https://www.youtube.com/watch?v=V63sDkYdw1g
Ποιητές στη σκιά - Δημήτρης Παπαδίτσας
https://www.youtube.com/watch?v=EI3PwSeLqrc
Δημήτρης Παπαδίτσας Χαμηλοφώνως (Boom Bap Mix)
Ο Μιχάλης Γκανάς διαβάζει Δημήτρη Π. Παπαδίτσα - Χαμηλοφώνως
Αχ! Χελιδόνι μου...
Δ. Π. Παπαδίτσας,
«Η περιπέτεια – 2»
Τι με ρωτούν τα καλοκαίρια κάθε χρονιά Κάθε χρονιά που βλασταίνουν όπως άσπρα κλήματα Κι η πίκρα χυμένη στους ασβέστες των σπιτιών Δε με προσέχει
• κι εγώ χωρίς να ’χω προσέξει τους κλώνους Που στρίβουν προς τα επάνω όπως μαστοί εικοσάχρονης γυναίκας Δεν προσέχω τα ύδατα Γιατί έταξα τη ζωή μου Να μην προσέχω πια Ούτε τα μικρά χόρτα που το ανάστημά τους Ξαφνικά κυριαρχεί σε όλη την έκταση ώστε να μην υπάρχουν Αντικείμενα θλίψεων, μαρμάρινοι κύβοι ποτισμένοι με μόχθο Ούτε κουρέλια να ταξιδεύουν από τις κατοικίες του εγκεφάλου Μέχρι τις λυπημένες του αστροφεγγιές Ταξίδευα τις πέτρες από τη μια τσέπη μου στην άλλη Όπως οι έξεις μερικών εξασκούν γοητεία Στον ήσυχο βιοτέχνη ή όπως η φαεινή ιδέα Χωρίς γεωμετρία και χωρίς κορμούς αναπαραγωγής Και το σπουδαίο χωρίς ιστορική ευθύνη Ή όπως αλλιώς ταιριάζει πέφτει και χάνεται στο πάτωμα.
Πηγή : Andro.gr [ https://www.andro.gr/kentrika-themata/summer-poems/2/ ]

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ 21/2
Η ασώματη
1
—Δ. Π. Παπαδίτσας—
Εγώ σου μιλάω με δακτυλιές σολ και μι και λα
ματιάς αφής κι ανάμνησης
φωτιάς και δέντρου
Το νέφος εκεί μας τυλίγει
και μας κόβει στη μέση
μας κόβει απ’ την ανατολή στη δύση
κόβει τη νύχτα των ποδιών και των χεριών
σε αφανισμό φωτισμένο
Αν δεν είναι φως το χέρι σου στα μαλλιά μου
τι είναι;
Το ερώτημα μισανοιγμένο πλέει νυχτιάτικο νούφαρο
που γεννήθηκε μόλις πέθανε
και δεν το φύτεψε το τίποτα
το τίποτα που φύτεψε το τίποτά του στα λυγερά ανηφόρια
της οδύνης
Ο κρατήρας μου καπνίζει
τ’ αναμμένα χέρια σε περπατάνε
Φυτρώνω και φυτρώνεις πέντε και πέντε δέκα δέντρα
κι όλα έχουν γίνει δάσος
που δεν μένει χωρίς φεγγαρόφως
χωρίς πάχνη και μάτια φτερωτών
Δ. Π. Παπαδίτσας, Η ασώματη, Γνώση, 1983
Δ. Π. Παπαδίτσας (1924-1987)
Γεννήθηκε στη Σάμο το 1924.
Σπούδασε Ιατρική. Από νωρίς ασχολήθηκε με την ποίηση.
Στην πρώτη του συλλογή (1943) κινείται στο χώρο ενός μετριοπαθούς υπερρεαλισμού, σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής εκείνης.
Στα νεότερα έργα του πλησιάζει σε μια ποίηση πιο «παραδοσιακή» με λιτότητα και εγκράτεια στο λόγο, που αποκτά έτσι μεγαλύτερη αμεσότητα.
Έργα του:
Το φρέαρ με τις φόρμιγγες (1943), Εντός παρενθέσεως
(α' σειρά 1945· β' σειρά 1949), Η περιπέτεια (1951),
Το παράθυρο (1955), Νυχτερινά (1956), Ουσίες (1959).
Συγκεντρωμένη έκδοση:
Ποίηση 1 (1963). Ποίηση 2 (1975).
Τελευταία του συλλογή:
Δυοειδής λόγος (1980).
Έχει τιμηθεί με το κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1964 και το 1981.
Δημήτρης Παπαδίτσας
| Το λήμμα παραθέτει τις πηγές του αόριστα, χωρίς παραπομπές. |
| Δημήτρης Παπαδίτσας | |
|---|---|
| Γέννηση | 22 Σεπτεμβρίου 1922[1] Σάμος |
| Θάνατος | 22 Απριλίου 1987[1] Αθήνα |
| Εθνικότητα | Έλληνες |
| Χώρα πολιτογράφησης | Ελλάδα |
| Σπουδές | Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών |
| Ιδιότητα | ποιητής, συγγραφέας και ιατρός |
| Είδος τέχνης | ποίηση |
Ο Δημήτρης Π. Παπαδίτσας (Σάμος, 1922 - Αθήνα, 1987) ήταν Έλληνας ιατρός και ποιητής. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου ανακηρύχθηκε διδάκτωρ (1958), μετεκπαιδεύτηκε στο Μόναχο στην Ορθοπεδική και εργάστηκε ως ορθοπεδικός στην Σπάρτη, την Καλαμάτα, την Λέρο, την Πάτμο και την Αθήνα όπου και εργάστηκε σε Ίδρυμα Αναπήρων.
Με μόνο κριτήριο τον τόπο γέννησης, ανθολογείται από τον Ηλία Σιμόπουλο στην «Αιγαιοπελαγίτικη ποιητική ανθολογία» ανάμεσα σε άλλους που η ποίησή τους διαπνέεται, όπως αναφέρει, από το μεσογειακό φως και το ειδυλλιακό και γραφικό τοπίο των νησιών.
Πρωτοεμφανίστηκε στην λογοτεχνία με την ποιητική του συλλογή ''Το φρέαρ με τις φόρμιγγες''.
Οι μελετητές της ποίησης τον κατατάσσουν στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Η κατάταξη αυτή, όπως αναφέρεται στην εισαγωγή των «Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» της Γ΄ Λυκείου, έχει γίνει με βάση τη χρονολογία της γέννησης των ποιητών – μέχρι δηλαδή το 1928 – καθώς και με το ότι πρωτοεμφανίστηκαν στα γράμματα μετά το 1940.
Σύγχρονοί του οι: Τάκης Βαρβιτσιώτης, Άρης Δικταίος,Τάκης Σινόπουλος, Ελένη Βακαλό, Μανόλης Αναγνωστάκης, Μίλτος Σαχτούρης, Νίκος Καρούζος, Τάσος Λειβαδίτης, Λίνα Κάσδαγλη,Έκτωρ Κακναβάτος κ.ά.
ΔΕΣ:https://www.facebook.com/%CE%94%CE%A0%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%82-
ΠΗΓΗ:https://biblionet.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF/?personid=12872

Δ.Π. Παπαδίτσας (1922-1987).
Ο Δημήτρης Παπαδίτσας γεννήθηκε στη Σάμο.
Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός.
Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου το 1958 ανακηρύχτη
κε διδάκτορας.
Τις σπουδές του συνέχισε στο Μόναχο, όπου ειδικεύτηκε στην ορθοπεδι
κή.
Εργάστηκε ως γιατρός σε πολλά μέρη της Ελλάδας.
Το 1976 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και εργάστηκε σε ίδρυμα Αναπήρων.
Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού "Πρώτη Ύλη" (1958-1959) μαζί με τον
Ε. Χ. Γονατά και συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά "Νεανική
Φωνή",
"Νέα Εστία", "Ο Στόχος", "Ευθύνη" κ.α.
Την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματο
ποίησε το 1943 με την ποιητική συλλογή "Το φρέαρ με τις φόρμιγγες".
Στα πρώτα του ποιητικά βήματα ο Παπαδίτσας προσπάθησε να εκφράσει
την αγωνία του για μια αναμόρφωση του κόσμου, μέσα από αντισυμβατι
κές γλωσσικές και θεματικές επιλογές και με επιρροές από το ρεύμα του
υπερρεαλισμού και την αρχαιοελληνική προσωκρατική φιλοσοφία.
Στην πορεία του προς την ωριμότητα οδηγήθηκε προς μια απόπειρα γεφύ
ρωσης του χάσματος ανάμεσα στη γήινη πραγματικότητα και το ποιητικό
σύμπαν, μέσω ενός ενορατικού λόγου και με επιρροές από το ρομαντι
σμό του Hoelderlin.
Από τις ποιητικές συλλογές του αναφέρουμε τη συγκεντρωτική έκδοση
"Ποίηση Ι" (Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, 1963), τον "Δυοειδή λόγο" (Α΄
Κρατικό Βραβείο Ποίησης, 1980), την "Ασώματη" (Βραβείο Ακαδημίας
Αθηνών, 1983) και η συγκεντρωτική έκδοση "Ποίηση" (1997), σε
επιμέλεια Κ.Ε. Τσιρόπουλου.
Εκτός από την ποίηση ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική μετάφραση,
μεταφράζοντας τη συλλογή "Traumkraut" του Ivan Goll, με τίτλο "Ονειρο
χλόη"
(1954, 2002) και, σε συνεργασία με την Ελένη Λαδιά, τους "Ορφικούς ύ
μνους" (1984),
τους "Ομηρικούς ύμνους" (1985) και την ομηρική "Νέκυια" (2004).
Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, φλαμανδικά,
ουγγρικά,
πολωνικά και ρωσικά
.
Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Δημήτρη Παπαδίτσα
βλ. Αλέξανδρος Αργυρίου, "Δημήτρης Παπαδίτσας", στο "Η ελληνική ποίη
ση·
η πρώτη μεταπολεμική γενιά", σ. 104-105, Αθήνα, Σοκόλης, 1982,
Στέλιος Γεράνης, "Παπαδίτσας Δ.", στη "Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεο
ελληνικής
Λογοτεχνίας", τ. 11, Αθήνα, Χάρη Πάτση χ.χ.,
Αλέξης Ζήρας, "Παπαδίτσας Δημήτρης", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξι
κό", τ. 8,
Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Αλέξης Ζήρας, "Παπαδίτσας Δημή
τρης", στο "Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη,
2007, σ. 1703-1704.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

















Ο Ποιητής και η εποχή του
Η πρώτη μεταπολεμική γενιά νεωτερικών ποιητών ακολουθεί αρχικά τα βήματα της γενιάς των νεωτερικών ποιητών του μεσοπολέμου.
Τα βήματα δηλαδή των: Γιώργου Σεφέρη, Ανδρέα Εμπειρίκου, Νικηφόρου Βρεττάκου, Οδυσσέα Ελύτη, Γιάννη Ρίτσου, Γιώργου Θέμελη, Γιώργου Σαραντάρη, Νίκου Εγγονόπουλου και τόσων άλλων, οι οποίοι πρώτοι έσπασαν την παράδοση της προκαθορισμένα συμμετρικής εκφοράς του ποιητικού λόγου και έγραψαν σε ελεύθερο στίχο, όπως γράφει ο Αλέξης Αργυρίου στην «Ανθολογία της Ελληνικής Ποίησης».
Αυτοί λοιπόν οι δεύτεροι χρονολογικά ποιητές δε συνέχισαν απλώς ότι οι πρώτοι είχαν κατακτήσει αλλά πλούτισαν την ποίηση με τα δικά τους στοιχεία, διαμόρφωσαν τη δική τους ποιητική και τελικά διαφοροποιήθηκαν από τους προγενέστερους, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση της εικόνας που έχουμε για τη μοντέρνα ποίηση.
Ιδιαίτερες ποιητικές σχολές δεν διαμορφώθηκαν κατά τη μεταπολεμική περίοδο, γι’ αυτό μπορούμε να μιλάμε για τάσεις όπως η αντιστασιακή ή κοινωνική ποίηση, η υπαρξιακή ή μεταφυσική ποίηση και η νεοϋπερρεαλιστική ποίηση στην οποία κατατάσσεται το έργο του Δ. Παπαδίτσα αφού διακρίνεται καθαρά ή επιρροή από τον Γαλλικό Υπερρεαλισμό.
Στα πρώτα του ποιητικά βήματα ο Παπαδίτσας προσπάθησε να εκφράσει την αγωνία του για μια αναμόρφωση του κόσμου, μέσα από τις αντισυμβατικές γλωσσικές και θεματικές επιλογές και με επιρροές από το ρεύμα του υπερρεαλισμού και την αρχαιοελληνική προσωκρατική φιλοσοφία.
Στην πορεία του προς την ωριμότητα οδηγήθηκε προς μια απόπειρα γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα στην γήινη πραγματικότητα και το ποιητικό σύμπαν, μέσω ενός ενορατικού λόγου και με επιρροές από το ρομαντισμό του Holderlin.
Την κατάταξη μιας τόσο σφαιρικής ποίησης σε καλλιτεχνικά ρεύματα και καθορισμένα καλούπια, η Ελένη Λαδιά θα τη χαρακτηρίσει σκανδαλωδώς άδικη.
Αν και υποθέτει ότι «η αναφορά του ποιητή στον κατάλογο των υπερρεαλιστών γίνεται γιατί ο ίδιος έτυχε να έχει πλούσιο ασυνείδητο και γιατί συμπίπτει χρονικά μαζί τους».
Ο ίδιος ο ποιητής με το πεζό του σημείωμα στην «Εναντιοδρομία» αρνείται την πραγματικότητα των υπερρεαλιστών, «γιατί αυτή στηρίζεται στο όνειρο και στο τυχαίο παιχνίδι της φαντασίας και της σκέψης».
Στο εισαγωγικό του στην «Ποίηση ΙΙ» αναφέρει: «Και δεν εκφράζεται ο ποιητής ονομάζοντας τις συγκινήσεις και τις δονήσεις του, αλλά αφήνει το λόγο του να διαποτιστεί απ’ αυτές. Έτσι ο λόγος από τρόπος και στατικό μέσο έκφρασης, αποχτά δυναμικές ιδιότητες• δεν είναι παρά η ίδια η πορεία της ζωής και του πνεύματος, που σε κάθε στιγμή αυτοδημιουργείται και αυτοαποκαλύπτεται».
Η πρώτη μεταπολεμική γενιά ποιητών, ζει την εφηβεία της στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά και ανδρώνεται στα χρόνια του πολέμου, της κατοχής και του εμφύλιου.
«Είναι η γενιά που αρχίζει την ποιητική της ζωή με μια βιασύνη». Χαρακτηριστικά ερμηνεύει την τάση τους ο Σεφέρης.
«Η κριτική της γενιάς του μεσοπολέμου τους αντιμετώπισε με συγκατάβαση ή προσπάθησε να αποσιωπήσει το έργο τους».
Ελάχιστες αναφορές και συνολικές κριτικές θεωρήσεις έχουμε μέχρι και σήμερα, παρότι δεν λείπουν από τη γενιά αυτή ποιητές κάποιου αναστήματος.
«Η ποίηση αποτελεί, γι’ αυτούς, άλλοτε καταφύγιο κι άλλοτε μέσο για να δηλωθεί η άρνηση προς μια νόθα και βρώμικη πραγματικότητα. Είτε εμπνεόμενοι από τους κοινωνικούς αγώνες, είτε θέτοντας μεταφυσικές ανησυχίες• με φανατισμό ή ανεπηρέαστοι από τις ιδεολογικές διαμάχες• οι περισσότεροι ποιητές αυτής της γενιάς χρησιμοποίησαν τη γλώσσα ως μέσο για να εκφράσουν τη γύρω τους πραγματικότητα», γράφει ο Αλέξανδρος Αργυρίου.
Ο Παπαδίτσας γράφει για την ποίηση στο «Ως δι' εσόπτρου»:
«Η ποίηση είναι η αυθεντικότερη γλώσσα, δηλαδή νηπιακή γλώσσα, όπου το πράγμα, η έκφρασή του, η ονομασία του, η περιγραφή του, ο ήχος του, η μνημιακή του ανάκληση, όλα μαζί είναι ένα. (μνημιακή ανάκληση: μια ολόκληρη διαδικασία για να ξαναμπούμε στον εαυτό μας που γνωρίζει).
Κάθε ποιητής μιλάει σαν νήπιο, δηλαδή ακατανόητα για κείνους που έχουν ξεχάσει την πρώτη τους, την πιο αληθινή γλώσσα».
Ο Ποιητής και το έργο του
«Η ποίησή του», αναφέρει η Ελένη Λαδιά, «μαγεύει παράξενα με τη γλωσσοπλαστική της δύναμη και τη θαυματουργή ηχητική της, που είναι ανεξάρτητη, εν πολλοίς, από την κατανόηση ή όχι του περιεχομένου».
Ο «επουράνιος αυτός αντίλαλος», διαφαίνεται νωρίς και μας προϊδεάζει για «μια ποίηση που γυρεύει το ίδιο της το βάθος και πάσχει ανιχνεύουσα να απεικονίσει την ουσία της φύσης στην αιώνια ροή της», μια ποίηση που δεν μπορεί να «υπακούσει σε πρότυπα και καλλιτεχνικούς κανόνες».
Από τον τίτλο διαφαίνεται μια πρώτη ελπίδα συγγένειας με την αρχαία Ελλάδα και η αρχή μιας ποιητικής σχέσης διαλεκτικής που θα τελειώσει με το θάνατο του ποιητή. «Η αρχαία Ελλάδα πάντα κυοφορείται μέσα στο παροντικό όραμα του Παπαδίτσα» λέει η Ελένη Λαδιά στο βιβλίο της «Ποιητές και αρχαία Ελλάδα», «όχι με τη μορφή της Σικελιανικής μεγαλοστομίας, μήτε με τη Σεφερική μορφή κάποιας οδυνηρής μνήμης, που πάνω της μετριέται το πενιχρό παρόν. Στην ποίησή του η αρχαία Ελλάδα είναι ένας ζων οργανισμός. Η αγάπη του γι' αυτήν δεν είναι μονόπλευρη, η σχέση είναι κάθε φορά και άλλη, ποικίλη, όπως ποικίλες είναι οι εκδηλώσεις του ζωντανού».
Στους δύο αυτούς τελευταίους στίχους μπορούμε να παρατηρήσουμε τη συμπύκνωση στο λόγο του ποιητή. Η αφοριστική ποίησή του όπως αναφέρει η Ελένη Λαδιά «επιφανειακά παρουσιάζει μια αδυναμία σύνθεσης ή ολοκλήρωσης, με την έννοια που δίνουμε στις συνθέσεις όπως Ο Αλαφροΐσκιωτος του Σικελιανού λόγου χάρη ή ο Δωδεκάλογος του Γύφτου του Παλαμά […] Αυτό που βασικά φαίνεται να τον ενδιαφέρει είναι η υποδήλωση εκείνου του στοιχείου που κυοφορείται σ’ όλες τις εποχές και που εκφράζεται μονάχα περιγραφικά ή καλύτερα ανέκφραστα […] Πιο παραστατικά, σημασία για την αφοριστική σκέψη έχει η ουσία της άμμου λόγου χάρη παρά η άμμος σαν χρησιμοποιούμενο υλικό, για να φτιάξεις οικίσκους ή μεσαιωνικούς πύργους, που άλλωστε αλλάζουν με τις αισθητικές των εποχών. Η ανώτερη εκφραστική αυτής της αφοριστικής σκέψης, που κύριο εκπρόσωπό της έχουμε την ποίηση του Παπαδίτσα, είναι η συμπύκνωση».
Συμπύκνωση, όχι με την έννοια της αφαίρεσης αλλά με την έννοια της δεύτερης σκέψης ως αποτέλεσμα ποιοτικής επεξεργασίας. Θα κατανοήσουμε την έννοια της συμπύκνωσης αν τη μελετήσουμε ως βαθύτατο συστατικό της ανομοιοκατάληκτης παραδοσιακής ποίησης -του βουνίσιου δηλαδή τραγουδιού- ή της Κρητικής Μαντινάδας, προϊόντων βαθιάς και πολλαπλής ποιοτικής επεξεργασίας που ο χρόνος και η λαϊκή σοφία παρήγαγαν.
Στο δοκίμιό του «Σκέψεις για τη γλώσσα και τη γλώσσα μου» ο Παπαδίτσας, σχεδόν αξιωματικά, αναφέρει: «Ένας ποιητής, ό,τι έχει να πει το λέει με την ποίησή του. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν το λέει αλλά το δείχνει. Η ποιητική γλώσσα είναι συγχρόνως νόηση, εικόνα, ψυχικός αναπαλμός, αυτόματη αντίληψη, αισθητηριακή ή αισθητική ανάπλαση του γεγονότος, παρών χρόνος διαστελλόμενος ή συστελλόμενος μέσα σε μια διάρκεια χωρίς πέρατα».
Διακρίσεις
Τιμήθηκε δύο φορές με το 1ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 1964 (για τη συλλογή «Ποιήματα Ι (1941-1963)») και το 1981 (για τη συλλογή «Δυοειδής λόγος») και με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Ουράνη) το 1984 για το σύνολο του έργου του.
Το 1985 τιμήθηκε με μετάλλιο από το Δήμο Νίκαιας.
Υπήρξε μέλος της Επιτροπής Απονομής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων (1974) και της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Εκτός του ποιητικού έργου του μετέφρασε το έργο "Traumkraut" του Y. Goll από τα γερμανικά, δίνοντάς του τον τίτλο «Ονειροχλόη» (1958-59). Επίσης, από κοινού με την Ελένη Λαδιά, το 1961 τους «Ορφικούς Ύμνους» (1984), τους «Ομηρικούς Ύμνους» (1985) και την ομηρική «Νέκυια» (2004).
Συνεργασίες
Συνεργάστηκε με περιοδικά («Νέα Εστία», «Γράμματα και Τέχνες», «Νεανική Φωνή», «Ό Στόχος» και «Ευθύνη») και εφημερίδες, δημοσιεύοντας κείμενα για την ποίηση και κριτικές. Υπήρξε, μαζί με τον Επαμεινώνδα Γονατά, συνεκδότης της περιοδικής έκδοσης «Πρώτη Ύλη» την περίοδο 1958-1959.
Πολλά ποιήματα του Παπαδίτσα έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες όπως αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, φλαμανδικά, ουγγρικά, πολωνικά και ρωσικά. Πολύτιμος καρπός της φιλίας και της συνεργασίας τους οι επιστολές του Δ. Π. Παπαδίτσα (γραμμένες κυρίως από την Πάτμο και τη Λέρο το 1962-1963) οι οποίες συγκεντρώθηκαν το 2000 από τον Χρήστο Αστερίου και εκδόθηκαν υπό τον τίτλο: «Να μου γράφεις έστω και βαδίζοντας».
Σ' αυτές τις επιστολές περιλαμβάνεται, νωπό ακόμη, το πρόχειρο σχεδίασμα των πρώτων στίχων και το χρονικό της ολοκλήρωσης του «Εν Πάτμω», μιας από τις σημαντικότερες συνθέσεις του Παπαδίτσα.
Έργα
Ποίηση
- Το φρέαρ με τις φόρμιγγες Αθήνα (1943)
- Εντός παρενθέσεως Ι (1945)
- Εντός παρενθέσεως ΙΙ (1949)
- Η περιπέτεια. Σχέδιο για ελεύθερη σύνθεση (1951)
- Η περιπέτεια (1953)
- Το παράθυρο (1955)
- Νυχτερινά Αθήνα(1956)
- Ουσίες Α΄ Αθήνα Πρώτη ύλη (1959)
- Ουσίες Β΄ Αθάνα Πρώτη Ύλη (1961)
- Ποίηση 1 1941-1961 (1963, συγκεντρωτική έκδοση Ά Κρατικό βραβείο ποίησης το 1942)
- Εν Πάτμω Αθήνα Πρώτη ύλη (1964)
- Εν Πάτμω και δύο ερμηνείες Αθήνα Πρώτη ύλη (1966)
- Όπως ο Ενδυμίων ποιήματα Αθήνα Πρώτη ύλη (1970)
- Διάρκεια και ενδεκάτη παραλλαγή Αθήνα Οί εκδόσεις των φίλων (1972)
- Ποίηση 2 1964-1974 (1974, συγκεντρωτική έκδοση Αθήνα Οί εκδόσεις των φίλων) (1974)
- Εναντιοδρομία Αθήνα Οί εκδόσεις των φίλων (1977)
- Δυοειδής λόγος [Ά Κρατικό βραβείο ποίησης το 1981 Αθήνα Οί εκδόσεις των φίλων ] (1980)
- Η Ασώματη [Ά Κρατικό βραβείο της Ακαδημίας των Αθηνών το 1984 Αθήνα Γνώση] (1983)
- Το προεόρτιον [Αθήνα Στιγμή] (1986)
- Ποίηση [Αθήνα Ατρολάβος/Ευθύνη] (1997)
Μελέτες
- Ως δι’ εσόπτρου [σκέψεις και αποσπάσματα-σχεδιάσματα-απαντήσεις Αθήνα Imago/Στοχασμός] (1983)
- Να μου γράφεις έστω και βαδίζοντας [επιστολές] (1984)
Μεταφράσεις
- Yvan. Goll "Traumkraut" (1959)
- Ορφικοί ύμνοι (1984)
- Ομηρικοί ύμνοι (1985)
- Ομηρικοί Νέκυια (2004)
Βιβλιογραφία
- Δ. Π. Παπαδίτσα, «Εν Πάτμω», Πρώτη Ύλη, Αθήνα 1964.
- Δ. Π. Παπαδίτσα, «Ποίηση», Μέγας Αστρολάβος / Ευθύνη, Αθήνα 1997.
- Δ. Π. Παπαδίτσα, «Ως δι εσόπτρου», Αστρολάβος / Ευθύνη, Αθήνα 1989.
- Δ. Π. Παπαδίτσα, Να μου γράφεις έστω και βαδίζοντας, Πατάκης, Αθήνα 2000.
- Ελένη Λαδιά, Ο Αγαπημένος του Όντος, IMAGO, Αθήνα 1984.
- Ελένη Λαδιά, Ποιητές και Αρχαία Ελλάδα, Οι Εκδόσεις Των Φίλων, Αθήνα 1983.
- Ελένη Λιντζαροπούλου, Δ. Π. Παπαδίτσας «Εν Πάτμω», Θρησκευτικό συναίσθημα και Αποκαλυπτικό μήνυμα, Αθήνα 2006.
- Ανδρέας Καραντώνης, «Προσωπικό με την ποίηση του Δ. Π. Παπαδίτσα», Γνώση, Αθήνα 1981.
- Αλέξανδρος Αργυρίου, Η Ελληνική Ποίηση, Σόκολης, Αθήνα 1985
- Ηλίας Σιμόπουλος, Αιγαιοπελαγίτικη Ποιητική Ανθολογία, Σύνδεσμος Ελλήνων Λογοτεχνών, Αθήνα 1974
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ, Δ. Π.
Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ
«Και τ’ όνειρό μου ο στέφανος» [1984]
Δ. Π. Παπαδίτσας. 1986. Το Προεόρτιον. Αθήνα: Στιγμή. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Δ. Π. Παπαδίτσας. 1997. Ποίηση. Αθήνα: Μέγας Αστρολάβος-Ευθύνη.
Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ
«Λαβύρινθος» [1986]
Δ. Π. Παπαδίτσας. 1987. Τα Κατάλοιπα. Αθήνα: Ανέκδοτη συλλογή. Στον συγκεντρωτικό τόμο: Δ. Π. Παπαδίτσας. 1997. Ποίηση. Αθήνα: Μέγας Αστρολάβος-Ευθύνη.
Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ
«Όπως ο Ενδυμίων» [1970]
Δ. Π. Παπαδίτσας. 1970. Όπως ο Ενδυμίων. Αθήνα: Πρώτη Ύλη. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Δ. Π. Παπαδίτσας. 1997. Ποίηση. Αθήνα: Μέγας Αστρολάβος-Ευθύνη.
Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ
«Σκάμανδρος» [1987]
Δ. Π. Παπαδίτσας. 1987. Τα Κατάλοιπα. Αθήνα: Ανέκδοτη συλλογή. Στον συγκεντρωτικό τόμο: Δ. Π. Παπαδίτσας. 1997. Ποίηση. Αθήνα: Μέγας Αστρολάβος-Ευθύνη.
Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ
«Το πράο σκοτάδι — είπα» [1984]
Δ. Π. Παπαδίτσας. 1986. Το Προεόρτιον. Αθήνα: Στιγμή. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Δ. Π. Παπαδίτσας. 1997. Ποίηση. Αθήνα: Μέγας Αστρολάβος-Ευθύνη.
Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ
«Υιός Οιάγρου» [1984]
Δ. Π. Παπαδίτσας. 1986. Το προεόρτιον. Αθήνα: Στιγμή. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Δ. Π. Παπαδίτσας. 1997. Ποίηση. Αθήνα: Μέγας Αστρολάβος-Ευθύνη.
Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ
«Φαινόμενα 1» [1981]
Δ. Π. Παπαδίτσας. 1983. Η Ασώματη. Αθήνα: Γνώση.
Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Δ. Π. Παπαδίτσας. 1997. Ποίηση. Αθήνα: Μέγας Αστρολάβος-Ευθύνη.
\\
[5 ΧΑΜΗΛΟΦΩΝA ΠΟΙΗΜΑΤΑ] Του Δ.Π. Παπαδίτσα
[ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ III]
Γιατί ἔχω μέσα μου ἕνα νεκρό πουλί κι ἐσύ τό λυπᾶσαι
Γιατί μοῦ κρατάς τά χέρια καί τά δικά σου χέρια τά ‘χω κρυμμένα στόν ὕπνο μου
Γιατί τό σῶμα σου μοιάζει μέ ὄνειρο πού ἀκολουθεῖ τις πράξεις μου ὅλη τή μέρα
Καί λίγο λίγο μοῦ ἔρχεται στή μνήμη
Γιατί μοῦ λές γιά τήν ἀγάπη
Μοῦ λές πῶς ἀποχαιρετιόνται δυό κι ἀφἠνουν τήν ἀγάπη μόνη
Σάν το μαργαριτάρι ἔξω ἀπ’ τό στρείδι του
Γιατί μοῦ λές πολλές φορές γιά τήν ἀγάπη ὅτι εἶναι σύμπτωση
Γι’ αὐτό σ’ ἀγαπώ
Γιατί σ’ ἀγκαλιάζω καί σέ μυρίζω ὅπως ἀρνί πού ὀσφραίνεται τό χόρτο
Γιατί δέχομαι τή φωνή σου σά νά ‘ναι σπόρος
Κι ἐγώ σά νά ‘μαι φρέσκο χώμα
Γιατί σ’ ἀγκαλιάζω πάντα κι ἀπέναντί μας μιά μέρα σημαδεύει τήν ἀγάπη μας
Ὅπως ἐμένα κάποτε πού με πρυροβολοῦσε ἡ νύχτα
Γιατί σέ βλέπω σάν πηλό καί θέλω νά σοῦ δώσω τό σχῆμα τῆς ἀγωνίας μου
Κι ὕστερα πάλι νά σέ ξαναπλάσω
Γι’ αὐτό σ’ ἀγαπῶ
Γιατί εἶσαι ἡ ἀγωνία μου
Γιατί μές στόν καιρό εἶσαι ἡ ἐλπίδα ὅπως ἡ γλύκα στοῦ καρποῦ τά βάθη
Ὅπως τά δακρυσμένα μάτια τήν ὥρα πού φεύγουμε
Γιατί εἶσαι ἡ καρδιά μου πού χτυπάει μουσικά ὅταν ἐγγίζω καί τα νύχια σου
Πού εἶναι στό δέρμα μου σά σκορπισμένα λουλούδια σέ νερό
Γιατί εἶσαι τό τραγούδι μου πού λέω τ’ ἀπογεύματα
Γι’ αὐτό σ’ αγαπῶ.
[Το δέντρο]
Αυτό το δέντρο είναι τα μαλλιά σου νομίζω
Που από καιρό μέσα μου
Έγιναν φωλιές
Με αυγά πουλιών
Ερπετών
Νυχτών
Είναι το χέρι μου
Που χρόνια μπαινοβγαίνει εντός σου
Ή και σε σφίγγει και σου βγάζει το κουκούτσι
Είναι η ματιά μου που σαν κλωστή
Μαύρη κίτρινη πράσινη κόκκινη – όχι γαλάζια
Κεντάει στα πόδια σου
Σκηνές ιστορικών μαχών
Οι ρίζες του είναι
Αυτοκτονίες νέων
Όχι γι αστείες υποθέσεις
Αλλά γιατί
Κάποτε οι Σουλτάνοι αποκοιμήθηκαν πλάι τους
Και μόνο τα φύλλα αυτού του δέντρου
Είναι όπως τα ξέρουν όλοι
Και πιο πολύ οι βοτανολόγοι
Που ξέρουν τη χημεία της χλωροφύλλης.
[Νυχτερινά]
της Magali, της ΤατιάναΙ
Ν’ ακούς πάντα
Ν’ ακούς το μεγάλωμα της νύχτας
Ν’ ακούς των χεριών τον ψαλμό το ξεκόλλημα της πέτρας απ’ τον τοίχο
Ν’ ακούς το φυτό που τρίζει το πρωί, το μεγάλωμα της νύχτας στο δέρμα
Ν’ ακούς τον αγέρα στων πουλιών τα κόκαλα
Ν’ ακούς του πουλιού το δρόμο την αγάπη του σπιτιού του νερού το φως
Ν’ ακούς των ματιών τη δόνηση καθώς απ’ τον ορίζοντα γυρίζουν
Και ακινητούν σ’ άλλων ματιών την αιώρα
Ν’ ακούς της φωτιάς τον πανικό, του ζώου το θρήνο
Το άχυρο που καίγεται στον ήλιο
Τον ήλιο ν’ ακούς που δέρνεται απ’ το φέγγος της σταγόνας
Ν’ ακούς του άστρου το χρώμα
Ν’ ακούς του άστρου την ευωδιά που ο κόσμος την ανάσανε κι έγινε περιβόλι
Ν’ ακούς στην ερημιά το χοροπηδητό της ρίζας
Ν’ ακούς μες στους θορύβους το ψιθύρισμα του νου που τον καρφώνουμε στον τοίχο
Ν’ ακούς τα μαλλιά τα φρύδια το μέτωπο και τη θλίψη τους
Όπως όταν ακούμε στο μυαλό μαχαίρια ν’ ακονίζονται
Ν’ ακούς τα χέρια ή τις παρειές που είναι μες στα χέρια ζεστές και τρέμουν
Ν’ ακούς την τουφεκιά που αστοχεί όμως που κόβει στα δυο τα πάντα
Κι ύστερα ο ύπνος πάλι τα ενώνει
Ν’ ακούς της χαραμάδας την οδύνη που ευρύνεται να πεταχτεί ο Θεός
Ν’ ακούς το Θεό μες στο φόνο σαν το φλουρί στη νύχτα
Σαν την αστραπή πάνω στο φλουρί
Την καρδιά ν’ ακούς
Ν’ ακούς τον ουρανό που σαλεύει στου εμβρύου τον ύπνο
Την καρδιά ν’ ακούς που γεμίζει τον κόσμο παιδιά κι άλλα φεγγάρια
Ν’ ακούς στο χώμα το άλογο, στο χώμα το σκάψιμο, την πληγή του νερού
Το τρίψιμο του αλόγου στον αέρα
Ν’ ακούς πάντα.
IV
Από πού έρχεται η νύχτα; πως μπορεί και μπαίνει μες στα δέντρα
Σαν τη βροχή στο χώμα; Εσύ που είσαι δίπλα μου
Και δεν μπορώ να σ’ αφήσω και να φύγω διότι
Η ψυχή μου είναι σκελετός πουλιού που βρέθηκε εντός σου
Κοίτα με. Μήπως δεν μπορείς βλέποντας με να με στεγνώσεις
Σαν να ‘μαι ένα βρεμένο ρούχο κι εσύ το μεσημέρι;
Πώς να φύγεις; η βροχή σε καρφώνει πάνω μου με χιλιάδες καρφιά
Έγινα εκείνο που θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή
Είμαι κι ο αγέρας όταν είσαι φωτιά.
VI
Αν διψάσεις εγώ θα σου γίνω νερό
Σε μένα θα σκύψει το στόμα σου εμένα θα ευχαριστήσεις
Σε μένα θα δώσεις τη γδύμνια σου
Εσύ η ρίζα από μένα το υγρό χώμα θα περιβληθείς
Κι ο κόσμος θ’ ακούσει τη χαρούμενη κραυγή σου
Εσύ θ’ απλώσεις αποφυάδες στο κορμί μου
Που από μέσα θα με πονούν διασχίζοντας με
Κι ας με πονούν, η χαρούμενη κραυγή σου με φέρνει στη θάλασσα
Με πάει πιο μακριά με ξυπνάει πάνω σε χορτάρια
Οδηγεί τα χέρια μου, τα θρυμματίζει σε άπειρες μικρές φωτιές
Που η φεγγοβολή τους μεγαλύνει την ψυχή του πλησίον
Αν νυστάξεις εγώ θα σου γίνω μαλακό κρεβάτι να κοιμηθείς
Κι από κάθε της καρδιά μου χτύπο θα πετιέται
Κι ένα όνειρο. Το πρωί εγώ θα ‘μαι τα παιδιά
Που θα τους λες τα όνειρα
Εγώ θα ‘μαι η χαρά τους να σ’ ακούν και να σε βλέπουν
Να σ’ αγγίζουν με των ματιών τους το μυστήριο
Και να σ’ αφήνουν ύστερα μ’ έναν τρόπο σαν τα πουλιά
Αν κρυώνεις εγώ θα σου γίνω το ένδυμα
Κι αν ήμουν ως τώρα κρύος αγέρας θα το ξεχάσω
Θα γίνω η γλυκιά φωτιά σ’ όσους κρυώνουν
Αχ τα κρύα χέρια των ανθρώπων κι η φωτιά
Αν πεινάσεις εγώ θα ‘μαι το ψωμί
Το ξεχασμένο στη σκοτεινιά του ντουλαπιού
Θέ μου η ψυχή του πεινασμένου
Φωτίζει πάντα ένα ψωμί.
[Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ]
VII
Στον Μανόλη Αναγνωστάκη
Το ν’ ακούει κανείς το πρωί τη βιασύνη των πουλιών
Το να ψάχνει στα μάτια των άλλων να βρει λίγα τοπία
Το να αισθάνεσαι αλλιώτικος μετά από γλέντι όταν μένεις μόνος
Και παίζεις με την έχτρα και τη φιλία του εαυτού σου
Αυτό σημαίνει κίνδυνο
Σημαίνει αναγωγή της λύπης στη μονάδα
Έτσι λοιπόν ξανά σε θυμήθηκα
Ταίριαξα τη γραμμή του ώμου σου με την πιο χαρούμενη μέρα μου
Τα μάτια σου δε μ’ άφηναν να ησυχάσω
Κι από πού δε μου έρχονταν
Απ’ τη βροχή
Απ’ τ’ αμπέλια
Από τα κουρασμένα χέρια της χωριάτισσας
Κι από μένα τον ίδιο
Σε θυμόμουν και σε είχα στη μνήμη μου
Όπως ένα κομμάτι ζάχαρη στο νερό.
[ΑΠ’ ΤΟ ΑΝΤΡΟ]
Α, νά βγω απ’ την ψυχή μου κρύος αγέρας
πετρόζωστος αγέρας σε άφωτο άντρο
ή νά βγω απ’ την ψυχή μου άναρθρος ήχος
στου φεγγαριού το αργυροδίνητο έλος
ν’ αστράψω, δίχως
να πέσει πάνω μου ηλιαχτίδα ή αστροπελέκι
που να με λιώσει και να λάμψω
στην άζωη διαδρομή μου πεφταστέρι.
Α, νά βγω απ’ την ψυχή μου άναρθρος ήχος
θεόπνοο αγέρι
θα ΄ταν σαν να το ρούφαα το άσπρο φως σου
που μου μηνούσε απ’ τα φαράγγια του άδη.
Το άσπρο σου φως απόν και παρουσία
του ερωτικού σπασμού, κι εντός σου
ως αναρίγησα στο πρώτο μου σκοτάδι
με τάισες πάμφωτη αμβροσία.
Ρίγος μου πρώτο και πηγή μου αρχαία
και ρίζα μου εξεδίψαστη που οδεύει,
των κυττάρων μου ασίγαστη μανία
δώσε όνομα καινούριο στα εκμαγεία
που μ’ επαναλαμβάνουνε στα ερέβη
κρυφή αρμονία
artworks : Matthieu Bourel
https://www.youtube.com/watch?v=V63sDkYdw1g
Ποιητές στη σκιά - Δημήτρης Παπαδίτσας




One Response To “[5 ΧΑΜΗΛΟΦΩΝA ΠΟΙΗΜΑΤΑ] Του Δ.Π. Παπαδίτσα”
Χαμηλοφώνως", Δ.Π. Παπαδίτσας - Του Νίκου Λάζαρη
ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΩΣ
Διότι είσαι το πρώτο εφετεινό χελιδόνι που μπήκε απ' τοφεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν
κατόπιν όλα τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμης τής θάλασσας όπου το κύμα
Κόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα τους
φαγώθηκε από παράσιτα
Κι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δάχτυλά μου όπως περνάει
ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
και κοιμάσαι
Και ξυπνάς πότε- πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα
και θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
είμαστε μαζί
Κι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει
τα δέντρα
Όπως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά τής Βάρκιζας
Κι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μας ακολουθούσαν
Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια
τού νερού και λέω: να το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
απ' το κόκκινο- σαν τα μάτια τού μπεκρή- λυκόφως
Και είπαμε να το ριζικό να οι αγάπες βγήκαν στους
δρόμους για τον επιούσιο
Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Να' ρχονται και να χάνονται
Γι' αυτό σ' αγαπώ
Κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Είσαι κείνο που γλίτωσε απ' τα σκάγια
Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Είναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι ' αυτό σ' αγαπώ.
Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Ίσως κανένα από αυτά τα αινίγματα δεν προκαλεί τόσο έντονα την απορία
Δ. Π. Παπαδίτσας, Σπουδή νησιού
Νησί ολομόναχο νησί της λήθης άγαλμα
Νησί μες στου νοτιά τ’ αλάτια
Αγριοπερίστερα κι αφροί μέλι δροσάτο
Από πού θα ’ρθεις; οι βυθοί σε σφάζουν από κάτω
Και στήνουν το καρτέρι τους στα μάτια
.
Νησί ολομόναχο νησί να ’ναι από πέτρα ο νους
Να ’ναι από αλάτι όλα μας τα μέλη;
Τι να γυρεύει ο έρωτας στους ουρανούς
Και τι γυρεύει η νιότη μας και θέλει
Από νησιά κι από ερημιές το μέλι;
.
Δ. Π. Παπαδίτσας, Σπουδή νησιού, ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη, Εστία 1977
Πίνακας: Μιχάλης Οικονόμου
.
Δ. Π. Παπαδίτσας, Ερμηνεία πρώτη
.
ΙΙ.
Γιατί το άλογο το καθρεφτίζεις σε κρύσταλλα οράσεως;
Γιατί του ορμέμφυτου το ξίφος το σπάζουν αστραπές;
.
Τα κρύα βράδια γύρεψαν το πρόσωπό σου
Η σκοτεινιά της πέτρας έγινε σκοτεινιά σου
Κι όταν δε βλέπεις ούτε και το χέρι σου
Δε βλέπεις του ματιού σου το καθρέφτισμα
Ακούς το χέρι και το μάτι σου κελαηδιστή βροχή
Πάνω σε δέντρο που μετράει πυθμένες αέρος
.
Σε θαύμασα ώρα που χωρίζεις τα δυο πρόσωπα
Και τους μοιράζεις κρίνα αθώας θάλασσας
Να γίνουν ένα
.
Ποιος κεραυνός θα σε γεννοβολήσει για να πεις
Μέσα από χίλια τραύματα: υπάρχεις
Ναι υπάρχεις φαρμακερό ξίφος πίσω απ’ τη μήνιγγα
Υπάρχεις ναι υπάρχεις νύχτα δολοφονίας στο μάτι
Που κλαίει που κερδίζει που κλέβει
Που ανεβοκατεβαίνει αψίδες ναών
Θόλους αγάπης
.
Μα τα χειμέρια κρύσταλλα του φεγγαριού
Ω τα χειμέρια κρύσταλλα του φεγγαριού στη γη
Που ξυπνούν το ανοιξιάτικο φίδι στο σκίνο
Που μας οπλίζουν με καθάριο μάτι
Και θερισμοί μέσα στων ήλιων τις καταπακτές
Μας διαμορφώνουν
.
Δυνατέ άνεμε μια φορά να ταπεινωθείς και τότε
Θα δει το φίδι την απελπισία του
Ο δίκαιος την παντοδυναμία του
Το μάτι θα μεθύσει από ιώδες σύμπαν
Το σάπιο χέρι θα χαθεί στο λάκκο του
.
Δ. Π. Παπαδίτσας, Ερμηνεία πρώτη, από τη συλλογή Εν Πάτμω και δύο ερμηνείες, Ανθολογία Ε. Γαραντούδη, Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα.
Αrtwork: Ernest Ludwig Kirchner
Δ. Π. Παπαδίτσας, Πίσω από κάθε πόρτα
.
Υπάρχει ένας τόπος από τραγούδι
Υπάρχουν για τη φωνή μας υποσχέσεις
Όχι από θάνατο ούτε από ρέμβη
.
Χέρια αγαπημένα καθώς ακουμπούν το μέτωπό μας
Βλέμματα που σαλεύουν μέσα μας όπως πουλιά στον ουρανό
Αφήνοντας το ρίγος μιας τωρινής ευτυχίας
.
Αν αύριο μ’ έβρισκες αμίλητο
Στερημένον κι από σκιά δέντρου ακόμα
Στο δέρμα μου θα κάρπιζε ο αλλοτινός καιρός
Θα με πλησίαζες και θα έφευγες με την ανάμνησή μου
.
Να γιατί τα βήματά μου τ’ ακούς σε κάθε σκάλα
Και πίσω από κάθε πόρτα
Στέκομαι χτυπώντας.
.
Δ. Π. Παπαδίτσας, Πίσω από κάθε πόρτα, ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη, Εστία 1977
Πίνακας: Henri Lebasque
.
Δ. Π. Παπαδίτσας, Το παράθυρο [απόσπασμα]
Γιατί έχω μέσα μου ένα νεκρό πουλί και συ το λυπάσαι
γιατί μου κρατάς τα χέρια και τα δικά σου χέρια τα ’χω κρυμμένα στον ύπνο μου
γιατί το σώμα σου μοιάζει με όνειρο που ακολουθεί τις πράξεις μου όλη τη μέρα
και λίγο-λίγο μου έρχεται στη μνήμη
γιατί μου λες για την αγάπη
μου λες πώς αποχαιρετιώνται δυο κι’ αφήνουν την αγάπη μόνη
σαν το μαργαριτάρι έξω από το στρείδι του
γιατί μου λες πολλές φορές για την αγάπη ότι είναι σύμπτωση
γι’ αυτό σ’ αγαπώ
γιατί σ’ αγκαλιάζω και σε μυρίζω όπως αρνί που οσφραίνεται το χόρτο
γιατί δέχομαι τη φωνή σου σαν να ’ναι σπόρος
κι’ εγώ σαν να ’μια φρέσκο χώμα
γιατί σ’ αγκαλιάζω πάντα κι’ απέναντί μας μια μέρα σημαδεύει την αγάπη μας
όπως εμένα κάποτε που με πυροβολούσε η νύχτα
γιατί σε βλέπω σαν πηλό και θέλω να σου δώσω το σχήμα της αγωνίας μου
κι’ ύστερα πάλι να σε ξαναπλάσω
γι’ αυτό σ’ αγαπώ
γιατί είσαι η αγωνία μου […]
.
Δ. Π. Παπαδίτσας, Το παράθυρο, απόσπασμα, ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη, Εστία 1977
Πίνακας: Marc Chagall
Δ. Π. Παπαδίτσας, Το φεγγάρι
.
Δεν σκέφτηκες ότι μια νύχτα κρυφά
Στις μύτες των ποδιών μου
Πήρα όλα τα οστά μας
Και τα βούτηξα – ας μη το μάθουν, σε παρακαλώ
Στο φεγγάρι
.
Τώρα ας τραγουδήσουμε το φεγγάρι
Κανείς δε θα μας πει ότι το περιέχουμε σαν έμβρυο
Η γνωστή ιστορία ότι τα έμβρυα μεγαλώνουν
Και στο τέλος αποχωρίζονται απ’ τις μητέρες τους
Θα επαναληφθεί κι εδώ
Και τότε μ’ έκπληξη οι συγγενείς οι φίλοι κι εμείς οι ίδιοι ακόμα
Θα πηγαίνουμε το φεγγάρι περίπατο
Θα το τραγουδάμε και θα μας τραγουδάει
Θα το ‘χουμε στα χέρια μας
Στο μυαλό μας στη συνήθεια να ξυπνάμε πρωί
Δε γίνεται λόγος για τη σκέψη
Αυτή ανέκαθεν είναι το φεγγάρι
.
Και κάτι άλλο
Αν σε ρωτήσουν να τους πεις το μυστικό
Πες τους ένα ψέμα:
Υπάρχει ένα και μοναδικό φεγγάρι
Αυτό που είναι στον ουρανό
Δ. Π. Παπαδίτσας, Το φεγγάρι, από τη συλλογή Νυχτερινά, Ανθολογία Ε.
Γαραντούδη, Η ελληνική ποίηση του 20ου αιώνα
Πίνακας: Eduard Munch