Θωμάς Γκόρπας, Τα Ποιήματα, Κέδρος 2006

Το πατάρι

Στον Τέο Σαλαπασίδη

Ο Λουμίδης τω καρώ εκείνω ήταν ένας μόντζος. 

Εκεί καθόμαστε πρωιά μεσημέρια βράδια και χαζέυαμει ήλιους και φεγγάρια μέσα απ’ 

τα τζάμια του και τα μελλοντικά τραγούδια μέσα απ τα σπλάχνα μας. 

Χαμηλοτάβανο σκοτεινό βρόμικο πατάρι ραϊσμένα μάρμαρα ταπεζιών μαδημένες καρέ

κλες ξεκοιλιασμένοι καναπέδες απαίσιο ντεκόρ και μόνο ο Τάκης χαμογελούσε. 

Χαμογελούσε για όλους μας μας πίστωνε μας έφερνε στη ζούλα και καμιά σοκολάτα κα

νένα μπισκότο.

Αλήθεια τι απόγιναν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι; πως απεστατεύθη ο θρυλικός ιερός λό

χος των ωραίων καταραμένων; Μαλλιά χαίτες μαύρες μπλούζες πανταλόνια φανέλα γρι

 ή μαύρη μαύρα ή καφέ μοκασέν κάλτσες γκρι γκρενά ή μαύρες λετιασμένα γοητευτικά 

τρενς κοτ… 

Οι ποιηταί και οι ζωγράφοι. 

Οι περισσότεροι κάτι έπαθαν λίγο πριν τα τριάντα λίγο πριν τα σαράντα. 

Ό, τι παθαίνουν τόσοι και τόσοι με το χωριό τους με το ξενύχτι με το φόβο της ζωής που

 το λένε φόβο του θανάτου με τα ποιήματα με το μαρξισμό – με την επανάσταση. 

Το πατάρι ήταν δικό μας κι όλα τα άλλα στην Αθήνα ξένα. 

Κι απ’ τους παλιούς μόνο ένας Βάρναλης ή ένας Εμπειρίκος άντεχαν ν’ ανεβαίνουν

 κάπου κάπου.

Περνούσαν τα χρόνια λιγόστευαν οι φωνές θόλωναν τα μάτια το Πατάρι και ο Τάκης του 

δεν πάθαιναν τίποτε.

 Άλλοι παντρεύονταν βλαχοπούλες άλλοι χάνονταν στα πέρατα άλλοι στις νευρολογικές

 κλινικές άλλοι επέστρεφαν στο κόμμα άλλοι άρχιζαν ν’ ασχολούνται με αμερικάνικες 

δουλειές άλλοι άρχιζαν να συχνάζουν στου κ. Ελύτη και στου κ. Ρίτσου άλλοι το γύριζαν

 στο πεζό άλλοι στο καλαματιανό άλλοι πήγαιναν να φάνε μαζί με το κ. Θεοδωράκη άλλο

ι πήγαιναν στο συσσίτιο της Χρήστου Λαδά άλλοι το’ ριχναν στο πιοτό άλλοι έπεφταν 

στα σκατά κι άλλοι την κοπάναγαν στα Παρίσια για σπουδές τάχα.

Ο προφήτης από δεύτερο χέρι Μιχάλης Κατσαρός όταν το ποίημα για τους για τους χαμέ

νους ήταν κι αυτός ένας χαμένος ήδη.

Μετά τις φωτιές του 1965 μερικοί που απεδείχθησαν ατάλαντοι ή εξ επαγγέλματος πεινα

σμένοι και καλλοί με όλους άρχισαν να βάζουν χέρι και στο θρύλο του Παταριού. 

Κι όταν έφεξε η 21 Απριλίου για πρώην και νυν αριστερούς το Πατάρι του Λουμίδη ήταν

 προ πολλού ένα ακόμα κωλάδικο ένα ακόμα πουτανάδικο κι ο Τάκης τους είχε πάψει 

να πιστεύει να πιστώνει να φέρνει να χαμογελάει.

Που λέτε παιδιά ήταν μεγάλη υπόθεση τότε να φωτογραφίζεσαι με στο ομαδικό χνότο 

ωραίος μεγαλειώδης πεινασμένος πικρός – όχι πικραμένος – καταραμένος καταραμένος

 καταραμένος. 

Έξω απ’’ τα μαντριά μακριά απ΄τις γλυκές της εποχής μαθαίνουμε τη μοναξιά της επι

στροφής εμείς είκοσι τριάντα ένδοξοι καταναλωταί μακεδονικών τσιγάρων και καφέ 

εσπρέσο.

Εγώ που ήμουνα ο πιο νέος και ο πιο χωριάτης απεδείχθη πως ήμουνα το πιο γέρο κό

καλο το πιο βαθύ μάτι. Ανάμεσα στο Μεσολόγγι των ιερών κοκάλων και του Παλαμά και

 στο Μεσολόγγι της ατελείωτης βροχής και των καημών είχα διαλέξει το δεύτερο. 

Ήμουν και λίγο πονηρός μίλαγα τελευταίος ή δεν μίλαγα καθόλου. 

Έτσι μπορώ σήμερα να θυμάμαι την αγαπημένη Σταδίου το Βυζάντιον του Μπάμπη και

 των εργατικών της αυγής τα πλακιώτικα κουτούκια τα κολωνακιώτικα καρβουνιάρικα τα

 διανυκερεύοντα της Ομόνοιας πανσελήνους επί της Ακροπόλεως κατουρήματα επί της

 Πλατείας Συντάγματος ολίγα μακαρόνια με σάλτσα και ένα ψωμί γωνιά ένα πακέτο

 Κιρέτσιλερ για όλη την παρέα αναμνήσεις ξερονησιών για όλη την παρέακαι τον 

Τέο Σαλαπασίδη τον καλύτερο όλων μας.

Θυμάμαι χωρίς να κατεβάζω τα μάτια χωρίς να μπερδεύω τα πράγματα. 

Εσύ Μεγάλη Μικρά μπορείς να χαμογελάς και να σκέφτεσαι τα δικά σου εγώ πάντως 

τώρα είμαι πάλι δεκαεννιά είκοσι και είκοσι πέντε χρονώ πάλι ονειρεύομαι τα ίδια και τα 

ίδια μόνο που έχω σταματήσει νισάφι να κουβαλάω νερό…

Χολερικά ανθρωπάκια στερημένα και λειψά πρώην σύντροφοί μου στη δίψα και στην 

πείνα στα όνειρα και στα φαρμάκια φαίνεται πως πριν είκοσι και πριν δέκα χρόνια επέν

δυαν σε ζωγραφιές και ποιήματα μιλώντας για τη ζωή και για το θάνατο για τη φιλία και 

για τον έρωτα για… και για… στη δική μου ποίηση δεν υπάρχει ούτε ένα για.. μέσα της

 έβαζα και βάζω όλα αυτά που οι άλλοι λένε χωρίς να το πιστεύουν ότι δεν μπαίνουν 

μέσα.

Η Ποίηση περ’ απ’ τα βιβλία και τις εποχές περ’ απ’ τους γαμπρίζοντες και τα βεγγαλικά

 μέρα μεσημέρι όπως όλα αυτού του Κόσμου κοιτάει πίσω για να βλέπει μπροστά. 

Και τα πατάρια και οι λεγόμενοι φιλολογικοί καφενέδες γίνονται το σπίτι των ποιητών

 κάποτε και το ταμπούρι της ελευθερίας κι όποιος το ρίξει πέφτει και τον πλακώνει.

Τα κόκαλα του θρύλου της παρέας μου τώρα τα γλείφουν σκυλιά και κοπρόσκυλα. 

Που λέτε παιδιά τα ράσα δεν κάνουν το παπά ο παπάς κάνει τα ράσα. Θυμάμαι πως

 λειτούργησα πριν τυπώσω στίχους μου. 

Τώρα μερικοί δεν ξέρουν που να με βάλουν άλλοι με ανακαλύπτουν με μαύρη ευχαρίστη

ση άλλοι με τρόμο άλλοι λένε πως και τότε μ’ αγαπούσαν άλλοι πως και τώρα μ’ αγαπά

νε και ας μην τους αγαπάω εγώ πια άλλοι που το ‘ κοψαν το γράψιμο με ρωτούν αν

 γράφω ακόμα άλλοι που το ξανάρχισαν αποκαταστημένοι στην κοινωνία με ρωτάν

 γιατί δεν τυπώνω τα’ αριστουργήματά μου κι αυτοί που έκοψαν και το γράψιμο και τη 

γλώσσα τους και το πουλί τους Δε μου λένε τίποτε με νοήματα τα θέλουν πάλι.

Στο Λουμίδη τω καιρώ εκείνω δεν ονειρευόμασταν τίποτε για τον εαυτό μας. 

Τω καιρώ εκείνω που να φανταζόμαστε πως η Αθήνα μας θα γέμιζε κωλάδικα σκατοβρα

βεία συνταξιούχους ποιητάς του Δημοσίου και δηλωμένους ποιητάς κ’ αιτούντας. .. αν 

όντως θάβω ζωγράφους ποιητές και φίλους μου καθώς λένε καμπόσοι αποτυχημένοι 

ζωγράφοι ποιητές και φίλοι μου φαίνεται πως υπάρχουν πεθαμένοι
Και Σκατά στο λάκκο τους.

Αθήνα 1972

ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΣ ΑΓΩΝ

Μπαρ Ω Ρεβουάρ μπαρ Μπαρίν μπαρ Μουν Σουάρ μπαρ Τετ α Τετ μπαρ μπαρ μπαρ 

αλονύχτια ψιλή βροχή ταξί γνωστοί ουίσκυ κ’ εγγλέζικα τσιγάρα.

Ήμαστε τρείς ο ένας κατετρύχετο απ΄την ιδέα ότι ξημερώνοντας έπρεπε να καταλήξουμε

 σπίτι του να βρει κάτι στίχους του Μαγιακόφσκυ που τους αγαπάει πολύνα μας τους 

διαβάσει ενώ θα πίνουμε το τελευταίο μας ουίσκυ μας αλλά φευ δεν θκμάται που τους 

έχει και τους έχει ξέχασει κι αυτό του τη δίνει σχεδόν κλαίει δεν αντέχι να ξημερωθεί πα

ρά στο δρόμο…

Τα μαγαζιά έχουν αλλάξει κ’ η παρέα ακόμα κ’ η μεταμεσονύχτια ψιλή βροχή της Αθήνας

 είναι διαφορετική…

Εμείς ήμαστε στο μπαρ το μπαρ το πηγαίνουμε όπου θέλαμε στα χωριά της νιότης μας

 σε πλατεία καλοκαιρινή σε ακροθαλασσιά σε δρόμο εξοχικό σε προαύλιο εξωκκλησιού 

στο κάστρο κάτω από τσίγκο παλαιού παντοπωλείου ενώ βρέχει.
Κάθε τόσο ερχόνταν κύματα κύματα τσάι του βουνού φλισκούνι και ρίγανη σύκα καρύδια

 μύγδαλα ψωμί και τυρί κρασί και τσιγάρα Χυμόπουλος.
Άγνωστον αν τα λουλούδια του άλγους που παίζουν το γύρω γύρω όλοι με τα μαλλιά

 μας έρχονταν από ‘ να βαθύ σιωπηλό παρελθόν ή από ένα μεθυσμένο φωωνακλάδικο 

μέλλον…

Καιρός να ξαναγίνουμε χωρικοί έλεγε και ξανάλεγε ο ένας. 

Να τα μαζέψουμε κάποτε και να πάμε πάλι στο χωριό μας… άλλαξε κοπέλα μου την μου

σική μη μου τη δίνεις και εσύ νυχτιάτικα άλλαξε ταμπλώ.

 Όλα τα τραγούδια σου λένε για θάλασσα πουλιά και δέντρα δάκρυα κι αγάπες φιλιά και

 της μάνας τους το κέρατο άλλαξε σε παρακαλώ κοριτσάκι μου ταμπλώ 

Δε μας βλέπεις που είμαστε χτισμένοι με τσιγάρα πιοτά και καφέδες και της Παναγιάς 

τα μάτια…
Λοιπόν ήταν μια που την είχε πατήσει είπε ο δεύτερος.

 Εγώ σ’ αγαπώ μου έλεγε δεν είμαι σαν τις άλλες που γνώρισες και σε κατέστρεψαν!

 Σ’ αγαπάω και θα σ’ αλλάξω! Θα σε κάνω άλλον άνθρωπο! Θα σου μετριάσω το τσιγάρο

 θα σου μετριάσω το πιοτό θα σου μετριάσω τους καφέδες.

 Θα σου δένω την γραβάτα σου πουλάκι μου! 

Θα σου αγοράζω βιβλία ωραία βιβλία αισιόδοξα όχι αυτά τα μαύρα και άραχλα που

 διαβάζεις… Θ’ ακούμε μουσική… Θα σου γνωρίσω και τα’ άλλα παιδιά θα πηγαίνουμε

 όλοι μαζί. Εγώ σ’ αγαπώ αγάπη μου και θα…Θα… θα… θα… όταν ξανασυνάντησα 

τη Θα ,δυό χρόνια μετά το τραγικό τέλος του αισιόδοξου ειδυλλίου μας, ήταν παντρεμένη

 μ’ έναν εφοριακό.

 Βλέπω που λέτε μια κύρια Θα θλιμμένη να πίνει και να καπνίζει και να φυσάει τον κα

πνό…

 Ήταν «βιαστική» θλιμμένη και ωραιότερη όσο ποτέ και μου μιλούσε «πληγωμένη»

 χαδιάρικα καταπίνοντας και μερικά δάκρύα… 

Δε φταιω εγώ εσύ φταις που δεν μ’ αγάπησες ούτε τοσοδά τότε πάντως 

Δε σου κρατάω κακία έτσι είναι η ζωή εσύ τραβούσες ένα δρόμο που δεν ήταν

 για μένα…. Αχ αχ αχ αχ να ‘ ξέρες τι τραβάω Θοδωρή μου…

Ξέρετε μάγκες είπε ο πρώτος.

 Ο Μαγιακόφσκυ δεν αυτοκτόνησε δεν αυτοκτόνησε ακριβώς δηλαδή… δεν … 

τελοσπάντων δεν είναι αυτή η κουβέντα γι’ αυτό το κωλοχανείο.
Ο δεύτερος έτρεξε να προλάβει ήταν βλέπετε ηθοποιός. 

Τον έχετε διαβάσει τον «Κοριό». Λοιπόν να βρούμε ένα υπόγειο μια μεγάλη υπόγα στα 

πέριξ της Πλάκας οι υπόγες είναι σχετικά φτηνές. 

Πενήντα θέσεις εκατό θέσεις Δε θέλουμε περισσότερες…
Θοδωρή κοφ’ το! Ανάβει ο πρώτος. Μόνο μες στα ουισκάδικα σου έρχονται οι καλές 

ιδέες για το θέατρο. Κοφ’ το γιατί θα κάνω εμετό!

Ο Θοδωρής το έκοψε κ’ εγώ τον ρώτησα. Την ξέρεις καλά την Έρση; 

Την Έρση; Ναι την ξέρω. Απ’ την καλύτερη στρόφα. 

Και σαν ηθοποιός και σαν άνθρωπος. Γι’ αυτό πεινάει…
Να πάει να πηδηχτεί για να μην πεινάει είπε ανόρεχτα ο πρώτος και σωπάσαμε κι’ οι 

τρεις. 

Ύστερα λέω: σαν πολύ καθίσαμε εδώ μέσα. 

Άρχισαν να μπαίνουν ψυγειάδες και μπακάληδες. ..
Να πάρουμε τηλέφωνο το Στρατή. 

Να πάρουμε πρώτα τηλέφωνο το Στρατή να τον χέσουμε και φεύγουμε είπε ο πρώτος.

 Πήρε πάλι βραβείο ο κόπανος… Α σιχτίρ! 

Εσύ Θωμά με το Στρατή μοιάζεις σε πολλά σου το έχω ξαναπεί.

 Εκείνος είναι βέβαια υποτονικός. Διαφορά ταμπεραμέντου. 

Χεσ’ τον τον πούστη δεν τον παίρνουμε πάμε να φύγουμε.

Ταξί! Ας το μου λεει ο πρώτος. Να το περπατήσουμε λιγάκι.

 Ρε κωλοκαλλιτέχνες Δε νοσταλγήσατε λιγάκι την αθηναϊκή βροχή; 

αν δεν έχετε καμιά ιδέα να σας πάω εγώ σ’ ένα καταπληκτικό μαγαζί

 αλλά εκεί μάγκες θα είμαστε σεμνοί είναι και λίγο πουτανάδικο.

Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει; Ποιοι μας αγαπάνε; 8 beat ποιήματα του Θωμά Γκόρπα   DOCTV.GR 23 Ιουλίου 2019 Ποιοι μας αγαπάνε; Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει; Ποιοι μας αγαπάνε; Κλειστό μαγαζί κλειστό μαγαζί της αγάπης. Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά, μπύρες, ουίσκια άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα. Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα πώς θέλετε να το δείτε, ανοίξτε με να το δείτε έχω όμως κουράγιο αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο… Σου λέω: Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω… να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα. Σου λέω: Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω. ABOUT YOU Γυναίκες Μποτάκι 'Natalia', μαύρο  ABOUT YOU Αναπόληση Θα καταργήσω τον ουρανό, θα καταργήσω τη γη και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό κι εσύ να περνάς απ’ έξω. Εμείς Πιθανόν εμείς να πέφτουμε έξω μ’ όλα αυτά τα φτηνά μας γούστα που τα πληρώνουμε πανάκριβα για τα μπουζούκια και τα παρεμφερή ωραία πράγματα… Πιστεύω να υπάρξει ένας παράδεισος και για μας γεμάτος ανυπολόγιστα φιλιά, τσιγάρα, καφέδες και κρασιά, κουτούκια και ταξιά, έρημες μεταμεσονύχτιες πλατείες, κλειστά μαγαζιά κλειστά παράθυρα κι από πίσω οι καλές γυναίκες μόνες ή με τον άντρα τους και γι’ αυτό δυο φορές μόνες… Αγάπες Φύσημα των δέντρων σβήσιμο του κύματος άναμμα των φώτων σε πόλεις παραλιακές ωραία πράγματα στον τοίχο, ωραία κι ανώνυμα παρηκμασμένα μαγαζιά, έρημοι σιδηροδρομικοί σταθμοί τυχαία ταξίδια μαγικά σ’ αγνοημένα μέρη επαρχιακά. Η Ποίηση Μνήμη Δημήτρη Χριστοδούλου Το χειρότερο και το καλύτερο στη ζωή ποιητή Να χτίζεις για τους άλλους πύργους και παλάτια Παίρνοντας πέτρα απ’ το νταμάρι της καρδιάς σου Σκαμμένης απ’ τα χαμόγελα τα πάρε και τα δάκρυα Παίρνοντας χρώμα και γυαλί απ’ την μεγάλη σου αγάπη Που γίνεται βράδι πρωί κομμάτια…  Πατάρι Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια Οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου Για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια Κάποτε τέλειωσε αυτή η ιστορία κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν τόσοι πουλάν στην αγορά όσο τα τελευταία τους ρετάλια τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση ξεγραμμένη πια οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν κ’ οι φίλοι… Φιλοδοξίες Θέλω να γράψω για το φασισμό στην άσφαλτο μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια σαγηνευτικά και ρουμελιώτικα κοκορετσάδικα! Θέλω να γράψω για τον έρωτα του αυτοκινήτου μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια μεθυσμένα κάρα, μεθυσμένα κι αργοκίνητα. Θέλω να γράψω για τους προοδευτικούς διανοούμενους μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια χρόνια πριν απ’ το ’20 όταν ο Βάρναλης ήταν ωραίος μπεκρής τραμπούκος και βασιλόφρονας… Βροχή Εικόνων Στον Ζακ Πρεβέρ Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωινά πουλιά, ξαναγυρίζουν το βράδι Κατεβαίνουν την πλαγιά αρνιά, το βέλασμά τους γίνεται χάδι για Την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε. Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά Όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά έξον απ’ τα τραγούδια και μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους. Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο τα τελευταία λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γιαχαρά και ή μαχαιριά. Ένα χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ Καπνίζω… Νταλκάδες Στον Ανδρέα Εμπειρίκο Η Ποίηση είναι ένας δρόμος σπαρμένος με καρφιά είναι μια στρατιά καρφιά όπου φιλοξενούν στο ρετιρέ τους ρόδα. Εσύ δεν είσαι καμωμένη από ρόδα δεν είσαι καρφί αλλά μια απελπισμένη άγνωστη παραλία που έχασε για πάντα κολυμβητάς και βάρκες και ψαρέματα και τα ελάχιστα εκείνα μοναδικά ζευγάρια τα τόσο ευχαριστημένα και θλιμμένα. Όταν με κυνήγαγε η πολιτική με κυνήγαγες κ’ εσύ. Τώρα που σε κυνηγάω εγώ έγινα σαν την πολιτική και ίσως πλέον αφόρητος και πλέον ανελέητος απ’ αυτήν. Σ’ αγαπάω σημαίνει τρυπάω με καρφίτσα παλιά σύννεφα και πέφτει βροχή. Μαζεύω τη βροχή όπως μια κόρη μαζεύει παπαρούνες στον αγρό. Μεταξύ των σπλάχνων μου και των χειλιών μου συναντάω πάλι τη λέξη πλάγια αλλά αυτή από καιρό δεν είναι λέξη πια αλλά τα μαλλιά σου ή φωτιά συνθλιβομένη από φορμαρισμένα ερωτικά φύλλα χείλη δροσιάς. [Πηγή: www.doctv.gr]


ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
Μνήμη Γιώργη Ζάρκου

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τα’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.
Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες
Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.

Η ΠΟΙΗΣΗ
Μνήμη Δημήτρη Χριστολούδου

Το χειρότερο και το καλύτερο στη ζωή ποιητή
Να χτίζεις για τους άλλους πύργους και παλάτια
Παίρνοντας πέτρα απ’ το νταμάρι της καρδιάς σου
Σκαμμένης απ’ τα χαμόγελα τα πάρε και τα δάκρυα
Παίρνοντας χρώμα και γυαλί απ’ την μεγάλη σου αγάπη
Που γίνεται βράδι πρωί κομμάτια….

Πατάρι

Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια
Οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου
Για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια
……………………………………………………………..

κάποτε τέλειωσε αυτή η ιστορία
κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
τόσοι πουλάν στην αγορά όσο τα τελευταία τους ρετάλια
τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση ξεγραμμένη
πια
οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
κ’ οι φίλοι…

ΚΑΙ ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ
Μνήμη Σταμάτη Μαράντου

Στα χείλη των ερυθρών χαραδρών ανθούν λευκά λουλούδια
Στα δροσερά υπόγεια των καλοκαιριών αιχμαλωτίζονται
Καρδίες
Παιδιών η απελπισία ηχεί και πέραν της Ποιήσεως ακόμη
Και των ενδόξων Ρεμπέτικων Τραγουδιών.
Όσο και αν εκτιμήσουμε τη ματαιότητα
Όσο να εκποιήσουμε την τρυφερότητα
Μας πήραν σβάρνα τα χρόνια…
Μετράω τις τρύπες στο σκοτάδι
Φιλίες έρωτες απλήρωτες δουλειές
Απ’ όλν τούτο δοκιμάζω πυρετωδώς
Και το καινούριο μου χάδι…
Τόσοι τυχάρπαστοι καμπλεξαριμένοι
Απ’ τα καταπληκτικά μου πουκάμισα
Τα εξ’ ίσου καταπληκτικά μου λόγια
Και τα παραμύθια φίλων που μ’ αγάπησαν
Πέραν του δέοντος και πέραν της Ποιήσεώς μου
Είανι αδύνατον να με φανταστούν στα περασμένα χρόνια
Χαρμανιασμένο για τσιγάρο περισσότερο και από γυναίκα
Χαρμανιασμένο για γυναίκα περισσότερο κι από πρωτοφανή τοπία.
Εγώ τώρα πρέπει να είμαι ένας άλλος
Διάφορος σε πολλά του Θωμά παλαιοτέρων ημερών
Τώρα πρέπει να είμαι κάτι μεταξύ σοφού και αγρίας παρθένας
Τα δικά σου γυαλιά με τα οποία βλέπω κ’ εγώ καλά
Ένα αβασίλευτο ηλιοβασίλεμα…
Και βεβαίως η Ποίησις πια Δε με εκφράζει
Η Ποίησις σαν τη γυναίκα πιο πολύ σ’ αγάπησε κ’ εσύ
Τη διώχνεις Δε με εκφράζει καν η ελπίδα για την επόμενη μέρα
Ολόκληρος έχω γίνει ένα βάθος ένα χρώμα
Ένα κυρίαρχον χρώμα.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΦΙΛΩΝ
Μνήμη Νίκου Καρούζου

Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…
Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;
Παντού στην Αθήνα τραύματα νωχελικά
Μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας
Σαν σκυλί σαν προδομένη αγάπη σαν διάχυτο λαϊκό τραγούδι
Γιομάτο ευγένεια.
Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο
Στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου
Είναι γυμνή κ’ έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές
Ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο
Γιατί τώρα αυτή τη στιγμή στην Πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο
Μετά τα μεσάνυχτα
Εγώ και ο φίλος μου είμαστε δυό δίδυμες πηγές εξάρσεως
Ή δυό άνθη πεθαμένα στη γέννα τους
Ή δυό λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη
Οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα
Τσιγάρα μας
Οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.
Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις
Όπως οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.
Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες
Όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται
Όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει
Άλλα με τίποτε Δε νερώνει
Ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χρίστους ούτε με γλυκές κάμαρες.
Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το
Δρόμο του γυρισμού
Και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας Δε με περιμένει
Τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.
Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν α φώτα
Δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς
Διανυκτερεύοντα έχει
Την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο
Λίγο και τα μάτια
Γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους
Έρχονται τα ΄φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντέψουν
Καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν
Τα πήρε ο ύπνος κ’ έγειραν
Για πάντα.
Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι
Πριν και μετά το σκοτάδι
Πριν και μετά τα’ άνθη του αίματος σκοτάδι
Και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα
Τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς
Τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.
Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια
Τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια
Υπάρχουμε ως υπογραφές κόκινες κατακόκινες της φωτιάς
Σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά
Τα κομμάτια μας
Και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα
Μουσικά όργανα.

ΒΡΟΧΗ ΕΙΚΟΝΩΝ
Στο Ζακ Πρεβέρ

Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωινά πουλιά ξαναγυρίζουν το βράδι
Κατεβαίνουν την πλαγία αρνιά το βέλασμά τους γίνεται χάδι για
Την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν
Έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά
Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε.

Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά
Όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά έξον απ’ τα τραγούδια και
Μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους.

Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο τα τελευταία
Λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γιαχαρά και ή μαχαιριά.
Ένα χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ
Καπνίζω…

ΝΤΑΛΚΑΔΕΣ
Στον Ανδρέα Εμπειρίκο

Η τέντα του καλοκαιρινού κινηματογράφου είναι σαν μεγάλο ατλαζωτό φυσερό κάνει ήχο

 όταν ανοίγει ή κλείνει. Σαν το ήχο που κάνουν τα καράβια μπαίνοντας ή βγαίνοντας απ’ 

το λιμάνι.
Το ίδιο ήχο κάνουν και πάμπολλα ποιήματα του Εμπειρίκου οι βεντάλιες κάποτε των γυ

ναικών.

Πηγαίνουμε στα δάση πηγαίνουμε στα έρημα λιμάνια πηγαίνουμε πηγαίνουμε σε καλο

κάγαθα νοικοκυρεμένα μαγαζιά σε άκρα της πολέως για να κάνουμε επαφή με το μακρι

νό το μέλλον το μέλλον μας τα’ ανώνυμα σουραύλια του παρελθόντος τα επώνυμα προ

σκλητήρια.

Η μισή τραγουδάει η άλλη μισή μελαγχολεί περιμένοντας ολόκληρη.

 Από τα παιδικά μου χρόνια στη σημερινή καρδιά μου εισελαύνουν φράχτες νυχτερινή 

και της μέρας χαρμόσυνα κουδουνίσματα.

Η Ποίηση είναι ένας δρόμος σπαρμένος με καρφιά είναι μια στρατιά καρφιά όπου φιλο

ξενούν στο ρετιρέ τους ρόδα.
Εσύ δεν είσαι καμωμένη από ρόδα δεν είσαι καρφί αλλά μια απελπισμένη άγνωστη πα

ραλία που έχασε για πάντα κολυμβητάς και βάρκες και ψαρέματα και τα ελάχιστα εκείνα

 μοναδικά ζευγάρια τα τόσο ευχαριστημένα και θλιμμένα.

Όταν με κυνήγαγε η πολιτική με κυνήγαγες κ’ εσύ. Τώρα που σε κυνηγάω εγώ έγινα

 σαν την πολιτική και ίσως πλέον αφόρητος και πλέον ανελέητος απ’ αυτήν.

Σ’ αγαπάω σημαίνει τρυπάω με καρφίτσα παλιά σύννεφα και πέφτει βροχή.

 Μαζεύω τη βροχή όπως μια κόρη μαζεύει παπαρούνες στον αγρό.

 Μεταξύ των σπλάχνων μου και των χειλιών μου συναντάω πάλι τη λέξη πλάγια αλλά 

αυτή από καιρό δεν είναι λέξη πια αλλά τα μαλλιά σου ή φωτιά συνθλιβομένη από φορ

μαρισμένα ερωτικά φύλλα χείλη δροσιάς.

Πλάγια διαλεγμένη από καουμπόυς μια κατακίτρινη από το κακό της αγκαλιά πλάγιά δια

λεγμένη για το φετινό καλοκαίρι – που σε γέμισε άνθη δακρύων και πληγών κ’ επικίνδυ

νη νοσταλγία λυσσασμένη.
Έχουμε μιαν ακρογιαλιά μα δεν έχουμε καρδιά για πέταμα έχουμε γένια μα δεν έχουμε 

χτένια μας τα φέρνουν άλλοι.
Σ’ ορισμένες περιοχές της νύχτας μας ενοχλούσε ΙΧ φτωχοπουτάνες φυματικά μπαρ κομ

ψοί και χαμογελαστοί ρουφιάνοι.

Έρημες ομορφιές έρημες γυναίκες έρημες ιδεολογίες στον τόπο τους πια δεν φυτρώνει

 τίποτε και μόνο ταινίες αστυνομικές μας ξεκουράζουν.

Χρειάζονται πια έργα μνημειακά για το καλό του μέλλοντος για το κακό και για το τίποτε.


Σκοροφαγωμένες ιστορίες βγαίνουν απ’ τις ντουλάπες τους και δίνουν στους σύγχρο

νους φουκαράδες λίγη χαρά:
Το παιδάκι μου… Οι καλοί συνάδελφοι… Ο κουμπάρος… Η κουμπάρα… Το αμάξι μου…

 Το διαβατήριο μου…
Τα κέρατά σας τα τράγια τα κρέατα σας το σάντουίτς σας στις 11 το πρωί το σήριάλ σας


 στις 11 το βράδι – τα περασμένα χρόνια τι γρήγορα που περνούν… Δε νομίζω… 

Δε νομίζω…

Τα’ αγιόκλημα ο δυόσμος και ο βασιλικός της εποχής είναι τα σκουπίδια σας σε σακού

λες νάυλον αλλά δεν τα ζωγραφίζει κανείς…

Η πολιτική είναι βρόμικη καθορίζει με αναπόληση παιδικών ιστοριών ή μελλοντικών α

πορρυπαντικών και μετά χέσ’ την.
Η πραιτωριανοί συλλαμβάνουν για λογαριασμό κάποιου Χ που πρόκειται να συλληφθεί 

τον άλλο μήνα υποψήφιους ήρωες φαρμακωμένους φοιτητές και καμουφλαρισμένους

 πράκτορες.
Ύστερα από λίγες μέρες οι μεν ξεχνάν τα ποιήματα και τα ουίσκια της καρδιάς υποτίθε

ται οι Δε μένουν με ενάμισι πόδι ή τρώγονται στο σκοτάδι και οι άλλοι παρατάν τα προ

σχήματα.
Κάποτε τελειώνουν τα λόγια και το ξινισμένο σεξ και τα μασκοφόρα όνειρα γατί εμφανί

ζονται επιτέλους οι αναμενόμενοι πιστολάδες – ούτε άργησαν ούτε μας ξέχασαν ήρθαν 

στην ώρα τους που αποδείχθη η ώρα μας.

Προσοχή να μη σε κάνουν γεφύρι.
Όταν χάνονται όλα τα κλειδιά ασφαλείας γεμίζουμε Ασφάλειες.

Χόρτασα λεμονιές κατσίκια τα Χριστούγεννα στα χωριά. 

Οι χωριάτες έχουν τηλεοράσεις μοντέλα αλλά παλιά τσαπιά. 

Οι παλιοί χωματένιοι δάσκαλοι χάθηκαν. Οι καινούργιοι αδυνατίζουν με τη ρόδα.

Αυτοεξόριστοι Κενυάτες υποψήφιοι Πρόεδροι Δημοκρατίας στα τζουκ μποξ της Αθήνας

 βάζουν «Το 13 το κελλί» του Λαύκα. Στις ταβέρνες μπεκρήδες της αναμονής οι μαιτρ της 

παγκόσμιας απελπισίας κλείνουν το ξενύχτι με χαλβά του μπακάλη – με κανέλα και λεμό

νι.

Αράπικο φιστίκι
Αράπικο λουλούδι
Αράπικο άλογο
Αράπικο πετρέλαιο…

https://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG6239


http://www.potamos.com.gr/download/a149a6077669c95fdb691fc6855dae7cgorpas.pdf

Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει; Ποιοι μας αγαπάνε; 8 beat ποιήματα του Θωμά Γκόρπα   [Πηγή: www.doctv.gr]

Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει; Ποιοι μας αγαπάνε; 8 beat ποιήματα του Θωμά Γκόρπα   DOCTV.GR 23 Ιουλίου 2019 Ποιοι μας αγαπάνε; Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει; Ποιοι μας αγαπάνε; Κλειστό μαγαζί κλειστό μαγαζί της αγάπης. Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά, μπύρες, ουίσκια άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα. Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα πώς θέλετε να το δείτε, ανοίξτε με να το δείτε έχω όμως κουράγιο αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο… Σου λέω: Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω… να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα. Σου λέω: Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω. ABOUT YOU Γυναίκες Μποτάκι 'Natalia', μαύρο  ABOUT YOU Αναπόληση Θα καταργήσω τον ουρανό, θα καταργήσω τη γη και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό κι εσύ να περνάς απ’ έξω. Εμείς Πιθανόν εμείς να πέφτουμε έξω μ’ όλα αυτά τα φτηνά μας γούστα που τα πληρώνουμε πανάκριβα για τα μπουζούκια και τα παρεμφερή ωραία πράγματα… Πιστεύω να υπάρξει ένας παράδεισος και για μας γεμάτος ανυπολόγιστα φιλιά, τσιγάρα, καφέδες και κρασιά, κουτούκια και ταξιά, έρημες μεταμεσονύχτιες πλατείες, κλειστά μαγαζιά κλειστά παράθυρα κι από πίσω οι καλές γυναίκες μόνες ή με τον άντρα τους και γι’ αυτό δυο φορές μόνες… Αγάπες Φύσημα των δέντρων σβήσιμο του κύματος άναμμα των φώτων σε πόλεις παραλιακές ωραία πράγματα στον τοίχο, ωραία κι ανώνυμα παρηκμασμένα μαγαζιά, έρημοι σιδηροδρομικοί σταθμοί τυχαία ταξίδια μαγικά σ’ αγνοημένα μέρη επαρχιακά. Η Ποίηση Μνήμη Δημήτρη Χριστοδούλου Το χειρότερο και το καλύτερο στη ζωή ποιητή Να χτίζεις για τους άλλους πύργους και παλάτια Παίρνοντας πέτρα απ’ το νταμάρι της καρδιάς σου Σκαμμένης απ’ τα χαμόγελα τα πάρε και τα δάκρυα Παίρνοντας χρώμα και γυαλί απ’ την μεγάλη σου αγάπη Που γίνεται βράδι πρωί κομμάτια…  Πατάρι Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια Οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου Για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια Κάποτε τέλειωσε αυτή η ιστορία κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν τόσοι πουλάν στην αγορά όσο τα τελευταία τους ρετάλια τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση ξεγραμμένη πια οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν κ’ οι φίλοι… Φιλοδοξίες Θέλω να γράψω για το φασισμό στην άσφαλτο μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια σαγηνευτικά και ρουμελιώτικα κοκορετσάδικα! Θέλω να γράψω για τον έρωτα του αυτοκινήτου μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια μεθυσμένα κάρα, μεθυσμένα κι αργοκίνητα. Θέλω να γράψω για τους προοδευτικούς διανοούμενους μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια χρόνια πριν απ’ το ’20 όταν ο Βάρναλης ήταν ωραίος μπεκρής τραμπούκος και βασιλόφρονας… Βροχή Εικόνων Στον Ζακ Πρεβέρ Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωινά πουλιά, ξαναγυρίζουν το βράδι Κατεβαίνουν την πλαγιά αρνιά, το βέλασμά τους γίνεται χάδι για Την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε. Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά Όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά έξον απ’ τα τραγούδια και μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους. Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο τα τελευταία λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γιαχαρά και ή μαχαιριά. Ένα χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ Καπνίζω… Νταλκάδες Στον Ανδρέα Εμπειρίκο Η Ποίηση είναι ένας δρόμος σπαρμένος με καρφιά είναι μια στρατιά καρφιά όπου φιλοξενούν στο ρετιρέ τους ρόδα. Εσύ δεν είσαι καμωμένη από ρόδα δεν είσαι καρφί αλλά μια απελπισμένη άγνωστη παραλία που έχασε για πάντα κολυμβητάς και βάρκες και ψαρέματα και τα ελάχιστα εκείνα μοναδικά ζευγάρια τα τόσο ευχαριστημένα και θλιμμένα. Όταν με κυνήγαγε η πολιτική με κυνήγαγες κ’ εσύ. Τώρα που σε κυνηγάω εγώ έγινα σαν την πολιτική και ίσως πλέον αφόρητος και πλέον ανελέητος απ’ αυτήν. Σ’ αγαπάω σημαίνει τρυπάω με καρφίτσα παλιά σύννεφα και πέφτει βροχή. Μαζεύω τη βροχή όπως μια κόρη μαζεύει παπαρούνες στον αγρό. Μεταξύ των σπλάχνων μου και των χειλιών μου συναντάω πάλι τη λέξη πλάγια αλλά αυτή από καιρό δεν είναι λέξη πια αλλά τα μαλλιά σου ή φωτιά συνθλιβομένη από φορμαρισμένα ερωτικά φύλλα χείλη δροσιάς. [Πηγή: www.doctv.gr]

ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ [1957-1983] ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΠΕΡΝΑΕΙ 

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ… ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ



Ο Θωμάς Γκόρπας (1935-2003) γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Από το 1954 έζησε στην Αθή

να, 

από το 1975 έως το 1980 στο Παρίσι, και από το 1990 μοίραζε τον καιρό του ανάμεσα 

στην Αθήνα και την Αίγινα. Έκανε μια ντουζίνα επαγγέλματα: εργάτης, λογιστής, παλαιο

βιβλιοπώλης, βιβλιοπώλης, επιμελητής εκδόσεων, εκδότης (εκδόσεις "Πανόραμα" και 

εκδόσεις "Έξοδος"), μεταφραστής, κ.ά., πριν και μετά τη λεγόμενη δημοσιογραφία (συ

ντάκτης στον ημερήσιο Τύπο: "Ανεξάρτητος Τύπος", "Μεσημβρινή", "Εξπρές", "Νέα 

Πολιτεία"). 

Ακόμα υπήρξε συντάκτης ή αρχισυντάκτης στα περιοδικά "Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο",

 "Ρουμελιώτικη Βίγλα", "Ο Λογοτέχνης", "Η Τέχνη στην Αθήνα", "Η Καλλιτεχνική", 

"Πολιτικά Θέματα", "Μουσικά Θέματα". 

Έγραψε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και δίδαξε σε θεατρική σχολή ιστορία λογοτεχνίας 

και αγωγή του λόγου. 

Στη δεκαετία του 1950 σύχναζε στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας, στη Στοά 

Μαυρίδη, στο Πατάρι του Λουμίδη και στο Βυζάντιον. 

Από το 1955 έως το 1967 συμμετείχε σε ομάδες που πρωτοστάτησαν για μια πρωτοπο

ρία στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στα εικαστικά, και για την υπεράσπιση του λαϊκού

 τραγουδιού. 

Από τους πρώτους που μίλησαν και έγραψαν για τον Καραγκιόζη και το ρεμπέτικο. 

Το 1979 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπιτ στην 

Όστια της Ρώμης. Πέθανε στην Αθήνα το 2003.

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΓΚΟΡΠΑ ΠΟΙΗΣΗ 

Σπασμένος καιρός, εκδ. Μινώταυρος, Αθήνα 1957. 

Παλιές ειδήσεις, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1966. Πανόραμα, εκδ. Panderma, Αθήνα 1975. 

Στάσεις στο μέλλον, εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1 1979, 2 1980· εκδ. Πορεία, Αθήνα 3 

1980· εκδ. Έξοδος, Αθήνα 4 1983. Περνάει ο στρατός…, εκδ. Πορεία, Αθήνα 1 1980· εκδ.

 Έξοδος, Αθήνα 2 1983. Τα θεάματα, εκδ. Έξοδος, Αθήνα 1983. Τα ποιήματα [1957-1983]. 

Στάσεις στο μέλλον, Περνάει ο στρατός…, Τα θεάματα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1 1995·

 εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2 2006. 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ 

Ισιδώρα! Ισιδώρα! Ο τραγικός έρωτας της 

Ντάνκαν με τον ποιητή Γεσένιν, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1995. 


ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ 

Το πανηγύρι τ’ Άη Συμιού (μια μεσολογγίτικη λαογραφία), (με Βησσαρίωνα Γκόρπα), 

εκδ. Ζυγός, Αθήνα 1972. 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 

Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, εισαγωγή - βιογραφικά - 

ανθολόγηση (1850-1950), δύο τόμοι, εκδ. Σίσυφος, Αθήνα 1981.

 

ΚΑΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ 

Στέρης, το τραγικό παραμύθι της ζωής και του έργου ενός πρωτοπόρου, 18 κριτικά 

άρθρα γύρω από μια έκθεση, εκδ. Πανόραμα, Αθήνα 1982. 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ Το βιβλίο όλων των ημερών. 

Η πρώτη μου ατζέντα, εκδ. Δεληθανάση, Αθήνα 1992.

 ΣΤΗΡΙΞΗ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ

 (Επιμέλεια-βιογραφικά-πρόλογοι) Γεράσιμος Βώκος,

 Ο εκτοπισμένος κ.ά. διηγήματα, επανέκδοση, εκδ. Έξοδος, Αθήνα 1983. 

Νικόλαος Β. Βωτυράς, Ο μάγκας του ωρολογίου, επανέκδοση, εκδ. Έξοδος, Αθήνα 1983. 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αθηναϊκά διηγήματα, εκδ. Σπηλιώτη, Αθήνα [1990].

 Ευάγγελος Λεμπέσης, Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών στο σύγχρονο βίο. 

Μελέτη κοινωνική και ψυχολογική. 

Μεταγλώττιση και ένα κείμενο γραμμένο από τον Θωμά Γκόρπα, εκδ. Σπηλιώτη, Αθήνα 

1 1990, 2 2003, 3 [2004]. 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΕΡΓΩΝ 

Georges Jean, Γραφή, η μνήμη των ανθρώπων, μετάφραση, σύνθεση και συγγραφή 

του παραρτήματος με τα «Ελληνικά ντοκουμέντα», εκδ. Δεληθανάση, Αθήνα 1 1991

 [1992], 2 1994, κ.ά. Θωμάς Γκόρπας Τα ποιήματα [1957-1983]. 

Στάσεις στο μέλλον, Περνάει ο στρατός…, Τα θεάματα © 2015, 

Κληρονόμοι Θωμά Γκόρπα & Εκδόσεις 

ΠΟΤΑΜΟΣ Τυπογραφική επιμέλεια: Δημήτρης Παπακώστας Σχεδιασμός εξωφύλλου:

 Δάφνη Κουγέα Σελιδοποίηση: Βίβιαν Γιούρη Εκτύπωση: Φωτόλιο & Typicon

 Εκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ Ξενοκράτους 48, 106 76 Αθήνα, τηλ. 210 7231271,

 fax 210 7254629 www.potamos.com.gr, info@potamos.com.gr 

ΙSBN 978-960-545-058-8 Ποταμόπλοια /7 

Του Σπύρου και της Μαρίας Γκόρπα Απάνω Αγορά. Μεσολόγγι, 1953. 


ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ 


Σπασμένος καιρός Πλατεία Ομονοίας. Αθήνα, αρχές δεκαετίας του ’50. Οδός Σταδίου.

 Αθήνα, αρχές δεκαετίας του ’50. 13


 ΘΕΣΗ

 Στην άσφαλτο κυλάει το μεσημέρι λαβωμένο. Όλα σπασμένα.

 Σπασμένα γόνατα λαιμοί χέρια σπασμένα σπασμένα συνθήματα σπασμένες φωνές

 σπασμένο τραγούδι σπασμένο. Όμως εμείς το περιμένουμε να ’ρθει μέσ’ από σημαίες

 κ’ αίματα τ’ αλάβωτο μεσημέρι μες στο σπασμένο καιρό που λογαριάζεται κιόλας με το

 μέλλον. 

 ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΑΝΘΟΥΣ

 Κορίτσι λαϊκής πολυκατοικίας μεγάλωσες κι ομόρφυνες ανάμεσα σε δυο λεκάνες στη 

μια τρίχες και σαπουνάδες από ξυρίσματα ποδιών δεκαπεντάχρονων κοριτσιών στην 

άλλη τα νερά της νύχτας. Άνθος που φύτρωσες εκεί που δε φυτρώνουν άνθη αλλ’ απρο

σδόκητα φασόλια σ’ έκοψα και σε ρίχνω πάνω σε παρέλαση εργατικής πρωτομαγιάς.

 Άνθος δωματίου με τέσσερα κρεβάτια που δεν επιτρέπει βήματα δεν επιτρέπει όνειρα

 δεν επιτρέπει να περάσει μέσα ο ήλιος να περάσουν τραγούδια. Κορίτσι μου έχεις μια

 μαμά που αδιαφορεί για σένα έναν μπαμπά που σ’ ερωτεύεται μιαν αδερφή που σε μι

σεί μόνο και μόνο για την ομορφιά σου. Κορίτσι μου τη «ζώνη» που φοράς πρώτο παρά

σημο μικρής πουκαμισούς μην τη θυμάσαι δεν το μπορεί να σου κερδίσει την ελπίδα. 

Πρόσεξε το χαμόγελό μου το χαμόγελο εκείνων που έμαθαν το τραγούδι της οργής και

 της αγάπης. 


 ΠΙΚΡΗ ΕΠΟΧΗ 

Σαν ήμαστε μικρά παιδιά δεν πρόφτασαν να μας κρατήσουν οι γονείς μας απ’ το χέρι

και να μας πάνε πουθενά ήτανε κιόλας σκοτωμένοι άρρωστοι ή χαμένοι. 

Τότε αντί για καλημέρα λέγαμε έως πότε έως πότε έως πότε αντί για καληνύχτα σιωπού

σαμε σχεδιάζοντας μες στην αμφιβολία της νύχτας παιγνίδια και χαρές στο νέο καιρό

 της λευτεριάς. Τότε το ωραίο κορίτσι μας το λέγαμε Γιολάντα. 

Η Γιολάντα μας πότιζε πίκρα και μίσος έτσι καθώς καμάρωνε τ’ απόγευμα απ’ το παρά

θυρό της ντυμένη του προσώπου της το φως και το γαλάζιο φόρεμά της χωρίς πληγές 

χωρίς καημό και αίματα ξεχειλισμένη αληθινό φαΐ και τη γλυκιά ομορφιά της. 

Τη βλέπαμε για μια στιγμή μέσα στα μάτια κ’ έλαμπε ύστερα βλέπαμε το δρόμο που 

έλαμπε πάντα και μας καλούσε για τις ουρές της διανομής και τη σκληρή μαυραγορά 

που ήτανε θέα απροσπέλαστη σαν έτοιμο μαχαίρι. 

Θυμούμαστε πως στον κόρφο μας φώλιαζε ένα πουλί μας εκρατούσε από το χέρι η πε

ρηφάνια μας εκρατούσε από το χέρι η οργή και προχωρούσαμε 16 με τ’ όραμα μισού πέ

διλου από λάστιχο αυτοκίνητου με τ’ όραμα μισού σπυριού μπομπότας. 

Δε μας εγύρισε πίσω ποτέ η βροχή κι ο άνεμος που μας σώριαζε στο δρόμο. 

Τα ξεσχισμένα πόδια μας δε χάθηκαν στη λάσπη φυλάξαμε τα μάτια μας να μην τα 

σβήσει η καταχνιά τα ξυλιασμένα χέρια μας κρατούσαν την καρδιά μας μην τη σκοτώσε

ι η ανημποριά μην την κερδίσει η πίκρα. Κι όταν πούλαγε η μάνα μας τα ρούχα της και 

τα χρυσαφικά της για ένα κινίνο ή δυο κλωνιά σταφίδα εμείς μαθαίναμε να περιμένουμε 

τη λευτεριά. Δεν κλάψαμε ποτέ. 

 

ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΑΓΟΡΙ 

Αυτό το αγόρι που τρώει σάμαλι στο χαλβατζίδικο της οδού Αθηνάς είναι ένα αγόρι σας 

λέω. Κι ας έχει τα μαλλιά του χτενισμένα σαν κορίτσι κι ας έχει το πουκάμισο ανοιγμένο 

σαν κορίτσι κι ας διαμαρτύρεται πως έχει τρυφερή φωνή. Είναι ένα αγόρι. Τα χέρια του 

σακατεμένα κι όμως φοράει ένα μεγάλο πρόστυχο δαχτυλίδι. Τα χέρια του σακατεμένα

 κι όμως φοράει ένα σακατεμένο σκοτεινό ρολόι. Το παντελόνι του τόσο στενό έτσι που

 να δείχνει και να προκαλεί. Μην απορήσετε όταν το δείτε αγκαζέ με τη χαρβαλωμένη 

πόρνη εκεί όπου τελειώνει ο δρόμος ο έρωτας κ’ οι προφυλάξεις. 

Είναι ένα αγόρι. Προσέχει το βήμα του προσέχει τη φωνή του προσέχει τις χειρονομίες 

και τη ματιά του μα είναι ένα αγόρι σας λέω και δουλεύει σε μηχανουργείο από τότε

 που τα όνειρά του έγιναν στάχτη σκοτείνιασμα των ματιών του.

 Είναι σπουδαίο αγόρι γιατί αλλιώς πώς θα μπορούσε μέσα του να σταματάει και να πε

θαίνει η ζωή; Κ’ εμείς του καταθέτουμε στεφάνια σάμπως να ’ναι κανένας άγνωστος 

στρατιώτης.  

ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

 Στις εννιά το βράδι ο νεαρός με το μπλε κου

στούμι και την κόκινη γραβάτα του σαββατοκύριακου έβαλε χέρι στα πισινά του δουλι

κού που θαύμαζε τη βιτρίνα με το γιαούρτι του σπιτιού στα δυο του χέρια. Τα μάτια του 

δουλικού δυο ματωμέν’ αστέρια. Η καρδιά του κύλησε στο πεζοδρόμιο. 

Δε φώναξε – Βοήθεια… Δεν παρακάλεσε για τίποτε. Ήξερε. Για τούτο έφυγε με το γιαούρ

τι του σπιτιού στα δυο του χέρια. 

Κ’ εμείς βαλθήκαμε να ψάχνουμε για την τιμή μας που κύλησε κατά λάθος στο ρείθρο… 


 ΠΩΣ ΜΑΣ ΚΕΡΔΙΣΕ ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ


 Ήρθε μια κοπέλα στο γραφείο μας το πρωί χωρίς μπογιές στο πρόσωπο χωρίς κακόν 

άνεμο στα μάτια. Μας έφεγγε χαμόγελο αληθινής καλημέρας. Ο προϊστάμενος της έδει

ξε την εξουσία του. Η συνάδελφος την ομορφιά της που δεν είχε. Ο συνάδελφος μια ηλι

θιότητα που της συννέφιασε το πρόσωπο. Κ’ η μουχλιασμένη κάμαρα μια στενοχώρια 

που της κέρδισε την καρδιά. Όμως ήταν κοπέλα που δεν ξέρει την εξουσία που ξέρει να 

κυβερνάει την ομορφιά της που συμμερίζεται την προστυχιά μα προπαντός ήταν κοπέ

λα που έμαθε με πολύ κόπο να ξανακερδίζει την καρδιά της.

 Ήταν απλώς μια εργαζόμενη κοπέλα κ’ έσερνε πίσω της το μέλλον δύσκολο μα βέβαιο

 ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΣΤΑΔΙΟΥ

 Ένα παιδί σωριάστηκε μες στη γιορτή του δρόμου. Ήταν τα μάτια του άγρια ξένα και βυ

θισμένα. Το κεφάλι του στην πέτρα βρόντηξε ξεβρόντηξε το κορμί του σαν το ελάφι και

 σαν τ’ άλογο. Απ’ το στόμα του πετάχτηκαν αφροί κ’ έπαιξαν στα μάτια σας απ’ το στό

μα κι απ’ τη μύτη τίναξε το αίμα του που έκατσε στα μάτια σας κι άρχισε να κλαίει.

 – Από πείνα. Είπατε. Τα πόδια σας πώς είναι ακόμα ανάλαφρα για τον περίπατό σας;

 – Από πείνα. Είπατε. Τα χέρια σας πώς ξεριζώθηκαν ωραίοι μου από τους ώμους σας;

 – Από πείνα. Είπατε. Τα μάτια σας πώς σκοτεινιάσαν μπρος σε τόσα χρώματα και φώτα

; – Από πείνα. Είπατε. Σηκώστε το λοιπόν να μη βουλιάξει ο δρόμος… 


 ΕΠΙΣΚΕΨΗ 


Ήταν απ’ τις γυναίκες που φυλάγουν πίσω από κάγκελα την ομορφιά τους.

 Αντί για τσίχλα μάσαγε τη λέξη αυτοκίνητο πρώτη και τελευταία ίσως γκαστριά της. 

Τη μαμά της έλεγε ρομαντική τον μπαμπά της πονηρό γέρο τον αδερφό σεμνότυφο το

 σύζυγο «Να ξέρατε τι γλυκός που είναι ο Μανόλης μόνο που αφιερώθηκε στην ιατρική».

 Όσο για τον εαυτό της «Τι άθλιο στομάχι που έχω Θε μου παλαιά κολίτις τι να σας πω!»

 «Αμυγδαλέλαιο κόρη μου» συμβούλεψε η νοικοκυρά. Κι αυτή περήφανα στύβοντας το

 πρόσωπό της σε μικρό χαμόγελο «Ήπια χωρίς ωφέλεια δυστυχώς».

 «Παλαιά κολίτις» έλεγε και ξανάλεγε μα το ξεχνούσε αμέσως για να πει κάτι πιο γλυκό

 πιο φευγαλέο μπας και με πείσει πως δε φυλάγει πίσω από κάγκελα την ομορφιά της.

 Εύκολο να σας μιλήσω μόνο για το πρόσωπό της.

 Η υπόλοιπη ονειρευόταν σπαρταρώντας μέσα στο μαύρο της παλτό.

 Χρώματος ελαφρώς καναρινί ανασηκωμένη μύτη μάτια ενδοστρεφή γι’ αυτό πότε εβένι

να πότε χαμένα.

 Εβένινα και τα μαλλιά της ανεξάντλητα όμως έπαιζαν εναλλάξ το ρόλο των ματιών. 

Το στόμα της πληγή ανθισμένη ή μικρό χάος με εξαίσια όρια ή αν θέλετε μικρό κόκινο 

ρόδο με κόκινο άρωμα.  Το στόμα της ομολογώ και μόνο αυτό ολόκληρη ώρα με κρατού

σε κοντά της ώσπου ανακλαδίστηκε και μου έσφιξε το χέρι: «Χάρηκα πολύ νεαρέ χρόνια

 πολλά. Καλημέρα σας». Χαμογελούσε όχι όπως χαμογελάς εσύ κ’ εγώ καθώς το στόμα

 της μου θύμιζε την άλλη πληγή. Επιτρέψτε μου να ονειρεύομαι το κορμί της. Παρακαλώ 

σκεφθείτε αυτή την εικοσάρα νιόπαντρη επισκέπτρια στο σαλόνι δυο γέρων χωρίς παιδ

ιά χωρίς σκυλιά και τέτοια σαλόνι στολισμένο με ακριβά έπιπλα κάδρα ακριβότερα πλή

ξη ακριβότερη κι από τα κάδρα και μένα να ονειροπολώ ζωή πέρα από έπιπλα κάδρα 

και πλήξη. Επισκέπτρια στο σαλόνι με τη χαρά των παιδιών από πέντε έως ογδόντα 

πέντε χρονώ: ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. 

 

ΕΚΔΡΟΜΗ

 Τη συντροφιά μας τραγου

δώ αραγμένη σ’ όχτο χωρίς κόπο. Έχω να κάμω μ’ έτοιμο τραγούδι. Μας φωτογράφισε ο

 φίλος τη στιγμή που έπεφτε ο ήλιος όταν σα μουσική περνούσαν πλάι μας αρνιά και το

 παιχνίδι των κυμάτων ερχόταν να συνεχιστεί μέσα στα στήθη μας πλάι στο παιχνίδι της

 Επανάστασης. Η μέρα κύλησεν αξέχαστη τώρα αναπαύεται στο αίμα μας και στα τρα

γούδια της οργής και της αγάπης. Όνειρο ήτανε κακό τα ΙΧ σταματημένα στον πευκώνα

 όνειρο ήτανε κακό η πληγιασμένη αμμουδιά απ’ τ’ αδειανά κουτιά της μπύρας και της 

κόκα κόλα όνειρο ήτανε κακό η θαλασσινή ομορφιά με τους αμφίβολους κολυμβητές

 κοντά μας τους πεθαμένους άνθρωπους να ζητιανεύουν μάταια ένα κομμάτι απ’ την καρ

διά μας. Η κυριακάτικη εκδρομή στη Λούτσα είν’ ένα κέρδος μέσα μας σαν πίστη και το

 τραγουδώ χωρίς αμφιβολίες και κόπο. Έχω να κάμω μ’ έτοιμο τραγούδι ξέρουμε δα τι 

πα να πει αυτό. 

ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

 Μνήμη Γιώργη Ζάρκου

 Νεολαίε με το χαρτί 

του γυμνασίου εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις όχι το μάθημα μα την 

αλήθεια σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγου

ριά τού αύριο. Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν πάνω

 σε τραπέζια καφενείων καταχνιασμένων απ’ την τσιγαρίλα και τις ανάσες πεινασμένων

 τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν πάνω σε μεγάλες πόρτες που δε θ’ ανοίξουν ποτέ από 

μέσα. Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία και θα

 κάψει τις σημαίες των αρχόντων. Κι αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται με τ’ άλλο

 χαρτί που εσύ δεν έχεις μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός. 

Οι μέρες μας κυλούν σα χειμωνιάτικα ποτάμια στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μί

σους στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες καθώς απ’ τις γωνίες οι μισθοφόροι 

με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες. Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδι

α. 

 ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΑΓΟΥ ΣΤΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ

 – Δώσε μου ένα τέταρτο. Πικραμένη μάνα με το ρημαγμένο στήθος!

 – Εσύ δεν παίρνεις το χειμώνα. 

– Δώσε μου ένα τέταρτο παλικάρι μου θα παίρνω και το χειμώνα.

 – Δώσε μου ένα τέταρτο. Απαρηγόρητο κορίτσι που σε φέγγει η πείνα! 

– Εσύ δεν παίρνεις κάθε μέρα. 

– Δώσε μου ένα τέταρτο κυρ Ηλία θα παίρνω κάθε μέρα.

 – Δώσε μου ένα τέταρτο. Γέρο μου δεν είναι εγγύηση η απόγνωση! 

– Εσύ αποκλείεται να ’χεις ψυγείο. 

– Δώσε μου ένα τέταρτο καλόπαιδο του χρόνου θ’ αγοράσω και ψυγείο. 

Νεαρέ εμποράκο βλάκα αύριο θ’ ακριβύνουν τα τσιγάρα και θα καπνίζεις βασικά αύριο θ’

 ακριβύνουν τα εισιτήρια και το σινεμά και θα το χάσεις το κορίτσι σου. 

Νεαρέ εμποράκο βλάκα αύριο θα πεθάνεις για μιαν ένεση που θα τιμάται με τη ζωή σου

ΠΟΙΟΙ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑΝΕ; του Θωμά Γκόρπα