365 Ποιήματα | Δόξα της Κυριακής - Θωμάς Γκόρπας #66
https://www.youtube.com/watch?v=cgNHxHnqSSI
Θωμάς Γκόρπας :Συνέντευξη στον Αρη Σκιαδόπουλο 1997
Θάνος Ανεστόπουλος - Πληγές (Ποίηση Θωμάς Γκόρπας)
Η ζωή (Θωμάς Γκόρπας & Γιάννης Μαρκόπουλος)
Εποχές - Θωμάς Γκόρπας
Θωμάς Γκόρπας (1935-2003)
http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2710/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_
G-Lykeiou_html-empl/index_a_35_02.html
Γεννήθηκε το 1935 στο Μεσολόγγι.
Έργα του:
Ποίηση:
Σπασμένος καιρός (1957), Παλιές ειδήσεις (1966), Πανόραμα (1975), Στάσεις στο μέλλον (1979) [περιλαμβάνονται οι προηγούμενες ποιητικές συλλογές
και προστίθενται οι συλλογές Ανεξάρτητα, Γιουσουρούμ (1976)
και το πεζό ποίημα Ο μεγάλος δρόμος (1975)], Περνάει ο στρατός (1980).
Άλλα βιβλία: Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα (1981).
Θωμάς Γκόρπας
| Θωμάς Γκόρπας | |
|---|---|
| Γέννηση | 20 Οκτωβρίου 1935 Μεσολόγγι |
| Θάνατος | 1 Απριλίου 2003 Αθήνα[1] |
| Εθνικότητα | Έλληνες |
| Χώρα πολιτογράφησης | Ελλάδα |
| Ιδιότητα | συγγραφέας και ποιητής |
Ο Θωμάς Γκόρπας ήταν Έλληνας ποιητής, δημοσιογράφος και συγγραφέας. Γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1935 στο Μεσολόγγι και πέθανε στην Αθήνα την Πρωταπριλιά του 2003. Από το 1954 έζησε στην Αθήνα, από το 1975 έως το 1980 έζησε στο Παρίσι κι από το 1990 στην Αθήνα και στην Αίγινα . Έκανε πολλά επαγγέλματα πριν και μετά τη δημοσιογραφία (εργάτης, λογιστής, βιβλιοπώλης, εκδότης). Υπήρξε συντάκτης στις εφημερίδες Ανεξάρτητος Τύπος, Μεσημβρινή, Εξπρές, Νέα Πολιτεία και στα περιοδικά Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο, Ρουμελιώτικη Βίγλα, Ο Λογοτέχνης, Η Τέχνη στην Αθήνα, Η Καλλιτεχνική, Μουσικά Θέματα, Πολιτικά Θέματα. Ήταν σύμβουλος έκδοσης της Ποιητικής Αντι-Ανθολογίας του Δημήτρη Ιατρόπουλου. Έγραψε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, για το ρεμπέτικο και τον Καραγκιόζη, δίδαξε σε θεατρική σχολή, στήριξε την πρωτοπορία στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στα εικαστικά, υπερασπίστηκε το λαϊκό τραγούδι. Ασχολήθηκε με τη στήριξη κλασικών έργων, τη συγγραφή προλόγων, εισαγωγών και βιογραφικών, με τη μετάφραση, απόδοση διασκευή και συμπλήρωση έργων. Το 1979 ο Γκόρπας εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπιτ στην Όστια της Ρώμης.
Πρωτοεμφανίστηκε ως ποιητής στο έκτο τεύχος του περιοδικού Ο Λογοτέχνης τον Ιανουάριο του 1957 με το ποίημα «Αθήνα 1956, οδός Αθηνάς». Πρώτη ποιητική συλλογή του ήταν η «πλακέτα» Σπασμένος καιρός του 1957. Οι συλλογές του εκδόθηκαν το 1995 σε ένα συγκεντρωτικό τόμο, σύμφωνα και με το «Σχεδίασμα εργοβιβλιογραφίας» της Άρτεμης Θεοδωρίδου[2]. Τελευταίο βιβλίο του ήταν το 1995 το Ισιδώρα! Ισιδώρα! Ο τραγικός έρωτας της Ντάνκαν με τον ποιητή Γεσένιν. (Όλα τα βιογραφικά στοιχεία που κυκλοφορούν σε βιβλία, περιοδικά ή εφημερίδες, προέρχονται από αυτοβιογραφικά σημειώματα του ποιητή)
Εργογραφία
Ποίηση
- Σπασμένος καιρός, εκδ. «Μινώταυρος», Αθήνα 1957
- Παλιές ειδήσεις, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1966
- Πανόραμα, εκδ. Panderma, Αθήνα 1975
- Στάσεις στο μέλλον, εκδ. «Εγνατία», Θεσσαλονίκη 1979 & 1980, «Πορεία», Αθήνα 1980, «Έξοδος», Αθήνα 1983
- Περνάει ο στρατός..., εκδ. «Πορεία», Αθήνα 1980, «Έξοδος», Αθήνα 1983
- Τα θεάματα, εκδ. «Έξοδος», Αθήνα 1983
- Τα ποιήματα [1957-1983] (Στάσεις στο μέλλον, Περνάει ο στρατός..., Τα θεάματα)
- εκδ. «Γαβριηλίδης», Αθήνα 1995
- «Κέδρος», Αθήνα 2006
- εκδ. «Ποταμός», Αθήνα 2015, 272 σελ., ISBN 978-960-545-058-8
Πεζογραφία
- Ισιδώρα! Ισιδώρα! Ο τραγικός έρωτας της Ντάνκαν με τον ποιητή Γεσένιν (χρονικό), εκδ. «Γαβριηλίδης», Αθήνα 1995, 153 σελ.
Λαογραφία
- Το πανηγύρι τ'Αη Συμιού, με Βησσαρίωνα Γκόρπα, εκδ. «Ζυγός», Αθήνα 1972
Ιστορία λογοτεχνίας
- Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, εισαγωγή-βιογραφικά-ανθολόγηση (1850-1950) δύο τόμοι, εκδ. «Σίσυφος«, Αθήνα 1981
Καλές Τέχνες
- Στέρης, το τραγικό παραμύθι της ζωής και του έργου ενός πρωτοπόρου, 18 κριτικά άρθρα γύρω από μια έκθεση, εκδ. «Πανόραμα», Αθήνα 1982
Ανθολογία
- Το βιβλίο όλων των ημερών. Η πρώτη μου ατζέντα, επιλογή ποιημάτων και κείμενα, εκδ. Δεληθανάση, Αθήνα 1992
Μεταφράσεις
- Georges Jean: Γραφή, η μνήμη των ανθρώπων, σειρά «Ανακαλύψεις Δεληθανάση» (τόμος 5), μετάφραση, σύνθεση και συγγραφή του παραρτήματος με τα «Ελληνικά ντοκουμέντα», εκδ. Δεληθανάση, Αθήνα 1991, 1994, 1998 και πολλές άλλες εκδόσεις
Παραπομπές
- ↑ Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2014.
- ↑ «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Δεκεμβρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 1 Μαρτίου 2012.
Πηγές
- Δοκίμιο: Πάνος Καπώνης «Θωμάς Γκόρπας, ο νυν και αεί ποιητής του σπασμένου καιρού», περιοδικό (δε)κατα, τεύχ. 6, καλοκαίρι 2006
Βιβλιογραφία
- Άρτεμις Θεοδωρίδου: Χρονολόγιο Θωμά Γκόρπα σε τρίτο και σε πρώτο πρόσωπο και Σχεδίασμα εργοβιβλιογραφίας, περιοδικό Μανδραγόρας, «Θωμάς Γκόρπας», αφιέρωμα, τεύχ. 33, Απρίλιος 2005
- Πάνος Καπώνης: Πρόσωπα στην ομίχλη, σελ. 80: «Θωμάς Γκόρπας 1935-2003», εκδόσεις «Απόπειρα», Αθήνα 2012.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
ΓΚΟΡΠΑΣ: ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1957-1983)
ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ, ΠΕΡΝΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ..., ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ
ΓΚΟΡΠΑΣ ΘΩΜΑΣ
Παρουσίαση
"ΘΕΣΗ":Στην άσφαλτο κυλάει το μεσημέρι λαβωμένο.
Όλα σπασμένα.
Σπασμένα γόνατα
λαιμοί
χέρια σπασμένα
σπασμένα συνθήματα
σπασμένες φωνές
σπασμένο τραγούδι
σπασμένο.
Όμως εμείς το περιμένουμε να 'ρθει μέσ' από σημαίες κ' αίματα
τ' αλάβωτο μεσημέρι
μες στο σπασμένο καιρό
που λογαριάζεται κιόλας με το μέλλον.
(Από την έκδοση)
Περιεχόμενα
Θέση
Ανακάλυψη άνθους
Πικρή εποχή
Ένα σπουδαίο αγόρι
Ασήμαντο επεισόδιο
Πως μας κέρδισε μια κοπέλα
Περιστατικό στην οδό Σταδίου
Επίσκεψη
Εκδρομή
Απόφοιτοι Γυμνασίου
Έλλειψη πάγου στη συνοικία
Το πέρασμα της Ελένης ή Το τραγούδι της
Βασιλεύεις εσύ
Ένα στήθος στο τρένο
Δόξα της Κυριακής
Ομόνοια - Άνω Πετράλωνα
Το κορίτσι της ταβέρνας
Ανάμνηση
ΠΑΛΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Απάντηση
Η ποίηση
Τα λαϊκά τραγούδια
Μετά το εγερτήριο
Νυχτερινή έξοδος
Ημιονηγοί
Ο θάνατος του πατέρα
Το βράδι
Πληγές
Ο γιος του πρώην
Εποχή
Η ζωή μας
Αφιερώματα
Αγάπη
Αποχαιρετισμοί
Περίπατος
Εξήγηση αγαπημένης
Φράσεις
Μαγική εικόνα
ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ
(α' δημοσίευση σε περιοδικά και ανθολογίες 1957 - 1970)
Τα χέρια του εργάτη
Το μέλλον σε τολμηρές εικόνες
Λεπτομέρεια
Οικογενειακό τοπίο
Μικρές ομιλίες
Θαλασσινό ελεγείο
Εποχές
Αγριότης έρωτος
ΠΑΝΟΡΑΜΑ
Τραγωδία
Αθυμία έως θανάτου
Και πέραν της Ποιήσεως
Εφευρέσεις
Ποιοι μας αγαπάνε;
Συνάντησις παλαιών φίλων
Η καρδιά μας
Αναπόληση
Το λάθος
Μεσολόγγι
Παιδικά χρόνια
Γλαδίολοι
Όνειρα
Οδός Αχαρνών
Βροχή εικόνων
Οι θρησκευτικοί ποιηταί
Διαφορά ταμπεραμέντου
Πατριωτικοί στίχοι
Χτες και αύριο
Τα ίδια και τα ίδια
Μεταμεσονύκτιος αγών
Ιστορίες
Χωρίς αναπνοή
Νταλκάδες
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ
(α' δημοσίευση 1975)
Ο Μεγάλος Δρόμος
ΓΙΟΥΣΟΥΡΟΥΜ
(α' δημοσίευση 1976)
Γιουσουρούμ ή Απεφυλακίσθη ένα πουλί
Περί ποιητικής παραδόσεως
Καταστροφή
Ποίηση
Για ένα ντέφι
Προσφορά
Πέφτει ουρανός
Άδειες καρδιές
ΠΕΡΝΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ
Ανάμνησις
Όπως τα είπε ο μόνιμος επιλοχίας
Με τον τρόπο του Στέλιου Καζαντζίδη
Από μάθημα διμοιρίτου
Ανθρωπογεωγραφία
Εννιά τραγούδια
ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ
ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΤΕ
(1955 - 1965)
Δοκιμή για λαϊκή μουσική
Ο ρακοσυλλέκτης
Δεν ξέρω τίποτε
Θαύμα
Ο άλλος καιρός
ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ
(1966 - 1982)
Τα ερείπια
Αρχή επιστολής
Μπουζουκτσίδικο 1966
Εμείς
Ωραιότης
Γέφυρα
Ξεχασμένη εικόνα
Αξέχαστη εικόνα
Κουφάλα Ελλάδα
Ο Γιάννης και ο Γιάννης
Νοσταλγία
Αγάπες
Θλίψη
Ξενύχτι
Άποψη τρυφερότητας
Μετά το Σουρεαλισμό
Τσιγάρα
Κατόρθωμα
Παιγνίδι
Ακούγοντας δημοτικό τραγούδι
Βυθός
Ανάπαυση
Δίλημμα
Νυν και αεί
Ματαίως
Μπέρδεμα
Η Ελλάδα έχει μεγάλη Ποίηση που λένε
Φαντασία
Φαντασία τρελή
Ο τραγουδιστής
Έμπνευση
Βόλεμα
Κοινωνία ένοχη
Την έβαψα μαύρη
Πλάνα
Αχ που 'σαι νιότη
Ει δυνατόν
Οδύνη
Από δω και από κει
Δε γίνεται τίποτε
Όνειρα
Περί Ποιήσεως πάλι
Δεύτερη μεταπολεμική γενιά
Αυτόματη γραφή
Φιλοδοξίες
Χιλιοειπωμένα
Η χαμένη πόλη
Γαλανόλευκα
Αλλά κανείς δε φεύγει
Προφητεία φτωχιά
Ελλάδα χωρίς ανατολή
Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες
Η άλλη ξενιτιά
Κανόνας
Για γέλια και για κλάματα
Καλώς ήλθατε!
Πορτρέτο Νεοέλληνας
Απόστολος Χατζηχρήστος
ΤΟ ΠΑΤΑΡΙ
(α' δημοσίευση 1982)
Το πατάρι
Το Μεσολόγγι του ποιητή Θωμά Γκόρπα
"Είμαι 500 ετών Μεσολογγίτης και 50 ετών ποιητής"
Φωτ. Σπύρος Στάβερης
Τα αποσπάσματα από τα ποιήματα του Θ. Γκόρπα προέρχονται από την πρόσφατη έκδοση του εκδοτικού οίκου Ποταμός - Θωμάς Γκόρπας, Τα Ποιήματα (1957-1983)
"Η σκέψη των προγόνων μας μοναδικών κι ωραίων
αρχαίων αλεξανδρινών βυζαντινών και νέων
παράκατσε στη ξενιτιά παράκατσε στη Δύση
και η Δύση εκαρδάμωσε και η Ελλάδα πάει να σβήσει" (Ελλάδα χωρίς Ανατολή, Θ. Γκόρπας)
"Γεννήθηκα στο Μεσολόγγι το 1935, επίσημη χρονιά του ελληνικού σουρεαλισμού Τα μαθήματα του Δημοτικού, τα άκουσα, μέσα σε μια αποθήκη κρασιών, στο πίσω μιας καρβουναποθήκης, λόγω επιτάξεως των σχολείων Από το 1945, έως το 1950 έπαιξα Καραγκιόζη, με δικές μου φιγούρες Το καλοκαίρι του 1951, μαζί μ' άλλους δύο συμμαθητές κατασκεύαζα φιλολογικό περιοδικό και λειτουργούσα πρωτόγονο κινηματογράφο 1949-50 έγραψα τους πρώτους μου συνειδητούς στίχους, χωρίς ρίμες Το 1952 άνοιξε ο φάκελός μου στην Ασφάλεια, με πρώτες εγγραφές την ηγετική μου συμμετοχή σε μαθητική διαδήλωση υπέρ της Ενώσεως της Ελλάδας με την Κύπρο, την ασέβειά μου κατά την ώρα της ομαδικής προσευχής, την ανάγνωση κομμουνιστικών εφημερίδων («Νεολόγος Πατρών», «Βήμα», «Ελευθερία» κ.ά.), την ανάγνωση «κομμουνιστικών βιβλίων» (Μπαλζάκ, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι κ.ά.) Στο παράρτημα Ασφάλειας, είχαν καταθέσει ο Γυμνασιάρχης και οι περισσότεροι καθηγητές μου και δυστυχισμένοι άνθρωποι όπως 3-4 συμμαθητές και φίλοι μου, μέλη αριστερών οικογενειών Το 1953 στο απολυτήριό μου, με άριστα το 20, στη γυμναστική (μέλος των ομάδων βόλεϋ και μπάσκετ και πρωταθλητής στους περιφερειακούς μαθητικούς αγώνες στην δισκοβολία με κατάρριψη του πανελληνίου ρεκόρ) είχα 10, στα Νέα Ελληνικά (με 2-3 κόλλες αναφοράς στην έκθεση) 11, στα Αρχαία Ελληνικά (διάβαζα από το πρωτότυπο, χωρίς μεταφραστικό βοήθημα έως και Θουκυδίδη) 11 Την ίδια χρονιά και την επόμενη απορρίφθηκα στις εξετάσεις της Νομικής λόγω του φακέλου. Το 1954, ήρθα πρώτος στις εξετάσεις της Παντείου, πήγα σε δύο τρία μαθήματα κι από τότε δεν έχω περάσει ούτε απ' έξω. Δεν επρόκειτο περί σχολής, αλλά περί στάβλου. 500-600 φοιτητές σε μια αίθουσα που βρώμαγε κάτουρο, ποδαρίλα και βομβαρδίζονταν από χιλιάδες στραγάλια και σαίτες Ήδη δούλευα μεταφορέας Από το 1955 έως σήμερα, δούλεψα λογιστής, τοιχοτρίφτης, επιμελητής εκδόσεων, μπογιατζής, παλαιοβιβλιοπώλης, συντάκτης στον Ημερήσιο Τύπο («Ανεξάρτητος Τύπος», «Μεσημβρινή», «Εξπρές», «Νέα Πολιτεία»). Ακόμα υπήρξα συντάκτης ή Αρχισυντάκτης στα Περιοδικά «Ρουμελιώτικη Βίγλα», «Ο Λογοτέχνης», «Η τέχνη στην Αθήνα», «Η Καλλιτεχνική», «Μουσικά Θέματα», και σύμβουλος εκδόσεως της «Ποιητικής Αντιανθολογίας». Το 1979 εκπροσώπησα την Ελλάδα στο πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπητ στην Όστια της Ρώμης. Εργασίες μου πολύχρονης έρευνας για το Μεσολόγγι, την Αθήνα, το λαϊκό τραγούδι, τον Καραγκιόζη και την Πρωτοπορία του 1920, παραμένουν στα συρτάρια μου".
Θωμάς Γκόρπας
https://www.lifo.gr/blogs/almanac/mesologgi-toy-poiiti-thoma-
"Γιατί, παιδί μου, είσαι θλιμμένο μέρα γιορτής και με κοιτάς σαν ξένο; -Αχ πόσο με στεναχωρείς πατρίδα μονάχα σε εθνικές γιορτές σε είδα... -Γιατί, παιδί μου, κλαις βαρυγκομίζεις γιατί με καταριέσαι και με βρίζεις; -Ζωές χαλάς κι αγάπες σπίτια κλείνεις πολλά ζητάς και τίποτα δε δίνεις. -Γιατί, παιδί μου, αγναντεύεις πέρα τι βλέπεις να 'ρχεται μες στον αέρα; -Βλέπω να 'ρχεται η ανεργία και να με στέλνεις στη Γερμανία" (Η πατρίδα, Θ. Γκόρπας)
"Είμαι 500 ετών Μεσολογγίτης και 50 ετών ποιητής. Δεν έδωσα ποτέ το δικαίωμα σε κανένα να λέει ότι ενδιαφέρεται περισσότερο από μένα για το Μεσολόγγι. Και ποτέ δεν ζήτησα από κανέναν να με ελεήσει για τη δουλειά μου. Τα περισσότερα από τα περασμένα, σχεδόν όλα γίνονται σκόνη. Και τα πολλά που φτάνουν στους νεότερους είναι παραμύθια ή ψέματα.
Ο Εμμανουήλ Λυκούδης πριν 100 χρόνια είπε κάτι που ισχύει ακόμα και ο Ελύτης πριν 50 χρόνια σε παραλλαγή το γράφει στ' "Ανοιχτά Χαρτιά" του : "Ο μέσος 'Ελληνας την αλήθεια τη δέχεται το πολύ πολύ σαν παραδοξολογία. Αρέσκεται στο ψέμα, ζει με τα παραμύθια και τα ψέματα".
Η επανάσταση, η αλλαγή στην τέχνη όπως και στη ζωή έρχεται από τους λοξούς. Ο Παλαμάς, όπως ο Σολωμός και ο Σεφέρης υπήρξαν άνθρωποι καθώς πρέπει, συντηρητικοί, συμβιβασμένοι. Και άφησαν πολλούς μούλους. Εγώ έρχομαι από τον Κάλβο, τον Τριαντάφυλλο Σποντή, τον Στασινό Μικρούλη, τον Καρασούτσα, τον Βαλαβάνη, τον Παπαδιαμαντόπουλο, τον Καμπά, τον Μαλακάση, τον Λιμπεράκη, τον Βάρναλη, τον Φιλύρα, τον Καρυωτάκη. Γι' αυτό και συναντήθηκα με τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Ελύτη, την Πολυδούρη και τον Ζώτο.
Λένε κάποιοι για μένα ότι είμαι δύσκολος. Θα θέλατε να είμαι εύκολος ; Λένε άλλοι ότι βρίζω. Αυτοί που το λένε είναι φουκαράδες. Εγώ δεν βρίζω, καταγγέλω, λέω αλήθειες. Λένε άλλοι ότι αρνούμαι τους πάντες στο σινάφι μου, εγώ που πριν δευτερόλεπτα ανέφερα μια ντουζίνα ποιητές τους οποίους θεωρώ μέγιστους. Η ιστορία η πραγματική της λογοτεχνίας μας παραμένει άγραφη. Φυσικά, αφού άγραφη παραμένει και η πολιτική και η πολεμική ιστορία του τόπου μας.
Είμαι απόγονος του Ρήγα Φεραίου, του Αλή Πασά, του Καραϊσκάκη, του Ανδρούτσου... Είμαι απόγονος του Ρόκου Χοϊδά, του Βελουχιώτη, του Μπελογιάννη, του Πλουμπίδη, του Λαμπράκη, αυτών των δολοφονημένων από την σύμπραξη εχθρών και συντρόφων τους.
Στο Μεσολόγγι και στην Αθήνα κάθε τόσο εορτές μνήμης και πανηγύρια για τον Παλαμά και τον Τρικούπη. Για τους μικρούς Μεσολογγίτες Δεληγιώργη, Μαλακάση, Τραυλαντώνη, ούτε μια γιορτούλα.
Από το 1998 εώς φέτος ήταν επέτειοι 200 χρόνων από τη γέννηση του Θανάση Ραζή-Κότσικα, του αρχηγού του πολιορκημένου Μεσολογγίου, του αδερφού του Γιαννάκη, του Ζηνόβιου Βάλβη. Δεν τους θυμήθηκε ούτε η Πολιτεία, ούτε ο Δήμος, ούτε κανένας από τους αμέτρητους συλλόγους της πόλεως...
Παραμένω απελπισμένος για το Μεσολόγγι και την Ελλάδα ολόκληρη, αλλά και αισιόδοξος..."
Θωμάς Γκόρπας
Μία ανάμνηση του ποιητή Περίανδρου Παπανικολάου.
"Καθόμουν με δυο κορίτσια μελαχρινά στις σκάλες στου σπιτιού. Ομορφες και οι δυο, η μεγάλη πιο πολύ. Ηταν και η σιλουέτα μιας ψηλής γυναίκας στο εσωτερικό του σπιτιού. Οταν γελούσε, γελούσε όλο το πρόσωπο της. Αλλάξαμε τηλέφωνα όταν μετακομίσαμε "θα σας επισκεπτόμαστε στην εξοχή τώρα"....κάτι που δεν έγινε. Πἐρασαν πολλά χρόνια που οι μορφές ακόμα σαν όνειρο έρχονται, όμορφες στη σκέψη. Η αδερφή και οι ανιψιές του Θωμά."
"Τα μόνα δικά μου ήταν η θάλασσα η λιμνοθάλασσα και τα σάλτσινά της και ξένα όλα τ' άλλα
κ' η θάλασσα ήταν απέραντη μεγάλη τραγουδίστρια Ανατολής και Δύσης και τα σάλτσινά της παραδεισένιοι κήποι μ' άνθη-παιδιά πουλιά-αετούς την μπάλα για νεράιδα..." (Παιδικά χρόνια, Θ. Γκόρπας)
"Γεννήθηκα στο Αιτωλικό του Μεσολογγίου"
αυτοβιογραφικό σημείωμα της Βάσως Κατράκη (βλ. vassokatraki.gr)
"Το Αιτωλικό είναι ένα μικρό νησάκι, που το συνδέουνε με τη στεριά δυο μακριά πέτρινα γεφύρια με πολλές μικρές τοξωτές καμάρες. Το σπίτι μας ήτανε σχεδόν όλο μέσα στη θάλασσα και στη γειτονιά καθότανε όλο ψαράδες. Ένα ξυπόλυτο μελισσολόι τριγύριζε ολοήμερα, με τις γυναίκες τους συνέχεια γκαστρωμένες και τα παιδιά , μπακανιασμένα από την ελονοσία.
Ο πατέρας μου λεγότανε Γιώργης Λεονάρδος κι ήτανε κτηματίας, μα περισσότερο τραγουδούσε κι έψελνε στην εκκλησία με μια σπάνια ωραία, ζεστή φωνή. Όταν τραγουδούσε μαζευότανε κόσμος και κοσμάκης σπίτι μας για να τον ακούσει.
Η μανούλα μου ύφαινε ολοκέντητα λεπτά μεταξωτά και μπαμπακερά και πολύχρωμα μάλλινα κιλίμια. Είχε πάρει κι ένα χρυσό βραβείο σε μια Διεθνή Έκθεση στο Παρίσι.
Τα δυο μου αδέρφια, ήτανε μεγαλύτερα από μας τα κορίτσια. Ο μεγάλος, φοιτητής τότε της φιλολογίας μας έφερνε από την Αθήνα ένα μαγικό για μας κόσμο. Παλιά βιβλία με χρωματιστές χαλκογραφίες και ξυλογραφίες, χρωματιστές εικόνες και χαλκομανίες, μπογιές και πινέλα και δεν άφηνε παλιατζίδικο της Αθήνας αγύριστο. Ο μικρότερος, ό,τι έβλεπε το μάτι του τόκαναν τα χέρια του, και μαζί με όλα, ζωγραφίζανε κιόλας και οι δυό τους.
Γύρω-γύρω από τη μικρή μας θάλασσα ήτανε η έξοχή, γεμάτη ελιές, χωράφια καρπερά, μποστάνια, καπνοτόπια, σιτηρά. Μια ζωή στη στεργιά και στη θάλασσα, γεμάτη ιδρώτα και μόχθο.
Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον μεγάλωσα. Διάβαζα βιβλία και βιβλία πούχε ο αδερφός μου κι οι φίλοι μας. Μ' άρεσε πολύ το διάβασμα και πιο πολύ ή ποίηση. Κοντά στ' αδέρφια μου ζωγράφιζα κι εγώ.
Κρυφά, ονειρευόμουνα να γίνω ζωγράφος, μα μου φαινότανε τόσο απίστευτα μεγάλο που δεν μπορούσε λογικά να χωρέσει στο μυαλό μου. Ό, τι έβλεπα, έλεγα:
- Εγώ αυτό μπορώ να το κάνω.
- Και πολλές φορές έβαζα τον εαυτό μου σε δοκιμασία.
Δεν ήξερα ακόμα ότι, άλλο πράμα είναι η Τέχνη.
Και μια μέρα, σφηνώθηκε ξαφνικά στο μυαλό μου ένα ερώτημα. Κι' αν γίνω ζωγράφος;
Πώς έγινε έτσι άξαφνα αυτό, δεν το κατάλαβα. Χίλιες καμπάνες χτυπήσανε μέσα μου, κι έχασα τον κόσμο. Από τότε, δεν είχα τίποτε άλλό στο μυαλό μου νύχτα και μέρα.
Μα, χίλιες δυο αναποδιές ξεφυτρώσανε, και ξαφνικά, ο πατέρας μου αρρώστησε βαριά κι έπεσε πολύ πίκρα και θλίψη στο σπίτι μας, πού κράτησε εφτά ολόκληρα χρόνια.
Και κάποια μέρα, αφού πέθανε ο πατέρας μου, ξεκίνησα για την Αθήνα μην ξέροντας ακριβώς τι θα κάνω.
Πήγα στη Σχολή Καλών Τεχνών, κι έμαθα πώς σε λίγες μέρες θ' αρχίζανε οι εξετάσεις. Αμέσως έτρεξα και γράφτηκα στη Σχολή. Έδωσα εξετάσεις.
Στη Σχολή Καλών Τεχνών είχα Καθηγητές τον Παρθένη στη Ζωγραφική και τον Κεφαλληνό στη Χαρακτική. Πήρα το Δίπλωμα της Σχολής το 1940 με μια τρίμηνη υποτροφία στη Ζωγραφική για τα νησιά και ένα βραβείο και δυό επαίνους στη Χαρακτική. Μετά αμέσως πόλεμος, κατοχή, πείνα, αντίσταση, και μετά πάλι εμφύλιος πόλεμος, πάλι σκοτωμοί άδικοι κι ακατονόμαστοι, εξορίες, φυλακές, όλα τα δεινά της Πατρίδας περάσανε από της δικής μου γενιάς τις πλάτες.
Έκανα πολλά ταξίδια σε πολλές Ευρωπαϊκές πόλεις, είδα πολλά Μουσεία και Πινακοθήκες.
Το 1955 έκαμα την πρώτη μου έκθεση."
"Μεγάλε Δρόμε σπαραγμέ παγιδευμένη νιότη ορυχείο κομμένο απ' το φως που κάποτε το φέρναμε εώς εσέ ορυχείο με τα χέρια απλωμένα προς το φως που πάντα φέρνουν κάποιοι ποτέ θαμμένο μες στο τελικό σκοτάδι ποτέ λησμονημένο από τη νεολαία τη φλογισμένη"
(Ο μεγάλος δρόμος, Θ. Γκόρπας)
"Πατρίδα μου
καπρίτσο και νταλκά ηλιοβασίλεμα στα βυσσινιά
δάκρυ' αργοκύλητα και ψεύτικα φιλιά και του ντουνιά
πορτρέτα στα πακέτα των τσιγάρων μου και μες στα πρώτα
αγαπημένα μου τραγούδια να μικραίνεις μες στα χνότα
να μου μικραίνεις αχ να σκίζομαι να μη σε πιάνω
μέσα στα ξένα στ' αθηναίικα χνότα και απάνω
που σ' έβρισκα δια μέσου νέας αγάπης πάλι να σε χάνω
Πατρίδα μου
πρώτη μεγάλη αγάπη μου και πρώτη γλύκα της ζωής
χρυσάφι στα σκοτάδια μάτια μου και λάδι της ψυχής
σκαμμένος τωρα από ποταπότητες εχθρούς και φίλους
ξαναθυμάμαι αετούς στεφάνια σάλτσινα και μύλους
χασίσια που με ξεγελάν και λέω πως σε φτάνω
μες στα τραγούδια μου όπου όλο σε βρίσκω και σε χάνω
πόλη μου που με πας από τον Κάτω Κόσμο στον Απάνω..."
(Μεσολόγγι, Θ. Γκόρπας)
"Κι απο γλυκεία νωχέλια κι ώχρα βασιλική βαμμένη"
(Θ. Γκὀρπας).
"Οσο με θαυμάζεις τόσο λιγοστεύουν
οι πόρτες και τα παράθυρα που άνοιξα για σένα"
(Θ. Γκόρπας).
"Σε απαλήν εγκατάλειψη τραμπαλίζεται το χαμογελό σου
φρέσκο φύλλο που παίζει με το μικρό βοριά"
(Θ. Γκόρπας).
"Τα μάτια μας πηγαίνουν εώς τη χαραυγή
σαν το σπαθί που πέφτει σκίζοντας στη μέση
αυτή τη νύχτα που πολλοί είπαν πως θα μας έθαβε..."
(Απάντηση, Θ. Γκόρπας).
"Φύσημα των δέντρων σβήσιμο του κύματος
άναμμα των φώτων σε πόλεις παραλιακές
ωραία πράγματα στον τοίχο ωραία κι ανώνυμα
παρηκμασμένα μαγαζιά έρημοι σιδηροδρομικοί σταθμοί
τυχαία ταξίδια μαγικά σ' αγνοημένα μέρη επαρχιακά."
(Αγάπες, Θ. Γκόρπας).
"Τι θέλετε φεγγάρι ή σουβλάκι
καλσόν από ακρογιάλι ή από σούπερ μαρκετ
φύκια ή νάϋλον διαλέξετε
διαλέξετε να μην πεθάνετε
διαλέξετε να πεθάνετε
όπως με την πολιτική"
(Δίλημμα, Θ. Γκόρπας)
"Έχεις ένα παλάτι αλλά μέσα δε μπορείς να μείνεις
ειν' ο,τι απόμειν' απ' τα μάτια και τα παραμύθια εκείνης"
(Θ. Γκόρπας).
"Έχει μια καρδιά κλειστή και μέσα ένας ήλιος.
Και πίσω από τον ήλιο της βουνά γαλάζια γκρι.
Και πίσω από τα βουνά μια θάλασσα με κοράλλια.
Και πίσω από τη θάλασσα των κοραλλιών η πόλη των εκπλήξεων.
Και πίσω από την πόλη των εκπλήξεων πάλι θάλασσα
η θάλασσα..."
(Νοσταλγία, Θ. Γκόρπας)
"Στο πρώτο πλάνο υπάρχει μια ερημιά
γεμάτη χρώματα στολίδια ραντεβού και μίση
στο δεύτερο η αγάπη
στο τρίτο πάλι μια ερημιά και βουτηγμένη τώρα σε πηχτό σκοτάδι
στο τέταρτο πάλι η αγάπη τώρα τυφλή και μεθυσμένη
στο πέμπτο πάλι μια ερημιά μαύρη και στάζει αίμα
στο έκτο ούτε ερημιά ούτε αγάπη με ή χωρίς φως ή σκοτάδι
στο έκτο μεταμεσονύκτιος δρόμος καλοκαιρινός
και ένας άντρας βιαστικός καπνίζοντας τον διασχίζει
η νύχτα λάμπει σαν ημέρα και μονάχα το γλυκό αεράκι
δροσίζει τα καμένα φύλλα της καρδιάς μου..."
(Πλάνα, Θ. Γκόρπας)
"... Πιστεύω να υπάρξει ένας παράδεισος και για μας γεμάτος ανυπολόγιστα φιλιά, τσιγάρα, καφέδες και κρασιά, κουτούκια και ταξιά, έρημες μεταμεσονύχτιες πλατείες, κλειστά μαγαζιά κλειστά παράθυρα κι από πίσω οι καλές γυναίκες μόνες ή με τον άντρα τους και γι' αυτό δυο φορές μόνες..."
(Εμείς, Θ. Γκόρπας)
ΟΙ ΜΙΣΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΠΟΙΗΣΗ
ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΜΙΣΟΙ ΔΕ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΤΙΠΟΤΑ (Η Ελλάδα έχει μεγάλη ποίηση που λένε, (Θ. Γκόρπας)
*Θερμές ευχαριστίες στον Περίανδρο Παπανικολάου για την ξενάγηση στο Μεσολόγγι και τις αστείρευτες πληροφορίες για τον τόπο του και τον ποιητή.
ΕΙΚΟΝΕΣ
Θωμάς Γκόρπας - «Στάσεις στο μέλλον…»
Δεν πρόκειται να ξεχαστούν τα αντισυμβατικά ποιήματα, ο αιχμηρός λόγος, η διορατική ματιά του Μεσολλογίτη ποιητή, συγγραφέα και διανοούμενου (με την ουσιαστική έννοια του όρου) Θωμά Γκόρπα.
Θα κάνουμε συχνά, Στάσεις Στο Μέλλον, στους Σπασμένους Καιρούς που έρχονται, στο Μεγάλο Δρόμο που μας οδηγεί το Γιουσουρούμ της παγκοσμιοποίησης.
Η σκέψη των προγόνων μας μοναδικών κι ωραίων
Αρχαίων, αλεξανδρινών, βυζαντινών και νέων
Παράκατσε στην ξενητιά, παράκατσε στη Δύση
Και η Δύση εκαρδάμωσε και η Ελλάδα πάει να σβήσει.
Ο Θωμάς Γκόρπας με τη ζωή και το έργο του αμφισβήτησε θεσμούς, δογματισμούς κάθε μορφή κατεστημένης εξουσίας, ακόμα και τον θάνατο. Έφυγε Πρωταπριλιά του 2003, παίζοντας μαζί, περιγελώντας την δύναμη της επάρατης νόσου που τον ταλαιπωρούσε. Είχε γεννηθεί στο Μεσολόγγι το 1935. Το 1954 εισάγεται στη Πάντειο, χωρίς όμως τελικά να πάρει το πτυχίο του. Συνέχισε να ζει στην Αθήνα κάνοντας διάφορα επαγγέλματα: εργάτης, λογιστής, παλαιοβιβλιοπώλης, επιμελητής εκδόσεων και σταδιακά πέρασε στη δημοσιογραφία. Συχνάζει στο πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας στη Στοά Μαυρίδη, στο Πατάρι του Λουμίδη και στο Βυζάντιο που θα αποτελέσουν και το ντεκόρ πολλών πεζών και ποιημάτων του: «Ο Λουμίδης τω καιρώ εκείνω ήταν ένας μόντζος. Εκεί καθόμασταν πρωινά, μεσημέρια, βράδια και χαζεύαμε ήλιους και φεγγάρια μέσα από τα τζάμια και τα μελλοντικά τραγούδια μεσ’ απ’ τα σπλάχνα μας…».
Τον Ιανουάριο του 1957, στο περιοδικό «Λογοτέχνης» δημοσιεύεται το ποίημά του «Αθήνα 1956, οδός Αθηνάς». Θα ακολουθήσουν οι συλλογές «Σπασμένος καιρός» (1957), «Παλιές ειδήσεις» (1966), «Πανόραμα» (1975), «Στάσεις στο μέλλον» (1979 - συγκεντρωτική έκδοση), «Περνάει ο στρατός...» (1980, με απομυθοποιητικές φωτογραφίες και έγγραφα), «Τα θεάματα» (1983), «Τα ποιήματα, 1957-1983» (1995- συγκεντρωτική έκδοση στην οποία προστίθενται οι συλλογές «Ανεξάρτητα», «Γιουσουρούμ», «Ο μεγάλος δρόμος», «Το πατάρι», εκδόσεις Γαβριηλίδης). Παράλληλα θα εκδώσει τις μελέτες «Διάγραμμα ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας» (1966), «Το πανηγύρι τ' Αη Συμιού» (1972), «Περιπετειώδες, κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, 1850-1950» (1981).
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 είναι από τους εμπνευστές της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών και λίγο αργότερα επιμελείται περιοδικά, εφημερίδες, γράφει για το θέατρο και τον κινηματογράφο, υπογράφει σενάρια που γίνονται ταινίες (Βλάχικος Γάμος, Πικρή Εποχή-Αγάπη που δεν σβήνει ο χρόνος, Τι Κι Αν Γεννήθηκα Φτωχός κ.ά. και διδάσκει ιστορία λογοτεχνίας και αγωγής του λόγου σε θεατρική σχολή.
Υπήρξε από τους πρωτοπόρους της «μπιτ» σκηνής στην Ελλάδα και το 1979 εκπροσώπησε την χώρα μας στο πρώτο διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπιτ της Ρώμης. Από το 1975 έως το 1980 έζησε στο Παρίσι όπου και έργα του μεταφράστηκαν στην γαλλική γλώσσα. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής και γνώστης του λαϊκού τραγουδιού και των εκπροσώπων του γράφοντας διεισδυτικά κείμενα με αφορμή την προσωπικότητα και τα έργα τους.
Τα λαϊκά τραγούδια μοιάζουν με πουλιά
Μαύρα, περήφανα, έρημα, ωραία και προδωμένα…
Λάτρευε τον Καζαντζίδη αλλά είχε ξεχωριστή αδυναμία και στους «ελάσσονες» και τους «άγνωστους» Χρυσίνη, Καραπατάκη, Λαύκα, Κυριαζή, Καρανικόλα κ.ά. που τους είχε γνωρίσει από κοντά.
Την «Άμαξα μες την βροχή» την τραγουδάμε όλοι
Μα ο Χατζηχρήστος ρε παιδιά διψάει και κρυώνει
Στον Κάτω Κόσμο μοναχός, μόνος και ξεχασμένος
Με το μπουζούκι του αγκαλιά, βουβός φαρμακωμένος
ategory Archives: Θωμάς Γκόρπας
Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014
Θωμάς Γκόρπας «Αμάν, λιγότερη δυστυχία»...
![]() |
"Το άγαλμα της Ελευθερίας", τέμπερα, του Θ. Μπικηρόπουλου Θωμάς Γκόρπας «Αμάν, λιγότερη δυστυχία»... (...) Η Ελλάς ανέκαθεν υπήρξεν / αξιέραστος κόρη της οποίας οι σπουδαίοι ερασταί / (όρα και στρατηγόν Μακρυγιάννην) / παραμένουν / ακόμα μέσα στα χαρτιά αμελέτητοι και μακρινοί / συγγενείς / δια την λεγομένην μάζαν που με κάτι / ψευτογκόμενους / που τους αλλάζει σαν πουκάμισα / καλά τα περνάει - α! ονόματα δε λέμε...Θωμάς Γκόρπας, Ανάμνηση |
![]() | |
Ο Γκόρπας, γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1935. Ο ίδιος ο ποιητής αυτοβιογραφούμενος γράφει: «Γεννήθηκα στο Μεσολόγγι το 1935, επίσημη χρονιά του ελληνικού σουρεαλισμού… Τα μαθήματα του Δημοτικού, τα άκουσα, μέσα σε μια αποθήκη κρασιών, στο πίσω μιας καρβουναποθήκης, λόγω επιτάξεως των σχολείων… Από το 1945, έως το 1950 έπαιξα Καραγκιόζη, με δικές μου φιγούρες… Το καλοκαίρι του 1951, μαζί μ’ άλλους δύο συμμαθητές κατασκεύαζα φιλολογικό περιοδικό και λειτουργούσα πρωτόγονο κινηματογράφο… 1949-50 έγραψα τους πρώτους μου συνειδητούς στίχους, χωρίς ρίμες… Το 1952 άνοιξε ο φάκελός μου στην Ασφάλεια, με πρώτες εγγραφές την ηγετική μου συμμετοχή σε μαθητική διαδήλωση υπέρ της Ενώσεως της Ελλάδας με την Κύπρο…, την ασέβειά μου κατά την ώρα της ομαδικής προσευχής, την ανάγνωση κομμουνιστικών εφημερίδων («Νεολόγος Πατρών», «Βήμα», «Ελευθερία» κ.ά.), την ανάγνωση «κομμουνιστικών βιβλίων» (Μπαλζάκ, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι κ.ά.)… Περισσότερα/ διαβάστε ΕΔΩ |

![]() |
Βασίλης Βαγιάννης, Ζωγράφος Αναπόληση Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη και θ' αφήσω μόνο ένα ουζερί για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό κ' εσύ να περνάς απ' έξω.(Θωμάς Γκόρπας) |
![]() |
| ΚΑΙ ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ Μνήμη Σταμάτη Μαράντου Στα χείλη των ερυθρών χαραδρών ανθούν λευκά λουλούδια Στα δροσερά υπόγεια των καλοκαιριών αιχμαλωτίζονται Καρδίες Παιδιών η απελπισία ηχεί και πέραν της Ποιήσεως ακόμη Και των ενδόξων Ρεμπέτικων Τραγουδιών. Όσο και αν εκτιμήσουμε τη ματαιότητα Όσο να εκποιήσουμε την τρυφερότητα Μας πήραν σβάρνα τα χρόνια… Μετράω τις τρύπες στο σκοτάδι Φιλίες έρωτες απλήρωτες δουλειές Απ’ όλν τούτο δοκιμάζω πυρετωδώς Και το καινούριο μου χάδι… Τόσοι τυχάρπαστοι καμπλεξαριμένοι Απ’ τα καταπληκτικά μου πουκάμισα Τα εξ’ ίσου καταπληκτικά μου λόγια Και τα παραμύθια φίλων που μ’ αγάπησαν Πέραν του δέοντος και πέραν της Ποιήσεώς μου Είανι αδύνατον να με φανταστούν στα περασμένα χρόνια Χαρμανιασμένο για τσιγάρο περισσότερο και από γυναίκα Χαρμανιασμένο για γυναίκα περισσότερο κι από πρωτοφανή τοπία. Εγώ τώρα πρέπει να είμαι ένας άλλος Διάφορος σε πολλά του Θωμά παλαιοτέρων ημερών Τώρα πρέπει να είμαι κάτι μεταξύ σοφού και αγρίας παρθένας Τα δικά σου γυαλιά με τα οποία βλέπω κ’ εγώ καλά Ένα αβασίλευτο ηλιοβασίλεμα… Και βεβαίως η Ποίησις πια Δε με εκφράζει Πηγή / http://www.poiein.gr/archives/4394 |
![]() |
Δόξα της Κυριακής-Θωμάς Γκόρπας
| Η κοπέλα απέναντι στο άλσος συνομιλεί μ’ επιθυμίες κι ατσάκιστα μυστικά. Τα χέρια της δείχνουν τους δρόμους, τα πόδια της προσανάβουν το τραγούδι της χλόης, τα μάτια της καλημερίζουν το δροσερό φως. Ο ήλιος λάμπει στο μέτωπό της, το μέτωπό της λάμπει πιο καλά από τον ήλιο. Τ’ ανεξάντλητα μαλλιά της μουσική που θέλει να τρελλαθεί. Ολόκληρη είναι το καλοσώρισμα της αγάπης ο πιο αρμόδιος τίτλος της Κυριακής. |
![]() |
| Τραγωδία-Θωμάς Γκόρπας Κανείς δεν σκέφτηκε να κλείσει φεύγοντας την πόρτα κανείς δεν σκέφτηκε τον άνεμο που θα ‘ρχονταν σε λίγο κανείς δεν σκέφτηκε τι άφηνε και τι έπαιρνε κοντά του φύλλα μαχαίρια βλέμματα ή τα τελευταία λόγια που θα ‘διναν στην παρεξήγηση ένα τέλος. Θέλω να σ’ αγαπήσω μα δε γίνεται έχω αργήσει θέλω να σ’ αγαπήσω όσο δε μ’ αγάπησε κανένας να σκιστώ για σένα ν’ αλλάξω γειτονιά ν’ αλλάξω στέκια. Τώρα πελώρια άγνωστα χέρια ασυνείδητα με δέρνουν τώρα ξαφνικά νερά μου έκλεισαν όλους τους δρόμους τώρα παλιά τραγούδια λαϊκά βαραίνουν τον αέρα… Αν θα σε ξαναβρώ δεν ξέρω που θα σε τρακάρω πάλι σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες το τελευταίο σκοτάδι… Και θα ‘χω άραγε ακόμα την παλιά καρδιά; Θωμάς Γκόρπας -Απάνθισμα (...) Φυλάγοντας τη νιότη ξέρω πως φυλάγω το λαό / χίλιες φορές τους προδομένους αγαπώ / έχω τον ήλιο μα δεν παίζω το Θεό / τον ήλιο τον μοιράζω όλον στους φτωχούς / τους φίλους μου μοιράζω σε φυλάκια εφόδου / στους τόπους ταξιδεύω με τους στεναγμούς / και το εισιτήριο ποτέ ποτέ μετ' επανόδου ...) παλιές φωτογραφίες και μακρυμπάνι της μνήμης / πεταλούδα που γλιτώνει απ' τη φωτιά / φωτιά που γλιτώνει απ' τα νερά / χαρά που γλιτώνει απ' τα γεράματα / βιολέτες σ' άσπρο λαιμό / άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό / μαύρος ήλιος καλοκαιρινός / άσπρος ήλιος χειμωνιάτικος / λεμόνι κάρβουνο γλυκό του κουταλιού / νύχτα στρωμένη τσιγάρα / λέξεις... Εγώ αγαπώ τον Κάλβο εσύ το Σολωμό / μας χωρίζει μια αλλαγή βλέμματος / ή άβυσσος; (...) Και τούτο δω τ' αβάσταχτο ποίημα που βγαίνει σαν παιδί μέσα απ' τα σπλάχνα μου ωραίο χυδαίο τρομερό επιδεκτικό σε βίαιες αντιδράσεις χωρίς αρχή και χωρίς τέλος ένα Χαίρε σε σας που τώρα περπατάτε στο Μεγάλο Δρόμο μ' όλη μου την πίστη μ' όλη μου την αγάπη ένα Χαίρε που σκίζει στα δυο το Τώρα στο Χτες και στο Αύριο... Από δω και από κει Από δω ανθρακιά και πλήξη από κει τα όνειρά μας. Το γνήσιον η απομίμησις και οι ενδιάμεσες σπαθιές στον αέρα για να τρομάξουμε τους τρομαγμένους. Είναι πάντα καινούργιο ό,τι δεν παλιώνει μέσα μας. Αύγουστος Κυριακή η Ελλάδα πλάι στη θάλασσα: ήλιος δροσιά πεύκα φαΐ κρασί κι αγάπη. Στο πικάπ έπαιζε ασταμάτητα του Τσιτσάνη η «Συννεφιασμένη Κυριακή». Και κανείς δεν είπε ν’ αλλάξει ο δίσκος… |
Θωμάς Γκόρπας, ένας Μεσολογγίτης ποιητής
H Αιτωλοακαρνανία, μία από τις ευφορότερες λογοτεχνικά περιοχές της επικράτειας, έχει βαθιές πνευματικές καταβολές και τη μεγαλύτερη ίσως πυκνότητα ποιητών ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Ειδικότερα το Μεσολόγγι, ακένωτη δεξαμενή, τροφοδότησε τον Μινώταυρο του κέντρου με πλειάδα ποιητών πρώτης γραμμής: Παλαμάς, Μαλακάσης, Λιμπεράκης, Λαπαθιώτης, Γκόλφης, I. M. Παναγιωτόπουλος, Ζώτος.
Ισχυρός κρίκος αυτής της αλυσίδας είναι ο Θ. Γκόρπας. Γεννήθηκε το 1935 που είναι και επίσημη γενέθλια χρονιά του ελληνικού υπερρεαλισμού (εκδίδεται η «Υψικάμινος»), από τον οποίο -και με τον νόμο των συμπτώσεων- δεν βγαίνει ανεπηρέαστος. O ίδιος έχει δική του υψικάμινο που αφομοιώνει ετερόκλητο γλωσσικό μετάλλευμα παράγοντας το ιδιότυπο έργο του. Νωρίς εξάλλου, ψημένος στην υψικάμινο της βιοπάλης, ζυμώθηκε με τους καημούς της λιμνοθάλασσας, με τον ιδρώτα, το αλάτι των λαϊκών στρωμάτων. Γέννημα θρέμμα της αλμυράς γης που εξέθρεψε τόσους ποιητές. Από ένα τέτοιο υπέδαφος αρδεύεται ο πικρός κάποτε λυρισμός του το υφάλμυρο χιούμορ, αλλά και η ευθύτητα, η έλλειψη επιτήδευσης.
Εχοντας αναπνεύσει παιδιόθεν το ιώδιο, την αδικία, την ομίχλη, την αχλή των θρύλων της πόλης του, έχει κληρονομήσει, συν τοις άλλοις, μια αίσθηση διαρκούς πολιορκίας και δυσφορίας. Το δικό του Μεσολόγγι δεν έχει έξοδο, διέξοδο από το δίχτυ της μετέπειτα Νοσταλγίας. Πλωτή πόλη, τον ακολουθεί παντού κι ας μην κατονομάζεται ρητά: «Εχει μια καρδιά κλειστή και μέσα ήλιος. / Και πίσω από τον ήλιο της βουνά γαλάζια γκρι. / Και πίσω από τα βουνά μια θάλασσα με κοράλλια. / Και πίσω από την θάλασσα των κοραλλιών η πόλη των εκπλήξεων. / Και πίσω από την πόλη των εκπλήξεων πάλι θάλασσα η θάλασσα…»
«Από το 1954 η Αθήνα για μένα και την ποίησή μου, είναι άλλη μια φορά το Μεσολόγγι», δηλώνει σε συνέντευξή του. Ανατροπέας εξ ιδιοσυγκρασίας, αντιδιανοούμενος εκ πεποιθήσεως, αντιεξουσιαστής από κούνια. Δέσμιος ίσως και υποσυνείδητα της ιδιαίτερης φόρτισης του βιβλικού του ονόματος. Ναι, ο Θωμάς πάντα αναδιφεί, αναθεωρεί, απιστεί. Πρωτοεμφανίζεται το 1957, με τη συλλογή «Σπασμένος καιρός». Τίτλος φορτισμένος, με συνωστισμό συνυποδηλώσεων. Στο επίθετο «σπασμένος» λανθάνει ίσως καρυωτακική καταγωγή: «έχω κάτι σπασμένα φτερά… O Γκόρπας, ωριμασμένος πρόωρα από τις συνθήκες, ξέρει τι να κάνει αυτά τα φτερά, το ταξίδι του το έχει αρχίσει με την κατάληψη του δρόμου, μετατρέποντας την απαισιοδοξία σε μαχητική βελτιοδοξία.
Με την πρώτη του συλλογή οριοθετεί το χώρο που θα γεωργήσει σταθερά. Διευρύνει την αστική τοπιογραφία που εγκαινιάζει ο Καβάφης, μπολιάζοντάς την με την εμπειρία του εσωτερικού μετανάστη. Κατεβάζει την ποίηση από τη θαλπωρή του γραφείου στην «άσφαλτο» – η δεύτερη λέξη που κομίζει στην ποίηση. Στις επόμενες συλλογές πυκνώνουν οι κόμβοι και οι οδικές αρτηρίες με τον άξονα Ομόνοια-Πετράλωνα, το ποίημα Οδός Αχαρνών, την οδό Σταδίου, τη γωνία Πατησίων και Χέυδεν. Κορύφωσή του ο μεγάλος δρόμος του Μεσολογγιού. O Γκόρπας αδελφοποιεί τις δύο πόλεις σύροντας νοητό άξονα ανάμεσά τους τις μυθικές γραμμές των στίχων του. Με την εμφάνισή του, λοιπόν, αφήνει οδόσημα, άγουρος βάρδος της άγραφης εποποιίας των δρόμων, των ακατάσχετων παλιρροϊκών τους κυμάτων.
Στις επόμενες συλλογές του «Παλιές ειδήσεις» 1966, «Πανόραμα» 1975, «Στάσεις στο μέλλον» 1979, «Τα θεάματα» 1983, «Περνάει ο στρατός» 1983, αποκρυσταλλώνονται τα υφολογικά του γνωρίσματα και διευρύνεται η θεματική του. Σκιαγραφεί αδρά το ύφος μιας άλλης Ελλάδας, διασώζοντας θύλακες αυθεντικότητας, εικόνες μαγικές που αναδίδουν ιθαγένεια, με πολλά στοιχεία από εκείνη της μεταφυτευμένης υπαίθρου στον εξαστισμένο χώρο. Στιγμές ανόθευτες, μακράν του εξωραϊσμένου ελληνοκεντρισμού της γενιάς του ’30. Μια Ελλάδα που προσπαθεί υπό την σκιά του αστυνομικού κράτους, να υπάρξει, να επουλώσει: «Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές, υπάρχουμε ως υπογραφές κόκκινες κατακόκκινες της φωτιάς / σ’ απίθανα σημεία της νύχτας»! Κανένας θαρρώ δεν περιέθαλπε επιμελέστερα τις πληγές της γενιάς του.
Η δραματικότητα εναλλάσσεται με την καυστικότητα, η βλαστήμια με την προσευχή. Κάποτε τα έξοχα λυρικά του ανοίγματα τα διαδέχονται άνισες ταλαντώσεις. O Γκόρπας λακτίζει προς κέντρα, ιερά βέβηλα (πολιτικά, λογοτεχνικά). Συνήθης σκηνικός του χώρος ένα λαϊκότροπο περιβάλλον, ταπεινά ουζερί, μπαρ κ.ά. Σύγχρονος του Βιγιόν, προγενέστερος των μπιτ, προλαλήσας της περιώνυμης γενιάς του ’70. Αθεράπευτος ιδαλγός και λάτρης λαϊκών ασμάτων (εγκιβωτίζει συχνά στίχους τους) αλλά και ωτακουστής «ρουμελιώτικων σκοτεινιασμένων μοιρολογιών» ιδρύει τον παράδεισό του επί γης.
Στο μεταίχμιο των δεκαετιών ’50-’60 -επισημαίνουν γλωσσολόγοι, κριτικοί, κοινωνιολόγοι- παρατηρείται στροφή και τομή στα γλωσσικά δρώμενα. Στις δρομολογήσεις αυτών των εξελίξεων παρών και ο Γκόρπας ανήκει στους πρωτεργάτες της ανανέωσης της ποιητικής γλώσσας. H συμβολή του έγκειται και στο ότι ανοίγει την πόρτα, εκτελωνίζοντας πλέον στην ποιητική επικράτεια πλήθος λέξεων, αδιανόητο στο προπολεμικό λεξιλόγιο, ενσωματώνοντας κατεξοχήν «αντιποιητικές» λέξεις, αγοραίες εκφράσεις, λαϊκές, της αργκό, βωμολοχίες. Και όχι χάριν πρόκλησης αλλά από ανάγκη επιτακτικής αμεσότητας και γνησιότητας. Διευρύνει τα όρια της γλώσσας εντάσσοντας λειτουργικά στο ποιητικό σώμα «κακές» λέξεις, εμπλουτίζοντας τη σύγχρονη αστική που μπορεί να εκφράσει πλέον πειστικότερα τις άμεσες κοινωνικές ανάγκες, την καταγγελία. Με τον Γκόρπα, η ποιητική γλώσσα ενηλικιώνεται έτι μάλλον καθώς πολιτογραφεί πληθώρα απόβλητων λέξεων, όρους της πραγματικότητας.
Αν ο Σινόπουλος είναι ένας άνθρωπος που έρχεται συνέχεια από τον Πύργο (δεν αναφέρω τυχαία το όνομα, υπαινίσσομαι και εδώ συγγένειες βάθους), ο Γκόρπας είναι ένα διαρκώς πολιορκημένο από καημούς και περιφρονημένο Μεσολόγγι. Λιμναίος, πλωτός, μετέωρος ανάμεσα σε δύο πόλεις – πόλους, που τις αδελφοποιεί να μην τον συνθλίψουν. Μεσολογγίτης, Μεσολογγεύς, Μεσολογγέας. Για να επιτονίσω περισσότερο με τη μανιάτικη κατάληξη την εμμονή του στην πόλη του.
Το Μεσολόγγι με το Μεγάλο Δρόμο του είναι η κεντρική αρτηρία που διασχίζει την ποιητική ενδοχώρα του Γκόρπα. Επος του ανοιχτού χώρου σε συνειδησιακή ροή. Θαρρείς πως από το πρώτο του κιόλας ποίημα «Οδός Αθηνάς», και όλα τα μέχρι τώρα ήταν προπόνηση, πιλοτικές ασκήσεις για να χαραχθεί ο Μεγάλος Δρόμος, όπου μνημειώνεται μοναδικά το αείροο παλιρροϊκό κύμα -οδός άνω και κάτω- της άστατης ανθρωποθάλασσας, όπου συνωστίζονται, αλληλοδιασταυρώνονται γενεές επί γενεών. Μια μνημονική ταινία που έχει διασώσει τη στρωματογραφία, ίχνη επί ιχνών, αγωνιστών, εργατών, μπακαλόγατων, παρακατιανών, κοριτσιών, πληθυσμιακός καταιονισμός όλων των εποχών, μοναδική ανθρώπινη τοιχογραφία-λιτανεία: «Μεγάλε Δρόμε σπαραγμέ παγιδευμένη νιότη ορυχείο κομμένο απ’ το φως / Μεγάλε Δρόμε σπαραγμέ… σου χαρίσαμε αναστεναγμούς πουλιά και λόγια τρυφερά φλογερά φλογερά την καρδιά μας επί πίνακι».
Η λέξη Δρόμος με το βαρύ σημασιακό της φορτίο είναι μια άλλη λέξη – σήμα που κομίζει στην ποίηση ο Γκόρπας, ανοίγοντας δρόμους στην έκφραση και χρωματίζοντας τη γλώσσα.
Η ποίηση λένε είναι σαν το ποτάμι, δεν τελειώνει, συνεχίζεται μέσα μας. Και ο Θωμάς Γκόρπας έχει στιγμές από θυμωμένο Αχελώο.
Θωμάς Γκόρπας
Μαύρες αφηγήσεις
«…Πολλή η απελπισία.
Αλλά όσοι έχουμε αγωνιστεί
για μια καλύτερη Ελλάδα,
ελπίζουμε ακόμα…»
Θ.Γκ.
| Θωμάς Γκόρπας |
Ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας Ο Θωμάς Γκόρπας γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1935. Από το 1954 έζησε στην Αθήνα, από το 1975 έως το 1980 στο Παρίσι, και από το 1990 μοίραζε τον καιρό του ανάμεσα στην Αθήνα και στην Αίγινα. Έκανε μια ντουζίνα επαγγέλματα: εργάτης, λογιστής, παλαιοβιβλιοπώλης, βιβλιοπώλης, επιμελητής εκδόσεων, εκδότης (εκδόσεις Πανόραμα και εκδόσεις Έξοδος), μεταφραστής, κ.α., πριν και μετά τη λεγόμενη δημοσιογραφία (συντάκτης στον Ημερήσιο Τύπο: Ανεξάρτητος Τύπος, Μεσημβρινή, Εξπρές, Νέα Πολιτεία). Ακόμα υπήρξε συντάκτης ή αρχισυντάκτης στα περιοδικά Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο, Ρουμελιώτικη Βίγλα, Ο Λογοτέχνης, Η Τέχνη στην Αθήνα, Η Καλλιτεχνική, Πολιτικά Θέματα, Μουσικά Θέματα.
Έγραψε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και δίδαξε σε θεατρική σχολή ιστορία λογοτεχνίας και αγωγή του λόγου. Στη δεκαετία του 1950 σύχναζε στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας, στη Στοά Μαυρίδη, στο Πατάρι του Λουμίδη και στο Βυζάντιον.
Από το 1955 έως το 1967 συμμετείχε σε ομάδες που πρωτοστάτησαν για μια πρωτοπορία στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στα εικαστικά, και για την υπεράσπιση του λαϊκού τραγουδιού. Από τους πρώτους που μίλησαν και έγραψαν για τον Καραγκιόζη και το ρεμπέτικο. Το 1979 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπιτ στην Όστια της Ρώμης.Πέθανε στην Αθήνα το 2003. πηγή: BAKXIKON – έχει και άλλες πληροφορίες για τον ποιητή.
Δείτε άλλες αναρτήσεις στο ΠΟΙΕΙΝ – Διαβάστε ένα αυτοβιογραφικό ποίημα του Θωμά Γκόρπα για το “πώς σώζεται” και το χρονολόγιο της Μ. Θεοδοσοπούλου (εφημ. «Εποχή»).
…………………………………….
«Ήρθα για πρώτη φορά στην Αθήνα σαν τουρίστας τον Ιούνιο του 1953 με τη μεγάλη εκδρομή των τελειοφοίτων της… Παλαμαϊκής: Μεσολόγγι, Ρίο, Ισθμός, Αγιοι Θεόδωροι, Αθήνα (Πειραιώς, Πανεπιστημίου, Ακρόπολις, για έναν δεκάρικο του φασίστα γυμνασιάρχη), Ιερά Οδός, Ορχομενός, Δελφοί, Μεσολόγγι… Τον Σεπτέμβριο ξαναήρθα για ένα μήνα στα φροντιστήρια Χατζή, όπου οι φροντισταί ήταν λιγότερο καταρτισμένοι από μένα και όπου συνάντησα για πρώτη και τελευταία φορά τον μετέπειτα
θρησκευτικό ποιητή Ματθαίο Μουντέ… Διημέρευα στο πατριωτικό – αιτωλοακαρνανικό καφενείον «Ελλάς» αρχές Αθηνάς (ναργιλέδες, σαράφηδες…) και διανυκτέρευσα στο Αιγάλεω, Λοιμωδών Νόσων, εντός δωματίου από τσιμεντόλιθους μαζί μ’ άλλους τέσσερες – απέναντι στου «Βλάχου» η Μπέλλου σ’ όλη την ομορφιά και τη δόξα της…».
«Πώς τυπώνεται και πώς κυκλοφορεί το βιβλίο ενός νεότερου συγγραφέα εκείνα τα χρόνια; Μιλάμε, φυσικά, για μια ποιητική συλλογή που σπάνια ξεπερνούσε τα τρία τυπογραφικά ή πεζογραφήματα έως 100 σελίδες. Ο συγγραφέας ήταν όλα: εκδότης και παραγωγός, διορθωτής κι επιμελητής, διαθέτης και διανομέας… Τα χαρτιά, η επιλογή και η αγορά τους από τον Διονυσόπουλο στην Πλατεία Αγίων Θεοδώρων…».
«Για πρώτη φορά μπαίνω σε τυπογραφείο όταν ο Βαγιάνος με στέλνει με μια λογοτεχνική έκδοση εντός κλειστού φακέλου στον ωραίο ποιητή και άνθρωπο Γεράσιμο Αμπάτη, αρχιδιορθωτή και φιλολογικό συνεργάτη της «Ακροπόλεως» – το τυπογραφείο της εφημερίδας πανάρχαιο, όπως και του Χρυσοβέργη στην ίδια στοά Πάππου, κάτω χώμα κι απάνω κεραμίδια, θυμάμαι, είχα φτάσει εκεί μετά ραγδαία βροχή και περπάτησα ως τον Γεράσιμο πάνω σε μαδέρια… επιπλέοντα… Το «Βυζάντιον» είχε κι αυτό πάτωμα εκ χώματος, έμπαζε από παντού, πλημμύριζε με τη βροχή κι ο Μπάμπης σταμάταγε τους καφέδες, τα τσάγια και τα χαμομήλια και… στέγνωνε το «πάτωμα» εξαπολύοντας τσουβάλια πριονίδι…».
«Με το τέλος του Εμφυλίου, εκεί στα 1951-52, δημιουργείται ένας πυρήνας από ποιητές κυρίως, αλλά και κάποιους πεζογράφους, ζωγράφους και ηθοποιούς, που θα κρυσταλλωθεί στα 1954-55. Ο ποιητής Τέος Σαλαπασίδης, είναι αυτός που για λίγο καιρό θ’ ανεβαίνει μόνος στο Πατάρι, ανάμεσα σε παλιότερους, πριν αρχίσουν να μαζεύονται γύρω του τα πρώτα στελέχη: Καρούζος και Χριστοδούλου, Πρωταίος και Κατσαρός…
«Ο Τάκης, το πρώτο γκαρσόνι, ο μετρ, ο φίλος μας, ευφυολόγος και χλευαστικός,
πάντα… κουρασμένος και πάντα ανθρώπινος, γενναιόδωρος στις απενταρίες μας κι αυτός όπως ο Μπάμπης, είχε κι ένα χάρισμα παραπάνω: όταν δεν σερβίριζε ή δεν γούσταρε καθόταν στο τραπέζι μας… Στην πραγματικότητα το Πατάρι ήταν απαγορευμένος Παράδεισος για κάμποσους που τον ορέγονταν, «διασημότητες» της εποχής κι όσους δεν γουστάραμε, τους κάναμε άγριες φάρσες και κάποτε τους προπηλακίζαμε…
«Ο κόσμος της πρωτοπορίας έκανε περάσματα και στα καφέ- ζαχαροπλαστεία και στα μπαρ-ουζερί: Πικαντίλι και Ρωσικόν, Μπραζίλιαν, Απότσος κι Ορφανίδης, ακόμα Ζώναρς και Φλόκα, όπου τάραζε τα νερά, προκαλώντας συχνά επεισόδια, πιο σωστά συμβάντα…».
(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ιχνευτής» (Δεκέμβριος 1987), με τον τίτλο «Με το Θωμά Γκόρπα στην Αθήνα της αμφισβήτησης της δεκαετίας του ’50»).
——————————
Το έργο του Θωμά Γκόρπα (ποίηση- πεζά – μεταφράσεις – εκδόσεις) από το ΕΚΕΒΙ, αλλά πάνω απ’ όλα εξέδωσε το σημαντικό «Περιπετειώδες, κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, 1850-1950» (εκδ. 1981) – που άφησε εποχή και σηματοδότησε εξελίξεις στην έρευνα και τον εκδοτικό χώρο.
Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε αποσπάσματα από το έργο τριών ανθολογημένων από τον Γκόρπα «μαύρων αφηγητών».
Κρίσις… του Αρκάδιου Λευκού (κλικ στον τίτλο)
Σκοτάδια του Νίκου Σαράβα (κλικ στον τίτλο)
Κουρασμένος απ’ τον έρωτα του Γιώργου Τσουκαλά (κλικ στον τίτλο)
Και εκτός σειράς μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη που θα μπορούσε επίσης να χαρακτηριστεί «μαύρο αφήγημα».
Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία (κλικ στον τίτλο)
(Εκτός σειράς αλλά μέσα στο πνεύμα)
Θωμάς Γκόρπας (1935-2003), Αφιερωμένα Εξαιρετικά
Θωμάς Γκόρπας, Τα Ποιήματα, Κέδρος 2006
Το πατάρι
Στον Τέο Σαλαπασίδη
Ο Λουμίδης τω καρώ εκείνω ήταν ένας μόντζος.
Εκεί καθόμαστε πρωιά μεσημέρια βράδια και χαζέυαμει ήλιους και φεγγάρια μέσα απ’
τα τζάμια του και τα μελλοντικά τραγούδια μέσα απ τα σπλάχνα μας.
Χαμηλοτάβανο σκοτεινό βρόμικο πατάρι ραϊσμένα μάρμαρα ταπεζιών μαδημένες καρέ
κλες ξεκοιλιασμένοι καναπέδες απαίσιο ντεκόρ και μόνο ο Τάκης χαμογελούσε.
Χαμογελούσε για όλους μας μας πίστωνε μας έφερνε στη ζούλα και καμιά σοκολάτα κα
νένα μπισκότο.
Αλήθεια τι απόγιναν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι; πως απεστατεύθη ο θρυλικός ιερός λό
χος των ωραίων καταραμένων; Μαλλιά χαίτες μαύρες μπλούζες πανταλόνια φανέλα γρι
ή μαύρη μαύρα ή καφέ μοκασέν κάλτσες γκρι γκρενά ή μαύρες λετιασμένα γοητευτικά
τρενς κοτ…
Οι ποιηταί και οι ζωγράφοι.
Οι περισσότεροι κάτι έπαθαν λίγο πριν τα τριάντα λίγο πριν τα σαράντα.
Ό, τι παθαίνουν τόσοι και τόσοι με το χωριό τους με το ξενύχτι με το φόβο της ζωής που
το λένε φόβο του θανάτου με τα ποιήματα με το μαρξισμό – με την επανάσταση.
Το πατάρι ήταν δικό μας κι όλα τα άλλα στην Αθήνα ξένα.
Κι απ’ τους παλιούς μόνο ένας Βάρναλης ή ένας Εμπειρίκος άντεχαν ν’ ανεβαίνουν
κάπου κάπου.
Περνούσαν τα χρόνια λιγόστευαν οι φωνές θόλωναν τα μάτια το Πατάρι και ο Τάκης του
δεν πάθαιναν τίποτε.
Άλλοι παντρεύονταν βλαχοπούλες άλλοι χάνονταν στα πέρατα άλλοι στις νευρολογικές
κλινικές άλλοι επέστρεφαν στο κόμμα άλλοι άρχιζαν ν’ ασχολούνται με αμερικάνικες
δουλειές άλλοι άρχιζαν να συχνάζουν στου κ. Ελύτη και στου κ. Ρίτσου άλλοι το γύριζαν
στο πεζό άλλοι στο καλαματιανό άλλοι πήγαιναν να φάνε μαζί με το κ. Θεοδωράκη άλλο
ι πήγαιναν στο συσσίτιο της Χρήστου Λαδά άλλοι το’ ριχναν στο πιοτό άλλοι έπεφταν
στα σκατά κι άλλοι την κοπάναγαν στα Παρίσια για σπουδές τάχα.
Ο προφήτης από δεύτερο χέρι Μιχάλης Κατσαρός όταν το ποίημα για τους για τους χαμέ
νους ήταν κι αυτός ένας χαμένος ήδη.
Μετά τις φωτιές του 1965 μερικοί που απεδείχθησαν ατάλαντοι ή εξ επαγγέλματος πεινα
σμένοι και καλλοί με όλους άρχισαν να βάζουν χέρι και στο θρύλο του Παταριού.
Κι όταν έφεξε η 21 Απριλίου για πρώην και νυν αριστερούς το Πατάρι του Λουμίδη ήταν
προ πολλού ένα ακόμα κωλάδικο ένα ακόμα πουτανάδικο κι ο Τάκης τους είχε πάψει
να πιστεύει να πιστώνει να φέρνει να χαμογελάει.
Που λέτε παιδιά ήταν μεγάλη υπόθεση τότε να φωτογραφίζεσαι με στο ομαδικό χνότο
ωραίος μεγαλειώδης πεινασμένος πικρός – όχι πικραμένος – καταραμένος καταραμένος
καταραμένος.
Έξω απ’’ τα μαντριά μακριά απ΄τις γλυκές της εποχής μαθαίνουμε τη μοναξιά της επι
στροφής εμείς είκοσι τριάντα ένδοξοι καταναλωταί μακεδονικών τσιγάρων και καφέ
εσπρέσο.
Εγώ που ήμουνα ο πιο νέος και ο πιο χωριάτης απεδείχθη πως ήμουνα το πιο γέρο κό
καλο το πιο βαθύ μάτι. Ανάμεσα στο Μεσολόγγι των ιερών κοκάλων και του Παλαμά και
στο Μεσολόγγι της ατελείωτης βροχής και των καημών είχα διαλέξει το δεύτερο.
Ήμουν και λίγο πονηρός μίλαγα τελευταίος ή δεν μίλαγα καθόλου.
Έτσι μπορώ σήμερα να θυμάμαι την αγαπημένη Σταδίου το Βυζάντιον του Μπάμπη και
των εργατικών της αυγής τα πλακιώτικα κουτούκια τα κολωνακιώτικα καρβουνιάρικα τα
διανυκερεύοντα της Ομόνοιας πανσελήνους επί της Ακροπόλεως κατουρήματα επί της
Πλατείας Συντάγματος ολίγα μακαρόνια με σάλτσα και ένα ψωμί γωνιά ένα πακέτο
Κιρέτσιλερ για όλη την παρέα αναμνήσεις ξερονησιών για όλη την παρέακαι τον
Τέο Σαλαπασίδη τον καλύτερο όλων μας.
Θυμάμαι χωρίς να κατεβάζω τα μάτια χωρίς να μπερδεύω τα πράγματα.
Εσύ Μεγάλη Μικρά μπορείς να χαμογελάς και να σκέφτεσαι τα δικά σου εγώ πάντως
τώρα είμαι πάλι δεκαεννιά είκοσι και είκοσι πέντε χρονώ πάλι ονειρεύομαι τα ίδια και τα
ίδια μόνο που έχω σταματήσει νισάφι να κουβαλάω νερό…
Χολερικά ανθρωπάκια στερημένα και λειψά πρώην σύντροφοί μου στη δίψα και στην
πείνα στα όνειρα και στα φαρμάκια φαίνεται πως πριν είκοσι και πριν δέκα χρόνια επέν
δυαν σε ζωγραφιές και ποιήματα μιλώντας για τη ζωή και για το θάνατο για τη φιλία και
για τον έρωτα για… και για… στη δική μου ποίηση δεν υπάρχει ούτε ένα για.. μέσα της
έβαζα και βάζω όλα αυτά που οι άλλοι λένε χωρίς να το πιστεύουν ότι δεν μπαίνουν
μέσα.
Η Ποίηση περ’ απ’ τα βιβλία και τις εποχές περ’ απ’ τους γαμπρίζοντες και τα βεγγαλικά
μέρα μεσημέρι όπως όλα αυτού του Κόσμου κοιτάει πίσω για να βλέπει μπροστά.
Και τα πατάρια και οι λεγόμενοι φιλολογικοί καφενέδες γίνονται το σπίτι των ποιητών
κάποτε και το ταμπούρι της ελευθερίας κι όποιος το ρίξει πέφτει και τον πλακώνει.
Τα κόκαλα του θρύλου της παρέας μου τώρα τα γλείφουν σκυλιά και κοπρόσκυλα.
Που λέτε παιδιά τα ράσα δεν κάνουν το παπά ο παπάς κάνει τα ράσα. Θυμάμαι πως
λειτούργησα πριν τυπώσω στίχους μου.
Τώρα μερικοί δεν ξέρουν που να με βάλουν άλλοι με ανακαλύπτουν με μαύρη ευχαρίστη
ση άλλοι με τρόμο άλλοι λένε πως και τότε μ’ αγαπούσαν άλλοι πως και τώρα μ’ αγαπά
νε και ας μην τους αγαπάω εγώ πια άλλοι που το ‘ κοψαν το γράψιμο με ρωτούν αν
γράφω ακόμα άλλοι που το ξανάρχισαν αποκαταστημένοι στην κοινωνία με ρωτάν
γιατί δεν τυπώνω τα’ αριστουργήματά μου κι αυτοί που έκοψαν και το γράψιμο και τη
γλώσσα τους και το πουλί τους Δε μου λένε τίποτε με νοήματα τα θέλουν πάλι.
Στο Λουμίδη τω καιρώ εκείνω δεν ονειρευόμασταν τίποτε για τον εαυτό μας.
Τω καιρώ εκείνω που να φανταζόμαστε πως η Αθήνα μας θα γέμιζε κωλάδικα σκατοβρα
βεία συνταξιούχους ποιητάς του Δημοσίου και δηλωμένους ποιητάς κ’ αιτούντας. .. αν
όντως θάβω ζωγράφους ποιητές και φίλους μου καθώς λένε καμπόσοι αποτυχημένοι
ζωγράφοι ποιητές και φίλοι μου φαίνεται πως υπάρχουν πεθαμένοι
Και Σκατά στο λάκκο τους.
Αθήνα 1972
ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΣ ΑΓΩΝ
Μπαρ Ω Ρεβουάρ μπαρ Μπαρίν μπαρ Μουν Σουάρ μπαρ Τετ α Τετ μπαρ μπαρ μπαρ
αλονύχτια ψιλή βροχή ταξί γνωστοί ουίσκυ κ’ εγγλέζικα τσιγάρα.
Ήμαστε τρείς ο ένας κατετρύχετο απ΄την ιδέα ότι ξημερώνοντας έπρεπε να καταλήξουμε
σπίτι του να βρει κάτι στίχους του Μαγιακόφσκυ που τους αγαπάει πολύνα μας τους
διαβάσει ενώ θα πίνουμε το τελευταίο μας ουίσκυ μας αλλά φευ δεν θκμάται που τους
έχει και τους έχει ξέχασει κι αυτό του τη δίνει σχεδόν κλαίει δεν αντέχι να ξημερωθεί πα
ρά στο δρόμο…
Τα μαγαζιά έχουν αλλάξει κ’ η παρέα ακόμα κ’ η μεταμεσονύχτια ψιλή βροχή της Αθήνας
είναι διαφορετική…
Εμείς ήμαστε στο μπαρ το μπαρ το πηγαίνουμε όπου θέλαμε στα χωριά της νιότης μας
σε πλατεία καλοκαιρινή σε ακροθαλασσιά σε δρόμο εξοχικό σε προαύλιο εξωκκλησιού
στο κάστρο κάτω από τσίγκο παλαιού παντοπωλείου ενώ βρέχει.
Κάθε τόσο ερχόνταν κύματα κύματα τσάι του βουνού φλισκούνι και ρίγανη σύκα καρύδια
μύγδαλα ψωμί και τυρί κρασί και τσιγάρα Χυμόπουλος.
Άγνωστον αν τα λουλούδια του άλγους που παίζουν το γύρω γύρω όλοι με τα μαλλιά
μας έρχονταν από ‘ να βαθύ σιωπηλό παρελθόν ή από ένα μεθυσμένο φωωνακλάδικο
μέλλον…
Καιρός να ξαναγίνουμε χωρικοί έλεγε και ξανάλεγε ο ένας.
Να τα μαζέψουμε κάποτε και να πάμε πάλι στο χωριό μας… άλλαξε κοπέλα μου την μου
σική μη μου τη δίνεις και εσύ νυχτιάτικα άλλαξε ταμπλώ.
Όλα τα τραγούδια σου λένε για θάλασσα πουλιά και δέντρα δάκρυα κι αγάπες φιλιά και
της μάνας τους το κέρατο άλλαξε σε παρακαλώ κοριτσάκι μου ταμπλώ
Δε μας βλέπεις που είμαστε χτισμένοι με τσιγάρα πιοτά και καφέδες και της Παναγιάς
τα μάτια…
Λοιπόν ήταν μια που την είχε πατήσει είπε ο δεύτερος.
Εγώ σ’ αγαπώ μου έλεγε δεν είμαι σαν τις άλλες που γνώρισες και σε κατέστρεψαν!
Σ’ αγαπάω και θα σ’ αλλάξω! Θα σε κάνω άλλον άνθρωπο! Θα σου μετριάσω το τσιγάρο
θα σου μετριάσω το πιοτό θα σου μετριάσω τους καφέδες.
Θα σου δένω την γραβάτα σου πουλάκι μου!
Θα σου αγοράζω βιβλία ωραία βιβλία αισιόδοξα όχι αυτά τα μαύρα και άραχλα που
διαβάζεις… Θ’ ακούμε μουσική… Θα σου γνωρίσω και τα’ άλλα παιδιά θα πηγαίνουμε
όλοι μαζί. Εγώ σ’ αγαπώ αγάπη μου και θα…Θα… θα… θα… όταν ξανασυνάντησα
τη Θα ,δυό χρόνια μετά το τραγικό τέλος του αισιόδοξου ειδυλλίου μας, ήταν παντρεμένη
μ’ έναν εφοριακό.
Βλέπω που λέτε μια κύρια Θα θλιμμένη να πίνει και να καπνίζει και να φυσάει τον κα
πνό…
Ήταν «βιαστική» θλιμμένη και ωραιότερη όσο ποτέ και μου μιλούσε «πληγωμένη»
χαδιάρικα καταπίνοντας και μερικά δάκρύα…
Δε φταιω εγώ εσύ φταις που δεν μ’ αγάπησες ούτε τοσοδά τότε πάντως
Δε σου κρατάω κακία έτσι είναι η ζωή εσύ τραβούσες ένα δρόμο που δεν ήταν
για μένα…. Αχ αχ αχ αχ να ‘ ξέρες τι τραβάω Θοδωρή μου…
Ξέρετε μάγκες είπε ο πρώτος.
Ο Μαγιακόφσκυ δεν αυτοκτόνησε δεν αυτοκτόνησε ακριβώς δηλαδή… δεν …
τελοσπάντων δεν είναι αυτή η κουβέντα γι’ αυτό το κωλοχανείο.
Ο δεύτερος έτρεξε να προλάβει ήταν βλέπετε ηθοποιός.
Τον έχετε διαβάσει τον «Κοριό». Λοιπόν να βρούμε ένα υπόγειο μια μεγάλη υπόγα στα
πέριξ της Πλάκας οι υπόγες είναι σχετικά φτηνές.
Πενήντα θέσεις εκατό θέσεις Δε θέλουμε περισσότερες…
Θοδωρή κοφ’ το! Ανάβει ο πρώτος. Μόνο μες στα ουισκάδικα σου έρχονται οι καλές
ιδέες για το θέατρο. Κοφ’ το γιατί θα κάνω εμετό!
Ο Θοδωρής το έκοψε κ’ εγώ τον ρώτησα. Την ξέρεις καλά την Έρση;
Την Έρση; Ναι την ξέρω. Απ’ την καλύτερη στρόφα.
Και σαν ηθοποιός και σαν άνθρωπος. Γι’ αυτό πεινάει…
Να πάει να πηδηχτεί για να μην πεινάει είπε ανόρεχτα ο πρώτος και σωπάσαμε κι’ οι
τρεις.
Ύστερα λέω: σαν πολύ καθίσαμε εδώ μέσα.
Άρχισαν να μπαίνουν ψυγειάδες και μπακάληδες. ..
Να πάρουμε τηλέφωνο το Στρατή.
Να πάρουμε πρώτα τηλέφωνο το Στρατή να τον χέσουμε και φεύγουμε είπε ο πρώτος.
Πήρε πάλι βραβείο ο κόπανος… Α σιχτίρ!
Εσύ Θωμά με το Στρατή μοιάζεις σε πολλά σου το έχω ξαναπεί.
Εκείνος είναι βέβαια υποτονικός. Διαφορά ταμπεραμέντου.
Χεσ’ τον τον πούστη δεν τον παίρνουμε πάμε να φύγουμε.
Ταξί! Ας το μου λεει ο πρώτος. Να το περπατήσουμε λιγάκι.
Ρε κωλοκαλλιτέχνες Δε νοσταλγήσατε λιγάκι την αθηναϊκή βροχή;
αν δεν έχετε καμιά ιδέα να σας πάω εγώ σ’ ένα καταπληκτικό μαγαζί
αλλά εκεί μάγκες θα είμαστε σεμνοί είναι και λίγο πουτανάδικο.
Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει; Ποιοι μας αγαπάνε; 8 beat ποιήματα του Θωμά Γκόρπα DOCTV.GR 23 Ιουλίου 2019 Ποιοι μας αγαπάνε; Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει; Ποιοι μας αγαπάνε; Κλειστό μαγαζί κλειστό μαγαζί της αγάπης. Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά, μπύρες, ουίσκια άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα. Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα πώς θέλετε να το δείτε, ανοίξτε με να το δείτε έχω όμως κουράγιο αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο… Σου λέω: Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω… να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα. Σου λέω: Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω. ABOUT YOU Γυναίκες Μποτάκι 'Natalia', μαύρο ABOUT YOU Αναπόληση Θα καταργήσω τον ουρανό, θα καταργήσω τη γη και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό κι εσύ να περνάς απ’ έξω. Εμείς Πιθανόν εμείς να πέφτουμε έξω μ’ όλα αυτά τα φτηνά μας γούστα που τα πληρώνουμε πανάκριβα για τα μπουζούκια και τα παρεμφερή ωραία πράγματα… Πιστεύω να υπάρξει ένας παράδεισος και για μας γεμάτος ανυπολόγιστα φιλιά, τσιγάρα, καφέδες και κρασιά, κουτούκια και ταξιά, έρημες μεταμεσονύχτιες πλατείες, κλειστά μαγαζιά κλειστά παράθυρα κι από πίσω οι καλές γυναίκες μόνες ή με τον άντρα τους και γι’ αυτό δυο φορές μόνες… Αγάπες Φύσημα των δέντρων σβήσιμο του κύματος άναμμα των φώτων σε πόλεις παραλιακές ωραία πράγματα στον τοίχο, ωραία κι ανώνυμα παρηκμασμένα μαγαζιά, έρημοι σιδηροδρομικοί σταθμοί τυχαία ταξίδια μαγικά σ’ αγνοημένα μέρη επαρχιακά. Η Ποίηση Μνήμη Δημήτρη Χριστοδούλου Το χειρότερο και το καλύτερο στη ζωή ποιητή Να χτίζεις για τους άλλους πύργους και παλάτια Παίρνοντας πέτρα απ’ το νταμάρι της καρδιάς σου Σκαμμένης απ’ τα χαμόγελα τα πάρε και τα δάκρυα Παίρνοντας χρώμα και γυαλί απ’ την μεγάλη σου αγάπη Που γίνεται βράδι πρωί κομμάτια… Πατάρι Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια Οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου Για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια Κάποτε τέλειωσε αυτή η ιστορία κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν τόσοι πουλάν στην αγορά όσο τα τελευταία τους ρετάλια τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση ξεγραμμένη πια οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν κ’ οι φίλοι… Φιλοδοξίες Θέλω να γράψω για το φασισμό στην άσφαλτο μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια σαγηνευτικά και ρουμελιώτικα κοκορετσάδικα! Θέλω να γράψω για τον έρωτα του αυτοκινήτου μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια μεθυσμένα κάρα, μεθυσμένα κι αργοκίνητα. Θέλω να γράψω για τους προοδευτικούς διανοούμενους μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια χρόνια πριν απ’ το ’20 όταν ο Βάρναλης ήταν ωραίος μπεκρής τραμπούκος και βασιλόφρονας… Βροχή Εικόνων Στον Ζακ Πρεβέρ Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωινά πουλιά, ξαναγυρίζουν το βράδι Κατεβαίνουν την πλαγιά αρνιά, το βέλασμά τους γίνεται χάδι για Την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε. Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά Όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά έξον απ’ τα τραγούδια και μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους. Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο τα τελευταία λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γιαχαρά και ή μαχαιριά. Ένα χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ Καπνίζω… Νταλκάδες Στον Ανδρέα Εμπειρίκο Η Ποίηση είναι ένας δρόμος σπαρμένος με καρφιά είναι μια στρατιά καρφιά όπου φιλοξενούν στο ρετιρέ τους ρόδα. Εσύ δεν είσαι καμωμένη από ρόδα δεν είσαι καρφί αλλά μια απελπισμένη άγνωστη παραλία που έχασε για πάντα κολυμβητάς και βάρκες και ψαρέματα και τα ελάχιστα εκείνα μοναδικά ζευγάρια τα τόσο ευχαριστημένα και θλιμμένα. Όταν με κυνήγαγε η πολιτική με κυνήγαγες κ’ εσύ. Τώρα που σε κυνηγάω εγώ έγινα σαν την πολιτική και ίσως πλέον αφόρητος και πλέον ανελέητος απ’ αυτήν. Σ’ αγαπάω σημαίνει τρυπάω με καρφίτσα παλιά σύννεφα και πέφτει βροχή. Μαζεύω τη βροχή όπως μια κόρη μαζεύει παπαρούνες στον αγρό. Μεταξύ των σπλάχνων μου και των χειλιών μου συναντάω πάλι τη λέξη πλάγια αλλά αυτή από καιρό δεν είναι λέξη πια αλλά τα μαλλιά σου ή φωτιά συνθλιβομένη από φορμαρισμένα ερωτικά φύλλα χείλη δροσιάς. [Πηγή: www.doctv.gr]
ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
Μνήμη Γιώργη Ζάρκου
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τα’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.
Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες
Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.
Η ΠΟΙΗΣΗ
Μνήμη Δημήτρη Χριστολούδου
Το χειρότερο και το καλύτερο στη ζωή ποιητή
Να χτίζεις για τους άλλους πύργους και παλάτια
Παίρνοντας πέτρα απ’ το νταμάρι της καρδιάς σου
Σκαμμένης απ’ τα χαμόγελα τα πάρε και τα δάκρυα
Παίρνοντας χρώμα και γυαλί απ’ την μεγάλη σου αγάπη
Που γίνεται βράδι πρωί κομμάτια….
Πατάρι
Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια
Οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου
Για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια
……………………………………………………………..
κάποτε τέλειωσε αυτή η ιστορία
κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
τόσοι πουλάν στην αγορά όσο τα τελευταία τους ρετάλια
τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση ξεγραμμένη
πια
οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
κ’ οι φίλοι…
ΚΑΙ ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ
Μνήμη Σταμάτη Μαράντου
Στα χείλη των ερυθρών χαραδρών ανθούν λευκά λουλούδια
Στα δροσερά υπόγεια των καλοκαιριών αιχμαλωτίζονται
Καρδίες
Παιδιών η απελπισία ηχεί και πέραν της Ποιήσεως ακόμη
Και των ενδόξων Ρεμπέτικων Τραγουδιών.
Όσο και αν εκτιμήσουμε τη ματαιότητα
Όσο να εκποιήσουμε την τρυφερότητα
Μας πήραν σβάρνα τα χρόνια…
Μετράω τις τρύπες στο σκοτάδι
Φιλίες έρωτες απλήρωτες δουλειές
Απ’ όλν τούτο δοκιμάζω πυρετωδώς
Και το καινούριο μου χάδι…
Τόσοι τυχάρπαστοι καμπλεξαριμένοι
Απ’ τα καταπληκτικά μου πουκάμισα
Τα εξ’ ίσου καταπληκτικά μου λόγια
Και τα παραμύθια φίλων που μ’ αγάπησαν
Πέραν του δέοντος και πέραν της Ποιήσεώς μου
Είανι αδύνατον να με φανταστούν στα περασμένα χρόνια
Χαρμανιασμένο για τσιγάρο περισσότερο και από γυναίκα
Χαρμανιασμένο για γυναίκα περισσότερο κι από πρωτοφανή τοπία.
Εγώ τώρα πρέπει να είμαι ένας άλλος
Διάφορος σε πολλά του Θωμά παλαιοτέρων ημερών
Τώρα πρέπει να είμαι κάτι μεταξύ σοφού και αγρίας παρθένας
Τα δικά σου γυαλιά με τα οποία βλέπω κ’ εγώ καλά
Ένα αβασίλευτο ηλιοβασίλεμα…
Και βεβαίως η Ποίησις πια Δε με εκφράζει
Η Ποίησις σαν τη γυναίκα πιο πολύ σ’ αγάπησε κ’ εσύ
Τη διώχνεις Δε με εκφράζει καν η ελπίδα για την επόμενη μέρα
Ολόκληρος έχω γίνει ένα βάθος ένα χρώμα
Ένα κυρίαρχον χρώμα.
ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΦΙΛΩΝ
Μνήμη Νίκου Καρούζου
Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…
Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;
Παντού στην Αθήνα τραύματα νωχελικά
Μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας
Σαν σκυλί σαν προδομένη αγάπη σαν διάχυτο λαϊκό τραγούδι
Γιομάτο ευγένεια.
Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο
Στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου
Είναι γυμνή κ’ έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές
Ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο
Γιατί τώρα αυτή τη στιγμή στην Πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο
Μετά τα μεσάνυχτα
Εγώ και ο φίλος μου είμαστε δυό δίδυμες πηγές εξάρσεως
Ή δυό άνθη πεθαμένα στη γέννα τους
Ή δυό λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη
Οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα
Τσιγάρα μας
Οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.
Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις
Όπως οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.
Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες
Όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται
Όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει
Άλλα με τίποτε Δε νερώνει
Ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χρίστους ούτε με γλυκές κάμαρες.
Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το
Δρόμο του γυρισμού
Και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας Δε με περιμένει
Τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.
Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν α φώτα
Δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς
Διανυκτερεύοντα έχει
Την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο
Λίγο και τα μάτια
Γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους
Έρχονται τα ΄φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντέψουν
Καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν
Τα πήρε ο ύπνος κ’ έγειραν
Για πάντα.
Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι
Πριν και μετά το σκοτάδι
Πριν και μετά τα’ άνθη του αίματος σκοτάδι
Και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα
Τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς
Τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.
Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια
Τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια
Υπάρχουμε ως υπογραφές κόκινες κατακόκινες της φωτιάς
Σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά
Τα κομμάτια μας
Και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα
Μουσικά όργανα.
ΒΡΟΧΗ ΕΙΚΟΝΩΝ
Στο Ζακ Πρεβέρ
Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωινά πουλιά ξαναγυρίζουν το βράδι
Κατεβαίνουν την πλαγία αρνιά το βέλασμά τους γίνεται χάδι για
Την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν
Έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά
Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε.
Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά
Όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά έξον απ’ τα τραγούδια και
Μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους.
Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο τα τελευταία
Λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γιαχαρά και ή μαχαιριά.
Ένα χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ
Καπνίζω…
ΝΤΑΛΚΑΔΕΣ
Στον Ανδρέα Εμπειρίκο
Η τέντα του καλοκαιρινού κινηματογράφου είναι σαν μεγάλο ατλαζωτό φυσερό κάνει ήχο
όταν ανοίγει ή κλείνει. Σαν το ήχο που κάνουν τα καράβια μπαίνοντας ή βγαίνοντας απ’
το λιμάνι.
Το ίδιο ήχο κάνουν και πάμπολλα ποιήματα του Εμπειρίκου οι βεντάλιες κάποτε των γυ
ναικών.
Πηγαίνουμε στα δάση πηγαίνουμε στα έρημα λιμάνια πηγαίνουμε πηγαίνουμε σε καλο
κάγαθα νοικοκυρεμένα μαγαζιά σε άκρα της πολέως για να κάνουμε επαφή με το μακρι
νό το μέλλον το μέλλον μας τα’ ανώνυμα σουραύλια του παρελθόντος τα επώνυμα προ
σκλητήρια.
Η μισή τραγουδάει η άλλη μισή μελαγχολεί περιμένοντας ολόκληρη.
Από τα παιδικά μου χρόνια στη σημερινή καρδιά μου εισελαύνουν φράχτες νυχτερινή
και της μέρας χαρμόσυνα κουδουνίσματα.
Η Ποίηση είναι ένας δρόμος σπαρμένος με καρφιά είναι μια στρατιά καρφιά όπου φιλο
ξενούν στο ρετιρέ τους ρόδα.
Εσύ δεν είσαι καμωμένη από ρόδα δεν είσαι καρφί αλλά μια απελπισμένη άγνωστη πα
ραλία που έχασε για πάντα κολυμβητάς και βάρκες και ψαρέματα και τα ελάχιστα εκείνα
μοναδικά ζευγάρια τα τόσο ευχαριστημένα και θλιμμένα.
Όταν με κυνήγαγε η πολιτική με κυνήγαγες κ’ εσύ. Τώρα που σε κυνηγάω εγώ έγινα
σαν την πολιτική και ίσως πλέον αφόρητος και πλέον ανελέητος απ’ αυτήν.
Σ’ αγαπάω σημαίνει τρυπάω με καρφίτσα παλιά σύννεφα και πέφτει βροχή.
Μαζεύω τη βροχή όπως μια κόρη μαζεύει παπαρούνες στον αγρό.
Μεταξύ των σπλάχνων μου και των χειλιών μου συναντάω πάλι τη λέξη πλάγια αλλά
αυτή από καιρό δεν είναι λέξη πια αλλά τα μαλλιά σου ή φωτιά συνθλιβομένη από φορ
μαρισμένα ερωτικά φύλλα χείλη δροσιάς.
Πλάγια διαλεγμένη από καουμπόυς μια κατακίτρινη από το κακό της αγκαλιά πλάγιά δια
λεγμένη για το φετινό καλοκαίρι – που σε γέμισε άνθη δακρύων και πληγών κ’ επικίνδυ
νη νοσταλγία λυσσασμένη.
Έχουμε μιαν ακρογιαλιά μα δεν έχουμε καρδιά για πέταμα έχουμε γένια μα δεν έχουμε
χτένια μας τα φέρνουν άλλοι.
Σ’ ορισμένες περιοχές της νύχτας μας ενοχλούσε ΙΧ φτωχοπουτάνες φυματικά μπαρ κομ
ψοί και χαμογελαστοί ρουφιάνοι.
Έρημες ομορφιές έρημες γυναίκες έρημες ιδεολογίες στον τόπο τους πια δεν φυτρώνει
τίποτε και μόνο ταινίες αστυνομικές μας ξεκουράζουν.
Χρειάζονται πια έργα μνημειακά για το καλό του μέλλοντος για το κακό και για το τίποτε.
Σκοροφαγωμένες ιστορίες βγαίνουν απ’ τις ντουλάπες τους και δίνουν στους σύγχρο
νους φουκαράδες λίγη χαρά:
Το παιδάκι μου… Οι καλοί συνάδελφοι… Ο κουμπάρος… Η κουμπάρα… Το αμάξι μου…
Το διαβατήριο μου…
Τα κέρατά σας τα τράγια τα κρέατα σας το σάντουίτς σας στις 11 το πρωί το σήριάλ σας
στις 11 το βράδι – τα περασμένα χρόνια τι γρήγορα που περνούν… Δε νομίζω…
Δε νομίζω…
Τα’ αγιόκλημα ο δυόσμος και ο βασιλικός της εποχής είναι τα σκουπίδια σας σε σακού
λες νάυλον αλλά δεν τα ζωγραφίζει κανείς…
Η πολιτική είναι βρόμικη καθορίζει με αναπόληση παιδικών ιστοριών ή μελλοντικών α
πορρυπαντικών και μετά χέσ’ την.
Η πραιτωριανοί συλλαμβάνουν για λογαριασμό κάποιου Χ που πρόκειται να συλληφθεί
τον άλλο μήνα υποψήφιους ήρωες φαρμακωμένους φοιτητές και καμουφλαρισμένους
πράκτορες.
Ύστερα από λίγες μέρες οι μεν ξεχνάν τα ποιήματα και τα ουίσκια της καρδιάς υποτίθε
ται οι Δε μένουν με ενάμισι πόδι ή τρώγονται στο σκοτάδι και οι άλλοι παρατάν τα προ
σχήματα.
Κάποτε τελειώνουν τα λόγια και το ξινισμένο σεξ και τα μασκοφόρα όνειρα γατί εμφανί
ζονται επιτέλους οι αναμενόμενοι πιστολάδες – ούτε άργησαν ούτε μας ξέχασαν ήρθαν
στην ώρα τους που αποδείχθη η ώρα μας.
Προσοχή να μη σε κάνουν γεφύρι.
Όταν χάνονται όλα τα κλειδιά ασφαλείας γεμίζουμε Ασφάλειες.
Χόρτασα λεμονιές κατσίκια τα Χριστούγεννα στα χωριά.
Οι χωριάτες έχουν τηλεοράσεις μοντέλα αλλά παλιά τσαπιά.
Οι παλιοί χωματένιοι δάσκαλοι χάθηκαν. Οι καινούργιοι αδυνατίζουν με τη ρόδα.
Αυτοεξόριστοι Κενυάτες υποψήφιοι Πρόεδροι Δημοκρατίας στα τζουκ μποξ της Αθήνας
βάζουν «Το 13 το κελλί» του Λαύκα. Στις ταβέρνες μπεκρήδες της αναμονής οι μαιτρ της
παγκόσμιας απελπισίας κλείνουν το ξενύχτι με χαλβά του μπακάλη – με κανέλα και λεμό
νι.
Αράπικο φιστίκι
Αράπικο λουλούδι
Αράπικο άλογο
Αράπικο πετρέλαιο…
https://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG6239
http://www.potamos.com.gr/download/a149a6077669c95fdb691fc6855dae7cgorpas.pdf
Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει; Ποιοι μας αγαπάνε; 8 beat ποιήματα του Θωμά Γκόρπα [Πηγή: www.doctv.gr]
Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει; Ποιοι μας αγαπάνε; 8 beat ποιήματα του Θωμά Γκόρπα DOCTV.GR 23 Ιουλίου 2019 Ποιοι μας αγαπάνε; Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει; Ποιοι μας αγαπάνε; Κλειστό μαγαζί κλειστό μαγαζί της αγάπης. Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά, μπύρες, ουίσκια άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα. Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα πώς θέλετε να το δείτε, ανοίξτε με να το δείτε έχω όμως κουράγιο αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο… Σου λέω: Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω… να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα. Σου λέω: Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω. ABOUT YOU Γυναίκες Μποτάκι 'Natalia', μαύρο ABOUT YOU Αναπόληση Θα καταργήσω τον ουρανό, θα καταργήσω τη γη και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό κι εσύ να περνάς απ’ έξω. Εμείς Πιθανόν εμείς να πέφτουμε έξω μ’ όλα αυτά τα φτηνά μας γούστα που τα πληρώνουμε πανάκριβα για τα μπουζούκια και τα παρεμφερή ωραία πράγματα… Πιστεύω να υπάρξει ένας παράδεισος και για μας γεμάτος ανυπολόγιστα φιλιά, τσιγάρα, καφέδες και κρασιά, κουτούκια και ταξιά, έρημες μεταμεσονύχτιες πλατείες, κλειστά μαγαζιά κλειστά παράθυρα κι από πίσω οι καλές γυναίκες μόνες ή με τον άντρα τους και γι’ αυτό δυο φορές μόνες… Αγάπες Φύσημα των δέντρων σβήσιμο του κύματος άναμμα των φώτων σε πόλεις παραλιακές ωραία πράγματα στον τοίχο, ωραία κι ανώνυμα παρηκμασμένα μαγαζιά, έρημοι σιδηροδρομικοί σταθμοί τυχαία ταξίδια μαγικά σ’ αγνοημένα μέρη επαρχιακά. Η Ποίηση Μνήμη Δημήτρη Χριστοδούλου Το χειρότερο και το καλύτερο στη ζωή ποιητή Να χτίζεις για τους άλλους πύργους και παλάτια Παίρνοντας πέτρα απ’ το νταμάρι της καρδιάς σου Σκαμμένης απ’ τα χαμόγελα τα πάρε και τα δάκρυα Παίρνοντας χρώμα και γυαλί απ’ την μεγάλη σου αγάπη Που γίνεται βράδι πρωί κομμάτια… Πατάρι Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια Οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου Για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια Κάποτε τέλειωσε αυτή η ιστορία κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν τόσοι πουλάν στην αγορά όσο τα τελευταία τους ρετάλια τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση ξεγραμμένη πια οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν κ’ οι φίλοι… Φιλοδοξίες Θέλω να γράψω για το φασισμό στην άσφαλτο μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια σαγηνευτικά και ρουμελιώτικα κοκορετσάδικα! Θέλω να γράψω για τον έρωτα του αυτοκινήτου μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια μεθυσμένα κάρα, μεθυσμένα κι αργοκίνητα. Θέλω να γράψω για τους προοδευτικούς διανοούμενους μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια χρόνια πριν απ’ το ’20 όταν ο Βάρναλης ήταν ωραίος μπεκρής τραμπούκος και βασιλόφρονας… Βροχή Εικόνων Στον Ζακ Πρεβέρ Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωινά πουλιά, ξαναγυρίζουν το βράδι Κατεβαίνουν την πλαγιά αρνιά, το βέλασμά τους γίνεται χάδι για Την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε. Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά Όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά έξον απ’ τα τραγούδια και μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους. Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο τα τελευταία λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γιαχαρά και ή μαχαιριά. Ένα χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ Καπνίζω… Νταλκάδες Στον Ανδρέα Εμπειρίκο Η Ποίηση είναι ένας δρόμος σπαρμένος με καρφιά είναι μια στρατιά καρφιά όπου φιλοξενούν στο ρετιρέ τους ρόδα. Εσύ δεν είσαι καμωμένη από ρόδα δεν είσαι καρφί αλλά μια απελπισμένη άγνωστη παραλία που έχασε για πάντα κολυμβητάς και βάρκες και ψαρέματα και τα ελάχιστα εκείνα μοναδικά ζευγάρια τα τόσο ευχαριστημένα και θλιμμένα. Όταν με κυνήγαγε η πολιτική με κυνήγαγες κ’ εσύ. Τώρα που σε κυνηγάω εγώ έγινα σαν την πολιτική και ίσως πλέον αφόρητος και πλέον ανελέητος απ’ αυτήν. Σ’ αγαπάω σημαίνει τρυπάω με καρφίτσα παλιά σύννεφα και πέφτει βροχή. Μαζεύω τη βροχή όπως μια κόρη μαζεύει παπαρούνες στον αγρό. Μεταξύ των σπλάχνων μου και των χειλιών μου συναντάω πάλι τη λέξη πλάγια αλλά αυτή από καιρό δεν είναι λέξη πια αλλά τα μαλλιά σου ή φωτιά συνθλιβομένη από φορμαρισμένα ερωτικά φύλλα χείλη δροσιάς. [Πηγή: www.doctv.gr]
ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ [1957-1983] ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΠΕΡΝΑΕΙ
Ο ΣΤΡΑΤΟΣ… ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ
Ο Θωμάς Γκόρπας (1935-2003) γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Από το 1954 έζησε στην Αθή
να,
από το 1975 έως το 1980 στο Παρίσι, και από το 1990 μοίραζε τον καιρό του ανάμεσα
στην Αθήνα και την Αίγινα. Έκανε μια ντουζίνα επαγγέλματα: εργάτης, λογιστής, παλαιο
βιβλιοπώλης, βιβλιοπώλης, επιμελητής εκδόσεων, εκδότης (εκδόσεις "Πανόραμα" και
εκδόσεις "Έξοδος"), μεταφραστής, κ.ά., πριν και μετά τη λεγόμενη δημοσιογραφία (συ
ντάκτης στον ημερήσιο Τύπο: "Ανεξάρτητος Τύπος", "Μεσημβρινή", "Εξπρές", "Νέα
Πολιτεία").
Ακόμα υπήρξε συντάκτης ή αρχισυντάκτης στα περιοδικά "Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο",
"Ρουμελιώτικη Βίγλα", "Ο Λογοτέχνης", "Η Τέχνη στην Αθήνα", "Η Καλλιτεχνική",
"Πολιτικά Θέματα", "Μουσικά Θέματα".
Έγραψε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και δίδαξε σε θεατρική σχολή ιστορία λογοτεχνίας
και αγωγή του λόγου.
Στη δεκαετία του 1950 σύχναζε στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας, στη Στοά
Μαυρίδη, στο Πατάρι του Λουμίδη και στο Βυζάντιον.
Από το 1955 έως το 1967 συμμετείχε σε ομάδες που πρωτοστάτησαν για μια πρωτοπο
ρία στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στα εικαστικά, και για την υπεράσπιση του λαϊκού
τραγουδιού.
Από τους πρώτους που μίλησαν και έγραψαν για τον Καραγκιόζη και το ρεμπέτικο.
Το 1979 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπιτ στην
Όστια της Ρώμης. Πέθανε στην Αθήνα το 2003.
ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΓΚΟΡΠΑ ΠΟΙΗΣΗ
Σπασμένος καιρός, εκδ. Μινώταυρος, Αθήνα 1957.
Παλιές ειδήσεις, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1966. Πανόραμα, εκδ. Panderma, Αθήνα 1975.
Στάσεις στο μέλλον, εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1 1979, 2 1980· εκδ. Πορεία, Αθήνα 3
1980· εκδ. Έξοδος, Αθήνα 4 1983. Περνάει ο στρατός…, εκδ. Πορεία, Αθήνα 1 1980· εκδ.
Έξοδος, Αθήνα 2 1983. Τα θεάματα, εκδ. Έξοδος, Αθήνα 1983. Τα ποιήματα [1957-1983].
Στάσεις στο μέλλον, Περνάει ο στρατός…, Τα θεάματα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1 1995·
εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2 2006.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Ισιδώρα! Ισιδώρα! Ο τραγικός έρωτας της
Ντάνκαν με τον ποιητή Γεσένιν, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1995.
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Το πανηγύρι τ’ Άη Συμιού (μια μεσολογγίτικη λαογραφία), (με Βησσαρίωνα Γκόρπα),
εκδ. Ζυγός, Αθήνα 1972.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, εισαγωγή - βιογραφικά -
ανθολόγηση (1850-1950), δύο τόμοι, εκδ. Σίσυφος, Αθήνα 1981.
ΚΑΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
Στέρης, το τραγικό παραμύθι της ζωής και του έργου ενός πρωτοπόρου, 18 κριτικά
άρθρα γύρω από μια έκθεση, εκδ. Πανόραμα, Αθήνα 1982.
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ Το βιβλίο όλων των ημερών.
Η πρώτη μου ατζέντα, εκδ. Δεληθανάση, Αθήνα 1992.
ΣΤΗΡΙΞΗ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ
(Επιμέλεια-βιογραφικά-πρόλογοι) Γεράσιμος Βώκος,
Ο εκτοπισμένος κ.ά. διηγήματα, επανέκδοση, εκδ. Έξοδος, Αθήνα 1983.
Νικόλαος Β. Βωτυράς, Ο μάγκας του ωρολογίου, επανέκδοση, εκδ. Έξοδος, Αθήνα 1983.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αθηναϊκά διηγήματα, εκδ. Σπηλιώτη, Αθήνα [1990].
Ευάγγελος Λεμπέσης, Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών στο σύγχρονο βίο.
Μελέτη κοινωνική και ψυχολογική.
Μεταγλώττιση και ένα κείμενο γραμμένο από τον Θωμά Γκόρπα, εκδ. Σπηλιώτη, Αθήνα
1 1990, 2 2003, 3 [2004].
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΕΡΓΩΝ
Georges Jean, Γραφή, η μνήμη των ανθρώπων, μετάφραση, σύνθεση και συγγραφή
του παραρτήματος με τα «Ελληνικά ντοκουμέντα», εκδ. Δεληθανάση, Αθήνα 1 1991
[1992], 2 1994, κ.ά. Θωμάς Γκόρπας Τα ποιήματα [1957-1983].
Στάσεις στο μέλλον, Περνάει ο στρατός…, Τα θεάματα © 2015,
Κληρονόμοι Θωμά Γκόρπα & Εκδόσεις
ΠΟΤΑΜΟΣ Τυπογραφική επιμέλεια: Δημήτρης Παπακώστας Σχεδιασμός εξωφύλλου:
Δάφνη Κουγέα Σελιδοποίηση: Βίβιαν Γιούρη Εκτύπωση: Φωτόλιο & Typicon
Εκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ Ξενοκράτους 48, 106 76 Αθήνα, τηλ. 210 7231271,
fax 210 7254629 www.potamos.com.gr, info@potamos.com.gr
ΙSBN 978-960-545-058-8 Ποταμόπλοια /7
Του Σπύρου και της Μαρίας Γκόρπα Απάνω Αγορά. Μεσολόγγι, 1953.
ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
Σπασμένος καιρός Πλατεία Ομονοίας. Αθήνα, αρχές δεκαετίας του ’50. Οδός Σταδίου.
Αθήνα, αρχές δεκαετίας του ’50. 13
ΘΕΣΗ
Στην άσφαλτο κυλάει το μεσημέρι λαβωμένο. Όλα σπασμένα.
Σπασμένα γόνατα λαιμοί χέρια σπασμένα σπασμένα συνθήματα σπασμένες φωνές
σπασμένο τραγούδι σπασμένο. Όμως εμείς το περιμένουμε να ’ρθει μέσ’ από σημαίες
κ’ αίματα τ’ αλάβωτο μεσημέρι μες στο σπασμένο καιρό που λογαριάζεται κιόλας με το
μέλλον.
ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΑΝΘΟΥΣ
Κορίτσι λαϊκής πολυκατοικίας μεγάλωσες κι ομόρφυνες ανάμεσα σε δυο λεκάνες στη
μια τρίχες και σαπουνάδες από ξυρίσματα ποδιών δεκαπεντάχρονων κοριτσιών στην
άλλη τα νερά της νύχτας. Άνθος που φύτρωσες εκεί που δε φυτρώνουν άνθη αλλ’ απρο
σδόκητα φασόλια σ’ έκοψα και σε ρίχνω πάνω σε παρέλαση εργατικής πρωτομαγιάς.
Άνθος δωματίου με τέσσερα κρεβάτια που δεν επιτρέπει βήματα δεν επιτρέπει όνειρα
δεν επιτρέπει να περάσει μέσα ο ήλιος να περάσουν τραγούδια. Κορίτσι μου έχεις μια
μαμά που αδιαφορεί για σένα έναν μπαμπά που σ’ ερωτεύεται μιαν αδερφή που σε μι
σεί μόνο και μόνο για την ομορφιά σου. Κορίτσι μου τη «ζώνη» που φοράς πρώτο παρά
σημο μικρής πουκαμισούς μην τη θυμάσαι δεν το μπορεί να σου κερδίσει την ελπίδα.
Πρόσεξε το χαμόγελό μου το χαμόγελο εκείνων που έμαθαν το τραγούδι της οργής και
της αγάπης.
ΠΙΚΡΗ ΕΠΟΧΗ
Σαν ήμαστε μικρά παιδιά δεν πρόφτασαν να μας κρατήσουν οι γονείς μας απ’ το χέρι
και να μας πάνε πουθενά ήτανε κιόλας σκοτωμένοι άρρωστοι ή χαμένοι.
Τότε αντί για καλημέρα λέγαμε έως πότε έως πότε έως πότε αντί για καληνύχτα σιωπού
σαμε σχεδιάζοντας μες στην αμφιβολία της νύχτας παιγνίδια και χαρές στο νέο καιρό
της λευτεριάς. Τότε το ωραίο κορίτσι μας το λέγαμε Γιολάντα.
Η Γιολάντα μας πότιζε πίκρα και μίσος έτσι καθώς καμάρωνε τ’ απόγευμα απ’ το παρά
θυρό της ντυμένη του προσώπου της το φως και το γαλάζιο φόρεμά της χωρίς πληγές
χωρίς καημό και αίματα ξεχειλισμένη αληθινό φαΐ και τη γλυκιά ομορφιά της.
Τη βλέπαμε για μια στιγμή μέσα στα μάτια κ’ έλαμπε ύστερα βλέπαμε το δρόμο που
έλαμπε πάντα και μας καλούσε για τις ουρές της διανομής και τη σκληρή μαυραγορά
που ήτανε θέα απροσπέλαστη σαν έτοιμο μαχαίρι.
Θυμούμαστε πως στον κόρφο μας φώλιαζε ένα πουλί μας εκρατούσε από το χέρι η πε
ρηφάνια μας εκρατούσε από το χέρι η οργή και προχωρούσαμε 16 με τ’ όραμα μισού πέ
διλου από λάστιχο αυτοκίνητου με τ’ όραμα μισού σπυριού μπομπότας.
Δε μας εγύρισε πίσω ποτέ η βροχή κι ο άνεμος που μας σώριαζε στο δρόμο.
Τα ξεσχισμένα πόδια μας δε χάθηκαν στη λάσπη φυλάξαμε τα μάτια μας να μην τα
σβήσει η καταχνιά τα ξυλιασμένα χέρια μας κρατούσαν την καρδιά μας μην τη σκοτώσε
ι η ανημποριά μην την κερδίσει η πίκρα. Κι όταν πούλαγε η μάνα μας τα ρούχα της και
τα χρυσαφικά της για ένα κινίνο ή δυο κλωνιά σταφίδα εμείς μαθαίναμε να περιμένουμε
τη λευτεριά. Δεν κλάψαμε ποτέ.
ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΑΓΟΡΙ
Αυτό το αγόρι που τρώει σάμαλι στο χαλβατζίδικο της οδού Αθηνάς είναι ένα αγόρι σας
λέω. Κι ας έχει τα μαλλιά του χτενισμένα σαν κορίτσι κι ας έχει το πουκάμισο ανοιγμένο
σαν κορίτσι κι ας διαμαρτύρεται πως έχει τρυφερή φωνή. Είναι ένα αγόρι. Τα χέρια του
σακατεμένα κι όμως φοράει ένα μεγάλο πρόστυχο δαχτυλίδι. Τα χέρια του σακατεμένα
κι όμως φοράει ένα σακατεμένο σκοτεινό ρολόι. Το παντελόνι του τόσο στενό έτσι που
να δείχνει και να προκαλεί. Μην απορήσετε όταν το δείτε αγκαζέ με τη χαρβαλωμένη
πόρνη εκεί όπου τελειώνει ο δρόμος ο έρωτας κ’ οι προφυλάξεις.
Είναι ένα αγόρι. Προσέχει το βήμα του προσέχει τη φωνή του προσέχει τις χειρονομίες
και τη ματιά του μα είναι ένα αγόρι σας λέω και δουλεύει σε μηχανουργείο από τότε
που τα όνειρά του έγιναν στάχτη σκοτείνιασμα των ματιών του.
Είναι σπουδαίο αγόρι γιατί αλλιώς πώς θα μπορούσε μέσα του να σταματάει και να πε
θαίνει η ζωή; Κ’ εμείς του καταθέτουμε στεφάνια σάμπως να ’ναι κανένας άγνωστος
στρατιώτης.
ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
Στις εννιά το βράδι ο νεαρός με το μπλε κου
στούμι και την κόκινη γραβάτα του σαββατοκύριακου έβαλε χέρι στα πισινά του δουλι
κού που θαύμαζε τη βιτρίνα με το γιαούρτι του σπιτιού στα δυο του χέρια. Τα μάτια του
δουλικού δυο ματωμέν’ αστέρια. Η καρδιά του κύλησε στο πεζοδρόμιο.
Δε φώναξε – Βοήθεια… Δεν παρακάλεσε για τίποτε. Ήξερε. Για τούτο έφυγε με το γιαούρ
τι του σπιτιού στα δυο του χέρια.
Κ’ εμείς βαλθήκαμε να ψάχνουμε για την τιμή μας που κύλησε κατά λάθος στο ρείθρο…
ΠΩΣ ΜΑΣ ΚΕΡΔΙΣΕ ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ
Ήρθε μια κοπέλα στο γραφείο μας το πρωί χωρίς μπογιές στο πρόσωπο χωρίς κακόν
άνεμο στα μάτια. Μας έφεγγε χαμόγελο αληθινής καλημέρας. Ο προϊστάμενος της έδει
ξε την εξουσία του. Η συνάδελφος την ομορφιά της που δεν είχε. Ο συνάδελφος μια ηλι
θιότητα που της συννέφιασε το πρόσωπο. Κ’ η μουχλιασμένη κάμαρα μια στενοχώρια
που της κέρδισε την καρδιά. Όμως ήταν κοπέλα που δεν ξέρει την εξουσία που ξέρει να
κυβερνάει την ομορφιά της που συμμερίζεται την προστυχιά μα προπαντός ήταν κοπέ
λα που έμαθε με πολύ κόπο να ξανακερδίζει την καρδιά της.
Ήταν απλώς μια εργαζόμενη κοπέλα κ’ έσερνε πίσω της το μέλλον δύσκολο μα βέβαιο
.
ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΣΤΑΔΙΟΥ
Ένα παιδί σωριάστηκε μες στη γιορτή του δρόμου. Ήταν τα μάτια του άγρια ξένα και βυ
θισμένα. Το κεφάλι του στην πέτρα βρόντηξε ξεβρόντηξε το κορμί του σαν το ελάφι και
σαν τ’ άλογο. Απ’ το στόμα του πετάχτηκαν αφροί κ’ έπαιξαν στα μάτια σας απ’ το στό
μα κι απ’ τη μύτη τίναξε το αίμα του που έκατσε στα μάτια σας κι άρχισε να κλαίει.
– Από πείνα. Είπατε. Τα πόδια σας πώς είναι ακόμα ανάλαφρα για τον περίπατό σας;
– Από πείνα. Είπατε. Τα χέρια σας πώς ξεριζώθηκαν ωραίοι μου από τους ώμους σας;
– Από πείνα. Είπατε. Τα μάτια σας πώς σκοτεινιάσαν μπρος σε τόσα χρώματα και φώτα
; – Από πείνα. Είπατε. Σηκώστε το λοιπόν να μη βουλιάξει ο δρόμος…
ΕΠΙΣΚΕΨΗ
Ήταν απ’ τις γυναίκες που φυλάγουν πίσω από κάγκελα την ομορφιά τους.
Αντί για τσίχλα μάσαγε τη λέξη αυτοκίνητο πρώτη και τελευταία ίσως γκαστριά της.
Τη μαμά της έλεγε ρομαντική τον μπαμπά της πονηρό γέρο τον αδερφό σεμνότυφο το
σύζυγο «Να ξέρατε τι γλυκός που είναι ο Μανόλης μόνο που αφιερώθηκε στην ιατρική».
Όσο για τον εαυτό της «Τι άθλιο στομάχι που έχω Θε μου παλαιά κολίτις τι να σας πω!»
«Αμυγδαλέλαιο κόρη μου» συμβούλεψε η νοικοκυρά. Κι αυτή περήφανα στύβοντας το
πρόσωπό της σε μικρό χαμόγελο «Ήπια χωρίς ωφέλεια δυστυχώς».
«Παλαιά κολίτις» έλεγε και ξανάλεγε μα το ξεχνούσε αμέσως για να πει κάτι πιο γλυκό
πιο φευγαλέο μπας και με πείσει πως δε φυλάγει πίσω από κάγκελα την ομορφιά της.
Εύκολο να σας μιλήσω μόνο για το πρόσωπό της.
Η υπόλοιπη ονειρευόταν σπαρταρώντας μέσα στο μαύρο της παλτό.
Χρώματος ελαφρώς καναρινί ανασηκωμένη μύτη μάτια ενδοστρεφή γι’ αυτό πότε εβένι
να πότε χαμένα.
Εβένινα και τα μαλλιά της ανεξάντλητα όμως έπαιζαν εναλλάξ το ρόλο των ματιών.
Το στόμα της πληγή ανθισμένη ή μικρό χάος με εξαίσια όρια ή αν θέλετε μικρό κόκινο
ρόδο με κόκινο άρωμα. Το στόμα της ομολογώ και μόνο αυτό ολόκληρη ώρα με κρατού
σε κοντά της ώσπου ανακλαδίστηκε και μου έσφιξε το χέρι: «Χάρηκα πολύ νεαρέ χρόνια
πολλά. Καλημέρα σας». Χαμογελούσε όχι όπως χαμογελάς εσύ κ’ εγώ καθώς το στόμα
της μου θύμιζε την άλλη πληγή. Επιτρέψτε μου να ονειρεύομαι το κορμί της. Παρακαλώ
σκεφθείτε αυτή την εικοσάρα νιόπαντρη επισκέπτρια στο σαλόνι δυο γέρων χωρίς παιδ
ιά χωρίς σκυλιά και τέτοια σαλόνι στολισμένο με ακριβά έπιπλα κάδρα ακριβότερα πλή
ξη ακριβότερη κι από τα κάδρα και μένα να ονειροπολώ ζωή πέρα από έπιπλα κάδρα
και πλήξη. Επισκέπτρια στο σαλόνι με τη χαρά των παιδιών από πέντε έως ογδόντα
πέντε χρονώ: ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.
ΕΚΔΡΟΜΗ
Τη συντροφιά μας τραγου
δώ αραγμένη σ’ όχτο χωρίς κόπο. Έχω να κάμω μ’ έτοιμο τραγούδι. Μας φωτογράφισε ο
φίλος τη στιγμή που έπεφτε ο ήλιος όταν σα μουσική περνούσαν πλάι μας αρνιά και το
παιχνίδι των κυμάτων ερχόταν να συνεχιστεί μέσα στα στήθη μας πλάι στο παιχνίδι της
Επανάστασης. Η μέρα κύλησεν αξέχαστη τώρα αναπαύεται στο αίμα μας και στα τρα
γούδια της οργής και της αγάπης. Όνειρο ήτανε κακό τα ΙΧ σταματημένα στον πευκώνα
όνειρο ήτανε κακό η πληγιασμένη αμμουδιά απ’ τ’ αδειανά κουτιά της μπύρας και της
κόκα κόλα όνειρο ήτανε κακό η θαλασσινή ομορφιά με τους αμφίβολους κολυμβητές
κοντά μας τους πεθαμένους άνθρωπους να ζητιανεύουν μάταια ένα κομμάτι απ’ την καρ
διά μας. Η κυριακάτικη εκδρομή στη Λούτσα είν’ ένα κέρδος μέσα μας σαν πίστη και το
τραγουδώ χωρίς αμφιβολίες και κόπο. Έχω να κάμω μ’ έτοιμο τραγούδι ξέρουμε δα τι
πα να πει αυτό.
ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
Μνήμη Γιώργη Ζάρκου
Νεολαίε με το χαρτί
του γυμνασίου εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις όχι το μάθημα μα την
αλήθεια σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγου
ριά τού αύριο. Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν πάνω
σε τραπέζια καφενείων καταχνιασμένων απ’ την τσιγαρίλα και τις ανάσες πεινασμένων
τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν πάνω σε μεγάλες πόρτες που δε θ’ ανοίξουν ποτέ από
μέσα. Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία και θα
κάψει τις σημαίες των αρχόντων. Κι αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται με τ’ άλλο
χαρτί που εσύ δεν έχεις μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.
Οι μέρες μας κυλούν σα χειμωνιάτικα ποτάμια στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μί
σους στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες καθώς απ’ τις γωνίες οι μισθοφόροι
με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες. Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδι
α.
ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΑΓΟΥ ΣΤΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ
– Δώσε μου ένα τέταρτο. Πικραμένη μάνα με το ρημαγμένο στήθος!
– Εσύ δεν παίρνεις το χειμώνα.
– Δώσε μου ένα τέταρτο παλικάρι μου θα παίρνω και το χειμώνα.
– Δώσε μου ένα τέταρτο. Απαρηγόρητο κορίτσι που σε φέγγει η πείνα!
– Εσύ δεν παίρνεις κάθε μέρα.
– Δώσε μου ένα τέταρτο κυρ Ηλία θα παίρνω κάθε μέρα.
– Δώσε μου ένα τέταρτο. Γέρο μου δεν είναι εγγύηση η απόγνωση!
– Εσύ αποκλείεται να ’χεις ψυγείο.
– Δώσε μου ένα τέταρτο καλόπαιδο του χρόνου θ’ αγοράσω και ψυγείο.
Νεαρέ εμποράκο βλάκα αύριο θ’ ακριβύνουν τα τσιγάρα και θα καπνίζεις βασικά αύριο θ’
ακριβύνουν τα εισιτήρια και το σινεμά και θα το χάσεις το κορίτσι σου.
Νεαρέ εμποράκο βλάκα αύριο θα πεθάνεις για μιαν ένεση που θα τιμάται με τη ζωή σου
ΠΟΙΟΙ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑΝΕ; του Θωμά Γκόρπα
Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει; Ποιοι μας αγαπάνε; 8 beat ποιήματα του Θωμά Γκόρπα DOCTV.GR 23 Ιουλίου 2019 Ποιοι μας αγαπάνε; Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει; Ποιοι μας αγαπάνε; Κλειστό μαγαζί κλειστό μαγαζί της αγάπης. Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά, μπύρες, ουίσκια άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα. Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα πώς θέλετε να το δείτε, ανοίξτε με να το δείτε έχω όμως κουράγιο αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο… Σου λέω: Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω… να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα. Σου λέω: Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω. ABOUT YOU Γυναίκες Μποτάκι 'Natalia', μαύρο ABOUT YOU Αναπόληση Θα καταργήσω τον ουρανό, θα καταργήσω τη γη και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό κι εσύ να περνάς απ’ έξω. Εμείς Πιθανόν εμείς να πέφτουμε έξω μ’ όλα αυτά τα φτηνά μας γούστα που τα πληρώνουμε πανάκριβα για τα μπουζούκια και τα παρεμφερή ωραία πράγματα… Πιστεύω να υπάρξει ένας παράδεισος και για μας γεμάτος ανυπολόγιστα φιλιά, τσιγάρα, καφέδες και κρασιά, κουτούκια και ταξιά, έρημες μεταμεσονύχτιες πλατείες, κλειστά μαγαζιά κλειστά παράθυρα κι από πίσω οι καλές γυναίκες μόνες ή με τον άντρα τους και γι’ αυτό δυο φορές μόνες… Αγάπες Φύσημα των δέντρων σβήσιμο του κύματος άναμμα των φώτων σε πόλεις παραλιακές ωραία πράγματα στον τοίχο, ωραία κι ανώνυμα παρηκμασμένα μαγαζιά, έρημοι σιδηροδρομικοί σταθμοί τυχαία ταξίδια μαγικά σ’ αγνοημένα μέρη επαρχιακά. Η Ποίηση Μνήμη Δημήτρη Χριστοδούλου Το χειρότερο και το καλύτερο στη ζωή ποιητή Να χτίζεις για τους άλλους πύργους και παλάτια Παίρνοντας πέτρα απ’ το νταμάρι της καρδιάς σου Σκαμμένης απ’ τα χαμόγελα τα πάρε και τα δάκρυα Παίρνοντας χρώμα και γυαλί απ’ την μεγάλη σου αγάπη Που γίνεται βράδι πρωί κομμάτια… Πατάρι Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια Οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου Για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια Κάποτε τέλειωσε αυτή η ιστορία κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν τόσοι πουλάν στην αγορά όσο τα τελευταία τους ρετάλια τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση ξεγραμμένη πια οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν κ’ οι φίλοι… Φιλοδοξίες Θέλω να γράψω για το φασισμό στην άσφαλτο μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια σαγηνευτικά και ρουμελιώτικα κοκορετσάδικα! Θέλω να γράψω για τον έρωτα του αυτοκινήτου μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια μεθυσμένα κάρα, μεθυσμένα κι αργοκίνητα. Θέλω να γράψω για τους προοδευτικούς διανοούμενους μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια χρόνια πριν απ’ το ’20 όταν ο Βάρναλης ήταν ωραίος μπεκρής τραμπούκος και βασιλόφρονας… Βροχή Εικόνων Στον Ζακ Πρεβέρ Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωινά πουλιά, ξαναγυρίζουν το βράδι Κατεβαίνουν την πλαγιά αρνιά, το βέλασμά τους γίνεται χάδι για Την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε. Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά Όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά έξον απ’ τα τραγούδια και μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους. Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο τα τελευταία λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γιαχαρά και ή μαχαιριά. Ένα χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ Καπνίζω… Νταλκάδες Στον Ανδρέα Εμπειρίκο Η Ποίηση είναι ένας δρόμος σπαρμένος με καρφιά είναι μια στρατιά καρφιά όπου φιλοξενούν στο ρετιρέ τους ρόδα. Εσύ δεν είσαι καμωμένη από ρόδα δεν είσαι καρφί αλλά μια απελπισμένη άγνωστη παραλία που έχασε για πάντα κολυμβητάς και βάρκες και ψαρέματα και τα ελάχιστα εκείνα μοναδικά ζευγάρια τα τόσο ευχαριστημένα και θλιμμένα. Όταν με κυνήγαγε η πολιτική με κυνήγαγες κ’ εσύ. Τώρα που σε κυνηγάω εγώ έγινα σαν την πολιτική και ίσως πλέον αφόρητος και πλέον ανελέητος απ’ αυτήν. Σ’ αγαπάω σημαίνει τρυπάω με καρφίτσα παλιά σύννεφα και πέφτει βροχή. Μαζεύω τη βροχή όπως μια κόρη μαζεύει παπαρούνες στον αγρό. Μεταξύ των σπλάχνων μου και των χειλιών μου συναντάω πάλι τη λέξη πλάγια αλλά αυτή από καιρό δεν είναι λέξη πια αλλά τα μαλλιά σου ή φωτιά συνθλιβομένη από φορμαρισμένα ερωτικά φύλλα χείλη δροσιάς. [Πηγή: www.doctv.gr]





















