, ο Σπύρος Πλασκοβίτης θα αναδειχθεί με Το Φράγμα (1960) σε κατεξοχήν πολιτικό συγγραφέα. Εκφράζοντας την ηθική του αγωνία και εγρήγορση για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αντιμετωπίσουν οι πολίτες την  καταστολή της ατομικής και της πολιτικής τους ανεξαρτησίας, ο συγγραφέας θα βάλει τον ήρωά του αντιμέτωπο με ένα σύστημα εξουσίας το οποίο καταπατά οποιαδήποτε φωνή αντίστασης.

 

Αυθεντικός εαυτός.  Οι ήρωες του Βασίλη Βασιλικού στη μυθιστορήματα τριλογία Το φύλλοΤο πηγάδιΤ’ αγγέλιασμα (1961) αγωνίζονται να διαρρήξουν το κέλυφος μιας καθημερινότητας η οποία το μόνο που κάνει είναι να αναπαράγει μια κοινωνία νωθρή και απαξιωμένη σε όλα τα επίπεδα: από τις καταναλωτικές της προτιμήσεις μέχρι τη σεξουαλική της συμπεριφορά. Εκείνο το οποίο κυριαρχεί σε ένα τέτοιο, ασφυκτικά ναρκοθετημένο πεδίο είναι η επιτακτική ανάγκη για έξοδο, η αγωνιώδης αναζήτηση ενός εσώτερου, αυθεντικού εαυτού.

 

Οι τελευταίες ημέρες του πολέμου. Στη μυθιστορηματική τριλογία του Στρατή Τσίρκα Ακυβέρνητες πολιτείες (1961-1965) βλέπουμε να ανοίγεται το θέατρο των τελευταίων ημερών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στη Μέση Ανατολή: από τα Ιεροσόλυμα μέχρι το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Με πρωταγωνιστή έναν αριστερό διανοούμενο, ο οποίος βρίσκεται σε μόνιμη αντίθεση με το Κόμμα, ο Στρατής Τσίρκας θα απλώσει τις περιπέτειες των ηρώων του σε τρία βιβλία: τη Λέσχη (1961), την Αριάγνη (1962) και τη Νυχτερίδα (1965). Και τα τρία θα μιλήσουν για την τιτάνια αναμέτρηση του φασισμού με τη δημοκρατία.

 

Παντοτινή φρεσκάδαΤο τρίτο στεφάνι (1962) του Κώστα Ταχτσή θα αναπαραστήσει με χυμώδη τρόπο την καθημερινότητα, διατηρώντας ανέπαφη τη φρεσκάδα της ως τις ημέρες μας, Ο συγγραφέας θα μιλήσει για την Ελλάδα πριν αλλά και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μακεδονικός Αγώνας, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, η Μικρά Ασία, ο ίδιος ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Κατοχή θα περάσουν μπροστά από τα μάτια μας χωρίς πολιτικές ή ιδεολογικές παραμορφώσεις, με ένα πνεύμα που ξέρει πώς να αποκαλύψει τις πολλαπλές πλευρές της αλήθειας, αλλά και πώς να προσαρμόσει την όποια συλλογική αλήθεια στις ανάγκες και τα κρυφά ή τα φανερά πάθη της ατομικής ζωής.

 

Εσωτερική εξορία. Με το Για ένα φιλότιμο (1964) ο Γιώργος Ιωάννου θα διατρανώσει την εγκατάλειψή του σε έναν τόπο ο οποίος το μόνο που δέχεται να του παραχωρήσει είναι κάποια προσωρινά (κάθε άλλο παρά λυτρωτικά) καταφύγια. Ένας εσωτερικός εξόριστος τον οποίο ουδείς είναι σε θέση να απαλλάξει από την εξορία του. Κομμάτι αναπόσπαστο της εξορίας είναι και η πανηγυρική απουσία του έρωτα. Όποτε ο έρωτας δεν αποκηρύσσεται ρητά (άλλοτε με σθένος και άλλοτε με σπαραγμό και οδύνη), μένει μια σκέτη σκιά: μια υπόσχεση χωρίς μέλλον και χωρίς ελπίδα,

 

Μέλλον που είναι ήδη παρόν. Στους Ανυπεράσπιστους (1965) ο Δημήτρης Χατζής θα αντιμετωπίσει το μέλλον σαν να είναι ήδη παρόν και ο βαρύς σκεπτικισμός του δεν θα ενθαρρύνει πολλές ελπίδες. Ο συγγραφέας δεν θα προσφέρει στους ήρωές του καμία διαφυγή και δεν θα αφήσει ελεύθερο κανέναν ορίζοντα, βλέποντας τα πάντα να καθιζάνουν στον πάτο μιας ανάπηρης, οργανικά αδύναμης κοινωνίας. Από την άλλη, όμως, μεριά, θα μας δώσει χαρακτήρες δουλεμένους με σπάνια μαστοριά και ιστορίες γραμμένες με βαθιά ανθρωπιά, που θα αγγίξουν με τους χαμηλόφωνους τόνους τους αμέσως τις χορδές μας.

 

Χωρίς ελπίδα. Πέτρος Αμπατζόγλου: Η γέννηση του Σούπερμαν (1972). Ένας άνθρωπος της καθημερινής ζωής, που ξέρει καλά πόσο ολοκληρωτικά αδύναμος είναι απέναντι στα μεγάλα στοιχήματα και τις υψηλές απαιτήσεις, θα αποκτήσει ξαφνικά υπερφυσικές δυνάμεις και θα αρχίσει να κάνει θαύματα τα οποία δυσκολεύεται να πιστέψει κι ο ίδιος. Το μόνο, βέβαια, το οποίο θέλει στην πραγματικότητα ο Σούπερμαν είναι να προσφέρει στον εαυτό του όλα εκείνα που είχε ονειρευτεί χωρίς την παραμικρή ελπίδα να τα αποκτήσει.

 

Στρατοπεδικός κόσμος. Τοπίο του Λοιμού (1972) του Αντρέα Φραγκιά είναι το εμφυλιακό στρατόπεδο των εγκλείστων της Μακρονήσου. Ο χώρος και ο χρόνος θα αποβάλουν τα ιστορικά  χαρακτηριστικά τους, για να δημιουργήσουν έναν αλληγορικό εφιάλτη. Βασανιστές και βασανιζόμενοι θα παρουσιαστούν σαν ανώνυμες, ευθύς εξαρχής εκμηδενισμένες μονάδες, χωρίς υπόσταση και ταυτότητα. Στο ολοκληρωτικό καθεστώς του Λοιμού κανένας δεν θα γλιτώσει: οι βασανιζόμενοι θα δουν να σμπαραλιάζεται το κορμί και να σβήνεται η συνείδησή τους ενώ οι βασανιστές θα χάσουν την ψυχή τους.

 

Καφκική αλληγορία. Άρης Αλεξάνδρου: Το κιβώτιο (1975). Μια καφκικών διαστάσεων πολιτική αλληγορία: μια ομάδα ανταρτών αναλαμβάνει να μεταφέρει ένα κιβώτιο και τα μέλη της, που αγνοούν το περιεχόμενό του, θα αποδεκατιστούν μέχρις ενός. Παρά τις ρητές αναφορές του Αλεξάνδρου στον Εμφύλιο και στην εσωτερική ζωή του ΚΚΕ κατά τη διάρκειά του, το μυθιστόρημα δεν αποτελεί τοιχογραφία της εποχής. Το αιματηρό 1949, ο σύντροφος ανακριτής, στον οποίο απευθύνεται ακατάπαυστα ο κεντρικός ήρωας-αφηγητής, όπως και όλα τα ονόματα ή τα σύμβολα της Αριστεράς, που κυριαρχούν σε κάθε σελίδα του Κιβωτίου, δεν αποτελούν παρά ζωτικές προφάσεις (μια πολύ χειροπιαστή σκηνοθετική μαγιά), για να προχωρήσει ο συγγραφέας σε ό,τι τον ενδιαφέρει περισσότερο: στην εικονογράφηση ενός πολιτικού πεδίου το οποίο όσο περισσότερο ανοίγει τα όριά του τόσο λιγότερο επιτρέπει την ελευθερία της κίνησης στο εσωτερικό του.

 

Παιδικό βλέμμα. Το βλέμμα του αφηγητή στην Παρέλαση (1976) του Τόλη Καζαντζή δεν ανήκει σε έναν ενήλικο ο οποίος ανακαλεί το παιδικό παρελθόν του, αλλά σε ένα παιδί το οποίο αποδελτιώνει με ενθουσιώδη προσήλωση όσα συμβαίνουν τριγύρω του. Αν μιλάμε όντως για καθημερινότητα, αυτή δεν είναι άλλη από την καθημερινότητα της Κατοχής και του πολέμου, κι αν θέλουμε να καταλάβουμε τις ατομικές συγκρούσεις και τις προσωπικές βεντέτες, αυτές δεν είναι πάλι άλλες από τις δύσοσμες ιστορίες των δοσίλογων, τους αδιάκοπους αγώνες για ένα κομμάτι ψωμί και τα άγρια παιχνίδια των παιδιών σε μιαν ιστορική εποχή που έχει κλείσει με παταγώδη τρόπο την πόρτα απέναντι στην τρυφερή ηλικία.

 

Αναψηλάφηση τραυμάτων. Ο Θανάσης Βαλτινός θα αναψηλαφήσει με την Κάθοδο των εννιά (1978) τα ανοιχτά ακόμη τραύματα του Εμφυλίου μέσα από τον αδιακόσμητο και εντέχνως αποδραματοποιημένο λόγο ενός ανώνυμου στρατιώτη ο οποίος θα μιλήσει ως μάρτυρας των δραματικών γεγονότων που θα πλήξουν τη μονάδα του: Ο Εθνικός Στρατός, οι παραστρατιωτικές οργανώσεις και οι ντόπιοι κάτοικοι θα καταδιώξουν έως θανάτου ένα απομεινάρι του Δημοκρατικού Στρατού ενώ τόσο ο ανώνυμος στρατιώτης όσο και οι επίσης ανώνυμοι συναγωνιστές του θα εκφράσουν όχι μόνο  την τραγική μοίρα της πολιτικής τους παράταξης, αλλά και το ασφυκτικό αδιέξοδο στο οποίο περιήλθε η Ελλάδα κατά τη διάρκεια της εμφύλιας σύρραξης.

 

Διχοτομημένος χαρακτήραςΗ κυρία Κούλα (1978) του Μένη Κουμανταρέα επινοεί έναν χαρακτήρα διχασμένο και διχοτομημένο, που πασχίζει να ανακαλύψει στις περιπέτειες του έρωτα ένα ζωτικό νόημα: ένα γερό αναλγητικό για την πλήξη και την κατήφεια των καθημερινών καταναγκασμών της. Η κυρία Κούλα χρειάζεται επειγόντως μια δυνατή αναπνοή – κάτι για να ξεφύγει από την αδήλωτη ασφυξία ενός κατά τα άλλα γερά εγκατεστημένου και τακτοποιημένου κόσμου, ο οποίος, ας σημειωθεί, δεν θα της κάνει ποτέ τη χάρη να την απαλλάξει από τα δεσμά της.

 

Αποκαλυψιακή ατμόσφαιρα. Το Πεθαίνω σα χώρα (1978) του Δημήτρη Δημητριάδη αποτελεί ένα αποκαλυψιακής ατμόσφαιρας κείμενο με πυκνές αλληγορίες για τη δύναμη επιβολής της εξουσίας. Ένας εκ πεποιθήσεως γλωσσικός συγγραφέας, που ανοίγει συχνά διάλογο με το δοκίμιο, χωρίς, ωστόσο, να παραδίδεται ποτέ εξ ολοκλήρου ούτε στη μεθοδικότητα της συστηματικής σκέψης ούτε στη χαλαρότητα του συνειρμού και της μνήμης. Το Πεθαίνω σα χώρα δεν μας επιτρέπει να θεωρήσουμε πως ο κόσμος του αντανακλά μιαν οποιαδήποτε συγκεκριμένη πραγματικότητα αφού δεν μας δίνει κανέναν κώδικα για την αναγνώρισή της. Το στοιχείο που προέχει εδώ είναι η εσωτερική θέαση: μια θέαση, όμως, και πάλι, που δεν θα φωτίσει τα βαθύτερα κίνητρα των πρωταγωνιστών ή τις κρυφές αιτίες της δράσης, αλλά θα εξελιχθεί σε ένα αέναο παιχνίδι με τις λέξεις και τη γραμματική ή τη σύνταξη.

 

Ημέρες του Πολυτεχνείου. Το Αντιποίησις αρχής (1979) του Αλέξανδρου Κοτζιά είναι ένα μυθιστόρημα όπου το παραλήρημα του χαφιέ δουλεύει σε δύο χρόνους: στον χρόνο του ρευστού παρόντος, που είναι η καρδιά της χούντας,  και στον χρόνο της μνήμης και της Ιστορίας, που ξεκινάει από την Κατοχή και καλύπτει το διάστημα μέχρι και την επιβολή της δικτατορίας. Ο χαφιές αποδεικνύεται μια αδιόρθωτα καταποντισμένη προσωπικότητα και στους δύο χρόνους, αλλά ο συγγραφέας δεν του επιτρέπει να μεταμορφωθεί σε απλό εκτελεστικό όργανο, αποκαλύπτοντας ανατριχιαστικά το προσωπικό του δράμα: το δράμα της πορείας μιας πολλαπλά συγκλονισμένης ύπαρξης προς τον εκμηδενισμό της.

 

Περιορισμένες νοητικές ικανότητες. Με τον Λούσια (1979) ο Νίκος Χουλιαράς κάνει λόγο για ένα παιδί με περιορισμένες  νοητικές ικανότητες. Αντί για ελάττωμα, η φυσική αυτή αδυναμία θα εξελιχθεί σε προτέρημα. Απαλλαγμένος από τους σιδερένιους νόμους του ορθολογισμού, ο Λούσιας θα θέσει τα πιο απρόσμενα ερωτήματα σε όσους θα τον πλησιάσουν, στέλνοντας στο πυρ το εξώτερον όλες τις βεβαιότητες και τις παραδοχές τους.

 

Συλλογικό και ατομικόΗ αρχαία σκουριά (1979) της Μάρως Δούκα αναδεικνύει την αντιθετική  συγκατοίκηση  του συλλογικού με το ατομικό. Η πρωταγωνίστρια ζει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας μια και εκείνο το οποίο χρειάζεται να συμβιβάσει είναι η αγωνιστική έξαρση και το ομαδικό πνεύμα της αντίστασης που επέδειξε η γενιά της κατά τη διάρκεια της χούντας με ό,τι ακολούθησε και διαδέχθηκε την πτώση της: την αθεράπευτη εσωστρέφεια, αλλά και την αναπόφευκτη παραδοχή πως στο τέλος όλα θα χαθούν στο βάθος ενός νεφελώδους ορίζοντα.

 

Χύμα ζωή. Οι νεαροί πρωταγωνιστές του Βαγγέλη Ραπτόπουλου στα Κομματάκια (1979)  ζουν μια σκόρπια, χύμα ζωή την ώρα που ετοιμάζονται να μπουν εκόντες άκοντες στη φάση της ενηλικίωσης και των θλιβερών της υποχρεώσεων. Η παρωδία του Ραπτόπουλου είναι η παρωδία μιας γενιάς που νιώθει το έδαφος χαμένο κάτω από τα πόδια της, δίχως να της έχει δοθεί η ευκαιρία ούτε για μία αποφασιστική μάχη, δίχως να έχει αναμετρηθεί ούτε σ’ ένα κρίσιμο μέτωπο, δίχως να έχει καταφέρει να αναλάβει ούτε μία, έστω περιορισμένου μεγέθους ευθύνη.

 

Στραμμένος στο παρελθόν. Τα Θερμά θαλάσσια λουτρά (1980) του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου είναι οι αναμνήσεις από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, οι οικογενειακές ώρες στο σπίτι ή στα παραθεριστικά θέρετρα της εποχής, οι πρώτες ή και οι κατοπινές ερωτικές εμπειρίες, οι αργόσυρτοι κοινωνικοί ρυθμοί της επαρχίας και οι ξαφνικοί, προκλητικά αναίτιοι ή εξόφθαλμα παράλογοι θάνατοι. Ο συγγραφέας θα κατευθύνει την αφήγηση στα επουσιώδη των ιστοριών του, αφήνοντας το πραγματικό ζητούμενο –το υπαρξιακό άγχος, την αγωνία του θανάτου ή την αίσθηση της ανέκκλητης φθοράς- να τεκμαίρεται μόνο δια της πλαγίας οδού.

 

Ρεαλισμός και φαντασίαΗ  μεγάλη πομπή (1985) του Αλέξη Πανσέληνου είναι ένα μυθιστόρημα όπου η πλοκή διαδραματίζεται σε δύο επίπεδα: ένα πραγματικό–ρεαλιστικό κι ένα μελλοντικό-φανταστικό. Ήρωας στο πρώτο επίπεδο είναι ένα λαϊκό και καταπιεσμένο παιδί το οποίο ξεφεύγει από τον στενό του κλοιό διαβάζοντας τις περιπέτειες του ιππότη Λάνσετρις, που θα κινηθεί στο δεύτερο επίπεδο. Ο συγγραφέας θα συνδυάσει την καθημερινή ρεαλιστική ιστορία της Μεγάλης πομπής με μια πολιτική περιπέτεια αλληγορικής φαντασίας, αντλώντας τα μοτίβα του από την παράδοση του μελλοντολογικού μυθιστορήματος. Η συνθήκη των ηρώων του είναι η συνθήκη μιας εξ ολοκλήρου νικημένης και υποταγμένης ατομικότητας.

 

Φαντασία και αλλόκοτο. Με το αφήγημα Ο φιλόξενος καρδινάλιος (1986) δύο ένοικοι ενός επαρχιακού ξενοδοχείου του 19ου αιώνα δέχονται την παράξενη επίσκεψη ενός πουλιού. Προσπαθώντας να εξηγήσουν την παρουσία του, θα αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον και θα ανακτήσουν πάραυτα όλες τις κοινές εμπειρίες της παιδικής τους ηλικίας. Ο Ε. Χ. Γονατάς συνδυάζει τις ρεαλιστικές του περιγραφές με ένα στοιχείο φανταστικού, αλλόκοτου και αλληγορίας. Το βιβλίο μπορεί, όμως, να διαβαστεί και σαν θρίλερ ή κωμωδία. Ο συγγραφέας θα επιμείνει στην ανάδειξη της λεπτομέρειας, με την εξαντλητική περιγραφή χώρων και αντικειμένων, παίζοντας εκ παραλλήλου με τις ομοιότητες και τις διαφορές που παρουσιάζουν οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες. Κι όλα αυτά με ένα ευφρόσυνο και εξαιρετικά επινοητικό πνεύμα.     Η Ιστορία στο προσκήνιο.

 

Η Ιστορία στο προσκήνιο. Με τη Μεγάλη πλατεία (1987) ο Νίκος Μπακόλας θα φέρει στο προσκήνιο την Ιστορία. Τα γεγονότα μπορεί να δείχνουν σπουδαία, αλλά τα μυθιστορηματικά πρόσωπα είναι σαν να μετέχουν τελείως από σπόντα στον καιρό τους. Όσα διαδραματίζονται στην πόλη και στον τόπο τους, δεν τα αφορούν παρά μόνο κατά το μέτρο της στιγμιαίας εμπλοκής τους στα δρώμενα. Οι ήρωες δεν ζωντανεύουν ιδεολογίες, αφήνοντας το συλλογικό εισβάλλει στη ζωή τους περισσότερο ως απόμακρος θόρυβος. Παρόλα αυτά, έστω έκκεντρα, όλες οι συλλογικότητες, από κοντά κι οι γενιές τους, είναι κατά κάποιον τρόπο εδώ: οι μάνες της Μικρασιατικής Καταστροφής, οι νεαροί του Μεσοπολέμου και οι έφηβοι της Κατοχής και του Εμφυλίου.

 

Μια γυναίκα σε περιπλάνησηΗ μεγάλη πράσινη (1987) της Ευγενίας Φακίνου έχει ως πρωταγωνίστρια μια γυναίκα που δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα στην καθημερινή της ζωή, πλην θα πάρει την άγουσα για το άγνωστο προκειμένου να ανακαλύψει κάτι πέρα από τα αυτονόητα και τις συμβάσεις με τις οποίες έχει γαλουχηθεί. Η ηρωίδα θα περιπλανηθεί σε πόλεις και χωρά, θα εγκατασταθεί σε ένα μαγεμένο αρχοντικό και θα ριχτεί με όλες τις δυνάμεις της στις περιπέτειες του έρωτα. Το σκηνικό της αφήγησης θα διακοσμήσουν από τη μια πλευρά διάφοροι ιστορικοί τόποι (από τα Αμπελάκια μέχρι τον Μυστρά) και από την άλλη η αρχαιοελληνική μυθολογία.

 

Σε διπλό μέτωπο. Ρέα Γαλανάκη: Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά. Spina nel cuore (1989). Γεννημένος στην Κρήτη και αιχμαλωτισμένος από τους Τούρκους σε μικρή ηλικία, ο Ισμαήλ Φερίκ εξισλαμίζεται στην Αίγυπτο, όπου και κάνει καριέρα υψηλόβαθμου αξιωματικού, για να επιστρέψει εν έτει 1866 στη γενέτειρά του ως επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος το οποίο θα αναλάβει να καταπνίξει την ελληνική εξέγερση κατά της οθωμανικής κυριαρχίας. Εγκλωβισμένος στον ρόλο του οθωμανού στρατηλάτη, αλλά και όμηρος της ελληνικής παιδικής του μνήμης, ο Ισμαήλ Φερίκ θα διχαστεί ανάμεσα στο αίμα της πατρίδας και τη στρατιωτική του εκπαίδευση και θα αναγκαστεί να αντικρίσει τον θάνατο μετά από μια οδυνηρή εσωτερική περιπλάνηση, την οποία η Γαλανάκη θα αποδώσει μέσα από μια λυρική αφήγηση με έντονα αφαιρετικά και ονειρικά στοιχεία.

 

Ο κόσμος της Ραραού. Στη Μητέρα του σκύλου (1990) του Παύλου Μάτεσι κεντρική ηρωίδα του βιβλίου είναι μια ανίδεη επαρχιωτοπούλα: η  Ρουμπίνη Μεσκάρη ή Ραραού. Ο Μάτεσις αρέσκεται να χλευάζει τους κοινωνικούς περιορισμούς ή τις φυσικές αναπηρίες των ηρώων του, υπονομεύει με πλήθος απρόσμενες σφήνες τη γλώσσα τους και τοποθετεί τη μορφή τους στο πλαίσιο μιας τεχνηέντως λαϊκής τοπιογραφίας, που τονίζει με τον εξωτερικό-διακοσμητικό της χαρακτήρα έτι περαιτέρω τις εσωτερικές τους αντιφάσεις. Και να, αίφνης, εξ ολοκλήρου ο κόσμος του: η χωλότητα (πραγματική ή συμβολική, αλλά και προσωπική ή κοινωνική) των πρωταγωνιστών, οι έκδοτες μέσα στην κραυγαλέα αθωότητά τους λαϊκές γυναίκες, οι αναπάντεχες τροπές και ανατροπές του μύθου, οι καρικατούρες των βοηθητικών προσώπων και η αδρότητα των ερωτικών επαφών.

 

Η τέχνη της ειρωνείας. Δημήτρης Νόλλας: Ονειρεύομαι τους φίλους μου (1990). Ο τίτλος του βιβλίου αποδεικνύεται αυτόχρημα ειρωνικός εφόσον κανένας από τους πρωταγωνιστές δεν έρχεται σε επαφή με κανέναν, και όλοι πέφτουν κατά σύμπτωση ο ένας πάνω στον άλλον, παρατημένοι στο τυφλό στροβίλισμα του βίου τους. Με απουσία συνεκτικού και οργανωμένου μύθου, όπως και με ήρωες τυχάρπαστους και αδιευκρίνιστους, ο Δημήτρης Νόλλας όχι μόνο θα υπονομεύσει πέρα ώς πέρα τα πρόσωπά του, αλλά και θα παρωδήσει μέχρι εξαντλήσεως με τα λογοτεχνικά είδη με τα οποία θα κάνει παιχνίδι. Έτσι, όμως, θα προχωρήσει και σε μιαν ευρύτερη ανατροπή, που δεν είναι άλλη από αποδιάρθρωση του λόγου, από την άρση της εγκυρότητας και της αξιοπιστίας του και την αμφισβήτηση της ικανότητάς του να προικίζει τους ανθρώπους με όργανα ενδελεχούς κατανόησης του κόσμου.

 

Καλλιτεχνική υψηγορία. Τάκης Θεοδωρόπουλος: Το αδιανόητο τοπίο (1991). ‘Ένας ζωγράφος που αντλεί την έμπνευσή του από την ελληνική επαρχία των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών εμπλέκεται σε μια διαμάχη με το ανέφικτο, προσανατολίζοντας τη ζωή και τη δουλειά του σ’ έναν και μοναδικό σκοπό: στη δημιουργία ενός έργου το οποίο θα συγκεράσει αρμονικά το παρόν με το παρελθόν. Το μαξιμαλιστικό αυτό όραμα θα καταλήξει σε ένα τερατούργημα της χούντας στα βουνά της Πελοποννήσου. Αποτέλεσμα; Η αποκαθήλωση και ο εν αφανεία θάνατος του ζωγράφου.  Ο ασίγαστος πόθος για καλλιτεχνική υψηγορία: ένας πόθος που θα γίνει αυθεντικός και πειστικός μόνο χάρη στη ματαιότητα του.

 

Το μαθηματικό μυθιστόρημα. Ο Απόστολος Δοξιάδης θα εγκαινιάσει με τον Θείο Πέτρο και την Εικασία του Γκόλντμπαχ (1992) ένα διεθνώς καθιερωμένο σήμερα λογοτεχνικό είδος: το μαθηματικό μυθιστόρημα. Ανιψιός και θείος, που προέρχονται από μιαν εύπορη, επιχειρηματική οικογένεια, θα προσπαθήσουν επί ματαίω να αποδείξουν μιαν άλυτη μαθηματική ταυτότητα – την Εικασία του Γκόλντμπαχ. Η τελευταία θα συμβολίσει το τέλος της θετικιστικής αισιοδοξίας του αρχόμενου 20ου αιώνα, παραπέμποντας παράλληλα στο πνεύμα αμφιβολίας και αμφισβήτησης το οποίο θα επικρατήσει στους περισσότερους επιστημονικούς κλάδους μέχρι και τις ημέρες μας. Ο συγγραφέας θα κινηθεί με ευχέρεια ανάμεσα στον ρεαλισμό και το παραμύθι ή την κωμωδία και το δράμα.

 

Η απάτη του ονείρου. Σωτήρης Δημητρίου: Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου (1993). Ένας Βορειοηπειρώτης φτάνει στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στην Αθήνα, ελπίζοντας σε μια καινούργια, γεμάτη υποσχέσεις ζωή. Το όνειρο, όμως, θα αποδειχθεί γρήγορα απάτη και ο φτωχός ονειροπόλος θα μεταβληθεί σε ένα καθαρώς περιθωριακό πρόσωπο ικανό να προκαλέσει μόνο την καχυποψία και την περιφρόνηση. Βασισμένος στη λαϊκή παράδοση του προφορικού λόγου και στο βορειοηπειρώτικο ιδίωμα, ο συγγραφέας θα εικονογραφήσει με τα μελανότερα χρώματα την κοινωνική μοίρα των ηρώων του, που δεν θα καταφέρουν να κάνουν ούτε μισό βήμα έξω από τον περίκλειστο ατομικό τους χώρο, πιασμένοι στα δόκανα ενός κόσμου ο οποίος δεν θα τους προσφέρει ποτέ την οποιαδήποτε ανοχή ή αναγνώριση.

 

Γέννηση, έρωτας και θάνατος. Ζυράννα Ζατέλη: Και με το φως του λύκου επανέρχονται (1993). Το χρονικό μιας πολυπλόκαμης αγροτικής οικογένειας στη Μακεδονία του 19ου αιώνα σ’ έναν αενάως επαναλαμβανόμενο κύκλο: γέννηση, έρωτας, θάνατος. Η αφετηρία και το τέρμα, η κυοφορία και ο γόνος, η επώαση και η φθορά. Κι επιπλέον, οι θεομηνίες της φύσης, αλλά και οι πόλεμοι, που αφανίζουν το κορμί και τη καρδιά. Δεν λείπουν, παρόλα αυτά από το βιβλίο και οι εσωτερικές σκιές: τα όνειρα, οι φόβοι, οι νεκροί και τα φαντάσματα. Πλήθος κινηματογραφικών εικόνων σε ένα μυθιστόρημα σαφώς επηρεασμένο από τον μαγικό ρεαλισμό. Σημαντικό ρόλο στη σύνθεση της Ζατέλη καλούνται να παίξουν και οι λαϊκές παραδόσεις ή οι θρύλοι: από τα κουδούνια των καρναβαλιών μέχρι τα περίτεχνα γιατροσόφια και τις ταφικές τελετές.

 

Στους αντίποδες του ρεαλισμού. Με την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (1995) του Μισέλ Φάις παρακολουθούμε ένα μυθιστόρημα το οποίο εκτυλίσσεται μέσα σε ένα άλλο μυθιστόρημα. Γρήγορα καταλαβαίνουμε ότι ο συγγραφέας  θα καταλήξει  στους αντίποδες τόσο του ρεαλισμού όσο και της πεζογραφίας των ντοκουμέντων – είδη με τα οποία ο ίδιος  παίζει επί μακρόν για να πλήξει στο τέλος τον κανόνα τους στο κέντρο του: στο πεδίο της αλήθειας και της αληθοφάνειας. Η αλήθεια στην Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου μετατοπίζεται κάθε τόσο προς το βάθος της σκηνής, χωρίς να μας κοινοποιείται ποτέ εξ ολοκλήρου. Όσο για την αληθοφάνεια, υπονομεύεται κατ’ εξακολούθησιν και συστηματικά εφόσον ο μύθος και η πλοκή διαλύονται  συνεχώς μπροστά στα μάτια μας, για να διοχετευτούν αμέσως σε μιαν άλλη, εντελώς διαφορετική εκδοχή.

 

Γαστρονομία και γλωσσολογία. Αμάντα Μιχαλοπούλου: Γιάντες (1996). Μια μεγάλη γαστρονομική περιπέτεια στην οποία θα συστεγαστούν  στοιχεία παρμένα από τις πιο διαφορετικές περιοχές και γλώσσες. Η αργκό της γλωσσολογίας και των μαγειρικών συνταγών, οι πολυπληθείς κατάλογοι ονομάτων (φαγητών, μυθιστορημάτων, τραγουδιών), τα θρίλερ και οι αστυνομικές ιστορίες, το μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα και το επιστολικό μυθιστόρημα, ο μαγικός ρεαλισμός και η εναλλαγή του πραγματικού με το φανταστικό θα μπουν με άνεση και μαεστρία  στο ίδιο καλοστρωμένο τραπέζι, για να επικοινωνήσουν λειτουργικά μεταξύ τους και να καταλήξουν σε μια πολύτροπη και πολυφωνική saga, που δεν παύει να σχολιάζει κάθε τόσο το εξαιρετικά ετερογενές και αντιθετικό (όχι, όμως, και αντιφατικό ή αταίριαστο) υλικό της.

 

Ελλειπτική τροχιά γραφής. Τάσος Γουδέλης: Σκιές γυναικών (1996). Με μιαν ελλειπτικής τροχιάς γραφή, ο συγγραφέας δοκιμάζει να συλλάβει κάτι από την κίνηση του διαρκούς ρευστού του υποκειμενικού χρόνου. Ο Γουδέλης δεν θέλει να ακινητοποιήσει  τον χρόνο των προσώπων του σε μια δεδομένη στιγμή, αλλά να  υποδείξει τη δυναμική του φορά, ενεργοποιώντας τη συνειρμική του λειτουργία. Καθοριστικό ρόλο εν προκειμένω θα αναλάβουν οι  συγκεχυμένες και μονίμως ευμετάβλητες εντυπώσεις της μνήμης. Οι ήρωες θα μεταμορφωθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο σε σκιές μιας ασύνορης επιφάνειας, όπου τα πάντα μπορεί να αντικαταστήσουν τα πάντα, χωρίς κανένα εμπόδιο και δίχως τον παραμικρό περιορισμό.

 

Ναυάγιο στον Ειρηνικό. Φαίδων Ταμβακάκης : Οι ναυαγοί της Πασιφάης (1997). Τρεις σύντροφοι ναυαγούν από βλακεία τους σε ένα αχαρτογράφητο νησί του Ειρηνικού για να έρθουν αντιμέτωποι με υπεραιωνόβιους Μαθουσάλες και πρωτόγονες πολυνησιακές φυλές. Κεφάτο, αποκαθηλωτικό παιχνίδι με τη λογοτεχνία του μυστηρίου και της εξωτικής περιπέτειας: από Στήβενσον, Νταφόε και Βερν μέχρι Πόε και Τουρνιέ. Συναρπαστικός μύθος και αριστοτεχνική σκηνοθεσία σε ένα μυθιστόρημα που μολονότι αποστρέφεται κάθε έννοια αληθοφάνειας, δεν μας κάνει ούτε λεπτό να σκεφτούμε το πλασματικό ή το ψέμα.

 

Ο αστυνόμος Χαρίτος. Πέτρος Μάρκαρης: Νυχτερινό δελτίο (1998). Ο αστυνόμος Χαρίτος (διάδοχος του αστυνόμου Μπέκα του Γιάννη Μαρή) καλείται να εξιχνιάσει τι συνδέει τις δολοφονίες ενός πληρωμένου διαιτητή, ενός βρώμικου επιχειρηματία και μιας παντελώς αδιάφορης εκ πρώτης όψεως γυναίκας. Ο συγγραφέας θα υποδείξει ως άμεσους ή έμμεσους συνενόχους του τριπλού εγκλήματος όλες τις ομάδες υψηλής εξουσίας: από τους μεγαλοπαράγοντες της πολιτικής και του αθλητισμού μέχρι τους φραγκάτους χρήστες ναρκωτικών. Κι όλα αυτά χωρίς την παραμικρή δόση ηθικολογίας σε ένα μυθιστόρημα με έντονα αναπτυγμένο τον κοινωνικοπολιτικό του προβληματισμό. Από τα πρώτα σοβαρά δείγματα της στροφής που θα επιχειρήσει η μεταπολιτευτική αστυνομική λογοτεχνία σε φαινόμενα ιδιωτικής και συλλογικής διαφθοράς.

 

Διάχυτη ατμόσφαιρα. Γιώργος Συμπάρδης: Ο άχρηστος Δημήτρης (1998). Ένας τυχάρπαστος γόης κι ένας δικηγόρος ναυτιλιακής εταιρείας, θα  ζήσουν, για όσο διάστημα θα κρατήσει η επαφή τους, σε καθεστώς αδιάκοπης μετακίνησης. Ένα μυθιστόρημα χωρίς αρχή, μέση και τέλος, χωρίς πλοκή και μύθο, ενδεχομένως δίχως καν ήρωες. Ο Γιώργος και ο Δημήτρης δεν θα ομολογήσουν το παραμικρό για τον εαυτό τους. Ακόμα και η διάχυτη ομοφυλοφιλική ατμόσφαιρα που τους περιβάλλει, θα παραμείνει ώς το τέλος ατμόσφαιρα – ο ερωτισμός της δεν κατονομάζεται, υποβάλλεται. Ό,τι θα μετρήσει περισσότερο είναι ένα πλέγμα αισθήσεων, εντυπώσεων και εικόνων που μοιάζει να αποτυπώνουν τη ζωή εν τω γεννάσθαι: όπως ένα κύμα το οποίο κανένας δεν ξέρει πώς θα είναι την επόμενη φορά που θα έρθει να σπάσει στα βράχια.

 

Η ιστορία μιας ξεπεσμένης οικογένειας. Ελιάνα Χουρμουζιάδου: Η ιδιαιτέρα (1998). Η ιστορία μιας πρώτα μέσης και αργότερα ξεπεσμένης οικογένειας, που θα ζήσει υπό τη σκιά ενός ζάπλουτου επιχειρηματικού οίκου. Η Ελιάνα Χουρμουζιάδου θα εντάξει στην πλούσια τοιχογραφία της τα πάντα: συγκρουόμενες κοινωνικές τάξεις (μεγαλοαστούς και παρίες), καθημερινές αντιδράσεις και συμπεριφορές, όπως και ποικίλες ατομικές ταυτότητες – όλος ο ελληνικός κόσμος από τη δεκαετία του 1970 και μετά. Πρωταγωνίστρια, μια νεαρή γυναίκα που θα περάσει δύσκολα παιδικά, εφηβικά και νεανικά της χρόνια, καθώς μεγαλώνει δίπλα σε έναν διαρκώς απόντα πατέρα και σε μια μονίμως ονειροπαρμένη μητέρα. Αμφότεροι θα τη σπρώξουν στην αγκαλιά μιας οικονομικής ελίτ η οποία θα την απορροφήσει και εντέλει θα την αποστραγγίσει πέρα ως πέρα.

 

Μεταπολεμική Ήπειρος. Χριστόφορος Μηλιώνης: Τα φαντάσματα του Γιορκ (1999). Το μεταπολεμικό τοπίο της Ηπείρου κοιταγμένο από τη σκοπιά ενός σύγχρονου παρατηρητή, ο οποίος θα αντλήσει από αυτό όλες τις ζωτικές του αναμνήσεις. Ο συγγραφέας θα διερευνήσει με λεπτομέρειες την ατομική ψυχολογία των ηρώων του χωρίς να αγνοήσει ποτέ την επίδραση που θα έχει πάνω στη ζωή τους (άλλοτε και τώρα) το συλλογικό. Μακριά από τις εξιδανικεύσεις της νοσταλγίας και της πατριδογνωσίας και με όχημα τον συνειρμό και τη φαντασία, ο Χριστόφορος Μηλιώνης θα αποσπάσει από το παρελθόν όχι ένα συλλογικό ανάθημα, αλλά μια γενέθλια γη που θα βοηθήσει τους πρωταγωνιστές του να κατανοήσουν καλύτερα και σε μεγαλύτερο βάθος τον τόπο και τον χρόνο τους.

 

Η ανάγκη για εκσυγχρονισμό. Νίκος Θέμελης: Η αναζήτηση, Η ανατροπή, Η αναλαμπή (1999-2003). Ένα είναι το σχήμα το οποίο τροφοδοτεί τον ιστορικό στοχασμό της μυθιστορηματικής τριλογίας του Νίκου Θέμελη: η τεράστια ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας για έναν γενναίο εκσυγχρονισμό, ολοφάνερη από την περίοδο του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, θα σκοντάψει κατ’ επανάληψη σε ένα επίμονα συντηρητικό (αν όχι και αντιδραστικό) πνεύμα, που θα καταπνίξει εν τη γενέσει της οποιαδήποτε ζωογόνο προσπάθεια. Η αναζήτηση της ελληνικής ταυτότητας θα παραμείνει σε αυτό το πλαίσιο κεντρικό ζητούμενο,  μακριά, όμως, από την ανάγκη στέρεου σχηματισμού και ιδεολογικής θωράκισης της εθνικής συνείδησης. Η Ελλάδα θα μετατραπεί σε μια τέτοια προοπτική σε ένα πεδίο πικρά χαμένων στοιχημάτων.

 

Επιστημονική φαντασία; Νίκος Παναγιωτόπουλος: Το γονίδιο της αμφιβολίας (1999). Η εκδοτική και η καλλιτεχνική ηθική του τέλους του 20ου αιώνα και οι δίαυλοι μέσω των οποίων επηρεάζει και εν τέλει καθορίζει όχι μόνο τη στάση, αλλά και τον τρόπο δουλειάς του συγγραφέα. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος θα επινοήσει μια πολύ λειτουργική φόρμα, ανοίγοντας διάλογο με το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Ο αναγνώστης θα πρέπει να φτάσει ως την τελευταία αράδα προκειμένου να εννοήσει πλήρως τα τεκταινόμενα. Θα τον κερδίσει σίγουρα η ποικιλία των μεθόδων, των τεχνικών και των ευρημάτων τα οποία χρησιμοποιεί ο συγγραφέας: ίντριγκα, απρόσμενες καταστάσεις, πολλαπλές οπτικές γωνίες, ξαφνικές αλλαγές της δράσης.

 

Μαύρη κωμωδία. Έρση Σωτηροπούλου: Ζιγκ Ζαγκ στις νεραντζιές (2000). Μια μαύρη κωμωδία η οποία θα διαλύσει κομμάτι–κομμάτι την προσωπικότητα των ηρώων, είτε για να την παραδώσει στη ματαιότητα και τον αυτοχλευασμό, είτε για να την ανασύρει από τα σκοτεινά βάθη των αδιεξόδων τους, και να τους γεμίσει με ζωική ένταση. Η επιτυχία του βιβλίου έγκειται στην εξαιρετικά αναπτυγμένη αφηγηματική τεχνική του, η οποία αντί για τον εσωτερικό μονόλογο, όπως συνηθίζεται σε ανάλογες περιπτώσεις, θα προτιμήσει τη λεπτή ειρωνεία και τις αδιόρατες λεκτικές σφήνες, που θα βάλουν αμέσως τον αναγνώστη στο κλίμα, παίζοντας με την ευφορική διάθεση η οποία θα του προκληθεί πάραυτα.

 

Η φούρια της περιπέτειας. Με το μυθιστόρημά της Το εργοστάσιο των μολυβιών (2000), η Σώτη Τρανταφύλλου αναλαμβάνει να κινήσει πολυπρόσωπες ομάδες στις οποίες οι ατομικοί χαρακτήρες  διεκδικούν μια μάλλον δευτερεύουσα θέση. Επί σκηνής ανεβαίνει ένα μεγάλο πολιτικό και κοινωνικό θέαμα – το θέαμα ενός κόσμου που αλλάζει με φρενήρεις ρυθμούς. Έμποροι, επαναστάτες, κρατικοί αξιωματούχοι, τυχοδιώκτες, μοιραίες γυναίκες, φασίστες, κομμουνιστές και μεγαλοβιομήχανοι θα πάρουν μέρος σε όλα τα κρίσιμα παιχνίδια ενός καινούργιου αιώνα, αλλά το βιβλίο, πιστό στους όρους του θεάματος τους οποίους έχει θεσπίσει, δεν θα εστιάσει τόσο στη μεταβολή των συνειδήσεων που είναι συνδεδεμένες με τη μεταιχμιακή εποχή του όσο στη φούρια με την οποία ξεδιπλώνονται οι περιπέτειες όσων θα μπλεχτούν στα δίχτυα της.

 

 

Κρητική βεντέτα. Ιωάννα Καρυστιάνη: Κουστούμι στο χώμα (2001). Μια κρητική βεντέτα που κρατάει από το 1949, ένας αμερικανοτραφής  επιστημονικός ερευνητής και η ακατάλυτη, μαρτυρική για όλους μνήμη του αδικοχαμένου αίματος. Το ισχυρότερο εφόδιο του μυθιστορήματος της Ιωάννας Καρυστιάνη είναι οι δύο κεντρικοί του χαρακτήρες: χαρακτήρες πλασμένοι με στέρεα και ταυτοχρόνως ευφάνταστα υλικά, αλλά και βεβαρημένοι με έντονα πλην απολύτως πειστικά πάθη. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι ήρωες της Καρυστιάνη θα αποκαλύψουν σταδιακά όχι μόνο τη μεγάλη ψυχική τους δύναμη, αλλά και την ικανότητά τους να υπερβούν και εντέλει να επουλώσουν ένα τραύμα το οποίο η τοπική κοινωνία άφησε επί πολλές δεκαετίες ανοιχτό.

 

Κοινωνική συνύπαρξη. Η ιστορία μιας τρομακτικής κοινωνικής συνύπαρξης: από τη μια μεριά οι καλοζωισμένοι αστοί του Ψυχικού, της Φιλοθέης και της Εκάλης και από την άλλη οι κακοπαθημένοι Ευρωπαίοι και Βαλκάνιοι, που αγωνίζονται να επιβιώσουν σε μια ξένη και συχνά εχθρική γι’ αυτούς πόλη. Σκοπός, εντούτοις, του Θανάση Χειμωνά στα Σπασμένα ελληνικά (2001) δεν είναι ούτε η αστυνομική ίντριγκα την οποία, παρεμπιπτόντως, ξέρει να δουλέψει καλά, ούτε η απεικόνιση του κοινωνικού χάσματος το οποίο χωρίζει τους πρωταγωνιστές του. Οι περιπέτειες των τελευταίων εκβάλλουν πάντοτε σε ένα τεράστιο υπαρξιακό κενό, όπου ουδείς μπορεί να παραμείνει αθώος κι απ’ όπου δεν θα προβάλει ποτέ καμία λυτρωτική ή έστω ανακουφιστική διέξοδος.

 

Σπαστικός χλευασμός και νευρωτική περιφρόνηση. Στο μυθιστόρημα Αντιθάλασσα (2002), η αφήγηση κρατάει εμφανή απόσταση από τα δρώμενα, με πρωταγωνιστές τον Άλκη και τη Ρόη, που θα αντιμετωπίσουν τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής τους από τη σκοπιά ενός αμέτοχου αν όχι και παντελώς αδιάφορου παρατηρητή. Η Άντζελα Δημητρακάκη υιοθετεί μια οπτική η οποία οδηγεί σε ένα παράξενο και ανοίκειο εγώ: ένα εγώ το οποίο μολονότι θα απαξιώσει σε βαθμό μηδενισμού τον κόσμο τριγύρω του, θα αποδειχθεί εξαιρετικά ευάλωτο απέναντι στα χτυπήματα που έχει δεχτεί από μέρους του. Πίσω από το φαίνεσθαι της ισοπεδωμένης ματιάς και του ψυχρού αίματος κρύβεται το τραύμα της εγκατάλειψης και της απόρριψης ενώ προκειμένου να αποφύγει το ίδιο εγώ τη συναισθηματική απολέπιση θα χρησιμοποιήσει ως ασπίδες προστασίας τον σπαστικό χλευασμό και τη νευρωτική περιφρόνηση.

 

 

Η λατρεία για τον Μπόρχες. Αχιλλέας Κυριακίδης: Τεχνητές αναπνοές (2003). Ένας συγγραφέας που δεν κρύβει τη λατρεία του για τον Μπόρχες και μια συλλογή διηγημάτων με μικρού μεγέθους κείμενα, που συνδυάζουν την τόλμη της μυθοπλαστικής  φαντασίας με τις στοχαστικές δυνατότητες του δοκιμιακού λόγου.  Παίζοντας όχι μόνο με τον Μπόρχες, αλλά και με τον Όμηρο ή τον Βοκκάκιο, ο Αχιλλέας Κυριακίδης θα δείξει την ικανότητά του να ξεδιπλώνει ιστορίες με ποικίλα μηνύματα και πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης. Όσο για τις πηγές του, θα τις χρησιμοποιήσει με άνεση και χωρίς το παραμικρό σύμπλεγμα αφού οι ελευθερίες που παραχωρεί στον εαυτό του προδίδουν πάραυτα και την απολύτως ελεύθερη περιπλάνηση της γραφής του.

 

Μοντάροντας το ιστορικό παρελθόν. Θωμάς Σκάσσης: Το ρολόι της σκιάς (2004). Ο πρωταγωνιστής του Θωμά Σκάσση είναι ένας μοντέρ του ιστορικού παρελθόντος, που θα επιστρέψει στις αρχές του 19ου αιώνα για να εξιστορήσει τον βίο και την πολιτεία δύο εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων: ενός  κορσικανού αξιωματικού  και ενός γόνου οικογένειας ευγενών από τα Κήθυρα. Τι κάνει τον αφηγητή να σκύψει στα αρχεία και τις πηγές, προσπαθώντας να συγκεντρώσει όσο πιο πολλές πληροφορίες και λεπτομέρειες μπορεί για τα δύο αυτά πρόσωπα; Μα, τι άλλο από την ερημιά και την εγκατάλειψη ενός αφόρητα προγραμματισμένου και τυποποιημένου παρόντος; Σ’ αυτό το παρόν, από το οποίο έχει αποδράσει κάθε προσωπική και συλλογική ελπίδα, ο αφηγητής θα αντιτείνει μιαν εποχή ένθερμης ένταξης και αληθινού δημόσιου πάθους.

 

Βία και πολιτική. Νίκος Κάσδαλης: Επιβολή. Τα κείμενα της βίας (2005). Βία και πολιτική βαδίζουν αξεχώριστα στο έργο του Κάσδαγλη, αλλά η βία πόρρω απέχει από το να ταυτιστεί αποκλειστικά με την κατάχρηση της εξουσίας και με την αυθαιρεσία. Κι αν η κατάχρηση της εξουσίας συνιστά κυριαρχικό στοιχείο της πεζογραφίας του (στον ανά χείρας τόμο την παρακολουθούμε από το 1952 ως το 1998), με τους ανθρώπους της να αναλαμβάνουν σταθερά τον ρόλο του εξολοθρευτή, δεν θα πρέπει, την ίδια ώρα, να παραβλέψουμε πως από τον εσώτερο πυρήνα της πηγάζει μια καθολικότερη ανθρώπινη ορμή, ένα ένστικτο καταστροφής και διάλυσης που μπορεί εύκολα να καταβροχθίσει, σε δεδομένο τόπο και χρόνο, τα πάντα.

 

Η εγκυρότητα της αφήγησης. Γιώργης Γιατρομανωλάκης: Ο παππούς μου και το Κακό (2005). Ένας παππούς από την Κρήτη, που πιστεύει πως είναι μέγας πολιτικός, θα παρακολουθήσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο από τα πρώτα του βήματα στη διακυβέρνηση της Κρήτης του νησιού μέχρι τον θρίαμβο και το τέλος του. Τι κι αν οι διαδρομές των δύο δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ; Αρκεί που ο παππούς έχει τον μεγάλο ηγέτη στον νου του όπου κι αν βρεθεί, σε ό,τι κι αν σκέφτεται ή θέλει να κάνει. Τα πάντα στο βιβλίο του Γιώργη Γατρομανωλάκη τίθενται εν αμφιβόλω, Στο στόχαστρο δεν μπαίνει μόνο το προφανές, που είναι η υπονόμευση του ιστορικού μυθιστορήματος ως παραδεδομένου αφηγηματικού είδους, αλλά και ζητήματα όπως η εγκυρότητα της μυθιστορηματικής αφήγησης και η ρητορική της πολιτικής προόδου.

 

Το άγχος του σεξ. Ελένη Γιαννακάκη: Τα χερουβείμ της μοκέτας (2006). Το σεξ, ένα σεξ αγχωτικό, χωρίς ούτε μια ανακουφιστική ανάσα, σκοτεινό και παντελώς αδιέξοδο, δεν θα χαλάσει απλώς στο τέλος τη ζωή της πρωταγωνίστριας – θα γίνει η μείζων ενοχή και η ανυπέρβλητη προσωπική της κόλαση: μια κόλαση που ανακατωμένη με την υποχονδρία και την εγγενή έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους άλλους, θα της κόψει σύριζα τα φτερά και θα την ακυρώσει δια βίου. Η Ελένη Γιαννακάκη θα μείνει σε μία μόνο ημέρα της ζωής της Μαρίας, βγάζοντας, ωστόσο, από αυτήν ένα μακροσκοπικό σύνολο. Ο μονοήμερος μονόλογος μιας  γυναίκας σε πλήρη διάλυση, ενός όντος από το οποίο έχει αφαιρεθεί και ο τελευταίος ζωτικός πόρος ύπαρξης.

 

Αλάτι στη Νεκρά Θάλασσα. Ιωάννα Μπουραζοπούλου: Τι είδε η γυναίκα του Λοτ (2007). Ένα ορυχείο αλατιού στη Νεκρά Θάλασσα μετά την υπερχείλιση της οποίας η Μεσόγειος έχει αλλάξει ριζικά μορφή. Μια σκοτεινή περιπέτεια με αλληγορικές διαστάσεις για την τύχη της ελευθερίας (ατομικής και συλλογικής) στο μέλλον. Άκρως πυκνή πλοκή, μυστήρια τα οποία διαδέχονται το ένα το άλλο, αλλόκοτα τοπία, δυσοίωνες ανθρώπινες μορφές, ζοφερές πορείες στην έρημο, πολλαπλές ίντριγκες,  συνεχή παιχνίδια εξουσίας, αλλά και  μια πνιγηρή και ταυτοχρόνως βαθιά υποβλητική ατμόσφαιρα.

 

Η γραφή και το παράλογο. Αλεξάνδρα Δεληγιώργη: Μια δική σου ζωή (2008). Παρανοειδείς καταστάσεις, έντονη παρουσία του φανταστικού, αφύσικες διαστάσεις των πραγμάτων και συνεχείς παραβιάσεις των ρεαλιστικών κανόνων: το παράλογο είναι συστατικό στοιχείο των διηγημάτων της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, αλλά δεν αποτελεί αυτοσκοπό – προκύπτει περισσότερο ως αποτέλεσμα της έγνοιας της γραφής να υπενθυμίζει επί μονίμου βάσεως την παρουσία της στον αναγνώστη, καθιστώντας τον απαραίτητο συμμέτοχο και συνένοχο.

 

Το λογοτεχνικό παιχνίδι της αυτοβιογραφίας. Με την Καλοσύνη των ξένων (2008) ο Πέτρος Τατσόπουλος θα εξιστορήσει τη ζωή του, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του για τις προϋποθέσεις τις οποίες δημιούργησαν οι θετοί γονείς του σε ό,τι αφορά τον ενήλικο βίο του. Ένα βαθιά εξομολογητικό μυθιστόρημα, όπου θα παιχτεί κι ένα προχωρημένο λογοτεχνικό παιχνίδι. Καθώς ξετυλίγει τον μίτο της μνήμης του, ο συγγραφέας  ενσωματώνει στην αφήγησή του πλήθος είδη και υλικά. Αυτοβιογραφία, ρεπορτάζ, ταξιδιωτικό ή ιστορικό χρονικό, λογοτεχνία των ντοκουμέντων και κινηματογραφική ή θεατρική κριτική δένουν οργανικά στον μυθιστορηματικό κορμό. Συνδυασμένα με τον μόνιμο σαρκασμό και αυτοσαρκασμό του συγγραφέα, τον  διευκολύνουν να μιλήσει για την υιοθεσία του, χωρίς να αναγκαστεί να καταφύγει στη ρητορική της αυτοσυντριβής και του αυτοοικτιρμού.

 

Βαρύ οικογενειακό χρονικό. Ηλίας Μαγκλίνης: Η ανάκριση (2008). Ένα βαρύ οικογενειακό χρονικό που περνάει μέσα από τον Εμφύλιο και τη δικτατορία των συνταγματαρχών βασισμένο σε έναν έντονα ασθματικό λόγο: λόγος ο οποίος ενισχύεται από τους νευρώδεις και συχνά καθηλωτικούς ρυθμούς της δράσης. Βίαια πρόσωπα και ακραίες καταστάσεις, δύσκολες ψυχικές κληρονομιές, που διαιωνίζονται από γενιά σε γενιά, έντονες συγκρούσεις ανάμεσα στους παλαιότερους και τους νεώτερους. Ξεκινώντας από τον στενό κύκλο της οικογένειας και της ατομικής ψυχολογίας, ο Ηλίας Μαγκλίνης θα κατορθώσει να απεικονίσει με μεγάλη δύναμη εξισορρόπησης τα πάθη μιας κοινωνίας που δεν απαλλάχθηκε παρά σπανίως από τα πάθη και τις ενοχές της.

 

Μαύρο πανηγύρι σκιών. Νίκος Δαββέτας: Η Εβραία νύφη (2009). Ένα ζευγάρι που ετοιμάζεται να περάσει στη μέση ηλικία, ανακινεί μέσω συνεχών αναδρομών τις παρατεταμένες συνέπειες  του Εμφυλίου, συνειδητοποιώντας τη διάχυτη παρουσία τους στη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας. Ο Εμφύλιος είναι για τον Νίκο Δαββέτα ένα μαύρο πανηγύρι σκιών και φαντασμάτων ενώ η Ιστορία αποτελεί για τους πρωταγωνιστές του όχι το πρώτο κινούν αίτιο της συλλογικής μοίρας αλλά ένα άλμα προς την ολοκληρωτική σύγχυση και την απέραντη απροσδιοριστία του σύγχρονου κόσμου. Οι ήρωές του δεν καταρρέουν υπό το βάρος των εγκληματικών στρεβλώσεων της Ιστορίας που πνίγουν τους προγόνους τους, αλλά υπό την πίεση της υπαρξιακής δίνης της δικής τους εποχής.

 

Μακριά από οποιαδήποτε στράτευση. Χρήστος Οικονόμου: Κάτι θα γίνει, θα δεις (2010). Μακριά από οποιαδήποτε λογική  στράτευσης και χάρη σ’ έναν ιδιαιτέρως ευέλικτο και κάθε άλλο παρά δογματικό νατουραλισμό, που θα πλάσει με διογκωμένες λεπτομέρειες τη δραματική μοίρα των ηρώων, χωρίς να σπεύσει να τους αναγάγει στη γενική κοινωνική τους εικόνα, ο Οικονόμου καταφέρνει να κινητοποιήσει έναν χορό προδομένων και ακυρωμένων: ένας χορός που έχει οδηγηθεί στο χείλος του γκρεμού από τις απολύσεις, τη φτώχια και την ανεργία. Στο βιβλίο θα πρωταγωνιστήσει μια πόλη (ο Πειραιάς) η οποία θα αποδειχθεί ο προπομπός των δεινών που θα γνωρίσει η Αθήνα όταν η κρίση θα αρχίσει να δείχνει για τα καλά τα δόντια της.

 

Από το δράμα ταυτότητας στην κωμωδία. Γιάννης Μακριδάκης: Η άλωση της Κωνσταντίας (2011). Η συμφορά που έχει πέσει πάνω στο κεφάλι της Κωσταντίας είναι μεγάλη. Τι ντροπή για μια γυναίκα που πήγε από την Τένεδο στην Πόλη κοριτσάκι, να δει την κόρη της παντρεμένη με Τούρκο του οποίου η μισή καταγωγή είναι ελληνική. Το αφήγημα του Γιάννη Μακριδάκη θα ξεκινήσει ως δράμα ταυτότητας, θα εξελιχθεί σε κωμωδία και θα καταλήξει σε κάτι σαν ανατρεπτικό μυθιστόρημα το οποίο θα τινάξει στον αέρα τόσο την κωμωδία όσο και το δράμα.

 

Πολεμώντας με τις αντιφάσεις. Νίκη Αναστασέα: Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι (2012). Ένα ζευγάρι έχει περιέλθει σε κατάσταση απόγνωσης επειδή η κόρη τους βρίσκεται εδώ και καιρό προφυλακισμένη για έναν φόνο τον οποίο δεν διέπραξε η ίδια αλλά ο φίλος της. Μόνο που εκείνη αρνείται να το επιβεβαιώσει και να καταθέσει εναντίον του, κάνοντας τα πράγματα να περιπλέκονται επικίνδυνα. Παρ’ όλα αυτά, κανένας δεν θα καταλήξει στην καταστροφή. Η Νίκη Αναστασέα θα ανατρέψει τις ζοφερές προσδοκίες που εκτρέφει επί μεγάλο διάστημα η πλοκή και οι ήρωές της θα σωθούν από τον επικείμενο αφανισμό όχι γιατί έτσι θα το θελήσει κάποια υπέρτερη συγκυρία, αλλά επειδή θα χαράξουν τον δρόμο προς την ελευθερία τους με αγόγγυστο αγώνα και πολεμώντας μέχρις εσχάτων τις αντινομίες και τις αντιφάσεις τους.

 

Κίνηση σε δύο χρόνους. Σοφία Νικολαϊδου: Χορεύουν οι ελέφαντες (2012). Η Σοφία Νικολαϊδου θα κινηθεί σε δύο χρόνους (έναν παροντικό κι έναν παρελθοντικό), αλλά η στυφή γεύση που θα προκύψει από την αντίστιξη παρελθόντος και παρόντος δεν θα αλλάξει.Μια κοινωνία που έσπευσε κάποτε να ενταφιάσει μιαν ανεξιχνίαστη δολοφονία και μιαν άδικη καταδίκη (τη δολοφονία του αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ και την καταδίκη του υποτιθέμενου δολοφόνου του, επίσης δημοσιογράφου Γρηγόρη Στακτόπουλου), βιάζεται τώρα να κρύψει κάτω από το χαλί τα οδυνηρά καθημερινά της προβλήματα: από την ακρισία που διδάσκει στα παιδιά η μέση εκπαίδευση (ως προάγγελος της πανεπιστημιακής παιδείας) ώς τα αδιέξοδα στα οποία οδηγούνται κάθε τόσο οι οικογενειακές σχέσεις.

 

Τέκνο του Εμφυλίου χωρίς να τον ζήσει. Έλενα Χουζούρη: Δυο φορές αθώα (2013). Πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο αναλαμβάνει μια γυναίκα  που θα αναγκαστεί να βιώσει μια διπλή εξορία. Τέκνο του Εμφυλίου χωρίς να ζήσει τον Εμφύλιο, κόρη επαναπατρισμένου πολιτικού πρόσφυγα που θα αφήσει την Τασκένδη για να εγκατασταθεί στην Αθήνα, η ηρωίδα θα καταλήξει μια κακέκτυπη ύπαρξη: με ένα σχεδόν απαγορευμένο και ως εξ ορισμού διαγεγραμμένο παρελθόν, αλλά και με ένα εκ των προτέρων διαψευσμένο μέλλον. Η γενιά η οποία ανεβαίνει επί σκηνής στο μυθιστόρημα της Έλενας Χουζούρη Πατρίδα από βαμβάκι (2009) θα πολεμήσει για έναν σπουδαίο σκοπό και θα χάσει τα πάντα. Η γενιά του Δυο φορές αθώα δεν θα πολεμήσει για κανέναν σκοπό, δεν έχει τι ακριβώς να χάσει και θα γνωρίσει μιαν Ελλάδα την οποία δεν θα καταφέρει ούτε να κατανοήσει ούτε να αγαπήσει.

 

Λοξός ρεαλισμός. Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Νοέμβριος (2014). Χάρη σ’ έναν λοξό ρεαλισμό ο οποίος παράγει πλήθος ποιητικές εικόνες χωρίς να γλιστράει ποτέ στον ποιητικισμό, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης μυθοποιεί το περιστασιακό και το τετριμμένο. Εκείνα που κυριαρχούν εδώ είναι το βάρος της συλλογικής μνήμης, που θα αποσπάσει από τα μείζονα γεγονότα λεπτές φέτες ζωής, η αναπόληση της νιότης και των παιδικών χρόνων, που διεκδικούν την περιοχή όπου κινείται η ατομική μνήμη, αλλά και η συνεχής ανησυχία και αναρώτηση γύρω από τις φρικτές κακοτυχίες οι οποίες φωλιάζουν στις πιο αδιόρατες πτυχές της καθημερινότητας. Από τα διηγήματα του βιβλίου, πάντως, δεν θα λείψει κι ένας ύμνος για τη δύναμη της ανθρώπινης ύπαρξης ενώ ο συγγραφέας θα φροντίσει να κάνει λόγο και για τις λυτρωτικές ικανότητες της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

 

Μακριά από την Ιστορία. Χρήστος Χωμενίδης: Νίκη (2014). Η πρωταγωνίστρια, κόρη του ιστορικού στελέχους της Αριστεράς Βασίλη Νεφελούδη, θα συλλάβει την Ιστορία μόνο μέσα από τη θέρμη και την ανοιχτή διάθεση του εγώ της. Η ιστορική της γνώση δεν θα είναι παρά τα αισθήματα ενός παιδιού ή μάλλον ο τρόπος με τον οποίο τα συλλογικά συμβάντα μπορούν να χωρέσουν μέσα στα παιδικά αισθήματα. Παραμένοντας εντός των τειχών μιας οικογένειας που έχει ταυτιστεί με την Ιστορία, η ηρωίδα θα αγωνιστεί να σπάσει την τυραννία της ιστορικής μνήμης – τόσο της δικής της και των γονιών της.

 

Ένα νεύμα για την κρίση. Με τους Δενδρίτες (2015), η Κάλια Παπαδάκη θα εγκαταλείψει την Αθήνα και την Ελλάδα για να μεταφερθεί στις ΗΠΑ και στο Κάμντεν του Νιου Τζέρσεϊ. Εκεί θα παρακολουθήσουμε τη ζωή δύο οικογενειών ελληνικής καταγωγής, αλλά το μυθιστόρημα απευθύνει εμμέσως πλην σαφώς ένα νεύμα  στην παθολογία της ελληνικής κρίσης. Οι ήρωες δεν θα κατορθώσουν να ορθοποδήσουν όσο επικρέμαται επί των κεφαλών τους ο κίνδυνος της συλλογικής ανασφάλειας και της κοινωνικής αποδιάρθρωσης.

 

Υπαρξιακή χοάνη. Η θεματική γραμμή των λογοτεχνικών και κινηματογραφικών παραπομπών του Νίκου Μάντη στους Τυφλούς (2017) ξεκινάει από τη διφυή έννοια της τυφλότητας (σύμβολο της πολιτικής εξαχρείωσης και του ολοκληρωτισμού και ταυτοχρόνως μέσον διάνοιξης νέων διανοητικών οριζόντων) και συνεχίζεται με τη διείσδυση στο εσωτερικό του γήινου φλοιού (σημαντικό μερίδιο εν προκειμένω θα διεκδικήσει και η ιστορία των υπόγειων στοών, διακλαδώσεων και ποταμιών της Αθήνας μαζί με όλη την αστική μυθολογία της). Οι Τυφλοί αποτελούν κάτι περισσότερο από πολιτικό μυθιστόρημα: θυμίζουν υπαρξιακή χοάνη εντός της οποίας οι άνθρωποι αναμιγμένοι και ανακατωμένοι με τους πλέον απροσδόκητους τρόπους αναζητούν επί ματαίω τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική τους ταυτότητα.

 

Ζοφερή Αθήνα και εναλλακτική γαστρονομία. Με το Γίγαντες και φασόλια (2019) ο Τάκης Καμπύλης θα προβάλει την αφήγηση σε ένα ζοφερό (σαν μελλοντολογικό κάδρο) αθηναϊκό τοπίο, με ένα πολιτικό σύστημα στα πρόθυρα της κατάρρευσης το οποίο βάλλεται ποικιλοτρόπως: από τα ρεύματα της μετανάστευσης, από τα fake news και από τα ναρκωτικά. Κι εδώ ο συγγραφέας θα αντιπαραβάλει κάποιες ωραία σχεδιασμένες ουτοπικές διαφυγές, όπως το νησί της Φράξου (από τον Μάγο του Τζον Φόουλς) και η εναλλακτική γαστρονομία του κεντρικού ήρωα.

 

Μαχαίρι στην καρδιά της Αριστεράς. Στον καινούργιο μυθιστορηματικό γύρο για τον Εμφύλιο, στόχος των νεότερων πεζογράφων δεν είναι η  αναβίωση της παλαιάς σύγκρουσης, αλλά ένα είδος προσπάθειας για ίαση του πολύχρονου τραύματος. Παρόλα αυτά, Το χιόνι των Αγράφων (2022) του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη δεν αποτελεί σύνθεση των αριστερών και των δεξιών ευθυνών: είναι, αντίθετα, μαχαίρι στην καρδιά της Αριστεράς εκ των έσω.

 

Μια παρατεταμένη κρίση. Την παρατεταμένη κρίση την οποία αντιμετώπισε το ελληνικό πολιτικό σύστημα όταν το 1922 καράβια με τις πιο διαφορετικές εθνικές σημαίες ξεκίνησαν να μεταφέρουν επί μήνες τους πρόσφυγες προς κάθε γεωγραφικό σημείο της Ελλάδας αποτυπώνει πλαστικά και εις βάθος στον αφηγηματικό του χρόνο το Μάνα πατρίδα, κακιά μητριά (2023) του Γιάννη Σιώτου.

 

Υποτονικός μάρτυρας. Μιλώντας στο Δεν θ’ αργήσω  (2024) της Βασιλικής Πέτσα για το πρωτοφανές δυστύχημα το οποίο σημειώθηκε στις κερκίδες του Χίλσμπορο, τον Απρίλιο του 1989, ο επινοημένος της μάρτυρας θα μείνει αποπροσωποποιημένος και υποτονικός, υποχρεωμένος να προβάλλει τον εαυτό του στον μάταιο αγώνα ενός καναρινιού για ελευθερία εντός και εκτός του κλουβιού του.

 

Ένα είδος ουτοπίας. Στο Κυμύλη ή η νήσος των δυνατοτήτων (2024) ο Άγης Πετάλας συνδυάζει μεταμοντέρνα αφήγηση που εκκινεί από την περίοδο των πρώτων εμπνευστών της ουτοπίας για να φτάσει μέχρι τη σημερινή ελληνική καθημερινότητα, αποφεύγοντας να καταλήξει άχαρο εγκεφαλογράφημα ή βαρετή άσκηση επί χάρτου.

 

Ιστορία της Κύπρου. Την κοινωνική, την πολιτική, την οικονομική, την ταξική, την πολιτισμική ιστορία, καθώς και την ιστορία φύλων της Κύπρου από την αγγλική κυριαρχία της δεκαετίας του 1950 μέχρι και τις ημέρες μας διατρέχει Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ (2025) της Κωνσταντίας Σωτηρίου. Η πολιτική εξουσία των Άγγλων και η οικονομική τους βία εις βάρος των εξαθλιωμένων μισθολογικά Κυπρίων θα συναντηθεί με τις δολοφονίες των μεταναστριών σε μια κοινωνία όπου η γυναίκα δεν κατάφερε να διεκδικήσει ποτέ την αυτονομία της.

 

Ο Ρεμπώ στην Κύπρο. Ο Αρθούρος Ρεμπώ βρέθηκε στην Κύπρο το 1878 ως ακαταμάχητος ποιητής, αλλά και ως εξ επαγγέλματος τυχοδιώκτης. Εκεί θα τον συναντήσει με το Μη γράφετε Αρθούρος (2025) η Νάσια Διονυσίου. Τα χρόνια του Ρεμπώ στο νησί είναι και τα χρόνια των απαρχών της αγγλοκρατίας. Έτσι, ένα μέρος της βιογραφίας του Ρεμπώ, που καλύπτει, παρ’ όλα αυτά, το σύνολο της ζωής του, θα ταυτιστεί με την αγγλική διακυβέρνηση στην Κύπρο, με τη μόνιμη και εκ βαθέων δυσφορία των Βρετανών για Έλληνες και Τούρκους, με την απέχθεια του πρώτου μεγάλου αρμοστή, του Γκάρνετ Γούλσλεϊ, για τη Λευκωσία, όπως και με την έμμονη ιδέα του να χτίσει μια αγροικία στο όρος Τρόοδος, μακριά από τη ζέστη και την καθυστέρηση μιας ανύπαρκτης και παντελώς άσημης πρωτεύουσας.