Πρόδρομος Μάρκογλου - 3 Αποσπάσματα - Official Audio Release
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΚΗΝΗ 2012
Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου
Γεννήθηκε το 1935 στην Καβάλα από γονείς πρόσφυγες από την Καππαδοκία
και τον Πόντο.
Το 1944 χτυπήθηκε από γερμανική χειροβομβίδα και έχασε το αριστερό του χέρι.
Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών Αθηνών και εργάζεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Από το 1971 ζει στη Θεσσαλονίκη.
Εμφανίστηκε το 1962 με την ποιητική συλλογή Έγκλειστοι.
'Εργα του:
Ποίηση:
Έσχατη υπόσχεση, (1958-1992, συγκεντρωτική έκδοση).
Πεζά:
Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη (1980), Σταθερή απώλεια, (διηγήματα 1992), Σπαράγματα (1997).
Τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1998).
Πρόδρομος Μάρκογλου
| Πρόδρομος Μάρκογλου | |
|---|---|
![]() | |
| Γέννηση | 1935 Καβάλα |
| Κατοικία | Θεσσαλονίκη |
| Χώρα πολιτογράφησης | Ελλάδα |
| Ιδιότητα | συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος |
Ο Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου (Καβάλα, 1935-) είναι Έλληνας ποιητής και πεζογράφος.
Βίος
Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Καππαδοκία και τον Πόντο. Σπούδασε στην Αθήνα στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (Α.Σ.Ο.Ε.Ε.).
Το 1944 έχασε το αριστερό του χέρι από γερμανική χειροβομβίδα. Το 1971 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει μέχρι σήμερα. Έχει εργαστεί σε διάφορες ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1958, δημοσιεύοντας ένα ποίημα στην εφημερίδα Έρευνα Καβάλας, με το ψευδώνυμο Π. Μαρτάκος.
Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Έγκλειστοι, δημοσιεύτηκε το 1962.
Έργα του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ολλανδικά, Ιταλικά, Πολωνικά, Ρουμάνικα και Ρωσικά.[1]
Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Αντί, Εντευκτήριο, Παρατηρητής, Σκαπτή Ύλη, Τραμ, Υπόστεγο και την εφημερίδα Η Αυγή, γράφοντας ποίηση, πεζά και μικρά δοκίμια.
Έχει ανθολογήσει το ποιητικό έργο του Ανέστη Ευαγγέλου.
Είναι μέλος της «Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης» και ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Συγγραφέων».
Το 1998 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το βιβλίο του Σπαράγματα και το 2004 το Βραβείο Διηγήματος της Ακαδημίας Αθηνών (Έδρα Πέτρου Χάρη) για το βιβλίο του Διέφυγε το μοιραίον.[2]
Λογοτεχνικό έργο
Ο Μάρκογλου εντάσσεται στους λογοτέχνες της Β' Μεταπολεμικής γενιάς και συγκεκριμένα στη μερίδα εκείνων των κοινωνικών ποιητών, που αφορμώνται από τα τραυματικά βιώματα της Κατοχής και του Εμφυλίου.
Η γραφή του κυριαρχείται από τη μετεμφυλιακή απόγνωση και την ήττα, τη στέρηση και την αγωνία της ένταξης στη νέα, απογυμνωμένη και σκληρή πραγματικότητα.
Παράλληλα με άλλους λογοτέχνες της γενιάς του στη Θεσσαλονίκη, όπως ο Μάρκος Μέσκος και ο Ανέστης Ευαγγέλου, εστιάζει «στην κατάργηση της προσωπικής και συλλογικής ελευθερίας από τη μεταπολεμική πολιτική εξουσία και το κοινωνικό- ιδεολογικό σώμα που την εξέθρεψε [...] και βασανίζεται από ψυχολογικά αδιέξοδα»[3].
Στα πιο πρόσφατα ποιήματά του αναδεικνύεται ο δραματικός και ελεγειακός χαρακτήρας του αδιέξοδου ανθρωπιστικού οράματος.
Η υποχώρηση του θερμού πολιτικού εμπειρικού υλικού εντείνει την πυκνότητα και τη σκοτεινότητα της ποίησής του, χωρίς να χάνεται η λιτότητα και η περιεκτικότητα της έκφρασης.
Το ερωτικό βίωμα αποτελεί πάντα βασικό και παράλληλο στοιχείο της γραφής του.
Για το έργο του Πρόδρομου Μάρκογλου, ο Ανέστης Ευαγγέλου σημειώνει ότι «ένας από τους ουσιαστικότερους δάσκαλους του Μάρκογλου, στάθηκε ο Σαχτούρης: τα μαχαίρια, τα σφυριά, τα δόντια, ο δρόμος με τα σπασμένα γυαλιά, τα σύρματα, το αίμα και τα καρφιά, σύμβολα χαρακτηριστικά και βασικά εργαλεία στα χέρια των Φασμάτων για να σκηνοθετήσει τις εφιαλτικά ονειρικές του εικόνες, τα παίρνει ο Μάρκογλου και αφαιρώντας την ονειρική διάστασή τους, μας τα ξαναδίνει αποκαθιστώντας την τραχύτητα της ύλης τους»[4].
Ενδεικτικό της γραφής του, το απόσπασμα από το ποίημα «Ἐλεεινὸν θέατρον», στη συλλογή Το δόντι της πέτρας:
Η πόλη της Θεσσαλονίκης (όπως και η Καβάλα) αποτελεί ένα από τα σκηνικά της γραφής του Πρόδρομου Μάρκογλου.
Οι τοπογραφικές αναφορές των δρόμων και των χώρων της πόλης αναδεικνύονται σε σιωπηλό παρατηρητή στις ζωές των ηρώων. Ενδεικτικά:
και
Εργογραφία
Ποίηση
- Έγκλειστοι (1962)
- Χωροστάθμιση (1965)
- Τα κύματα και οι φωνές (1971)
- Το δόντι της πέτρας (1975)
- Συνοπτική διαδικασία (1980)
- Έσχατη Υπόσχεση. Ποιήματα 1958-1978 (1984, συγκεντρ. έκδ.)
- Πάροδος Μοναστηρίου (1989)
- Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν (1993)
- Έσχατη Υπόσχεση. Ποιήματα 1958-1992 (1996, συγκεντρ. έκδ.)
- Ονείρων κοινοκτημοσύνη (2002)
- Κείμενα μικράς πνοής («Η φρεναπάτη του ποιητή») (2009)
Πεζογραφία
- Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη (1980)
- Σταθερή απώλεια (1992)
- Σπαράγματα (1997)
- Διέφυγε το μοιραίον (2003)
- Καταδολίευση (2006)
- Κείμενα μικράς πνοής (2009)
- Τα σύννεφα ταξιδεύουν τη νύχτα (2011)
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
- Εν Θεσσαλονίκη: 13 σύγχρονοι πεζογράφοι (2001)
- Καβάλα: Mια πόλη στη λογοτεχνία (2003, 2011)
- Σύγχρονη ερωτική ποίηση (2007)
- Παλίμψηστο Καβάλας (2009)
- Γιάννης Δουβίτσας 1943- 2003 (2013)
Παραπομπές
- ↑ «Εθνικό Κέντρο Βιβλίου / Σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς». www.ekebi.gr. Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2015.
- ↑ «.:BiblioNet : Μάρκογλου, Πρόδρομος Χ., 1935-». www.biblionet.gr. Ανακτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2015.
- ↑ Τσάκωνας, Δημήτρης (1990). Η Σχολή της Θεσσαλονίκης (Πεζογραφία- Ποίηση- Δοκίμιο). Αθήνα: Liquid Letter. σελ. 430.
- ↑ Ευαγγέλου, Ανέστης (1981). Ανάγνωση και γραφή. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής. σελ. 40.
Βιβλιογραφία
- Vitti Μario, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Οδυσσέας, Αθήνα 2008.
- Γαραντούδης, Ευριπίδης, Η ποίηση του Πρόδρομου Μάρκογλου : τα ποιήματα της πόλης και το βίωμα της εντοπιότητας, Εντευκτήριο τχ. 49 (Ιαν. - Μαρ. 2000), σ. 40-47
- Γούτας Παναγιώτης, Διεισδύσεις στα βιβλία των άλλων: μελέτες και βιβλιοκρισίες, 2003-2011, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2011.
- Ευαγγέλου Ανέστης, Ανάγνωση και γραφή, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1981.
- Ζ[ήρας] Α[λέξης], Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα, Έργα, Ρεύματα, Όροι. Αθήνα, Πατάκης, 2007, σ.2338 - 2339.
- Μαρκόπουλος, Θανάσης, Η αισθητική και η ανθρώπινη εκδοχή στην ποίηση του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, Νέα Εστία τχ. 1738 (Οκτ. 2001), σ. 556 - 569
- Τσάκωνας Δημήτρης, Η Σχολή της Θεσσαλονίκης (Πεζογραφία- Ποίηση- Δοκίμιο), Liquid Letter, Αθήνα 1990.

Ελλάδα
Ο Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου γεννήθηκε το 1935 στην Καβάλα. Οι γονείς του ήταν πρό
σφυγες από την Καππαδοκία και τον Πόντο. Το 1944 χτυπήθηκε από γερμανική χειροβομ
βίδα και έχασε το αριστερό του χέρι. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και
Εμπορικών Επιστημών Αθηνών. Εργάζεται σε διάφορες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Από το
1971 ζει στη Θεσσαλονίκη. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα στην Καβάλα, το 1962, με
την ποιητική συλλογή "Έγκλειστοι". Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές "Χωροστάθμη
ση", Καβάλα, 1965, "Τα κύματα και οι φωνές", Θεσσαλονίκη, 1971, "Το δόντι της πέτρας"
, Θεσσαλονίκη, 1975, "Συνοπτική διαδικασία", Θεσσαλονίκη, 1980, "Έσχατη υπόσχεση
(1958-1978)", εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1984, "Πάροδος Μοναστηρίου", εκδ.
Στιγμή, Αθήνα, 1989, "Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν", εκδ. Χειρόγραφα,
Θεσσαλονίκη, 1993, "Έσχατη υπόσχεση (1958-1992)", εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996, "Ονεί
ρων κοινοκτημοσύνη", εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2002, και τα πεζά "Ο χώρος της Ιωάννας και
ο χρόνος του Ιωάννη", εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1980, "Σταθερή απώλεια", διηγήματα,
εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1992, "Σπαράγματα", νουβέλα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1997, "Διέ
φυγε το μοιραίον", διηγήματα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2003, "Καταδολίευση", μυθιστόρημα,
εκδ. Κέδρος, 2006. Εργασίες του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, περιοδικά και ανθο
λογίες. Επίσης έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά,
ιταλικά, πολωνικά, ρουμανικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και
ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το
1998, για το βιβλίο του "Σπαράγματα" και το 2004 έλαβε βραβείο διηγήματος της Ακαδη
μίας Αθηνών (Ίδρυμα Πέτρου Χάρη) για το βιβλίο του "Διέφυγε το μοιραίον".

Πρόδρομος
Χ. Μάρκογλου:
συνέντευξη στον
Ελπιδοφόρο
Ιντζέμπελη
Ο Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου γεννήθηκε στην Καβάλα. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από
την Καππαδοκία και τον Πόντο. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορι
κών Επιστημών Αθηνών. Εργάστηκε σε διάφορες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Από το 1971 ζει
στη Θεσσαλονίκη.
Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα στην Καβάλα, το 1962, με την ποιητική συλλογή
Έγκλειστοι. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές Χωροστάθμηση, Καβάλα, 1965,
Τα κύματα και οι φωνές, Θεσσαλονίκη, 1971, Το δόντι της πέτρας, Θεσσαλονίκη, 1975,
Συνοπτική διαδικασία, Θεσσαλονίκη, 1980, Έσχατη υπόσχεση (1958-1978),
εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1984, Πάροδος Μοναστηρίου, εκδ. Στιγμή, Αθήνα, 1989,
Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν, εκδ. Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη, 1993,
Έσχατη υπόσχεση (1958-1992), εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996, Ονείρων κοινοκτημοσύνη,
εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2002, και τα πεζά Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη,
εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1980, Σταθερή απώλεια, διηγήματα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα,
1992, Σπαράγματα, νουβέλα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1997, Διέφυγε το μοιραίον, διηγήματα,
εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2003, Καταδολίευση, μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 2006.
Εργασίες του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, περιοδικά και ανθολογίες.
Επίσης έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά, ιταλικά,
πολωνικά, ρουμανικά.
H ποίηση δίνει μιαν απάντηση στην ανερμήνευτη ζωή μας. Ίσως, ακόμη, μας δίνει μιαν
υπόσχεση πως τίποτε δεν χάνεται κι όλα κάποτε αθροίζονται στην ψυχή μας.
Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας
Συγγραφέων. Τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 1998 για το βιβλίο του Σπαράγ
ματα και το 2004 έλαβε βραβείο διηγήματος της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Πέτρου Χάρη)
για το βιβλίο του Διέφυγε το μοιραίον. Το 2014 εξέδωσε τη νουβέλα Συντυχία, ένθετο βιβλίο
στο περιοδικό «Ένεκεν» τ. 33, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014, Θεσσαλονίκη. Το 2016 εκδόθηκε
ο τόμος Έσχατη Υπόσχεση (συγκεντρωτική ποιημάτων 1958-2010), από τις εκδόσεις του
περιοδικού «Ένεκεν» στη Θεσσαλονίκη.
Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;
Όταν ήταν, σύμφωνα με την ηλικία μου, να πάω σχολείο, έγινε ο πόλεμος του 1940.
Στην Καβάλα είχαμε διπλή Κατοχή: γερμανική και βουλγαρική.
Οι Βούλγαροι καταργήσανε κάθε τι το ελληνικό, θέλοντας να προσαρτήσουν την περιοχή
στο βασίλειό τους. Έτσι δεν υπήρχαν ελληνικά σχολεία για να πάω. Μόνο βουλγαρικά, και
βέβαια εκεί δεν πήγα. Μάζεψαν και κάψανε όλα τα ελληνικά βιβλία.
Μέχρι το 1943, τότε ήμουν οκτώ χρόνων, δεν γνώριζα ανάγνωση και γραφή. Η μητέρα μου,
θέλοντας να βρει μια λύση στο πρόβλημα, παρακάλεσε μια γειτόνισσά μας, που είχε τελειώ
σει το γυμνάσιο, να μου μάθει «γράμματα». Έτσι, κάθε μέρα μάς κλείδωνε στο υπόγειο,
όπου η κυρία Μαρία μού μάθαινε ανάγνωση και γραφή πάνω σε μια σπασμένη πλάκα.
Όταν τον Οκτώβρη του 1944 μπήκε ο ΕΛΑΣ στην Καβάλα και άνοιξε τα σχολεία, ήμουν
από τα ελάχιστα παιδιά που γνώριζαν ανάγνωση και γραφή.
Βιβλία στο σπίτι δεν είχαμε. Αλλά και πουθενά σε άλλους δημόσιους χώρους δεν υπήρχαν.
Απέκτησα τα πρώτα μοναδικά μου βιβλία όταν το 1946 η UNRRA μας μοίραζε ρούχα της\
αμερικανικής βοήθειας και των Ηνωμένων Εθνών μέσα σε μια καπναποθήκη. Τότε μου δώ
σανε ένα μπουφάν και καθώς κατέβαινα τις σκάλες βλέπω μια στοίβα πεταμένα βιβλία. Αρ
πάζω δύο και τα τυλίγω στο μπουφάν. Τρέχοντας, έφτασα στο σπίτι, άνοιξα να δω τι είχα
αρπάξει από τα βιβλία που δεν είχαν προλάβει να καταστρέψουν οι Βούλγαροι.
Το ένα ήταν Ο Αρχιληστής Ντελίβοριας και το άλλο Οι Άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκό, σε απλο
ποιημένη και συντομευμένη έκδοση, και τα δύο ήταν φυλλάδια από κάποιο λαϊκό περιοδικό
που κάποιος τα είχε δέσει.
Βιβλία δεν υπήρχαν. Πολύ αργότερα βρήκα στο Κατηχητικό και στη βιβλιοθήκη του Αμερι
κανικού Κέντρου Πληροφοριών. Αγόρασα το πρώτο μου βιβλίο, με χρήματα από τα κάλα
ντα, το 1951. Ήταν ο Ζητιάνος του Καρκαβίτσα. Η Δημοτική Βιβλιοθήκη του Δήμου Καβά
λας άνοιξε το 1957. Πρώτη διευθύντρια, η κυρία Μαρία Καραβολάνη- Χουρμουζιάδη.
Έβλεπα όμως πολλές ταινίες, αφού το εργαστήρι του πατέρα μου ήταν δίπλα στον κινηματο
γράφο «Τιτάνια» και από τις πίσω πόρτες μπαινόβγαινα ελεύθερα.
Ποιοι ποιητές σας επηρέασαν;
Τα διαβάσματά μου ήταν τυχαία, ό,τι έπεφτε στο χέρι μου. Μόνο το 1954 όταν κατέβηκα
στην Αθήνα σαν φοιτητής και έμενα, κατά καλή μου τύχη, σε μια Φοιτητική Στέγη, βρήκα
εκεί μια μεγάλη βιβλιοθήκη, όπου έπεσα «με τα μούτρα». Τότε διάβασα το Έγκλημα και
τιμωρία του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι που με συγκλόνισε.
Και πάλι τα διαβάσματά μου ήταν τυχαία.
Απόκτησα κάποια συνείδηση των πραγμάτων όταν το 1956 στην Καβάλα ο ποιητής Γιώργος
\
Στογιαννίδης μου έδωσε να διαβάσω βιβλία του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Μίλτου
Σαχτούρη. Τότε λύθηκε ο κόμπος κι άρχισε να στάζει η γραφή των πρώτων στίχων, που
είχαν κάτι προσωπικό.
Πότε δημοσιεύσατε το πρώτο σας ποίημα;
Δημοσίευσα για πρώτη φορά ένα ποίημά μου στην εφημερίδα της Καβάλας «Έρευνα» στις
4 Αυγούστου 1958. Ήταν το ποίημα «Ρέκβιεμ της αγάπης» με υπογραφή Π. Χ. Μαρτάκος.
Η πόλη ήταν μικρή και κάθε πνευματική δραστηριότητα ύποπτη.
Γιατί συγκεντρώσατε τα ποιήματά σας σε έναν τόμο με τον τίτλο Έσχατη Υπόσχεση
1958-2010 στις εκδόσεις Ένεκεν;
Ήθελα να συγκεντρώσω όλα τα ποιήματά μου σε έναν τόμο γιατί ο χρόνος περνούσε επικίν
δυνα. Κάποιοι εκδότες στην Αθήνα μου είπαν ότι είχαν οικονομικά προβλήματα και αδυνα
τούσαν να εκδώσουν το βιβλίο. Ο χρόνος περνούσε. Το 2014 μου ζήτησαν από το Ένεκεν
να τους δώσω ένα ανέκδοτο διήγημα. Έτσι δημοσιεύθηκε η μικρή νουβέλα Συντυχία σαν
ένθετο στο περιοδικό. Αργότερα, σε μια συζήτησή μου με τον εκδότη του Ένεκεν Γιώργο
Γιαννόπουλο, αν θα μπορούσε να εκδώσει το βιβλίο μου Έσχατη Υπόσχεση, η απάντησή του
ήταν αφιλοκερδώς θετική.
Γράφετε ότι «Οι άνθρωποι ωριμάζουν με σιωπή και στέρηση...». Μήπως αυτό το είχα
με για χρόνια ξεχάσει; Και τώρα τι θα κάνουμε;
Το ποίημα αυτό, από την ποιητική συλλογή Χωροστάθμηση, αναφέρεται στα δύσκολα χρό
νια που περάσαμε όλοι μας. Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος και βέβαια στα μετεμ
φυλιακά χρόνια της ταπείνωσης. Η ύπαρξή μας έπρεπε να συμπυκνωθεί στο ελάχιστο και να
προχωρήσει σε βάθος. Σκέψεις και αισθήματα βαθιά εργάζονταν για τη γνώση και την επιβίω
ση. Από εκεί μέσα βγήκε η ποίησή μας, σαν μέθοδος αναπνοής. Έτσι ονόμασε την ποιητική
του συλλογή Μέθοδος Αναπνοής το 1966 ο αδελφικός μου φίλος ποιητής Ανέστης Ευαγγέ
λου.
Η Ιστορία πάντα αλλάζει ρυθμούς, η ζωή κάνει κύκλους, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι
επιζήσαμε με την αντίστασή μας στην καθημερινή αθλιότητα. Κι αν η ποίησή μας κάτι έχει
να πει σήμερα, είναι γι’ αυτόν τον λόγο. Γιατί κάνει τη σιωπή γλώσσα.
Με ρωτάτε αν υπάρχει ελπίδα; Λέω «Ναι», εάν αποφασίσουμε να φτιάξουμε αυτόν τον κό
σμο με τα χέρια της ψυχής και του νου μας και όχι με τις διαθέσεις του Κεφαλαίου που θερί
ζει τώρα πια πλανητικά.
Πώς γίνεται, ενώ τα ποιήματά σας είναι γραμμένα πριν από χρόνια, να μας αγγίζουν
στο βάθος της ψυχής και της καρδιάς;
Αυτό δεν μπορώ να το πω εγώ. Αλλά αν είναι έτσι όπως το λέτε εσείς, τότε φαίνεται πως οι
λέξεις με τις οποίες είναι χτισμένα τα ποιήματα δεν είναι κενοί ήχοι που χαϊδεύουν τα αυτιά
μας αλλά έχουν μια μεγάλη και βαθιά ενδοχώρα γεμάτη υπαρξιακά και κοινωνικά βιώματα,
σκέψεις και αισθήσεις. Λέξεις που σχίσανε τις σάρκες μας και βγήκανε στο φως. Ακόμη
είναι ο χρόνος και ο τόπος που δένουν τις λέξεις κι έτσι όλα αυτά μαζί δημιουργούν την ομι
λία του ποιητή. Τέλος, οι ζωντανές πια λέξεις συνθέτουν το ποίημα.
Γράφετε: «Καθώς η αγάπη επιζητά την ολοκλήρωση, την έσχατη εκμηδενίζει απολογία.
..». Τι είναι για σας η ποίηση;
Κανένας ποιητής δεν θα μπορούσε ή ίσως και δεν θα ήθελε να πει τι είναι γι’ αυτόν η ποίηση
. Ήδη όμως με τις προηγούμενες ερωτήσεις σας ίσως να έχω δώσει κάποιες απαντήσεις.
Θα μπορούσα να προσθέσω: Βοηθάει να δούμε, να κατανοήσουμε πέρα και πίσω από τις λέ\
ξεις, τις αλήθειες που κυκλοφορούν στην ανθρώπινη ουσία και κοινωνία. Βοηθάει στο να
είμαστε μέλη μιας εξανθρωπισμένης κοινωνίας και όχι άτομα αλλοτριωμένα. Βοηθάει να
ζήσουμε με ομορφιά, με έρωτα, με αγάπη, με δικαιοσύνη, υπολογίζοντας την ύπαρξη των
άλλων, σεβόμενοι τη δική μας ύπαρξη. Έτσι, η ποίηση δίνει μιαν απάντηση στην ανερμήνευ
τη ζωή μας. Ίσως ακόμη μας δίνει μιαν υπόσχεση πως τίποτε δεν χάνεται κι όλα κάποτε
αθροίζονται στην ψυχή μας.

Στην εποχή μας με τα τόσα προβλήματα, μπορεί ακόμη η ποίηση να μας βοηθήσει να
ανεβούμε λίγο ψηλότερα;
Όλες οι εποχές ήταν δύσκολες. Οι άνθρωποι πάντα κερδίζανε ή έχαναν τη ζωή τους με αγώ
νες. Υπαρξιακούς και κοινωνικούς. Η ποίηση θα έρχεται πάντα, απρόσμενα, μ’ ένα δροσερό
μαντήλι να σφουγγίσει τα ιδρωμένα και παραμορφωμένα μας πρόσωπα.
Διαβάζουν οι νέοι ποίηση;
Αν λάβουμε υπόψη μας τις εκατοντάδες ποιητικές συλλογές που κυκλοφορούν κάθε χρόνο,
τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής που πολλαπλασιάζονται και το διαδίκτυο όπου βρίθουν
χιλιάδες ποιήματα, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι σήμερα περισσότεροι άνθρωποι διαβά
ζουν ποίηση. Τι ποίηση, όμως, διαβάζουν, δεν το γνωρίζω.
Πέρα από την ποίηση, έχετε ασχοληθεί και με την πεζογραφία. Δεν είναι δύσκολο να
ασχολείστε και με τα δύο αυτά είδη;
Είναι πράγματι δύσκολο να περνάς από το ένα είδος γραφής στο άλλο. Όμως, καθώς η ποίη
ση είναι γραφή πυκνή, ελλειπτική και υπαινικτική, αισθάνθηκα την ανάγκη κάποια πράγμα
τα να τα αφηγηθώ σε μεγαλύτερη έκταση, δίνοντας ζωή και φωνή σε τόπους και ανθρώ
πους.
Από τον πρώτο καιρό που είχα αρχίσει να διαβάζω και να γράφω, αισθανόμουν βαθιά την
ανάγκη να γράψω γι’ αυτούς που δεν πρόλαβαν να μιλήσουν, που η φωνή τους πνίγηκε, γι’
αυτούς που τους κόψανε τη γλώσσα, και ενεργώντας έτσι ίσως θα τολμούσα να μιλήσω και
για τον εαυτό μου.
Χρησιμοποιείτε υπολογιστή; Ποια είναι η γνώμη σας για την τεχνολογία;
Έγραφα σχεδόν πάντα με μελάνη σε χαρτί. Δύσκολη εργασία, γιατί έπρεπε διορθώνοντας να
γράφω τις ίδιες σελίδες δεκάδες φορές. Τα τελευταία χρόνια οι γιοι μου μού χάρισαν έναν
υπολογιστή τον οποίο χρησιμοποιώ σαν γραφομηχανή. Και τώρα το πρώτο σχέδιο γραφής
γίνεται στο χαρτί με το χέρι, μετά περνάει στη μηχανή. Εκεί όμως τα πράγματα τώρα είναι
εύκολα για τις διορθώσεις, τις προσθήκες, τις αλλαγές, τις αναμορφώσεις. Και βέβαια η απο
θήκευση των κειμένων σε διάφορες μορφές και βέβαια η εκτύπωση. Σίγουρα είναι μεγάλη
η βοήθεια στη χειρωνακτική εργασία του γραφιά.
Όλες οι εποχές ήταν δύσκολες. Οι άνθρωποι πάντα κερδίζανε ή έχαναν τη ζωή τους με
αγώνες. Υπαρξιακούς και κοινωνικούς. Η ποίηση θα έρχεται πάντα, απρόσμενα, μ’ ένα
δροσερό μαντήλι να σφουγγίσει τα ιδρωμένα και παραμορφωμένα μας πρόσωπα.
Με λίγες λέξεις: η τεχνολογία είναι μια πρόοδος. Το θέμα είναι πώς θα γίνει η χρήση της.
Δυστυχώς δεν έχουμε πάντα τα επιθυμητά αποτελέσματα. Διότι διάφορα κέντρα εξουσίας
εξυπηρετούν ίδιους σκοπούς. Κάποτε πολύ σκοτεινούς. Αντί για την απελευθέρωση του αν
θρώπου, οδηγούν σε απάνθρωπη δουλεία.
Ποιους ποιητές θα μας προτείνατε να διαβάσουμε σήμερα;
Δεν θέλω να κάνω καταλόγους που να μοιάζουν προγραφές. Υπάρχουν, ευτυχώς, στην ελλη
νική γλώσσα πολλοί άξιοι ποιητές. Ο αναγνώστης ας επιλέξει αυτούς που ερεθίζουν την ψυ
χή και τον νου του.
Πριν λίγα χρόνια η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που
υπάρχει οικονομικό πρόβλημα, το ίντερνετ δεν θα μπορούσε να αποτελέσει μια διέξοδο
για τους νέους που γράφουν ποίηση;
Νομίζω πως αυτό γίνεται και θα γίνεται όλο και περισσότερο. Με προβληματίζει η ευκολία
της δημοσίευσης πόσο θα επηρεάζει την ποιότητα. Προσωπικά μου αρέσει να κρατώ ένα\
βιβλίο με ποιήματα στο χέρι.
Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας:
Ο πειρασμός είναι μεγάλος για να σας αναφέρω το τελευταίο μου βιβλίο Έσχατη Υπόσχεση,
ποιήματα 1958-2010, αλλά ας σοβαρευτούμε: Κατά καιρούς επανέρχομαι σε ποιητές και φί
λους όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Κλείτος Κύρου, ο Γιώργος
Στογιαννίδης, ο Ανέστης Ευαγγέλου και στα τελευταία βιβλία του Τασου Λειβαδίτη.
Ο κατάλογος δεν τελειώνει βέβαια εδώ. Ευτυχώς.
Ένα αγαπημένο ποίημα.
Η πρώτη στροφή από το ποίημα του Ανδρέα Κάλβου «Εις Σάμον». Μου το διάβαζε η μητέ
ρα μου στην Κατοχή από ένα παλιό αναγνωστικό που είχε πέσει στα χέρια της. Κι ας είχε
τελειώσει μόνον την τρίτη δημοτικού στην πατρίδα της, τη Σαμψούντα.
Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.
[Ενότητα Τα κύματα και οι φωνές: Τα κύματα]
Επειδή ο θάνατος
είναι μια λύση που αναιρεί όλες τις λύσεις
γι’ αυτό επιμένω,
η χοάνη των μαλλιών σου αναστρέφει τα όνειρα
βάρκες πολύχρωμες, χωρίς μήκος, ολόφωτες
πλέουν στη νύχτα των ματιών σου,
γιατί τα μάτια σου είναι ευγενές κάρβουνο του Κάρντιφ
διαστημικοί ήλιοι στη νύχτα,
εδώ που στέγνωσαν τα μαλλιά σου,
τα μάτια σου θέρμαναν τον πηλό της σάρκας μου,
μετρώντας τις πληγές και το ξοδεμένο αίμα μας,
εδώ οι σκιές μας σκάψανε τους τοίχους
το πρωί ο ήλιος τις σάρωσε αφήνοντας
μια πίκρα, ένα λυγμό από κλάμα που πήρε πολλές αναβολές
φέρνοντας πάλι τα πρόσωπα στις καθημερινές διαστάσεις,
αυτές που μας διαφεύγουνε μέσα στην έξαρση,
μας επαναφέρουν στη φτωχή επιφάνεια της ζωής μας,
είσαι το τελευταίο πουλί της άνοιξης
κι η κόμη σου διαγράφει στον ορίζοντα
το βαρύ νόημα του ταξιδιού σου.
Στη ζωή μας υπερισχύει αυτό που δεν κατορθώνουμε να πλησιάσουμε
καθώς ένα είδωλο πολλαπλασιάζεται σε παράλληλους καθρέφτες,
σε κενούς εγκεφάλους και το πρόβλημα της αναγνώρισης δυναστεύει χέρι και πόδι,
αν η μνήμη δε μας διασώζει
επενδύοντας με σκηνικά το μέλλον μας
αφού στο τέλος όλα βουλιάζουν και πρέπει τότε μόνος
ν’ αντιμετωπίσεις τον εαυτό σου
που επανέρχεται ακόρεστος μέσα στις ανάγκες του
άπληστος μέσα στο φόβο
ασυμφιλίωτος μέσα στον κόσμο,
επιτέλους τι απομένει από τόσον έρωτα και τόση φαντασία
από τη μουσική που υφάνανε τα χέρια σου
από τα ταξίδια στο βάθος των σκοτεινών ματιών σου
τους χώρους που γνώρισα ανεβαίνοντας τη στιλπνή σκάλα της κόμης σου,
είσαι η χορδή
και ρίχνω το βέλος στην καρδιά του πέλεκυ,
θέλω να πω:
Τίποτα δε χάνεται κι όλα κάποτε
αθροίζονται στην ψυχή μας.
Φτάσαμε λοιπόν στη μόνωση;
Γιατί πώς να γραφεί ένα ποίημα
όταν οι άλλοι σ’ απωθούν,
εσύ στη γωνιά συνομιλείς με τον εαυτό σου,
τ’ αδέλφια σου δε σε καταλαβαίνουν
γιατί και να σταθείς στο σταυροδρόμι
να μιλήσεις
ακόμη
σπάζοντας με τις φωνές σου
τα γυάλινα παράθυρα των πολυώροφων χτισμάτων
και πάλι δε θα σε πιστέψουν
θ’ αποστρέψουν το βλέμμα κουρασμένοι από τους ρήτορες
απατημένοι από τους δημόσιους αγύρτες
γνωρίζοντας καλά τι ξεφτίδια έχουν καταντήσει οι λέξεις και το αντίκρισμά τους,
τι είναι λοιπόν η ποίηση
και πώς γράφεται ο ποταμός αυτός της ψυχής μας
στις στεγνές, φονικές και σκοτεινές μας μέρες,
πώς να μιλήσω για να με καταλάβετε
αφού έχουν εξαντληθεί τα σχήματα
κι ένα καμίνι πρέπει ν’ αρχίσει να δουλεύει
ακατάπαυστα
για το καινούριο μέταλλο
για την καινούρια αγάπη.
Επειδή ο θάνατος
είναι μια λύση που αναιρεί όλες τις λύσεις
γι’ αυτό επιμένω,
σε κουβαλώ στο στήθος μου κατάσαρκα
κι αισθάνομαι τη φωνή σου στο δέρμα μου
τα κύματα της θάλασσας να χτυπάνε στους βράχους με τις σπηλιές
λέγοντας και πάλι τα λόγια που ειπώθηκαν
ξαπλωμένοι στα θαλάσσια χόρτα
ή ανεβαίνοντας στο λόφο με τις δεξαμενές,
ο έρωτας δεν είναι ένα σχήμα στον τοίχο
αίμα είναι που απλώνει πάνω στις γάζες
όχημα μοναδικό σώζει την ψυχή μας από τη φθορά
αρδεύει βαθιά τα ατίθασα δέντρα
του ύπνου μας.
Τραγουδώ τα μάτια σου
όταν όλα καταποντίζονται καθώς τα πλοία αύτανδρα η θάλασσα τα παίρνει,
την αγάπη σου που έναστρος ουρανός
υπερήφανος σα στήθος
συνοδεύει τις χάλκινες μέρες μου
τις οξειδωμένες.
Κι εσείς που μ’ ακούτε
μ’ αδιαφορία
σκεφτικοί από τις μικρόχαρες έγνοιες του βίου σας
πλέετε μ’ ολάνοιχτα τα πανιά της αποτυχίας
αλαζόνες μέσα στον καταδικασμένο κόσμο σας
στείροι
ανίκανοι ν’ αντιληφθείτε με πόση αγάπη
και θάνατο χτίζεται
η κάθε μέρα
αυτή που είναι το αιώνιο τραγούδι του κόσμου.
2 του Νοέμβρη 1966-του Φλεβάρη 1967
Από τη συλλογή Τα κύματα και οι φωνές (1971)
[Ενότητα Τα κύματα και οι φωνές: Οι φωνές]
Κι αναρωτιούνται οι ποιητές
πώς πεθαίνει ένας άντρας
κι έτρεξε το αίμα
από τις δημόσιες βρύσες
τα κόκαλα στοίβες ορθώθηκαν
στους χώρους των αφανισμών
κι αυτοί που γλίτωσαν
τους βρήκε ο χάρος στην άσφαλτο
βούλιαξαν μέσα στα βάσανα που τους επιβάλλανε
χάθηκαν στην πίκρα των ανεκπλήρωτων πράξεων
στους σκοτεινούς τοίχους
της φυλακής.
πώς πεθαίνει ένας άντρας
Κάθε μέρα συντελείται ο θάνατος
μέσα σε κάμαρες σκοτεινές
κάτω απ’ το άγρυπνο μάτι του εκτιμητή
στο περιθώριο των συμβάσεων
λιγοστεύει η ζωή σου
κερματισμένη στη συναλλαγή, στον καταναγκασμό
στην αποσύνθεση κάθε αγάπης
με τις μυλόπετρες της ντροπής
ν’ αλέθουν τα κόκαλα της έσχατης υπόσχεσης,
τα πικρά δάκρυα τίποτε να μην ξεπλένουν.
πώς πεθαίνει ένας άντρας
Το τραγούδι του Ρήγα να χτυπάει στις φλέβες
τ’ αλώνι του Διγενή χορταριασμένο
αδιάφορος ο ουρανός κι η γη αδιάφορη
παλιό δάκρυ στα μάτια
κυλάει η βροντή,
προλετάριοι
όλων των χωρών
ενωθείτε...
Σκοτεινή μέρα και το φως μέσα στους βράχους.
Από τη συλλογή Τα κύματα και οι φωνές (1971)Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)
Χέρια ασκημένα κι ανεύθυνα υπάκουα
Η Ελλάς του Απρίλη στις πίσσες των οδοστρωτήρων
Πρέπει η τρομερή όψη πάλι να βγει
Απ’ τα κόκαλα αίμα ποτισμένη
Βράχια των λόφων, τείχη των προγόνων
Βαριά πέσανε πάνω στα μάτια σύντροφοι
Σε πασσάλους οι ψυχές και σύρμα
Τα κύματα με δάκρυα χαιρετάμε της θάλασσας
Ηλιοτρόπια πώς να καρποφορήσουν απ’ τα στήθη σου
Βραδινές βροχές τέλος του καλοκαιριού
Συμπίπτουν με τις νικηφόρες γιορτές των αστών
Και πληροφορίες για συμβούλια παζαρέματα
Μαζί με βεγγαλικά που ανθίζουν νυκτερινές ηδονές
Περιμένουν οι ανίδεοι τις αλλαγές.
Η μέρα σκοτεινή βουρκωμένο ποτάμι κατέβαινε
Σκουπίδια κουβαλώντας κι ήλιους.
Από τη συλλογή Το δόντι της πέτρας (1975)
Κι ήταν η μέρα χαμηλή
Η ομίχλη να κατεβαίνει από τους λόφους στη θάλασσα
Από τις δύο πόρτες της πόλης περνούσαν αγκομαχώντας
Αυτοκίνητα με κίτρινα φώτα
Η έκτη αρμάδα της συμμαχίας έξω απ’ το λιμάνι
Μούγκριζαν τα πλοία περιμένοντας,
Στάθηκα στο δρόμο
Που δύο στροφές τον κατεβάζουν στη θάλασσα
Όλοι οι φίλοι φευγάτοι σκέφτηκα
Ενώ με πνίγανε καυσαέρια φορτηγού
Οχτώ η ώρα το πρωί
Άνθρωποι ξεχύνονταν από σκοτεινές πόρτες
Έντρομοι απ’ τα όνειρα της ημέρας.
Ποιον σκότωναν όλη νύχτα, ρωτούσε μια γυναίκα
Κάμνοντας το σταυρό της σφουγγίζοντας τις σκάλες,
Καμιόνια λαδοπράσινα κουβαλούσαν
Ανθρώπους στο λιμάνι
Κι ο ήλιος κρεμασμένος από την άλλη μεριά του τοίχου
Κι οι φίλοι πέρα από θάλασσα πέρα από βουνά
Μες στο χιονόνερο δέντρα γυμνά
Κατέβαινα μαζί με τους σπουργίτες το λιθόστρωτο.
Από τη συλλογή Το δόντι της πέτρας (1975)
Φωταγωγημένα τα κάστρα το παλιό υδραγωγείο
Η πλατεία με τους πίδακες πολύχρωμες σημαίες
Απ’ τα μεγάφωνα οι μουσικές
Περιώνυμοι αστοί και ανώνυμοι
Επαινούσαν με θορυβώδεις εκδηλώσεις
Τις τελευταίες επίσημες δηλώσεις:
Ειδεχθείς όπως πάντα.
Ήξερε βέβαια
Σε τίποτε δεν πιστεύουν οι αστοί
Στο σφύριγμα μόνο του κέρδους πρώτοι,
Κι αυτός κατέβαινε στην παραλία
Να ξεκουράσει τα μάτια στη θάλασσα
Περιμένοντας
Νεροποντή να ξεπλύνει την πόλη
Απ’ το βαθύ σκοτάδι των ηλεκτρικών λαμπτήρων
Να ροδίσει
Η αυγή της ημέρας.
Από τη συλλογή Το δόντι της πέτρας (1975)
Και θυμόμουνα τους φίλους.
Μοιάζουν οι σταθμοί στρατόπεδα
Και σχίζεται η μέρα σα σεντόνι σκοτεινή
Σύρματα και συρματόσχοινα
Παίρνουνε πολλές στροφές
Και χέρια στο σίδερο κι άλλα στο κέρδος
Δάσος γυμνό χωρίς πνοή πάνω απ’ τις οικοδομές
Καταπίνοντας εικόνες
Σώματα παραδομένα στα χέρια του καιρού
Φωνή κάποτε φτεροκοπούσε δίκαιη σε στόματα πικραμένα
Όμως χρόνια το πελέκι δούλευε
Πάγωσε το αίμα στην αστροφεγγιά
Μες στο γρανίτη της εποχής κυλάει,
Ματώνει το φως δρεπανηφόρο στον ουρανό.
Από τη συλλογή Το δόντι της πέτρας (1975)
Τον χτύπησαν
Μέχρι που το μυαλό του έγινε καταρράκτης
Άγριος
Οι φυλλωσιές των δέντρων χαμήλωναν
Κι ο ουρανός
Βούλιαζε στους ασβεστωμένους τοίχους
Καθώς έπεσε με το πρόσωπο στο τσιμέντο
Άνοιξε η θάλασσα πράσινη και βούλιαζε
Η μέρα άχνιζε πάνω στα βράχια
Κατέβαινε η Ελένη τις σκάλες του κάστρου
Κόκκινο φόρεμα σηκώνονταν πάνω απ’ τις πέτρες
Το τίμιο αίμα του στο πάτωμα
Άνοιγε τα μάτια του,
Εγώ φώναξε,
Ενώ οι άλλοι
Του δέναν το σώμα με ηλεκτρικά καλώδια.
Από τη συλλογή Το δόντι της πέτρας (1975)
Εκμηδενίζει ο χρόνος τη χαρά
Αυτή διαρρέει από τους φύλακες της ημέρας
Μας προλαβαίνει καλοκαιρινή βροχή
Πόσα χέρια ψάχνουν
Μες στο λαρύγγι μας έμπειρα επίμονα
Ξεριζώνουν ό,τι προλάβουν
Ακόμη και τη χορδή της πιο μικρής χαράς
Και ματωμένες οι λέξεις διαθλάνε το φως
Κι οι σιωπές σαν βρόχοι
Καθένας έχει μερίδιο στη σιωπή
Στη σιωπή που είναι ενοχή
Ενοχή για όλα αυτά που χάνονται
Χάνονται εφιαλτικά
Και πάνε με τους δήμους
Και πάνε με τα ηλιακά συστήματα σκουπίδια.
Από τη συλλογή Το δόντι της πέτρας (1975)
Ορμάει η θάλασσα τ’ απόγευμα
Ανεβαίνει από τοίχους κι άσφαλτο
Αεράκι παρήγορο
Μέσα στην κιμωλία του ήλιου
Κυριακή το άεργο μυαλό μου
Ταξιδεύει σε ανθισμένο πέλαγο
Κι όμως τα μαλλιά σου φυλλώματα ελιάς, παίρνουν φωτιά
Τα μάτια σου κοχλάζοντας ασβέστης
Λευκό το χρώμα του θανάτου
Πάλι ορμάει η θάλασσα με άσπρα βήματα χορευτικά
Στιγμή δεν μπορείς να αφεθείς
Καταραμένες μέρες
Μαύρος Μινώταυρος έρχεται απ’ τη θάλασσα.
Από τη συλλογή Το δόντι της πέτρας (1975)
Γιώργος Αράγης, «Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου», στο: Η ελληνική ποίηση. Ανθολογία – Γραμματολογία, Σοκόλης, Αθήνα 2002, σ
«Ποιητής της κοινωνικής οδύνης» είναι ίσως ο ευστοχότερος χαρακτηρισμός που αποδόθηκε στον Μάρκογλου. Πράγματι η ποίησή του, αναφορικά με το αντικείμενό της, συγγενεύει αρκετά με την ποίηση των «κοινωνικών» ποιητών της Α΄ Μεταπολεμικής γενιάς. Περιέχει μνήμες από τον Εμφύλιο και τις φυλακίσεις, παρακολουθεί τα κοινωνικά φαινόμενα, ενώ διαφανής είναι ο προσδιορισμός της οπτικής γωνίας του ποιητικού εγώ από την αριστερή ιδεολογία. Κάποτε μάλιστα αγγίζει τα όρια του πολιτικού ποιητικού λόγου, όπως στις συλλογές Το δόντι της πέτρας και Συνοπτική διαδικασία. Πάντως δεν πρόκειται για ένα έργο μονόχτοτου κοινωνικού προσανατολισμού, γιατί και η ερωτική και η υπαρξιακή πτυχή της ζωής έχουν αρκετό μερίδιο μέσα στις σελίδες του. […]

Ο Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου γεννήθηκε το 1935 στην Καβάλα.
Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Καππαδοκία και τον Πόντο.
Το 1944 χτυπήθηκε από γερμανική χειροβομβίδα και έχασε το αριστερό του χέρι.
Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών Αθηνών.
Εργάζεται σε διάφορες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Από το 1971 ζει στη Θεσσαλονίκη.
Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα στην Καβάλα, το 1962, με την ποιητική συλλογή "Έγκλειστοι"
. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές "Χωροστάθμηση", Καβάλα, 1965,
"Τα κύματα και οι φωνές", Θεσσαλονίκη, 1971, "Το δόντι της πέτρας", Θεσσαλονίκη, 1975,
"Συνοπτική διαδικασία", Θεσσαλονίκη, 1980, "Έσχατη υπόσχεση (1958-1978)",
εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1984, "Πάροδος Μοναστηρίου", εκδ. Στιγμή, Αθήνα, 1989,
"Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν", εκδ. Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη, 1993,
"Έσχατη υπόσχεση (1958-1992)", εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996, "Ονείρων κοινοκτημοσύνη",
εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2002, και τα πεζά "Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη",
εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1980, "Σταθερή απώλεια", διηγήματα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα,
1992, "Σπαράγματα", νουβέλα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1997, "Διέφυγε το μοιραίον", διηγήματα,
εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2003, "Καταδολίευση", μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 2006.
Εργασίες του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, περιοδικά και ανθολογίες.
Επίσης έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά, ιταλικά,
πολωνικά, ρουμανικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και ιδρυτικό μέλος
της Εταιρείας Συγγραφέων.
Τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 1998, για το βιβλίο του "Σπαράγματα" και το 2004
έλαβε βραβείο διηγήματος της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Πέτρου Χάρη) για το βιβλίο του
"Διέφυγε το μοιραίον".
«Ναυαγοί της ιστορίας κωπηλατούμε»
Του Γιαννη Κουβαρα
Πρόδρομος X. Μάρκογλου: «Ονείρων κοινοκτημοσύνη».
Εκδόσεις«Νεφέλη» 2002, σελ. 44.
O Πρόδρομος X. Μάρκογλου, πρωτίστως ποιητής, αλλά και πεζο
γράφος εναλλακτικός, επανακάμπτει στην απαιτητικοτέραν των
τεχνών ύστερα από εννεαετή αγρανάπαυση, αφού στο μεταξύ η
γόνιμη αμειψισπορά του στα πεζογραφικά πεδία απέδωσε τα
«Σπαράγματα» (1997) που τιμήθηκαν με το Κρατικό Βραβείο Διηγή
ματος.
Με την παρούσα συλλογή συμπληρώνει ακριβώς 40ετία συνε
χούς δοκιμασίας.
Πρωτοεμφανίζεται με τους «Εγκλείστους» (1962), ενορχηστρώνο
ντας έκτοτε σταθερά σε συστοιχίες ομόκεντρων κύκλων το ισχυ
ρής συνοχής εν προόδω έργο του. Εγκλειστος και ταυτόχρονα αεί
παρών στο πεδίο των κοινωνικών διεκδικήσεων και αισθητικών
αναζητήσεων για περισσότερη δικαιοσύνη και ομορφιά.
Γεννημένος και ανδρωμένος στην Καβάλα (1935) της έξαρσης των
καπνεργατικών αγώνων, γνώρισε από κούνια την πρώτη δικτατο
ρία (1936), αλλά και ως ενήλικος και την άλλη λοιμική του αιώνα
(1967), ως ενεργός πλέον πολίτης/οπλίτης. Εγκλειστος ψυχολογι
κά και κατά προαίρεσιν σ’ αυτές τις χρονικές συμπληγάδες, στη
μέγγενη του 1936-74, καμινεύει και χαλκεύει τον ιδεολογικό του
κόσμο, οργανώνοντας τις χωρίς υποστολή αντιστάσεις του.
Εδώ εντοπίζεται το στίγμα του, στη διαπλοκή και αλληλεπιχώρη
σηποίησης/ιστορίας, της οποίας «αι συνέπειαι» και ο ιχώρ διαπερ
νούν το ποιητικό σώμα.
Αυτόν, λοιπόν, τον ενδιάμεσο χώρο των
\πέτρινων χρόνων, τον ανεσκαμμένον από τα κευράνεια
ορύγματα
του καιρού και τα σιδερένια πέλματα της ιστορίας, που ανακυκλεί
τη σάρκα σε πρώτη της καύσιμη ύλη, γεωργεί ο Π.Χ.Μ.
Τον αναδασώνει ποιητικά στο μέτρο του εφικτού, τον αποκαθαίρει,
επιχειρώντας ταυτόχρονα προβολές και ανοίγματα και προς τις
εκατέρωθεν παρυφές και απολήξεις.
Αναψηλαφεί εναγωνίως επί των ερειπίων την κατακερματισμένη
συλλογικότητα, το καθημαγμένο της πρόσωπο, αναδιφεί αιτίες, το
τις έπταισεν στη μεταστοιχείωση του εύθραυστου ονείρου της κοι
νωνικής δικαιοσύνης σε αποκρουστικό εφιάλτη, στην παραμόρφω
σή του στις δαγκάνες του εφαρμοσμένου ρεαλισμού.
Ηδη το βιβλικό μοτο-πυξίδα «Εξ ημών εξήλθον, αλλ’ ουκ ήσαν εξ
ημών» (Ιωάννης, Επιστ. A΄) με την κυκλική του δομή, προοικονο
μεί ότι πρόκειται για απολογισμό, για καταμέτρηση φίλων και μηδι
σάντων αποστατών. Αδιαπραγμάτευτη η στάση του ποιητή στην
καταγγελία του ενδοτισμού, στην επίμονη απόρριψη κάθε κίβ
δηλου, στην αναζήτηση του αυθεντικού προσώπου.
Σταθερές ορίζουσες του έργου του που εκβάλλουν και εδώ.
Ηδη ο τίτλος της προηγούμενης συλλογής του «Σημειώσεις για
ποιήματα που δεν γράφτηκαν» (1993) προϊδέαζε ότι επίκειται ο και
ρός των ισολογισμών.
Παρατεταμένος μάλιστα απολογισμός, αφού προανάκρουσμα έ
χουμε ήδη από το 1980 με τη «Συνοπτική διαδικασία».
Απολογισμοί, λοιπόν, εφ’ όλης της ύλης, διαλογισμοί, διαγραφές,
στάθμιση απωλειών, για κέρδη ας μη συζητάμε, αφού πλέον «οι
άπληστοι λογιστές επικρατούν των ποιητών».
Το συνειδησιακό τυπτοδικείο δουλεύει νυχθημερόν, εφεσιβάλλει
κατά της αμείλικτης καθημερινότητας που απεργάσθη στρεβλώ
σεις και δυσπλασίες του άμωμου κοινωνικού οράματος της νεότη
τος, καταμετράει τα αργύρια της προδοσίας, αποδίδει ευθύνες, κα
θώς «Φυσάει άγρια στο μυαλό / καίει των πράξεων τώρα ιστορική
ενοχή». Τους αγωνιστικούς τόνους τώρα τους έχουν διαδεχθεί η
στοχαστικότητα, η κατανόηση, η αποδοχή. O λόγος δονείται από
ένταση μιας εμπύρετης κοινωνικής συνείδησης, από το άλγος
μιας χαμένης επανάστασης, προδομένης κι από τους ίδιους τους
αποστόλους της.
H γραφή απολεπίζεται ώς το κόκκαλο, ώς και το άρθρο τείνει να
εκλείψει, ο ρυθμός ασθματικός, ο τόνος κοφτός, όλα πρέπει να ει
πωθούν, καθώς η κλεψύδρα χαμηλώνει απειλητικά.
Η επιγραμματικότητα πυκνώνει («ο χρόνος ποτάμι στεγνό κόκκα
λα ανέκκλητα ασπρίζει, ιστορία παραμένει το συντελεσμένο / που
δεν ξεγίνεται»), κατισχύει η επικυριαρχία του μαύρου που δένει με
το κόκκινο της μνήμης και των αγώνων, στοιχειώνει συμβολοποι
ούμενος ο άνεμος, όπως στον Κάλβο, τον Σινόπουλο ή τον Μπλοκ.
υποστασιοποιούνται οι ιδέες.
Λόγος αιχμηρός, ρηγματικός, ελλειπτικός. Υποβάλλει περισσότερα
από όσα σημαίνει. Το τοπίο μπλαβίζει από δεκαοχτούρες, κάργιες,
κοράκια, τροπίζει προς το πένθος, η Σελήνη «κρύσταλλο αιμορρα
γεί», καθώς ο ποιητής πεζοπορεί «στο φαράγγι των πολυκατοικιών
επαίτης της μνήμης». Πενθοφορεί καθώς προφητεύει τα δυσκολό
τερα, καταγράφοντας απώλειες.
Επανεμφανίζονται τα σταθερά σύμβολά του, τα άλογα, το σπασμέ
νο γυαλί της σελήνης κ.ά. Κυριαρχούν ρήματα επιθέσεως σημαντι
κά, αποκαλυπτικά («κροταλίζει το φως, σαρκοβόρες εικόνες»), βιβλι
κές καταστροφές αύτανδρες. Ωστόσο εμείς «ναυαγοί της ιστορίας
κωπηλατούμε».
Ο ποιητής, εν πλήρει ωριμότητι, αποστάζει το βιωματικό υλικό του,
μεταποιώντας όνειρα εν εγρηγόρσει, σχέδια, ελπίδες, εφιάλτες, ι
χώρ, σπαταλημένο αίμα, σε ποιητική κοινωνία και μετάληψη, προ
σθέτοντας έναν ακόμη επάλληλο κύκλο που ανακεφαλαιώνει, επι
στρέφει και ταυτόχρονα διευρύνει το μέχρι τούδε έργο του, που
ήδη
κατέχει υπολογίσιμη θέση στην παρακαταθήκη της γενιάς του
ΔΕΣ:http://ikee.lib.auth.gr/record/317360/files/GRI-2020-27080.pdf
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ – ΤΜΗΜΑ
ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝ
ΣΗ
ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ
ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
Χιούμορ και μελαγχολία στο έργο τριών πεζογράφων της δεύτερης μεταπολεμικής
γενιάς: Χάκκας – Καζαντζής – Μάρκογλου :
Από τους τρεις αυτούς πεζογράφους μόνο ο Μάρκογλου συμπληρώνει μια πλήρη βιολογική
και συγγραφική διαδρομή, ενώ η οπτική του εκ των πραγμάτων μετατοπίζεται συνεχώς σε όλο
και μεγαλύτερη απόσταση από το παρελθόν των παιδικών και εφηβικών του χρόνων, σε ένα
παρόν που αλλάζει με ραγδαίο ρυθμό. Τους άλλους δύο τους βρίσκει πρόωρα ο θάνατος χτυ
πημένους από μακροχρόνια ασθένεια
http://www.iskiosiskiou.com/2011/12/blog-post_9253.html
Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011
Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, «Τα σύννεφα
ταξιδεύουν τη νύχτα»
Kριτική ανάγνωση απο τον Δ. Γ. Μαγριπλή
* Για τον συγγραφέα και το έργο του βλ. ενδ. στην σελίδα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, εδώ.





















