Κυπρίων Έργα: Κώστας Μόντης
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ
https://www.youtube.com/watch?
Την άνοιξη ποιος πρόδωσε (Μουσική Γιώργος Κοτσωνης στίχοι Κώστας Μοντης )
https://www.youtube.com/watch?v=TjZxDpgWqB4
12. Καλά το λεν για το φεγγάρι - Γ.Καλογήρου-Κ.Μόντης
Κ.Μόντης-"Κηδεία"[ποιήμα]
1 ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ - ΜΟΥΣΙΚΟ
ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ποιήματα της Παρασκευής #203. Τρίτο γράμμα στη μητέρα - Κ. Μόντης
Ποιήματα της Παρασκευής #201. Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους - Κ. Μόντης
Ποιήματα της Παρασκευής #204. Ο Θεός κ οι Έλληνες - Κ. Μόντης
«Την Άνοιξη ποιός πρόδωσε», Αγγελική Πρέζα, Στίχοι:Κ. Μόντης, Μουσική: Γ. Κοτσώνης
H Δροσούλα: Αχιλλέας Λυμπουρίδης (Κύπρος)
Ευαγόρας Καραγιώργης - Συμφιλίωση, Κ. Μόντη - Αριστοφάνη (Λυσιστράτη)
Ποιήματα της Παρασκευής #205. Η Φυλακή - Κ. Μόντης
Στιγμές της εισβολής- Γιώργος Νταλάρας
(Μάριος Τόκας-Κώστας Μόντης)10ο Φεστιβάλ Σύνθεσης "Μ.Τόκας-Κ.Μόντης" (07/12/2018 Ειδήσεις ΡΙΚ)
Η γλώσσα του Κώστα Μόντη - Γεώργιος Μπαμπινιώτης: ο γλωσσικός και μεταγλωσσικός Μόντης (Α)
Η γλώσσα του Κώστα Μόντη - Γεώργιος Μπαμπινιώτης: ο γλωσσικός και μεταγλωσσικός Μόντης (Β)
Γεννήθηκε στην Αμμόχωστο της Κύπρου.
Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές και Οικονομικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών.
Στο έργο του απεικονίζονται τα σπουδαιότερα ιστορικά γεγονότα
(αγγλοκρατία, εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας 1955-1959, πολιτικά και πολεμικά δρώμενα της δεκαετίας 1960-1970, πραξικόπημα και τουρκική εισβολή, εξελίξεις μετά το 1974) και ο ιδιαίτερος τρόπος ζωής και σκέψης του σύγχρονου Κυπρίου,
με τη μέθοδο του υπαινιγμού και της πικρής ειρωνείας.
Έργα:
Minima (Λευκωσία '46). Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής (Λευκωσία '54), Αγνώστῳ ανθρώπῳ (Λευκωσία '62), Ποίηση (Λευκωσία '62), Εξ ιμερτής Κύπρου (Λευκωσία '69).
Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» (Αθήνα 1978) κ.ά.
Κώστας Μόντης
| Κώστας Μόντης | |
|---|---|
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Κώστας Μόντης (Ελληνικά) |
| Γέννηση | 18 Φεβρουαρίου 1914 Αμμόχωστος, Κύπρος |
| Θάνατος | 1η Μαρτίου 2004 Λευκωσία, Κύπρος |
| Εθνικότητα | Ελληνική |
| Χώρα πολιτογράφησης | Ελλάδα |
| Σπουδές | Παγκύπριο Γυμνάσιο |
| Ιδιότητα | ποιητής |
| Είδος τέχνης | Λογοτέχνης, Ποιητής |
| Βραβεύσεις | Βραβείο Γιάννος Κρανιδιώτης 2003,Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών της Κυπριακής Δημοκρατίας, Βραβείο Γραμμάτων Φρειδερίκου Μάθιους, βραβείο μυθιστορήματος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου |
Ο Κώστας Μόντης (18 Φεβρουαρίου 1914 - 1 Μαρτίου 2004) ήταν Κύπριος συγγραφέας. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ελληνοκύπριους ποιητές και συγγραφείς.
Βιογραφία
Γεννήθηκε το 1914 στην κατεχόμενη σήμερα Αμμόχωστο, παιδί του Θεόδουλου Μόντη και της Καλομοίρας Μπατίστα.
Στα 18 του έφυγε για την Αθήνα για να σπουδάσει νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Επέστρεψε στην Κύπρο το 1937. Συνέβαλε στον Κυπριακό Απελευθερωτικό Αγώνα (1955-59) συμμετέχοντας ως πολιτικός καθοδηγητής των μελών της ΕΟΚΑ[1].
Ο Κώστας Μόντης ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ποιητής, μυθιστοριογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα της μεταπολεμικής περιόδου.
Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφρασθεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Σουηδικά, Ρωσικά και σε άλλες γλώσσες.
Το 1980 τιμήθηκε με τον τίτλο του «δαφνοστεφούς ποιητή» (Poet Laureate) από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού.
Το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ[2].
Το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ανάλογη τιμή δέχτηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 2001.[2]
Συγγραφέας πολυγραφότατος, βαθιά προβληματιζόμενος για το παρόν και το μέλλον της ιδιαίτερής του πατρίδας, της Κύπρου.
Πολλά από τα έργα του αναφέρονται στον αγώνα των Κυπρίων για απελευθέρωση από την Αγγλία και ένωση με την Ελλάδα, την πορεία της νήσου μετά την Ανεξαρτησία, με σημαντικό σταθμό την Τουρκική Εισβολή και την έκτοτε κατοχή του 1/3 της Κύπρου.
Μερικά από τα γνωστότερά του έργα είναι το Γράμμα στη Μητέρα, Στιγμές, μία νουβέλα για τον απελευθερωτικό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. (1955-59), ο Αφέντης Μπατίστας, ένα ιστορικοαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα το οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος στην Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων της Κύπρου κ.ά.
Ο μουσικοσυνθέτης Μάριος Τόκας, προσωπικός φίλος του ποιητή και επίσης καταγόμενος από την Κύπρο, μελοποίησε μερικά από τα έργα του Κώστα Μόντη αναφερόμενα στην τουρκική εισβολή του 1974.
Το έτος 2014 ανακηρύχθηκε στην Κύπρο έτος Μόντη, σύμφωνα με την αλληλογραφία που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος από το Μιχάλη Πασιαρδή και τον Υπουργό Παιδείας Και Πολιτισμού της Κύπρου Κυριάκο Κενεβέζο.
Η δεύτερη επιστολή του Πασιαρδή δημοσιεύτηκε στις 17 Ιανουαρίου 2014.
Εργογραφία[3]
Ι.Πεζογραφία
• Γκαμήλες κι άλλα διηγήματα. Λευκωσία, 1939. • Ταπεινή ζωή. Λευκωσία, 1944. • Κλειστές πόρτες. Λευκωσία, 1964. • Διηγήματα. Λευκωσία, 1970. • Ο αφέντης Μπατίστας και τ’ άλλα. Αθήνα, Ερμής, 1980. • Ο Σαγρίδης. Λευκωσία, 1985.
ΙΙ.Ποίηση
• Με μέτρο και χωρίς μέτρο. Κύπρος, 1934. • Minima. Λευκωσία, 1946. • Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής. Λευκωσία, 1954. • Στιγμές. Λευκωσία, 1958. • Συμπλήρωμα των Στιγμών. Λευκωσία, 1960. • Ποίηση του Κώστα Μόντη. Λευκωσία, 1962. • Γράμμα στη μητέρα κι άλλοι στίχοι. Λευκωσία, 1965. • Αγνώστω ανθρώπω. Λευκωσία, 1968. • Εξ’ ιμερτής Κύπρου. Λευκωσία, 1969. • Εν Λευκωσία τη… Λευκωσία, 1970. • Δεύτερο γράμμα στη μητέρα. Λευκωσία, 1972. • Κλειστές Πόρτες. 1964. • Και τότ’ εν’ εναλίη Κύπρο. Λευκωσία, 1974. • Πικραινόμενος εν εαυτώ. Λευκωσία, 1976. • Κύπρος εν Αυλίδι. Λευκωσία, 1976. • Ποιήματα για μικρά και μεγάλα παιδιά. Λευκωσία, 1976. • Ανθολόγηση από τις Στιγμές. Αθήνα, 1978. • Στη γλώσσα που πρωτομίλησα·
Ιδιωματικά ποιήματα· Πρόλογος Γιώργου Κεχαγιόγλου – Φιλολογική επιμέλεια Σταλώς Μόντη - Πουαγκαρέ. Λευκωσία, 1980. • Κύπρια ειδώλια. Λευκωσία, 1980. • Μετά φόβου ανθρώπου. Αθήνα, 1982. • Αντίμαχα. Λευκωσία, 1983. • Ως εν κατακλκείδι. Λευκωσία, 1984. • Επί σφαγήν. 1985. • Του στίχου τα μυνήματα. Λευκωσία, 1991. • Τώρα που διαβάζω καλύτερα. Λευκωσία, 1998.
ΙΙΙ.Μεταφράσεις
• Αριστοφάνους Λυσιστράτη. Λευκωσία, 1972.
ΙV. Επιμέλειες εκδόσεων
• Ανθολογία κυπριακής ποίησης (μαζί με τον Α.Χριστοφίδη). Αθήνα, 1965 (και έκδοση β΄ συμπληρωμένη, Λευκωσία, 1973).
• Ανθολογία νέων Κυπρίων ποιητών. Λευκωσία, 1969.
• Κυπριακά δημοτικά τραγούδια. Λευκωσία, 1971.
• Anthologie de la poesie Chypriote (μαζί με τους G.H.Aufrere και Α.Χριστοφίδη). Παρίσι, 1972. • Cypriot anthology (μαζί με τους Α.Χριστοφίδη και A. Mims). Λευκωσία, 1974.
V. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Άπαντα, τ.1-7 Λευκωσία, 1986-1991. • Άπαντα, τ.Α΄. Συμπλήρωμα. Λευκωσία, 1988. • Άπαντα, τ.Α΄. Συμπλήρωμα Β΄. Λευκωσία, 1992. • Άπαντα, τ.Α΄. Συμπλήρωμα Γ΄. Λευκωσία, 1993.
Αποσπάσματα
(ΚΥΠΡΟΣ 1974-1976, Β,605)
ΔΕΝ ΗΡΘΑΝ
ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ
ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
Παραπομπές
- ↑ http://www.costasmontis.com/biography_gr.html
- ↑ 2,0 2,1 http://www.costasmontis.com/honors_gr.html
- ↑ «Εθνικό Κέντρο Βιβλίου / Από το 18ο αιώνα μέχρι το 1935». www.ekebi.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2015.
Βιογραφία
- http://www.costasmontis.com/biography_gr.html
- 1914 -- Γέννηση του Κώστα Μόντη στην Αμμόχωστο στις 18 Φεβρουαρίου. Είναι το έκτο και τελευταίο παιδί του Θεοδούλου Μόντη και της Καλομοίρας Μπατίστα.
- Ο πατέρας του είναι κυβερνητικός υπάλληλος από τη Λάπηθο. Η μητέρα του είναι απόγονος παλιάς ενετικής οικογένειας από την Αμμόχωστο.
- 1915 -- Ο Θεόδουλος Μόντης μετατίθεται στη Λεμεσό.
- 1919 -- Ο Θεόδουλος Μόντης μετατίθεται στη Λάρνακα. Ο μικρός Κώστας φοιτά στο Νηπιαγωγείο Καλογερά και μετά στην Αστική Σχολή Σκάλας (Λάρνακας).
- 1922 -- Ο αδελφός του Γιώργος Μόντης, τρίτο παιδί της οικογένειας, πεθαίνει από φυματίωση σε ηλικία 21 ετών, και μόλις τρεις εβδομάδες μετά πεθαίνει και ο αδελφός του Νίκος, τέταρτο παιδί της οικογένειας, από λευχαιμία σε ηλικία 16 ετών.
- 1926 -- Η Καλομοίρα πεθαίνει από φυματίωση, και όλη η οικογένεια εγκαταλείπει τη Λάρνακα και εγκαθίσταται στη Λευκωσία. Ο Θεόδουλος Μόντης αφυπηρετεί. Ο Κώστας Μόντης φοιτά στην πρώτη τάξη της Ελληνικής Σχολής Μόρφου, όπου διδάσκει ο γαμπρός του Κώστας Συλβέστρος, σύζυγος της μεγαλύτερης αδελφής, Ειρήνης (Ειρηνιάς).
- 1927 -- Ο Κώστας Μόντης επιστρέφει στη Λευκωσία και φοιτά στο Παγκύπριο Γυμνάσιο (Κεντρικό).
- 1930 -- Ο Θεόδουλος Μόντης πεθαίνει από καρκίνο.
- 1931 -- Συμμετέχει στην εξέγερση του Οκτωβρίου του 1931.
- 1932 -- Αποφοιτά από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, και φεύγει για την Αθήνα, όπου εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συγχρόνως εργάζεται ως ανταποκριτής της Κυπριακής εφημερίδας Ελευθερία με το ψευδώνυμο Κώστας Άλκιμος.
- 1937 -- Τον Νοέμβριο παίρνει το πτυχίο του και γυρίζει στην Κύπρο. Δεν μπορεί, όμως να εργαστεί ως δικηγόρος διότι,μετά τα Οκτωβριανά, η Αγγλική αποικιακή κυβέρνηση της Κύπρου έχει απαγορεύσει στους δικηγόρους που έχουν σπουδάσει στην Ελλάδα να ασκήσουν το επάγγελμά τους.
- 1938 -- Τον Μάιο αρχίζει να εργάζεται στο Λογιστήριο της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας (ΕΜΕ) στη Λευκωσία.
Τον Ιούνιο μετατίθεται ως προιστάμενος στα γραφεία της εταιρείας στα μεταλλεία του Μιτσερού.
Τον Ιούλιο μετατίθεται ως προιστάμενος στα γραφεία της εταιρείας στα μεταλλεία της Καλαβασού. Συγχρόνως στέλλει ανταποκρίσεις στην Ελευθερία για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν οι εργάτες των μεταλλείων. - 1939 -- Μετατίθεται στη Λευκωσία ως υποδιευθυντής στο τμήμα προμηθειών της ΕΜΕ.
- 1940 -- Τα μεταλλεία κλείνουν εξ αιτίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Κώστας Μόντης αρχίζει να διδάσκει στην Εμπορική Σχολή που έχει ιδρύσει ο Κώστας Συλβέστρος στη Μόρφου.
- 1942 -- Επιστρέφει και εγκαθίσταται στη Λευκωσία. Με συνεργάτες τον Αχιλλέα Λυμπουρίδη και τον Φοίβο Μουσουλίδη ιδρύει το Λυρικό, το πρώτο επαγγελματικό θέατρο στην Κύπρο.
Ο Κώστας Μόντης αρραβωνιάζεται την αγαπημένη του, την 19χρονη Έρση Κωνσταντίνου, κόρη του Παντελή και της Μαρίας (το γένος Γαβριηλίδη) Κωνσταντίνου από τη Μόρφου. - 1944 -- Το Λυρικό κλείνει, και ο Κώστας Μόντης επιστρέφει στη θέση του στην Εμπορική Σχολή. Μαζί με τον Φοίβο Μουσουλίδη εκδίδει το θεατρικό και λογοτεχνικό περιοδικό Το Θέατρο (μέχρι το 1946).
- 1946 -- Στις 24 Φεβρουαρίου τελείται ο γάμος του Κώστα Μόντη και της Έρσης Κώνσταντίνου στην Εκκλησία της Φανερωμένης στη Λευκωσία.
Διορίζεται στο Κυπριακό Εμπορικό Επιμελητήριο ως εκδότης του περιοδικού The Cyprus Chamber of Commerce Journal.
Εκδίδει την εφημερίδα Ελευθέρα Φωνή (μέχρι το 1947).
Γέννηση του πρώτου παιδιού, του Θεόδουλου. - 1948 -- Ο Κώστας Μόντης διορίζεται συντάκτης στην εφημερίδα Έθνος.
- 1949 -- Γέννηση του δεύτερου παιδιού, του Μάριου.
- 1950 -- Η αδελφή του ποιητή Ελέγκω, δεύτερο παιδί της οικογένειας Θεοδούλου Μόντη, πεθαίνει από καρκίνο σε ηλικία 47 ετών.
Ο Κώστας Μόντης διορίζεται Γενικός Γραμματέας της Εμποροβιομηχανικής Ομοσπονδίας Κύπρου. - 1953 -- Εκδίδει το Cyprus Trade Journal στα Ελληνικά και Αγγλικά.
Γέννηση του τρίτου παιδιού, του Λέλλου. - 1954 -- Η αδελφή του ποιητή Χρυστάλλα, πέμπτο παιδί της οικογένειας, πεθαίνει από αδράνεια των εντέρων σε ηλικία 42 ετών.
- 1955 -- Ο Κώστας Μόντης συμμετέχει στον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1955-1959 ως πολιτικός καθοδηγητής των μελών της ΕΟΚΑ.
- 1956 -- Γέννηση του τέταρτου και τελευταίου παιδιού, της Στάλως.
- 1961 -- Ο Κώστας Μόντης διορίζεται Διευθυντής του Τουρισμού.
- 1976 -- Αφυπηρετεί από τη θέση του.
- 1983 -- Η αδελφή του ποιητή Ειρήνη, πρώτο παιδί της οικογένειας του Θεοδούλου και της Καλομοίρας Μόντη και σύζυγος του Κώστα Συλβέστρου, πεθαινει σε ηλικία 83 ετών.
- 2004 -- Θάνατος του Κώστα Μόντη στη Λευκωσία την 1η Μαρτίου στην ηλικία των 90 ετών.
- http://www.costasmontis.com/biography_gr.html
- ΔΕΣ ΚΑΙ:
- https://michalischristodoulou.wordpress.com/2014/02/20/%CE%BC%CE%B9%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%83-%CF%80%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%83-%CE%BF-%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%83-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83-%CE%BC/
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΗΣ: Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΜΟΥ ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ
Το 2014 ανακυρήχθηκε ως έτος Κώστα Μόντη με αφορμή την συμπλήρωση των 100 χρόνων από τη γέννηση του μεγάλου μας ποιητή και δέκα χρόνια από το θάνατό του. Ο Μόντης γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1914 και πέθανε την 1η Μαρτίου του 2004. Ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του έργου του, ο Μιχάλης Πιερής, πέντε χρόνια πριν μου παραχώρησε μια συνέντευξη για το περιοδικό «Κ» όπου μου σκιαγράφησε τόσο τον άνθρωπο όσο και τον ποιητή Κώστα Μόντη όπως ακριβώς τον έζησε ο ίδιος.
Εις μνήμην του αγαπημένου μου ποιητή αναδημοσιέυω την συνέντευξη του κ. Πιερή που δημοσιεύτηκε την 1η Μαρτίου 2009. Μιχάλης Χριστοδούλου

O καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας και ποιητής Μιχάλης Πιερής όπως φωτογραφήθηκε στο γργείο του στο Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Κύπρου το 2009 από την Μαρία Χριστοδούλου
REPORT THIS ADPRIVACYΟ Μιχάλης Πιερής, καθηγητής και κοσμήτορας σήμερα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου, διευθυντής του Πολιτιστικού Κέντρου του Πανεπιστημίου Κύπρου αλλά και ποιητής, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ποιητικό έργο του Κώστα Μόντη, τον οποίο θεωρεί δάσκαλό του. Η πρώτη τους ουσιαστική γνωριμία πραγματοποιήθηκε το 1975, στη Θεσσαλονίκη, όταν ο καθηγητής και δάσκαλός του, Γ.Π.Σαββίδης, ο οποίος ήταν μεγάλος θαυμαστής της ποίησης του Μόντη, είχε καλέσει τον Κύπριο ποιητή στη Θεσσαλονίκη. «Ο Σάββιδης», θυμάται ο κ.Πιερής, «τον προσκάλεσε σε μάθημά του στον νεοελληνικό τομέα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και τον παρουσίασε στους φοιτητές. Ο Μόντης μάς μίλησε, μας διάβασε ποιήματά του και νομίζω ότι αρκετοί μαθητές του Σαββίδη αγάπησαν την ποίησή του από εκείνη τη συνάντηση». Αυτή όμως δεν ήταν η πρώτη τους συνάντηση. «Θυμούμαι τώρα την πρώτη φευγαλέα γνωριμία μου με τον ποιητή. Ήμουν 13 χρόνων, μαθητής στο γυμνάσιο, συνεργαζόμουν στο κουκλοθέατρο Λεμεσού με την Αμαράντη Σήτας (που μαζί με τον Charles Dodd μετέφρασε τo 1965 στα αγγλικά μιαν επιλογή Στιγμών του Κωστα Μόντη), η οποία μια μέρα που θα πήγαινε στη Λευκωσία για να συναντήσει τον ποιητή με πήρε μαζί της. Θυμούμαι τη συνάντηση κάπως αχνά. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι ο Μόντης έμοιαζε με δημόσιο υπάλληλο παρά με καλλιτέχνη και ότι είχε μεγάλη έγνοια για το πώς αποδίδονται οι στίχοι του στα αγγλικά. Τίποτε άλλο δεν θυμούμαι».

Ο Κώστα Μόντης στο γραφείο του στο τμήμα τουρισμού στο οποίο διετέλεσε διευθυντής από το 1961 μέχρι το 1976.
Η γνωριμία τους όμως στη Θεσσαλονίκη, θεωρεί ο κ.Πιερής, ήταν πιο σημαντική. «Ένα βράδυ, που θα τον έβγαζε έξω ο Σαββίδης, με κάλεσε μαζί τους, υποθέτω επειδή ήμουν Κύπριος και καλός φοιτητής. Έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά. Ο Μόντης ήταν πολύ ευδιάθετος, ήταν σαφές ότι ένιωθε ευτυχής που είχε αυτή την ευκαιρία να έρθει στη Θεσσαλονίκη, να προσκληθεί στο Πανεπιστήμιο και να τύχει αναγνώρισης από έναν τόσο σημαντικό νεοελληνιστή όπως ο Γ.Π.Σαββίδης. Από τότε άρχισα να τον διαβάζω συστηματικά και μάλιστα το πρώτο μου δημοσίευμα, στο αθηναϊκό περιοδικό «Ο Πολίτης» το 1982, έχει τίτλο «Κώστας Μόντης, ο ενοχλητικός ποιητής». Είναι ένα άρθρο που άρεσε στον ποιητή, αλλά και δημιούργησε έντονο ενδιαφέρον στο αναγνωστικό κοινό του περιοδικού, ιδιαίτερα σε νεότερους ποιητές της Ελλάδας (μπορώ να αναφέρω τον Μιχάλη Γκανά, τον Μίμη Σουλιώτη, τον Γιάννη Πατίλη, τον Κώστα Σοφιανό, τον Διονύση Καψάλη κ.ά.).
– Για ποιους λόγους δημιουργήθηκε τόσο έντονο ενδιαφέρον για το άρθρο;
Δεν ξέρω. Είχα πάντως διακρίνει κάτι το οποίο είναι βασικό για τον Μόντη. Ενώ είναι ένας ποιητής ο οποίος συμβατικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ελληνοκεντρικός, ακόμη και δεξιός, η ποίησή του είναι ποίηση ενός ασυμβίβαστου διανοούμενου, ενός «ενοχλητικού» ποιητή όπως τον χαρακτήρισα. Νομίζω ότι αυτό το «ενοχλητικός» άρεσε. Ήταν γενικά μια καινούρια ποιητική γλώσσα, μια καινούρια γλωσσική και ποιητική αίσθηση. Το πιο σημαντικό στοιχείο που πιστεύω ότι εκόμισε στη νεοελληνική ποίηση ο Μόντης είναι ακριβώς αυτό: Ότι δημιούργησε νέο ποιητικό ύφος, το οποίο δεν περιείχε τίποτα από αυτό που είχε σκεπάσει σχεδόν όλη τη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση, και αναφέρομαι στον σεφερικό τρόπο. Ο Μόντης δεν έχει ίχνος σεφερικής επίδρασης. Απεναντίας, η ποίησή του μπορεί να οριστεί και ως «αντισεφερική».– Από πού επηρεάστηκε ο Κώστας Μόντης;
Ο Μόντης επηρεάστηκε από τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη. Ταυτόχρονα, έχει μιαν ιδιαίτερη αδυναμία στους ελάσσονες ποιητές του Μεσοπολέμου (Λαπαθιώτη, Μαλακάση, Άγρα, Πορφύρα, Ουράνη κ.ά.). Από τη γενιά του ’30 δεν παίρνει τίποτε, την ξεπερνά χωρίς να υποταχθεί στην ποιητική της θεωρία όπως άλλοι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές. Ο Μόντης είχε νομίζω συνειδητοποιήσει έγκαιρα ότι ο μοντερνισμός του Σεφέρη, αλλά και των υπερρεαλιστών –Εγγονόπουλου, Εμπειρίκου- δεν του ταίριαζε. Στην πορεία της αναζήτησης της ποιητικής του ταυτότητας, τον βοηθούν οι Καβάφης και Καρυωτάκης. Ο Καβάφης τον επηρεάζει περισσότερο προς την κατεύθυνση της ιστορικής συνείδησης, με τα θέματα του ελληνισμού της διασποράς και των πολιτισμικών οσμώσεων. Ο Καρυωτάκης, με τα στοιχεία της κοινωνικής σάτιρας, του εγκλεισμού και ως ένα βαθμό και του πεσιμισμού. Αυτά στην περίοδο της ποιητικής του διαμόρφωσης. Αργότερα, όταν ο Μόντης γράφει τις «Στιγμές», μια νεότροπη ποιητική γραφή που χαρακτηρίζει πια τη δική του ποιητική φωνή, είναι πιθανό ότι έπαιξαν ρόλο και άλλοι παράγοντες.– Ποιοι παράγοντες πιστεύετε ότι οδήγησαν στην ανάδειξη της ποιητικής του προσωπικότητας;
Ο Μόντης, εκείνη την εποχή, αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα βιοπορισμού. Ανάμεσα σε άλλες εργασίες που υποχρεώνεται να κάνει είναι και ο ελληνικός υποτιτλισμός ξένων κινηματογραφικών ταινιών. Καθόταν, όπως μου έλεγε, έως πολύ αργά τα βράδια και μετέφραζε ταινίες. Αρκετές από αυτές, κατά τα λεγόμενά του, ήταν σπουδαίες, κάποιες ιδιαίτερα πρωτοποριακές. Μου έλεγε ακόμη ότι τότε για πρώτη φορά είχε αντιληφθεί πόσο ουσιαστικές για τη μοντέρνα τέχνη ήταν κάποιες έννοιες όπως το «flashback», το «in media res», ο θρυμματισμένος λόγος, οι αποσιωπήσεις, οι χειρονομίες, οι γκριμάτσες και όλες αυτές οι τεχνικές και τα στοιχεία ύφους που χαρακτηρίζουν την κινηματογραφική τέχνη. Έπρεπε τότε, ως μεταφραστής αυτών των ταινιών, να αποδώσει όλα αυτά τα στοιχεία, λ.χ. τον θρυμματισμένο λόγο, ο οποίος βέβαια στο σινεμά συμπληρωνόταν από την εικόνα. Στην ποίηση όμως θα έπρεπε να βρει ο ποιητής τρόπους ώστε η μία φράση ή η μία λέξη να μπορεί να δημιουργήσει «υποβολή» στον αναγνώστη, να μεταδίδει συγκίνηση. Πιστεύω ότι αυτή η εμπειρία, της δυναμικής επαφής με το σινεμά, ήταν ένα μοντερνιστικό κύμα που πέρασε μέσα στον Μόντη, χωρίς ίσως και ο ίδιος να συνειδητοποιήσει σε ποιο βαθμό τον επηρέασε.– Πότε έλαβε αυτά τα ερεθίσματα;
Όταν ο Μόντης επέλεξε να σπουδάσει στη Νομική της Αθήνας, γνώριζε ότι στην Κύπρο δεν θα μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμά του, καθώς, μετά τα Οκτωβριανά του 1931, οι Βρετανοί δεν επέτρεπαν στους απόφοιτους της Νομικής να εξασκούν στην Κύπρο το δικηγορικό επάγγελμα. Έτσι, έκανε διάφορες δουλειές. Επιστάτης σε μεταλλεία, δημοσιογράφος, μεταφραστής, εκπαιδευτικός σε ιδιωτικά σχολεία, επιθεωρησιογράφος (έγραψε πάνω από 40 επιθεωρήσεις). Παράλληλα, παντρεύεται με την Έρση Μόντη και αποκτά τέσσερα παιδιά. Καταλαβαίνετε ότι είχε να παλέψει σκληρά ανάμεσα στον βιοπορισμό και στην έφεσή του προς τη δημιουργία. Το ότι κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα τόσο μεγάλο και σημαντικό έργο είναι ένα θαύμα. Σ’ αυτή την περίοδο, εκτός από αυτά που είπαμε και πέρα από τη γνωριμία με μια μοντέρνα τέχνη (το σινεμά), μελετά την κυπριακή παραδοσιακή ποίηση, τους ποιητάρηδες και τα δημοτικά τραγούδια. Με το δημοτικό τραγούδι ο Μόντης έχει μια δυναμική διαλογική σχέση, αφομοιώνει θέματα, μοτίβα και ποιητικές τεχνικές. Παράλληλα, και ως ένα βαθμό, αφομοιώνει και κάποια διδάγματα από την αγγλοσαξωνική ποίηση.Ο εθνικός ποιητής της Κύπρου
– Ο Κώστας Μόντης κατέχει τον προσδιορισμό του εθνικού ποιητή της Κύπρου. Πιστεύετε ότι τεκμηριώνεται αυτός ο χαρακτηρισμός;
Καταρχήν να πούμε ότι ο πρώτος ποιητής που κέρδισε τον τίτλο του εθνικού ποιητή της Κύπρου είναι ο Βασίλης Μιχαηλίδης. Βεβαίως και ο Μόντης δικαιούται αυτό τον τίτλο, όχι όμως για στενά εθνικιστικούς λόγους όπως θα νόμιζαν μερικοί, π.χ. επειδή ήταν ενωτικός. Όχι! Ο Κώστας Μόντης δικαίως μπορεί να θεωρηθεί ως εθνικός ποιητής της Κύπρου για τον τρόπο που η ιδιαίτερη πατρίδα του εκφράζεται μέσα στο έργο του. Όλα όσα συνθέτουν την κυπριακή αντίληψη περί βίου, την κυπριακή νοοτροπία, όλα όσα αποτελούν την Κύπρο, αισθήσεις, οράματα, αγωνίες, χρώματα, γεύσεις, αλλά και όλα όσα χαρακτηρίζουν τον Κύπριο ως έναν ιδιαίτερο πολίτη της Μεσογείου, όλα αυτά αποτελούν το υλικό του έργου του. Είναι πολύ ενδιαφέρων ένας στίχος του που δείχνει σε τι ιστορικό και πολιτισμικό βάθος κινείται ο προβληματισμός του στο θέμα της κυπριακής ταυτότητας: «Αν ήξερα ποιο σκυθρωπό Κύπριο του ΙΓ’ π.Χ. αιώνα αντιπροσωπεύω…», ενώ σ’ ένα από τα πιο συγκινητικά ποίηματά του για την Κύπρο λέει: «“Η Τζύπρος”, αν μου πουν, “ποτζεί στην Κόλασιν έν πώνι”/εν καρτερώ απόφασην,/στην Κόλασιν τζ’ εγιώνι!».– Τι περιλαμβάνει ο ποιητικός κόσμος του;
Ο ποιητικός κόσμος του Μόντη είναι ο κόσμος της Κύπρου. Βέβαια, ένας μεγάλος ποιητής όπως ο Μόντης δεν περιορίζεται μόνο στον χώρο του. Στην ποίησή του υπάρχουν θέματα που αφορούν ένα διεθνές αναγνωστικό κοινό (η εισβολή των Ρώσων στη Τσεχοσλοβακία, ο πόλεμος του Βιετνάμ, η λιμοκτονία των παιδιών της Αφρικής κ.ά.). Αν ζούσε σήμερα, πιστεύω ότι θα έγραφε ποιήματα για την Παλαιστίνη, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, γιατί ο Μόντης ήταν ένας παρατηρητής που βίωνε με πολύ τραγικό τρόπο τα δράματα όλων των λαών. Πάρα πολύ τον επηρέασε και η δύναμη της τηλεόρασης που έφερνε μέσα στο δωμάτιό του όλα εκείνα τα πρόσωπα της απόγνωσης και της δυστυχίας. Θυμάμαι που σε κάποιους στίχους του λέει περίπου ότι «δεν μπορούν να μας πετάν έτσι στο δωμάτιό μας τα κοκκαλιάρικα πεινασμένα παιδιά της Αφρικής» ή το «τεμαχισμένο σώμα» ενός στρατιώτη ή το «κομμένο χέρι μιας κούκλας». Αυτό το γεγονός, μου είπε κάποτε, ότι με το μέσο της τηλεόρασης «μπορούν και μου τα πετούν όλα αυτά οποιαδήποτε ώρα μέσα στο δωμάτιό μου, είναι κάτι που με αναστατώνει σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορώ να ησυχάσω για ολόκληρες μέρες».Ο άνθρωπος Κώστας Μόντης
– Πέραν της συνεχούς επαφής και ενασχόλησής σας με το έργο του, γνωρίσατε τον ποιητή και στις προσωπικές του στιγμές. Τι άνθρωπος ήταν;
Η φιλία που δημιουργήθηκε μεταξύ μας ήταν μέσα από την επαφή ενός νεότερου ποιητή και φιλολόγου, ο οποίος έγραψε κάποια κείμενα για έναν καθιερωμένο ποιητή του τόπου του. Και θεωρώ βέβαια τον εαυτό μου ιδιαίτερα προνομιούχο, γιατί ο Μόντης έγραψε ένα σύντομο σημείωμα για τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων μου «Μεταμορφώσεις πόλεων». Έτσι, ενόσω ζούσα στο εξωτερικό είχαμε μιαν αλληλογραφία, ενώ όποτε ερχόμουν στην Κύπρο τον επισκεπτόμουν. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν ανοιγόταν εύκολα ούτε χαλάρωνε με τον καθένα, αλλά όταν ένιωθε άνετα ήταν χαρισματικός αφηγητής, ιδίως όταν αφηγείτο τις αναμνήσεις του από το θέατρο. Του άρεσε μάλιστα να τραγουδά τα μελοποιημένα ποιήματά του. Είχε σωστή, ζεστή και ωραία φωνή. Θυμάμαι μια φορά στο σπίτι μου στην Αθήνα τραγούδησε μαζί με τη γυναίκα μου Θεοδώρα, η οποία επίσης τραγουδά καλά, τη «Δροσούλα» και το «Σταυρώνει μαυρομάνικον το δειν της». Έχω αυτές τις εκτελέσεις, μαζί με κάποιες απαγγελίες του, γιατί τις ηχογράφησε εντελώς τυχαία η κόρη μου Μυρτάνη (που ήταν τότε τριών χρονών), παίζοντας κάτω απ’ το τραπέζι μ’ ένα κασετόφωνο. Γενικά, ήταν ένας άνθρωπος που όταν ένιωθε εμπιστοσύνη γινόταν πολύ ζεστός και ανοιγόταν σε κουβέντες και σχόλια. Είχα την τύχη να τον επισκέπτομαι συχνά. Η τελευταία φορά ήταν μαζί με τον Μιχάλη Πασιαρδή, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του. Θυμάμαι ότι μου το είχε ζητήσει. «Την επόμενη φορά που θα έρθεις», μου είπε, «θέλω να μου φέρεις και τον Μιχάλη». Νομίζω «πως ένιωθε τον θάνατο κοντά» και ήθελε να δει κάποιους αγαπημένους φίλους του. Έχουμε και φωτογραφίες από εκείνη τη μέρα.– Είχε αίσθηση της ποιητικής του αξίας;
Νομίζω ότι αντιλαμβανόταν την αξία του και είχε μάλιστα κι ένα αίσθημα ότι ήταν αδικημένος από το ελλαδικό κέντρο σε ποικίλα επίπεδα (για παράδειγμα στον τρόπο που του συμπεριφέρθηκαν ορισμένοι εκδοτικοί οίκοι). Ο τρόπος που ασκούσε νηφάλια κριτική σε γνωστούς ποιητές της Ελλάδας έδειχνε ότι γνώριζε ποια ήταν η διαφορά της δικής του προσφοράς, ήξερε ότι έκανε κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, για το οποίο ήταν σίγουρος ότι κάποια μέρα θα αναγνωριζόταν στον βαθμό που του άξιζε.– Ήταν ένας πονεμένος άνθρωπος…
Πάρα πολύ… Είχε μια ζωή πολύ δύσκολη, με πολλά οικογενειακά δράματα, από την παιδική του ηλικία. Αντιμετώπισε απανωτούς θανάτους στην οικογένειά του, έχασε πολύ νωρίς τη μητέρα του, τα αδέλφια του, τον πατέρα του… Μετά την εισβολή ήταν πολύ μελαγχολικός, μιλούσε πολύ για την προσφυγιά, τους αγνοουμένους, τον Πενταδάκτυλο, τη Μόρφου, την Αμμόχωστο, την Κερύνεια και τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα…– Και όλα αυτά τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, τα τραγικά γεγονότα της ζωής του περνούσαν και στην ποίησή του;
Φυσικά. Φιλτραρισμένα όμως από την τέχνη της ποίησης. Ο Μόντης ήταν από τους ποιητές που ό,τι έγραφε ήταν βιωματικό (ή εν πολλοίς βιωματικό). Έγραφε ποίηση γιατί μέσα του υπήρχε μια δύναμη που τον πίεζε σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά. Μου έχει πει ότι συχνά του είχε συμβεί να ξυπνήσει έντρομος το βράδυ από κάποιο όνειρο ή εφιάλτη και να αρχίσει να γράφει. Μου έλεγε ότι είχε πάντα δίπλα από το κρεβάτι του χαρτί και μολύβι, γιατί η ποιητική έμπνευση δεν είχε συγκεκριμένη ώρα. Ακόμη, μου έλεγε ότι του έτυχε να σταματήσει ενώ οδηγούσε γιατί έπρεπε να γράψει κάτι που έφτασε απρόβλεπτα. Για να γράψει δηλαδή κάτι, ένιωθε πρώτα την πίεση από μιαν ισχυρή βιωματική συγκίνηση. Συγκίνηση για ένα εθνικό, ένα προσωπικό, ένα παγκόσμιο θέμα. Γι’ αυτό η ποίησή του έχει ένα αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, όπως η μεγάλη ποίηση.– Πώς βλέπετε το μέλλον της ποίησης του Κώστα Μόντη;
Πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα επιβληθεί ως ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές του ελληνισμού, μετά τον Καβάφη. Μετά την Κρήτη και τα Εφτάνησα, μετά τη Μικρασία, αλλά και μετά τον μεγάλο ανώνυμο Κύπριο ποιητή του 16ου αιώνα, η Κύπρος όφειλε να μπολιάσει ξανά τη νεοελληνική λογοτεχνία με το έργο ενός μεγάλου εξωελλαδικού ποιητή. Αυτός ο ποιητής είναι ο Κώστας Μόντης. Επομένως, θεωρώ ότι σιγά-σιγά θα αυξάνεται το αναγνωστικό κοινό της ποίησής του, θα αυξάνονται οι ειδικές μελέτες για το έργο του και η ποίησή του θα καθιερώνεται έως ότου τοποθετηθεί εκεί που της αξίζει. Ο Μόντης θα πάρει μια θέση ανάμεσα στους μεγάλους ποιητές της εποχής του σε ευρωπαϊκό επίπεδο.– Πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του, εσείς τι αναμνήσεις έχετε σήμερα;
Τον Μόντη τον θυμούμαι και τον σκέφτομαι συνέχεια. Δεν υπάρχει περίπτωση σε μια κουβέντα φιλολογική, σ’ ένα πανεπιστημιακό μάθημα να μην έρθουν από μόνοι τους στο μυαλό μου στίχοι του Μόντη. Πολύ συχνά αισθάνομαι κάποιους στίχους του να μου δίνουν απαντήσεις σε μεγάλα διλήμματα που αντιμετωπίζω ως ένας άνθρωπος που ζει στην Κύπρο. Ας πούμε ο στίχος «Εμείς τζαμαί: Ελιές τζαι τερατσιές, πάνω στον ρότσον τους!». Είναι ένας στίχος που δείχνει το αρχέγονο πείσμα, την αντοχή του κυπριακού λαού απέναντι στις ποικίλες ταλαιπωρίες, που δείχνει ότι έχουμε μια δύναμη, ότι είμαστε ριζωμένοι εδώ και δεν μπορούν εύκολα να μας ξεπουλήσουν.– Ποια άποψη ή ποια αντίδραση πιστεύετε ότι θα είχε σήμερα ο ποιητής απέναντι στις πολιτικές εξελίξεις γύρω από το Κυπριακό;
Έχω συζητήσει πολλές φορές μαζί του αυτό το θέμα. Έχει γράψει μάλιστα και πολλά ποιήματα, όπου ασκεί κριτική στον δικό του ιδεολογικό χώρο για το γεγονός ότι χάσαμε τη μισή Κύπρο. Αυτοί είναι οι πιο τραγικοί στίχοι που έγραψε. Ξέρω και είμαι σίγουρος γι’ αυτό, ότι δεν θα δεχόταν υποχωρήσεις τύπου «ναι» στο Σχέδιο Ανάν, για να μιλήσουμε ευθέως. Αυτό άλλωστε συνάγεται και από την ποίησή του. Ο Μόντης πίστευε ότι ο κυπριακός λαός έχει μεγάλα αποθέματα δυνάμεων και υπομονής. Έλεγε ότι η Κύπρος είχε κατακτηθεί πολλές φορές από διαφορετικούς κατακτητές και ο λαός άντεξε, ακριβώς γιατί ταμπουρώθηκε στις παραδοσιακές του αξίες. Αν και ήταν ένας ποιητής σαφέστατα αντιμιλιταριστής και φιλειρηνιστής (όπως αποδεικνύεται και από την ποίησή του), δεν ήταν διατεθειμένος να δεχτεί την αδικία και δεν ήθελε την αδικία επάνω στο σώμα της πατρίδας του. Ένιωθε ότι είχε μοιραστεί το δικό του σώμα. Αυτή την αίσθηση αποκόμισα από τις συζητήσεις που είχα μαζί του για τέτοια ζητήματα.– Τέλος, ένας τίτλος που θα του δίνατε;
Εκτός από το «ενοχλητικός ποιητής» που του έδωσα πριν από 27 χρόνια, θα έλεγα ότι του ταιριάζει και ο τίτλος του «αναρχικού ποιητή». Η ποιητική του ύλη είναι αναρχική, δεν μπαίνει σε καλούπια. Είναι πάρα πολύ τολμηρός, ιδίως στο να μην αποδέχεται τις ποικίλες εξουσίες. Ακόμη και τη θεϊκή: «Δεν θέμε τη στέγη σου Κύριε. Κάνε μια ρωγμή να βγάνουμε έξω το κεφάλι». Είναι ένα από τα αναρχικά ποιήματά του. Αν η εκκλησιαστική εξουσία είχε μαζέψει και μελετήσει όλα όσα έχει γράψει για τη θρησκεία και την Εκκλησία, νομίζω ότι ίσως θα τον είχε αφορίσει.Κώστας Μόντης: Η αξιοθαύμαστη πορεία του
Ο Κώστας Μόντης γεννήθηκε και έζησε στην ιδιαίτερη του πατρίδα, την Κύπρο. Συγγραφέας, λογοτέχνης, μυθιστοριογράφος, συγγραφέας θεατρικών έργων και ποιητής, διένυσε μια αξιοθαύμαστη πορεία για να θεωρηθεί σήμερα αλλά και τότε που ήταν εν ζωή, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ποιητές του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα της μεταπολεμικής περιόδου. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ολλανδικά, σουηδικά, ρωσικά, βουλγαρικά, ρουμανικά και σε άλλες γλώσσες.
Η ζωή του
Ο Κώστας Μόντης γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1914 στην κατεχόμενη σήμερα από τα τουρκικά στρατεύματα Αμμόχωστο. Οι γονείς του ήταν ο Θεόδουλος Μόντης, ο οποίος καταγόταν από το κατεχόμενο χωριό Λάπηθο, και η Καλομοίρα Μπατίστα από την Αμμόχωστο. Ήταν το έκτο και τελευταίο κατά σειρά παιδί της οικογένειας του.
Σε ηλικία οκτώ ετών έχασε δυο από τα αδέρφια του, τον Γιώργο Μόντη, ο οποίος πέθανε από φυματίωση σε ηλικία 21 ετών και μόλις τρεις εβδομάδες αργότερα τον Νίκο Μόντη, ο οποίος υπέκυψε νικημένος από την ασθένεια της λευχαιμίας σε ηλικία μόλις 16 ετών. Στα δώδεκα του χρόνια, έχασε την μητέρα του, ενώ στα δεκαέξι τον πατέρα του. Όλα αυτά τα γεγονότα θανάτου σημάδεψαν και καθόρισαν τον ποιητή ως άνθρωπο αλλά και ως λογοτέχνη, όπως αυτό αποτυπώνεται σε μερικά από τα έργα του.
Στην ηλικία των δεκαέξι ετών και καθώς φοιτούσε ακόμη στο Παγκύπριo Γυμνάσιο Λευκωσίας, έλαβε μέρος στην εξέγερση κατά της αποικιοκρατίας, στα λεγόμενα Οκτωβριανά του 1931. Μετά την αποφοίτησή του από το Παγκύπριo Γυμνάσιο, μετέβη στην Αθήνα όπου σπούδασε νομικά και πολιτικές και οικονομικές επιστήμες, ενώ ταυτόχρονα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Το 1937 και ενώ είχε τελειώσει πλέον τις σπουδές του, εργάστηκε ως υπάλληλος μεταλλευτικής εταιρείας και αργότερα ως δημοσιογράφος και ως εκδότης εφημερίδων και περιοδικών.
Κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ο Κώστας Μόντης συμμετείχε ενεργά και καθοριστικά στην οργάνωση για την περίθαλψη των Ελλαδιτών προσφύγων, οι οποίοι εγκαταλείποντας την κατεχόμενη Ελλάδα και μέσω της Τουρκίας κατέφευγαν στα κυπριακά εδάφη κατά δεκάδες. Το 1946 παντρεύτηκε την πολυαγαπημένη του Έρση Παντελή Κωνσταντίνου με την οποία απέκτησε τρεις γιους και μία κόρη. Το 1950 διορίστηκε γενικός γραμματέας της Εμποροβιομηχανικής Ομοσπονδίας Κύπρου.
Γνήσιος πατριώτης και καθόλου αποστασιοποιημένος από τα κοινωνικά και εθνικά δρώμενα της Κύπρου ο Κώστας Μόντης συμμετείχε ενεργά στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα της Κύπρου κατά των Άγγλων το 1955-59 έχοντας την θέση του πολιτικού καθοδηγητή των μελών της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ). Το 1961 διορίστηκε διευθυντής του Τμήματος Τουρισμού της Κύπρου, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι και το 1976 που αφυπηρέτησε.
Ο Κώστας Μόντης ασχολήθηκε εντατικά με το θέατρο, την ποίηση και την λογοτεχνία διανύοντας μια αξιοζήλευτη πορεία μέχρι το τέλος της ζωής του ως συγγραφέας. Σε ηλικία 90 ετών άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του, στον Άγιο Δομέτιο Λευκωσίας, την 1η Μαρτίου 2004.
Το έργο του
Το 1942 ο Κώστας Μόντης ίδρυσε στη Λευκωσία το «Λυρικό Θέατρο» μαζί με τον Αχιλλέα Λυμπουρίδη και τον Φοίβο Μουσουλίδη. Πρόκειται για το πρώτο επαγγελματικό θέατρο που δημιουργήθηκε στην Κύπρο. Έγραψε και δημοσίευσε περισσότερες από 40 επιθεωρήσεις και θεατρικά, ενώ έχει διασκευάσει στην κυπριακή διάλεκτο τη «Λυσιστράτη» και την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη.
Κάπου τριάντα από τα ποιητικά έργα του και έξι πεζά βιβλία του εκδόθηκαν από τον ίδιο ανάμεσα στα έτη 1934 και 1996. Στα έργα του αποτυπώνονται τα προσωπικά του βιώματα, αλλά και οι προβληματισμοί του για την κοινωνία. Εξέχουσα θέση ανάμεσα τους έχουν οι «Στιγμές». Κορυφαίο, ωστόσο, ποιητικό του επίτευγμα θεωρείται η τριλογία «Γράμματα στη Μητέρα», δημιούργημα τριών διαφορετικών περιόδων (1965, 1972, 1980). Ολόκληρο το έργο του περιέχεται στα «Άπαντα» του Κώστα Μόντη που εκδόθηκαν από το Ίδρυμα Λεβέντη. Επιπρόσθετα, σημαντικό είναι και το έργο του «Αφέντης Μπατίστας», ένα ιστορικοαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, το οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος στην Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων της Κύπρου.
Γενικότερα, τα έργα του χωρίζονται σε ερωτικά, κοινωνικά και πολιτικά. Πολλά από αυτά αναφέρονται στον αγώνα των Κυπρίων για απελευθέρωση από τους Άγγλους αποικιοκράτες και στην ένωση με την Ελλάδα, στην πορεία της Κύπρου μετά την Ανεξαρτησία, με σημαντικό σταθμό την Τουρκική Εισβολή και την έκτοτε κατοχή του ενός τρίτου της Κύπρου.
Αποκαλυπτική για όλα τα προαναφερθέντα είναι η παρακάτω δήλωση του αντιπρόεδρου καθηγητή Νικόλαου Κονομή την περίοδο που, όπως θα δούμε παρακάτω, ο Κώστας Μόντης προτάθηκε και ανακηρύχθηκε ως αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών:
Ο Κώστας Μόντης είναι ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή Έλληνες ποιητές, σίγουρα εκείνος που ανανέωσε με τρόπο μοναδικό τη νεότερη λυρική ποίηση και πλούτισε, από τη σκοπιά της Κύπρου, τη νεοελληνική ποίηση. Με την επί εβδομήντα χρόνια ακατάπαυστη λογοτεχνική του δημιουργία, μπόρεσε να αποτυπώσει έντεχνα τους αυθεντικούς ρυθμούς, τη θερμοκρασία και την ενέργεια των βαθύτερων ιστορικών και συναισθηματικών διακυμάνσεων της ψυχής και της ανάσας της Κύπρου και του λαού της. Στο πολυδύναμο έργο του έχει καταγραφεί κάθε κραδασμός του νησιού (ερωτικός, κοινωνικός, πολιτικός) και έχουν αποτυπωθεί όλα τα νοήματα του κόσμου της Κύπρου… Αξιοποίησε δημιουργικά όλο τον πλούτο της γλωσσικής, ιστορικής και πολιτισμικής παράδοσης του μείζονος Ελληνισμού και περιχαράκωσε μέσα στο έργο του, με πρωτόφαντη ποιητική δύναμη, τον ανεξάλειπτο χαρακτήρα των ριζιμιών αξιών της Ρωμιοσύνης.
Τα βραβεία που απονεμήθηκαν στον Κώστα Μόντη μετά τον θάνατο του

Πηγή εικόνας: michalischristodoulou.files.wordpress.com Το 1980 ο Κώστας Μόντης τιμήθηκε με τον τίτλο του «δαφνοστεφούς ποιητή» (Poet Laureate) από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού. Το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ, ενώ το 1997 ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Το 2000, η Ακαδημία Αθηνών τον ανακήρυξε «αντεπιστέλλον μέλος» της, ύψιστη τιμή που απονέμεται σε πνευματικούς δημιουργούς που ζουν εκτός Ελλάδος, ενώ το 2001 ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η τιμητική διάθεση της Κύπρου απέναντι στον Μόντη μετά
Ο μουσικοσυνθέτης Μάριος Τόκας, επίσης Κυπριακής καταγωγής και προσωπικός φίλος του ποιητή, μελοποίησε μερικά από τα έργα του Κώστα Μόντη, τα οποία αναφέρονται στην τουρκική εισβολή του 1974 στην Κύπρο.
Αξιοσημείωτο θεωρείται, επίσης, το γεγονός ότι το έτος 2014 ανακηρύχθηκε στην Κύπρο ως «το έτος του Μόντη», σύμφωνα με την αλληλογραφία που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» από το Μιχάλη Πασιαρδή και τον τότε Υπουργό Παιδείας Και Πολιτισμού της Κύπρου, Κυριάκο Κενεβέζο.
Παρακάτω ακολουθεί ένα βίντεο αφιερωμένο στην ζωή και το έργο του Κώστα Μόντη. Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ με ανθρώπους που γνώρισαν και έζησαν τον ποιητή σε όλες τις εκφάνσεις τις ζωής του, από τον Στέλιο Γεωργίου στην σειρά ντοκιμαντέρ «Κυπρίων έργα».
Κύπριου ποιητή
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1914 στην Αμμόχωστο.
.
ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ
Ι
Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.ΙΙ
Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι,
που κρεμάστηκε στο παράθυρο
του γκρεμισμένου σπιτιού,
ποιο παιδάκι ήθελε ν’ αποχαιρετήσει,
σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο
ν’ ανεμίσει το χέρι και της το ’κοψαν;III
Τι γρήγορα που κατάλαβε αυτό το καλοκαίρι
πως ήταν περιττό
και τα μάζεψε κι έφυγε στις μύτες των ποδιώνIV
Ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους, Πενταδάχτυλέ μου,
ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους.
.
ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ
—Τη θλίψη σου, παππούλη μου, καταλαβαίνω, μα
αυτές τις μπότες σου τις λασπωμένες
τι τις φυλάς τόσο πολύτιμα;
Να τη φιλήσεις έμεινε
τη λάσπη που παρέμεινε.
Τουλάχιστο δεν τις ξεπλένεις;
Σε βλέπω και λυπάμαι έτσι που μένεις
και ξεχασμένος τις κοιτάς ώρες πολλές.—Να τις ξεπλύνω, γιε μου; Τι μου λες!
Μ αυτές είν τις αγαπημένες
που πότισα πορτοκαλιές
για τελευταία φορά.
Η λάσπη τους είναι του Μόρφου χώμα
που σαν να πρόβλεπε τον χωρισμό
όσο περσότερο μπορούσε κόλλησε και μένει ακόμα.
Τις μπότες μου, παιδάκι μου, θα καθαρίσω
όταν στου Μόρφου το περβόλι μου
θα πάω ξανά να το ποτίσω.ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ
Μνήμη Χρίστου Γαβριηλίδη
Και τώρα τι θα γίνει μ’ εκείνο τον γέρο πρόσφυγα
που τον απαντούσα πριν κάθε μέρα στη στάση
να περιμένει το λεωφορείο για του Μόρφου
και ν’ ανάβει συνέχεια τσιγάρα να περάσει η ώρα,
και που σήμερα δεν ήταν εκεί,
και που χτες δεν ήταν εκεί,
και που δε θάν’ ξανά εκεί;[Άτιτλη στιγμή]
Ποιος μας κομμάτιασε τη συνέχεια
ποιος μας τεμάχισε τις ώρες,
ποιος μας διέσπασε τις στιγμές;ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ
Την Άνοιξη ποιος πρόδωσε
νησί μου περιστέρι
στην Άνοιξη ποιος τόλμησε
και σήκωσε το χέριΤην Άνοιξη ποιος σταύρωσε
νησί μου κυπαρίσσι
κι έγειρε και σταμάτησε
η Ανατολή στη ΔύσηΤόσο καημό μου φόρτωσαν
και πώς να τον σηκώσω
τέτοιο μαχαίρι στην καρδιά
πώς να το ξεκαρφώσωΟι μάνες κλαιν τους που ‘χασαν
και ποιοι να τους τούς δώσουν
αλλά δεν τους απέμειναν
μαλλιά να ξεριζώσουνΚαρδιά που πριν δεν λύγιζες
πώς τόσο πια λυγίζεις
καρδιά που δεν μ’ απέλπιζες
πώς τόσο μ’ απελπίζεις.
.
ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΡΦΟΥ
ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΗ ΜΟΡΦΟΥ
Η πιο καλή γειτόνισσα
η Παναγιά είν’ η Χρυσοζώνισσα.
Στο τόσο δα σπιτάκι της κλεισμένη
όποτε πας θάν’ πάντα μέσα να προσμένει
να της άνοιξης την καρδιά σου
τη λύπη να της πεις και τη χαρά σου
κι’ απ’ το παλιό της πίσω το μανουάλι
να γνέφει «ναι» με το κεφάλι.
Ένα την έχει μοναχά πάντα στενοχωρήσει
που δε μπορεί ένα καφεδάκι να σου ψήσει.
Και τις ζεστές του Αυγούστου νύχτες
που δε λέει πια να πάρει τ’ αγεράκι
βγαίνει κι’ Αυτή με μια καρέκλα στο σοκάκι
και τα κουτσομπολιά των άλλων τα τρελά
τ ακούγει και κρυφά-κρυφά γελά.
Ώσπου με το «άντε για ύπνο πια κ’ είν’ η ώρα περασμένη»
σηκώνεται κι η Παναγιά
και παίρνει τη καρέκλα της και μπαίνει.ΜΟΡΦΟΥ
Στη γυναίκα μου
Κι’ όταν στον τρύγο της πορτοκαλιάς
άγουρα στα περβόλια κοριτσόπουλα ανεμίζουν
φωνές και γέλια τσιριχτά κι’ αγάπης ρίγος
κι’ απ’ των πορτοκαλιών τον τρύγο είναι πιο τρύγος
ο τρύγος ο κλεφτός της αγκαλιάς,
οι πρώτες της αγάπης μας αυγές πώς ξανανθίζουν,
οι δεκατρείς του Απρίλη πώς ξαναγυρίζουν!ΣΤΙΓΜΕΣ
Τζ’ έγιώ παραμονήμ παναϋρκού στου Μόρφου
να τραουδώ «Ρα Μορφιτού,
που μ’ εκαμες τζ’ επέλλανα για δκυό βυζιά του κόρφου».(Και τότ’ εν ειναλίη Κύπρω… 1974)
ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΣΤΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ
Αναπολώ εκείνο τ’ Απριλιάτικο πρωινό
που σας αντίκρισα ξαφνικά
κόκκινο χαλί πέρα για πέρα,
from wall to wall,
που κλέψατε την παράσταση απ’ τις πορτοκαλιές και τους ανθούς.(Επί σφαγήν 1985)
.
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ (1965)
Κάποιος ακούμπησε στο παράθυρο να σου γράψει,
ακουμπήσαμε στο παράθυρο να σου γράψουμε,
ακουμπήσαμε να σου γράψουμε μ’ αυγή και νύχτα,
γι’ αυγή και νύχτα,
μ’ ουρανό και θάλασσα
για ουρανό και θάλασσα,
να σου γράψουμε για μια συντριβή βροχής,
για ένα χρώμα βροχής,
για μιαν ανεξιλέωτη πορεία,
για μια κατεύθυνση.
Να σου πούμε για την καρδιά που ξεκίνησε
απ’ το μεσόφρυδο του αυγουστιάτικου ήλιου
μ’ ένα χρυσό κωνσταντινάτο στον λαιμό,
με μια τρίδιπλη ζώνη από τσιριξιές χελιδονιών,
μ’ ένα ξέχειλο κύπελλο κορυδαλλούς,
να σου πούμε για την καρδιά που ξεκίνησε
απ’ την ανεπανόρθωτη προσδοκία,
χωρίς να ξέρει πως δεν υπήρχε αφετηρία στην αφετηρία,
πως δεν υπήρχε δρόμος στον δρόμο,Μητέρα, δεν ήταν ανοιξιάτικη μπόρα
που την περιμένουν πρόχειρα σε κάνα υπόστεγο τα σπουργίτια
για να πέσουν έπειτα πίσω της
με κουδούνια και πηδήματα κι εμπαιγμούς.
Μητέρα, δεν βλέπεις πως μας αφαίρεσαν τα οστά
και σωριαζόμαστε στο παραμικρό
και προσπίπτουμε;
Μητέρα, τ’ αμπέλια δεν παράγουν για μας,
οι μύθοι διακόπτονται στο κατώφλι μας.
Πρέπει όταν γεννηθήκαμε
να ’κλεισαν πίσω μας όλες οι πόρτες, δεν πρόσεξες;
Πρέπει όταν γεννηθήκαμε
το χωριό να διαγράφτηκε, δεν πρόσεξες;…/…
Δεν ξέρω αν είναι, γράμμα που σου γράφω, μητέρα.
Δεν ξέρω αν γράφω όταν γράφω.
Είναι στιγμές που νομίζω πως μου υφαρπάζουν την πένα,
πως μου υποκαθιστούν την πένα,
πως μου υποκαθιστούν τις λέξεις,
πως μου τις παίρνουν,
πως μου τις παίρνει ο άνεμος,
πως μου τις παίρνει το γέλιο των παιδιών,
πως μου τις παίρνουν τα χελιδόνια στο στόμα και τρέχουν
και κάτι άλλο μένει στα χέρια μου,
κάτι άλλο προσκολλάται στο χαρτί,
κάτι άλλο ταλαντεύεται στο χαρτί,
κάτι άλλο διερωτάται,
κάτι άλλο προστρέχει,
ένα ξένο πράγμα, ένα ρήγμα, μια διακόρευση,
μια χούφτα τελείες, μια σειρά μαύρες τελείες,
ένα ανομοειδές υπόλοιπο αποστάξεωςΨέμα το μεγάλο μαύρο φίδι, που διασταύρωνε τον δρόμο μας
ψέμα πως επιστρέφουν οι εξόριστο
ψέμα οι επαναπατρισμοί,
ψέμα πως άνοιξαν τα σύνορα.
Μητέρα, θα επανέλθει, σου λέω, το θέμα των νεκρών,
θα επανεισαχθεί.Δεν είν’ η αυγή αυγή, μητέρα.
δεν είναι λευκά τα περιθώρια των βιβλίων,
δεν είναι λευκά τα περιθώρια της ζωής.
είναι πιο κείμενα απ’ τα κείμενα,
είναι πιο δράματα απ’ τα δράματα.
Είν’ όλα μια συμπαιγνία, μητέρα,
Είν’ όλα μια έξαλλη συμπαιγνία, μητέρα.Θα σου ξαναγράψω.
.
ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ (1972)
Υποσχέθηκα να σου ξαναγράψω
και σου ξαναγράφω, μητέρα.
Δεν ξέρω πόσο άργησα
γιατί δεν επιτρέπω πια στα εκκρεμή
να πηγαινοέρχονται μπροστά μου
και να κοιτάζουν
και να παρακολουθούν
και να κατασκοπεύουνΕίναι πραγματικά περίεργο πως χτυπούσαμε διαρκώς άλλο,
και ξανά στο ένα και ξανά στ’ άλλο,
και τ’ άνοιγμα που ήταν μια διάλειψη παραπέρα
δεν το βρίσκαμε να φύγουμε στο φως,
και τ’ άνοιγμα που ήταν μια ρωγμή παραπέρα,
μια ψιλή παραπέρα,
δεν το βρίσκαμε να φύγουμε στον Απρίλη.Μητέρα, διαισθάνομαι πως το γράμμα μου άρχισε να διασπάται,
διαισθάνομαι πως η συνοχή που επεδίωξα άρχισε να διασπάται,
πως η δομή που ήλπιζα άρχισε να διασπάται
σαν τις κουρασμένες τετράδες των μαθητικών παρελάσεων
όταν προσεγγίζουν το τέρμα…/…
Εγκαταλείπω τη συνοχή, μητέρα,
εγκαταλείπω τη δομή, μητέρα,
εγκαταλείπω τη συνέπεια,
δεν μπορεί να υπάρξει συνέπεια
έτσι που τώρα μιλώ για λογαριασμό όλων
και τώρα για δικό μου,
έτσι που τώρα είμαι όλοι
και τώρα είμαι μόνος,
έτσι που τώρα διαχωρίζομαι πλήρως
και τώρα ενούμαι* πλήρως,
και τώρα ταυτίζομαι πλήρως,
σαν το μικρό τρελό κλαδί της λυγαριάς
που τη μια στιγμή αποσπάται και λυγίζει εδώθε,
και λυγίζει ενάντια εδώθε
μέσ’ στις τσιριξιές και τα χειροκροτήματα των σπουργιτιών,
τριγυρισμένο απ’ τις τσιριξιές και τα χειροκροτήματα των σπουργιτιών,
και την άλλη στιγμή σμίγει στην κατεύθυνση των λοιπών,
και την άλλη στιγμή σμίγει στην υπακοή τους,
σμίγει στην ενότητά τους
και δεν διαφωνεί
και «τ’ είχαν και τσίριζαν τα σπουργίτια;»
και «τ’ είχαν και χειροκροτούσαν τα σπουργίτια;»,
σαν το μικρό τρελό πουλί
που ξαφνικά ξεκόβει και λες αλλού τραβά,
και λες σίγουρα αλλού τραβά
και μπράβο του,
μα ίδια ξαφνικά ύστερα πίσω τρεχάλα να φτάξει τ’ άλλα,
ύστερα πίσω αγωνία να φτάξει τ’ άλλα,κι εσύ δεν ξέρεις πια
αν έστω κι απ’ αυτή τη δειλή μεταμελημένη απόπειρα
βγήκε κάτι
ή αν χειρότερα τώρα.ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ
Μητέρα, αν το βρεις βαρύ το γράμμα μου,
είναι που σκύβει απάνω του ο Πενταδάχτυλος φορτωμένος Τούρκο.αν το βρεις ασήκωτο,
είναι, που γονατίζει απάνω του ο Πενταδάχτυλος φορτωμένος Τούρκο.Θα τα ’χεις μάθει αυτά, μητέρα,
θα ’χεις μάθει για τον Πενταδάχτυλο.
Λοιπόν, τα μεσημέρια ακούγονται κάτι παράξενες φωνές.
λοιπόν, τα μεσημέρια ακούγονται κάτι ξερά τριξίματα
σαν να ξεκολλούν βράχοι απ’ την κορφή του Κυπαρισσόβου
Και τις νύχτες βογγά στις πλαγιές του
το αίμα των σκοτωμένων παιδιών
και κυλά στις κρεβατοκάμαρές μας
και καταβρέχει τα βιβλία μας
και καταβρέχει τους στίχους μας
και καταβρέχει την αναπνοή μας.Τις νύχτες τρία παράξενα ματωμένα φώτα
μας σημαδεύουν απ’ τις πλαγιές του, μητέρα,
τρία παράξενα ματωμένα φώτα
μας σημαδεύουν απ’ την κουκούλα του.
Ναι, μητέρα, την κουκούλα του,
αυτή την ίδια φοβερή μαύρη κουκούλα
που φορούσαν οι καταδότες στην Επανάσταση
και λαμπύριζαν παγωμένα τα μάτια τους μέσ’ απ’ τις δυο τρύπες
όταν σήκωναν το χέρι να μας δείξουν.Στοίχειωσε, μητέρα, στοίχειωσε. σου λέω, ο Πενταδάχτυλος
και δεν ξέρω, τον μισήσαμε, τον μισήσαμε.
Τον μισήσαμε χωρίς να μπορούμε να το πούμε, μητέρα,
γιατί πώς να το πούμε που χιλιάδες άλλοι ελπίζουν
να κρύβει στις σπηλιές του τους «αγνοούμενους» τους,
που χιλιάδες άλλοι κρεμάστηκαν απάνω του και περιμένουν;Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα ο Πενταδάχτυλος, μητέρα.
Στο κάτω-κάτω το Μόρφου δεν το βλέπουμε,
στο κάτω-κάτω την Κερύνεια δεν τη βλέπουμε,
την Αμμόχωστο δεν τη βλέπουμε,
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντι μας
όμως αυτός είναι διαρκώς εκεί απέναντι μας
και μας κοιτάζει
και μας κοιτάζει μ’ έναν τρόπο,
και κάθεται βραχνάς και μολύβι στο στήθος μας,
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντι μας
και δεν μπορεί να κρυβεί σαν το Μόρφου,
και δεν μπορεί να κρυβεί σαν την Κερύνια
και σαν την Αμμόχωστο.
Και λέει: «Λοιπόν»;
Και μας ρωτά: «Λοιπόν»;Μητέρα, η Λευκωσία είναι πια ένα λυπημένο παιδάκι
που του κάκου προσπαθείς να το χάνεις να χαμογελάσει.…/…
Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς
και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό
στη θάλασσα της Κερύνειας,
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει.Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της.
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-
και την περιμέναμε,
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,
κι όπου να’ ναι άκου την!Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,
τι αντίλαλος ήταν εκείνος,
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους
και τους αδελφούς και τους πατέρες
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα.
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»
Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο,
ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε
σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας,
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόταν,
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,
έχω αντίγραφα.…/…
Μητέρα θυμάσαι τον ουρανό
πούχαμε δεμένο κόμπο στο μαντήλι;
Μας τον πήραν οι ταχυδακτυλουργοί, μητέρα
Έτσι όπως πριν την μπάλα μεσ’ απ’ το κουτί.
Θυμάσαι το ρυάκι πού ‘πλενε τα πόδια μας,
θυμάσαι το ρυάκι που του πλέναμε τα πόδια,
θυμάσαι τις λευκές κραυγές στη χαράδρα;
Θυμάσαι τις φλυαρίες που ράμφιζαν τη ρόγα της αυγής,
θυμάσαι τους ψιθύρους που μηχανορραφούσαν την άνοιξη,
θυμάσαι τα περιστέρια πού ‘σκυβαν μεσ’ στον ήλιο
να πιούν νερό στη χούφτα του,
θυμάσαι τ’ όνειρο που κυλούσε κι έφευγε απάνω απ’ τις
φτερούγες τους,
θυμάσαι τ’ όνειρο που κρεμόταν κάτω απ’ το λαιμό τους,
τ’ όνειρο που σκαρφάλωνε στις σημαίες τους;
Τώρα οξειδώθηκαν όλα μέσα μας, μητέρα,
τώρα σκέβρωσαν όλα μέσα μας..
ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ…
Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
όλοι εμείς το διαμπερές τραύμα της Γης,
λευκοί και μαύροι και κίτρινοι,
«ανεπτυγμένοι» και «υπανάπτυκτοι»,
πλούσιοι και φτωχοί,
που τους γράφουμε απάνω στο χιόνι,
που τους γράφουμε απάνω στην άμμο,
απάνω στον ήλιο, απάνω στη βροχή,
απάνω στο πεζοδρόμιο,
απάνω στους χαρταετούς της καρδιάς μας,
απάνω στα υπόγεια της καρδιάς μας,
στα σαλόνια και στις σοφίτες,
με πέννα και με κάρβουνο,
όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον ανοιχτό πίνακα,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον υπαίθριο πίνακα,
με τις κιμωλίες μας στεγνές ή βρεγμένες,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε με το αίμα μας,
σε μια παντιέρα που δεν τη γνωρίσαμε ακόμα,
σε μια παντιέρα που την ψάχνουμε ψηλαφητά μες στους αιώνες,
σε μια παντιέρα που μας αποκρύβεται
για να μην τελειώσει,
που μας ξέρει και αποκρύβεται
για να μην την παρατήσουμε,
σε μια παντιέρα που δεν τη βλέπουμε
μα σφιγγόμαστε γύρω της,
που δεν τη βλέπουμε μα κρεμαζόμαστε απάνω της,
που δεν ξέρουμε αν υπάρχει μα δεν το συζητάμε.
Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους
μπροστά στο φεγγάρι ή στο εχτελεστικό απόσπασμα
κι ανακυκλωνόμαστε και δεν εκλείπουμε
απ’ τον Όμηρο ή και πιο πριν ή και πάντα
μέχρι τον τελευταίο μας άσημο,
όλοι εμείς –τι σύμπτωση!
Χωρίς καμιά προσυνεννόηση,
χωρίς καμιά προεπαφή!
Τι παράξενη σύμπτωση, αδερφοί μου!ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
Ελάχιστοι μας διαβάζουν,
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά.ΘΕΜΑ ΓΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑ
Τέσσερα ξιπόλητα παιδιά
ήρθαν να δουν τη μητέρα τους στο Νοσοκομείο.
Είναι γύρω απ’ το κρεβάτι της.
Και δεν μιλούν.
Τι να πουν; Δεν ξέρουν τι να πουν. 5
Μιλά εκείνη. Μιλά διαρκώς εκείνη.
Και τα ρωτά και τα ρωτά
χωρίς να περιμένει απάντηση
και τους πασπατεύει τα κεφάλια.
Έπειτα τους δίνει τέσσερις καραμέλες 10
που της τις πρόσφερε χτες μια άλλη άρρωστη
και τις φύλαξε
(Της είχε πει: «Μπορώ να πάρω τέσσερις;»).
Όταν χτύπησε το κουδούνι τα παιδιά έφυγαν,
τα δυο μεγάλα έσερναν τα δυο μικρά κι έφυγαν. 15
Ξιπόλητα καθώς ήταν, σιωπηλά καθώς ήταν,
έφυγαν σα γατάκια.
Μα δεν έφυγαν αμέσως απ’ το Νοσοκομείο,
έμειναν πολλή ώρα ακόμα στην αυλή.
Κι η μητέρα όλο και ρωτά τις νοσοκόμες 20
αν τα βλέπουν απ’ το μπαλκόνι,
όλο και ρωτά.ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ
Πολύ μ’ απασχολεί αυτό το κορίτσι
που ακούμπησε τ’ απόγεμα
το πρόσωπο στο τζάμι
και κάρφωσε το βλέμμα στον δρόμο
χωρίς να βλέπει,
και προσήλωσε την προσοχή στον δρόμο
χωρίς να προσέχει.ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ
Πώς καταντά, παιδί μου, αυτή η ζωή
στα χέρια μιας πολυκατοικίας.
Τι σύμφυρμα, τι παρδαλός συνωστισμός
ανθρώπων που συναπαντιένται στις σκάλες
και στους ανελκυστήρες βιαστικοί,
με το τσιγάρο στο στόμα,
συνοφρυωμένοι*, πολυάσχολοι,
χωρίς χαιρετισμό, χωρίς χαμόγελο,
χωρίς γειτονικό δεσμό.
Οι αρχιτέχτονες κι οι Ουγγαρέζες ορχηστρίδες*
κι οι χτηματομεσίτες κι ο παιδίατρος
και το προσωπικό του Εμπορικού Επιμελητηρίου.
Τελοσπάντων…[Άτιτλη στιγμή]
Γιατί τόσα Μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη
κι ούτ’ ένα στον Άγνωστο Άνθρωπο;
Εμείς πού θα βάνουμε τα στεφάνια μας;ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΙΚΑΡΙΔΗΣ
Όταν διάβασα την ιστορία σου
το βράδι είχα πυρετό.ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ
Εμείς; Τι είμαστε εμείς;
Μπορεί να το διαβάσουμε με θλίψη (πολλή; Καλά, πολλή),
μπορεί να το συζητήσουμε με πόνο (αν και πόσο καιρό κι αυτό;),
μπορεί –οι πιο ευαίσθητοι– να τ’ αγρυπνήσουμε
(αν και πόσες νύχτες;),
μα τίποτ’ άλλο.
Όλα τ’ άλλα είν’ της μητέρας του παιδιού.ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΗΣ
Απλώστε την ομίχλη
μην πέσει σήμερα στα στάχυα του
η αναπόφευχτη χαρά των κορυδαλλών.ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ
Εκείνο τ’ «όχι» δεν το επανέλαβε η ηχώ,
ήταν πολύ βαρύ για να το μεταφέρει.ΠΡΟΣ ΚΑΛΒΟ (ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ)
Επανάλαβε εκείνο το «ωραία και μόνη»,
επανάλαβε εκείνο το «ωραία και μόνη».ΟΙ ΦΟΒΕΡΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 1963
ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΤόσα χρόνια αναζητούσαμε θέματα.
Να τα, λοιπόν, τώρα!
Να που όταν, επί παραδείγματι,
πήραν τον σκοτωμένο
απ’ τ’ αντικρινό οικόπεδο
δεν πρόσεξαν την τσάντα με το πρόγευμα
που του είχε ετοιμάσει η γυναίκα του
και παρέμεινε.ΕΝΑ ΤΟΥΡΚΑΚΙ ΣΤΟ ΚΙΟΝΕΛΙ ΤΟ 1966
Μ’ ενδιαφέρει αυτό το χαμόγελο του μικρού παιδιού
που τ’ αγνοήσαμε και μας ανέμισε
ένα χεράκι χελιδόνι,
που τ’ αντιπαρήλθαμε και μας ανέμισε
ένα χεράκι γιασεμί.[Άτιτλη στιγμή]
Με μια καρδιά που άλλα της λες
κι άλλα καταλαβαίνει.ΝΥΧΤΕΣ
Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
Θα ‘σαι μονάχοςκι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,
κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,
όσο κι αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι,
από τα πόδια ως το κεφάλι,
μυαλό, κορμίν, αισθήματα, καρδιά.Με τόση δα χαράν αναγαλλιάζουμε,
με τόση ελπίδα φτερουγάμε,
λατρεύουμε τον κόσμο για το τίποτα
και για το τίποτα μισάμε.Τώρα σχεδιάζουμε την πιο σκληρήν εκδίκηση
και λέμε τι θα κάνουμε και λέμε
και να την άλλη τη στιγμήν αγνώριστοι
κλαίει ένα παιδάκι στη γωνιά και κλαίμε.Σωρούς όνειρα πλάθουμεν ατέλειωτους,
να ρίξουμε τ’ αστέρια στην ποδιά μας,
μ’ αν τύχη και τα βρούμε ξάφνου ανάποδα
δεν μας πειράζει να καθήσουμε στ’ αυγά μας.Στ’ αυγά μας κι’ όμως έτοιμοι οι λεβέντηδες.
Μια τόση προοπτικούλα να προβάλη
κι’ αρχίζουν να φουντώνουν πάλι τα όνειρα
και νάτο σκώνεται τ’ ανθρώπινο κεφάλι.Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,
όσο κι’ αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι.ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΑΥΣΗ
Δεν ξέρω πως έγινε
και περιπλεχτήκαμε τόσο πολύ
με τόσες σκέψεις κ’ έγνοιες και προβλήματα
που να μη μπορούμε πια
να πάρουμε ένα σπόγγο
και να τα σβήσουμε λίγη ώρα
απ’ τον πίνακα του κουρασμένου μας μυαλού.Δεν ξέρω πως αυτό το μυαλό
δεν έχει πια πόδια ν’ απλώσει στην ανάπαυση,
δεν έχει στενά παπούτσια να πετάξη
μ’ ανακούφιση το βράδυ μακρυά,
δεν έχει βλέφαρα να κλείσουν τα μάτια του,
δεν έχει στόμα για χασμουρητό.Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο
το κρατάν άγρυπνο και τ’ ανακρίνουν οι αστυνομικοί
με το ηλεχτρικό φανάρι καρφωμένο στο πρόσωπό του.Όλα μπορούν να υπάρξουν,
η θάλασσα μπορεί να υπάρξη
κι όμως εμείς δεν μπορούμε
να καθήσουμε στο βράχο
και να την κυτάξουμε σαν πριν
πλατειά, χωρίς αιχμή, χωρίς σκέψη.Όλα μπορούν να υπάρξουν
κι όμως εμείς δε μπορούμε πια να συγκεντρωθούμε
σε μια κάποια μικρούλα, νοσταλγημένη ανάπαυση..
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΗΣ ΖΩΗΣ (1954)
ΑΝΑΠΟΔΙΕΣ
Ήρθαν, παιδάκι μου, ανάποδα όλα
κι αντί μεγάλος βγήκες μικρός,
τόσο που ακόμα κι’ αυτός ο Ντίνος
τώρα ειν’ καλήτερός σου κι εκείνος.Αντί να κάνης αυτό και το,
όπως λογάριαζες στα όνειρά σου,
έβανες όλα τα δυνατά σου,
κ’ έκανες ένα μηδενικό.Δεν λέω πως ήταν υπερβολές σου,
πιστεύω μάλιστα σοβαρά
πως αν δεν ήταν οι αναποδιές σου
θα διακρινόσουνα μια χαρά.Μα πως να πείσης το πλήθος τ’ άπειρο
πως η ειμαρμένη σ’ έβγαλε ανάπηρο;
Κι αν πης ακόμα πως δεν σε νοιάζει
τι λέει ο κοσμάκης και πως δικάζει,ούτε κι ο δάσκαλος του χωριού σου
-πρώτος ινβέντορας του «μυαλού» σου-
ή οι πιο αμετάπειστοι θαυμαστές σου:
φίλοι, αγαπούλες, συμμαθητές σου,αν πης δεν έχεις να δώσεις λόγο
σ’ όσους προχώρησαν παρακάτω
κ’ έλεγαν ότι η μικρή μας νήσος
εσένα χρόνια θα πρόσμενε ίσως,όμως του γέρου αγαθού πατέρα σου
που έτσι κατάπληχτο χτες τον είδες
ξέρω πως θάδινες -τι δεν θαδινες-
να μην του διάψευδες τις ελπίδες.ΕΞΙΣΩΣΗ
Μπορεί κάποια φορά
νάχε μεγάλη διαφορά
μπορεί μια τέτοια εξίσωση νάταν γελοία
την εποχή που σπούδαζες στην Ιταλία
αγάπη και φιλοσοφία
Μα τώρα πια…
Μα τώρα πια…
Ποιος να σου τόλεγεν, αλήθεια, και να πίστευες
πως τα «προσόντα» σου θ’ αχρήστευες
σ’ αυτή τη Λευκωσία τους την ασήμαντη
την ξέβαθη λιμνούλα την ακύμαντη,
πως θάρχονταν μια μέρα που
-όπως είχες σκεφτή για τον παππού-
για εσένα που καυχόσουνα
να δείξης και να κάνης
θάταν πια το ίδιο στα εικοσιέξη σου
να ζης ή να πεθάνης.ΔΙΑΛΕΞΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ
Μικροί άνθρωποι
στις μεγάλες αίθουσες
φροντίζουν να μιλούν
για ό,τι πιο πολύ δεν ξέρουν.
Και τους ακούν με θαυμασμό
άλλοι μικρότεροί τους
και τους χειροκροτούν.
Μια τρομερήν αντήχηση
κάνουν τα κούφια χέρια που χτυπούν
των κούφιων
γιατί όλη εκείνη η κούφια απέραντη αίθουσα
έχει επίτηδες χτιστή
μ’ ηχητική πολλή
κατάλληλη για τα μικρά χειροκροτήματα.ΟΙ ΓΡΑΜΜΕΣ
Ολόγυρα συγκλίνουν οι γραμμές.
Κλωστές αράχνης αποπνιχτικές οι δρόμοι,
τα Τούρκικα σοκάκια τα στενά.
Δεν θα μπορέσουν, βέβαια, να σε σώσουν
Της Νομικής σου η τόμοι,
η πλούσια διαλεχτή σου βιβλιοθήκη
που όσο κι’ αν δεν σου χάρισε τη νίκη
ακόμα την προσέχεις σαν παιδάκι
μήπως και μπη κάνα σαράκι.
Από τις στέγες, τις γωνιές ,
προβάλλουν οι γραμμές,
πυκνές, πολλές, αμέτρητες,
ευθείες, καμπύλες, τεθλασμένες,
όσων ειδών ποτές δεν είδες,
όσες δεν ήξεραν οι Ευκλείδες,
όλες τους στον σκοπό τους ενωμένες
κ’ υπάκουες σε μιαν αόρατην αράχνη
που νοιώθεις να σιμώνη και ν’ αδράχνη
κυριαρχική, συντριπτική.
Στόχος της το έντομό σου.
Από την λαιμαργία αλλοιθωρισμένα
τα κόκκινα της μάτια καρφωμένα
απάνω σου.
Ξέρεις οριστικά
πως δεν θα της ξεφύγης
μα το έχεις συνηθίσει πια.
Κι είναι προς πίστη σου ασφαλώς
αυτή η γοργή προσαρμογή
γιατί ήταν τόσο ξαφνικό που είχες ξυπνήσει κ’ είχες βρη
μετά από τέτοια προοπτική
τον «εύελπιν» εαυτό σου Καρυωτάκη.
Μονάχα που πικραίνεσαι λιγάκι
γιατί και στους χειρότερους καιρούς
ούτ’ υποπτεύθηκε ποτές η φαντασία σου
πως θα σου γίνονταν μια μέρα
Πρέβεζα ανηλεή η Λευκωσία σου.ΜΑΤΙΑ
Στον κόσμο αυτό τα μάτια είναι,
τίποτ’ άλλο δεν είναι.
Όπου ομορφιά και ζωγραφιά
τα μάτια έχουν τη χάρη,
μάτια τον ήλιο χαίρονται
και μάτια το φεγγάρι,
τα μάτια σκύβουν ντροπαλά
στις άσπρες τις ποδιές
κι αυτά τα μάτια τα τρελλά
σμίγοντας σμίγουν τις καρδιές.ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Λοιπόν, έτσι ή κι’ αλλοιώτικα
το πέρασες το καλοκαίρι.
Δεν χρειάζεται μεγάλα πράματα
κ’ εσύ κοντά στους άλλους να περάσης,
μεσ’ στον συνωστισμό του δρόμου,
ένα καλοκαιράκι του Θεού.
Όμως με τον χειμώνα τι θα γίνη
που νάτος μάζεψε τα πρώτα σύγνεφά του
και μήνυσε πως έρχεται;
Πολλή χαρά, παιδί μου, χρειάζεσαι
για να περάσης τον χειμώνα.
Και δεν την έχης τη χαρά αυτήν εσύ.ΕΙΝ’ ΛΙΓΟ ΝΑ ΠΡΟΣΜΕΝΗΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ
Είν’ λίγο να προσμένης τους βαρβάρους του Καβάφη
Μ’ όση δραματικότητα κι αν σου το περιγραφή,
γιατί επιτέλους είν’ μια ελπίδα η προσμονή σου
πως έστω κι’ αυτοί οι βάρβαροι θ’ αλλάξουν πια την ζωή σου.
Δραματικό είναι τίποτα να μην προσμένης,
μ’ άδεια τα χέρια, την καρδιά, να μένης,
ξένος σ’ ερημικό δρομάκι ξένο
σαν φύλλο του φθινόπωρου απ’ τον άνεμο ριγμένο
και να κυτάς τριγύρω αφαιρεμένα
αυτά τα τόσα πράγματα τα ξένα,
να μην αναγνωρίζης τη φωνή σου,
ναχη κοπή του κόσμου τους κάθε δεσμός μαζί σου
και το χειρότερον απ’ όλα ακόμα,
να μη βλέπης τη λύση στο χώμα,
τη λύση που εμπιστεύονται και άρπουν οι απελπισμένοι,
να μην ξέρης αν δεν σου είναι το ίδιο κ´ οι τάφοι ξένοι.ΝΥΧΤΕΣ
Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.
Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,
Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
Θα ‘σαι μονάχος
κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,
κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.ΝΕΥΡΟΠΑΘΕΙΑ
Συγχώρεσέ με, φίλε μου,
που ενώ είχαμε μαζί,
σαν από κάποια συμφωνία μας μυστική,
κινήσει για τη νευροπάθεια
κ’ είχαμε προχωρήσει κι’ αρκετά
στα σκοτεινά της μονοπάτια θαρρετά,
έδειξα τόσην εγώ αστάθεια
που την αποφύγα και σ’ άφησα μονάχο
να γίνω οικογενειάρχης νουνεχής,
ενώ να εσύ τι συνεπής
έγινες πρώτης τάξεως
νευροπαθής.
Ντράπηκα που σ’ αντίκρυσα
προχτές στον δρόμο
με τον σταυρό της μοίρας της γενιάς μας
στον κοκκαλιάρικο ώμο,
σ´ όλη τη φόρμα σου,
στο πλέριο φτάξιμό σου.
Είχε το βλέμμα σου που μούρριξες
μεγάλη δόση, βέβαια, θρίαμβο
μα ωστόσο διάβασα με πόνο στη γωνιά του
κάποιου κρυφού παράπονου τον ίαμβο,
γι’ αυτό σου λέω πως ντράπηκα.
Σε γέλασα, καλέ μου φίλε, και συγχώρεσέ με,
αν και, για να με ειλικρινής,
-μην υποθέσης που στο λέω για παρηγόρια-
δεν ξέρω, αλήθεια, κι ορισμένως,
ποιος απ’ τους δυο είν’ ο γελασμένος.ΑΛΓΕΒΡΑ
Λοιπόν, τολύσες τόσο απλά
το πρόβλημά σου, φίλε μου.
Κι’ όσο που σκέφτομαι πως στο γυμνάσιο
δεν τα κατάφερνες καθόλου στα προβλήματα.
Αλήθεια πως δεν είναι τα σχολεία
μα η κοινωνία που τ’ απονέμει τα βραβεία.
Εγώ ο κουτός, ο πρώτος σας στις άλγεβρες,
πούχα γραμμή πάρει όλα τα αριστεία,
έκανα μια καταγραφή περίεργη
μ’ άγνωστους χίλιους δυο
που μου τα μπέρδεψαν.
Ενώ τι θετικός εσύ!
Ένα άγνωστο κατέγραψες μονάχα,
τον κεντρικό πυρήνα της δικής μου εξισώσης,
το πρώτο προαπαιτούμενο,
την πέτρα του σκανδάλου.
Κι ήταν το πρόβλημα σου τέτοιο, μάλιστα,
που ούτε χρειαζόταν να το λύσης
ως προς αυτόν τον άγνωστο.ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
Στην ψυχή της άγιας αδερφής μου
Δεν λέω Θέ μου, δεν είν’ όμορφος ο κόσμος Σου,
δεν ξέρω τις δικές Σου απόψεις για το ζήτημα,
δεν ξέρω αν μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση,
όμως επίτρεψέ μου ταπεινά
να κάνω κάποια παρατήρηση
λιγάκι δημοκρατικά
όπως τόσον ορθά
μας έμαθαν οι πιο σοφοί συνάνθρωποί μας:
Ανεξαρτήτως άλλων επιφυλάξεων
κι άλλων σημείων συζητησίμων
δεν δέχεται αμφισβήτηση, θαρρώ, το πως
(πράμα π’ αυξάνει διηνεκώς
το χρέος της θλίψης της ανθρώπινης)
η σύντομη χαρά των ερχομών μας, Θέ μου,
δεν είν’ ουδόλως αρκετή να ισοσταθμίση
την άμετρη κι’ ατέλειωτην
οδύνη των αναχωρήσεων..
ΣΤΙΓΜΕΣ 1958
ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΑΥΣΗ
Δεν ξέρω πως έγινε
και περιπλεχτήκαμε τόσο πολύ
με τόσες σκέψεις κ’ έγνοιες και προβλήματα
που να μη μπορούμε πια
να πάρουμε ένα σπόγγο
και να τα σβήσουμε λίγη ώρα
απ’ τον πίνακα του κουρασμένου μας μυαλού.
Δεν ξέρω πως αυτό το μυαλό
δεν έχει πια πόδια ν’ απλώσει στην ανάπαυση,
δεν έχει στενά παπούτσια να πετάξη
μ’ ανακούφιση το βράδυ μακρυά,
δεν έχει βλέφαρα να κλείσουν τα μάτια του,
δεν έχει στόμα για χασμουρητό.
Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο
το κρατάν άγρυπνο και τ’ ανακρίνουν οι αστυνομικοί
με το ηλεχτρικό φανάρι καρφωμένο στο πρόσωπό του.
Όλα μπορούν να υπάρξουν,
η θάλασσα μπορεί να υπάρξη
κι όμως εμείς δεν μπορούμε
να καθήσουμε στο βράχο
και να την κυτάξουμε σαν πριν
πλατειά, χωρίς αιχμή, χωρίς σκέψη.
Όλα μπορούν να υπάρξουν
κι όμως εμείς δε μπορούμε πια να συγκεντρωθούμε
σε μια κάποια μικρούλα, νοσταλγημένη ανάπαυση.ΠΡΟΧΕΙΡΟΤΗΤΕΣ
Πήραν πρώτα τα μέτρα μας
για να μπορούμε να φοράμε παπούτσια,
για να μπορούμε να μιλάμε αναλόγως,
για να μπορέσουμε να αφομοιωθούμε;
Όχι.
Βλέπετε, λοιπόν, τι προχειρότητες;
Να πης δεν ήξεραν;
Αντιθέτως, ήξεραν πολύ καλά
τι ανόητα παιδιά θαπαιζαν μέσα μας,
ήξεραν πολύ καλά
με τι αισθήματα μας παραγέμιζαν,
τι καρδιά μας κούρδιζαν.ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑΜΕ
Κουραστήκαμε να φυτεύουμε ανόητα άνθη,
κουραστήκαμε να διεκδικούμε μηδαμινές καλωσύνες,
να κουμπώνουμε σακκάκια,
και να εκθέτουμε επιφάνειες
σ’ έναν κόσμο που το φως του
ικανοποιείται σ’ αυτές,
που σταματά σ’ αυτές
κι’ αντανακλάται μ’ ελαφρή καρδιά.
Αν πρόκειται να συνεχίσουμε
πρέπει ν΄ανασκαφούν όλα απ’ την αρχή,
πρέπει ν’ αλλάξη πολιτική ο ήλιος,
πρέπει να μη γυαλίζη πια
τα χρυσά κουμπιά των σακκακιών μας.ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,
όσο κι αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι,
από τα πόδια ως το κεφάλι,
μυαλό, κορμίν, αισθήματα, καρδιά.Με τόση δα χαράν αναγαλλιάζουμε,
με τόση ελπίδα φτερουγάμε,
λατρεύουμε τον κόσμο για το τίποτα
και για το τίποτα μισάμε.Τώρα σχεδιάζουμε την πιο σκληρήν εκδίκηση
και λέμε τι θα κάνουμε και λέμε
και να την άλλη τη στιγμήν αγνώριστοι
κλαίει ένα παιδάκι στη γωνιά και κλαίμε.Σωρούς όνειρα πλάθουμεν ατέλειωτους,
να ρίξουμε τ’ αστέρια στην ποδιά μας,
μ’ αν τύχη και τα βρούμε ξάφνου ανάποδα
δεν μας πειράζει να καθήσουμε στ’ αυγά μας.Στ’ αυγά μας κι’ όμως έτοιμοι οι λεβέντηδες.
Μια τόση προοπτικούλα να προβάλη
κι’ αρχίζουν να φουντώνουν πάλι τα όνειρα
και νάτο σκώνεται τ’ ανθρώπινο κεφάλι.Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,
όσο κι’ αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι.ΜΟΙΡΑ
Εμπνευσμένο από στίχους του Λαπαθιώτη.
Τι μοίρα είχες, ψυχή μου ντελικάτη,
νάχης τον στίχο μονοπάτι.
Και μονοπάτι που δεν γνώρισε λειμώνα,
που δεν απάντησε στον δρόμο του ανεμώνα,
κι όλο γυρεύει ένα σημάδι
και ψηλαφά μεσ’ στο σκοτάδι.
Τι μοίρα νάχης μοίρα μαντζουράνας
π’ ούτε στολίζεται ούτε ανθίζει,
που αν δεν πονέση δεν μυρίζει..
.
Έθθα σου πω
Έθθα σου πω, Δροσούλλ’, ασ σ’ αγαπώ
τζ’ ας κλαίσιν τα γρουσά σου τα μματούδκια
τζ’ ας βκαίννουσιμ μισά ’που τογ καμόν
τα παραπονημένα σου λοούδκια.Εσού ’σαι τα χαράματα του φου
που μολοούσιμ* μέραν τζαι ξιφώτιν*,
εγιώνι το σουρούππιασμαν. Λαλώ,
μ’ όπου τζαι νάν’ η νύχτα καρτερώ την.Εσού ξεπεταρούιμ που πετά
τζ’ όπκοια βρεθούν ομπρός του αγαπά τα·
έντζαι δικλά* ποττέ πίσω να δει,
φιλιά μέ* λοβαρκάζει με μετρά τα.Εγιώ ’μως λοβαρκάζω το φιλίν
γιατ’ εν είμαι τζ’ εγιώ ξεπεταρούιν
τζαι μεμ παραπονιέσαι τζαι κανεί,
μεν τρέμει τ’ όμορφόσ σου το σειλούιν.Εσού ’σαι ’νας αθθός της λεμονιάς
τζ’ εγιώνι τ’ ολοτζίτρινολ λεμόνι (ν)·
εσού ’σαι παναΰριμ π’ αρκινά
τζ’ εγιώνι παναΰριμ που τελειώννει.Έθθα σου πω, Δροσούλλ’, ας σ’ αγαπώ
τζ’ ας κλαίσιν τα μματούδκια σ’ ομπροστά μου.
Κάλλιον τωρά να κλάψουφ φανερά
παρά να κλαίσιν ύστερις κρυφά μου..
Αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και στη συνέχεια πήγε στην Ελλάδα, όπου σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Παρακολούθησε επίσης πολιτικές και οικονομικές επιστήμες. Επιστρέφοντας στην Κύπρο μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, δεν μπόρεσε να εξασκήσει το επάγγελμα του νομικού επειδή δεν του το επέτρεψε η τότε αποικιακή κυβέρνηση. Έτσι ασχολήθηκε με διάφορα άλλα επαγγέλματα, ως ιδιωτικός υπάλληλος, καθηγητής, δημοσιογράφος, διευθυντής των γραφείων της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας στην Καλαβασό, γενικός γραμματέας της Εμποροβιομηχανικής Ομοσπονδίας Κύπρου και διευθυντής του «Κυπριακού Εμπορικού Περιοδικού». Το 1961 διορίστηκε διευθυντής του Τμήματος Τουρισμού της Κύπρου, σ’ αυτή δε τη θέση υπηρέτησε μέχρι την αφυπηρέτησή του το 1976.
Ως δημοσιογράφος, εξέδωσε κατά το 1946-47 την εφημερίδα Ἐλευθέρα Φωνή. Το 1959 εξέδωσε, μαζί με τον Π. Μπενάκη, την εφημερίδα Ἐμπορική. Πιο πριν, το 1944, εξέδωσε μαζί με τον Φ. Μουσουλίδη το θεατρικό και λογοτεχνικό περιοδικό Θέατρο. Το 1946-47 ο Κ. Μόντης εξέδιδε το Δελτίον του Κυπριακού Εμπορικού Επιμελητηρίου. Εξέδωσε επίσης τα οικονομολογικά δίγλωσσα (ελληνικά -αγγλικά) περιοδικά Cyprus Chamber of Commerce Journal και Cyprus Trade Journal. Εργάστηκε επίσης ως μεταφραστής, κυρίως για τον υποτιτλισμό εκατοντάδων κινηματογραφικών ταινιών.
Ιδίως στα χρόνια του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, ανέπτυξε πλούσια όσο και αξιόλογη θεατρική δραστηριότητα.
Μαζί με τους Αχιλλέα Λυμπουρίδη και Φοίβο Μουσουλίδη, ίδρυσε το 1942 το θέατρο Λυρικόν για τις ανάγκες του οποίου έγραψε πολλές επιθεωρήσεις, οπερετικά και ηθογραφικά σκετς κ.α. Οι επιθεωρήσεις που έγραψε, τόσο για το Λυρικόν όσο και για άλλα θεατρικά σχήματα και για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ήσαν γύρω στις 40. Μεγάλη επιτυχία είχαν τα διάφορα σατιρικά νούμερα που έγραψε, όπως και οι στίχοι τραγουδιών.
Κατά τη διάρκεια του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα 1955-59, ο Κώστας Μόντης υπηρέτησε ως μέλος της ΕΟΚΑ και είχε την πολιτική καθοδήγηση των μελών της για την επαρχία Λευκωσίας.
Ο Κώστας Μόντης ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιητής, μυθιστοριογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα της μεταπολεμικής περιόδου. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφρασθεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Σουηδικά, Ρωσικά και σε άλλες γλώσσες. Το 1980 τιμήθηκε με τον τίτλο του «δαφνοστεφούς ποιητή» (Poet Laureate) από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού.. Το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ανάλογη τιμή δέχτηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 2001.
Πέθανε την 1η Μαρτίου 2004.Βιβλία
- 1934 -- Με μέτρο και χωρίς μέτρο
- 1939 -- Γκαμήλες και άλλα διηγήματα
- 1944 -- Ταπεινή Ζωή (Διηγήματα)
- 1946 -- Minima (Ποιήματα)
- 1954 -- Τα τραγούδια της Ταπεινής Ζωής
- (Ποιήματα)
- 1958 -- Στιγμές (Ποιήματα)
- 1960 -- Συμπλήρωμα των Στιγμών
- (Ποιήματα)
- 1962 -- Ποίηση του Κώστα Μόντη
- 1964 -- Κλειστές Πόρτες (Νουβέλλα
- --Χρονικό)
- 1965 -- Γράμμα στη μητέρα και άλλοι
- στίχοι
- 1965 -- Ανθολογία Κυπριακής Ποιήσ
- εως
- (Απ' τ' αρχαία
- χρόνια ως
- σήμερα) (σε συνεργασία με τον Ανδρέα
- Χριστοφίδη)
- 1965 -- Moments (Αγγλική έκδοση, μεταφρ.
- Amaranth Sitas
- & Charles
- Dodd)
- 1968 -- Αγνώστω Ανθρώπω (Ποιήματα)
- 1969 -- Εξ ιμερτής Κύπρου (Ποιήματα)
- 1969 -- Ανθολογία νέων Κυπρίων ποιητών
- 1970 -- Εν Λευκωσία τη (Ποιήματα)
- 1970 -- Διηγήματα
- 1971 -- Κυπριακά Δημοτικά Τραγούδια
- (επεξεργασμένα κριτικά)
- 1972 -- Δεύτερο Γράμμα στη Μητέρα
- 1972 -- Αριστοφάνη Λυσιστράτη (μεταφρ. στο
- Κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα)
- 1972 -- Anthologie de la Poesie Chypriote
- (Γαλλική έκδοση, μεταφρ. σε συνεργασία
- με τους Henry Aufrere και Ανδρέα
- Χριστοφίδη)
- 1973 -- Ανθολογία Κυπριακής Ποιήσεως
- (2η έκδοση)
- 1973 -- Απαγορεύεται η είσοδος στο άγχος
- (θεατρικό μονόπρακτο)
- 1974 -- Και τότ' εν ειναλίη Κύπρω .. (Ποιήματα)
- 1974 -- Anthology of Cypriot Poetry (Αγγλική έκδοση,
- μεταφρ. σε συνεργασία με τον Ανδρέα Χριστοφίδη
- και την Amy Mims)
- 1975 -- Πικραινόμενος εν εαυτώ (Ποιήματα)
- 1976 -- Κύπρος εν Αυλίδι (Ποιήματα)
- 1976 -- Ποιήματα για μικρά και μεγάλα παιδιά
- 1978 -- Επιλογή από τις Στιγμές
- 1980 -- Ο αφέντης Μπατίστας και τ' άλλα (Μυθιστόρημα)
- 1980 -- Στη γλώσσα που πρωτομίλησα (Ποιήματα)
- 1980 -- Κύπρια ειδώλια (Ποιήματα)
- 1982 -- Μετά φόβου ανθρώπου (Ποιήματα)
- 1983 -- Αντίμαχα (Ποιήματα)
- 1984 -- Ως εν κατακλείδι (Ποιήματα)
- 1984 -- Γράμματα στη Μητέρα
- 1985 -- Επὶ σφαγήν (Ποιήματα)
- 1987 -- Υπό σκιάν (Ποιήματα)
- 1987 -- Άπαντα (επιχορήγηση από το Ίδρυμα Αναστασίου
- Λεβέντη)
- 1988 -- Άπαντα: Συμπλήρωμα
- 1988 -- Αριστοφάνη Εκκλησιάζουσες (μεταφρ. στο
- Κυπριακό
- γλωσσικό ιδίωμα)
- 1988 -- Afendi Batistas (Γερμανική έκδοση, μεταφρ.
- Konstanze Jablonowski) (ISBN: 3923728336)
- 1988 -- Τώρα που διαβάζω καλύτερα (Ποιήματα)
- 1991 -- Άπαντα: Συμπλήρωμα Β
- 1991 -- Του στίχου τα μηνύματα (Ποιήματα)
- 1993 -- Άπαντα: Συμπλήρωμα Γ
- 1993 -- Αφήστε τον στίχο να σας πάρη απ' το χέρι
- (Ποιήματα)
- 1997 -- Άπαντα: Συμπλήρωμα Δ
- 1999 -- Άπαντα: Συμπλήρωμα Ε
- 2001 -- Απαντα: Συμπλήρωμα Στ
- 2001 -- Porte chiuse (Κλειστές Πόρτες,
- ιταλική έκδοση,
- μεταφρ. Daniele Macris) (ISBN: 8882340368)
- 2002 -- Άπαντα: Συμπλήρωμα Ζ
- 2003 -- Κώστας Μόντης: Μικρή ανθολόγηση από την
- ποίησή του
- 2004 -- Closed doors (Αγγλική έκδοση, μεταφρ. David
- Roessel & Σωτήριος Σταύρου) (ISBN: 0932963110)
- 2006 -- Afentis Batistas (Αγγλική έκδοση, μεταφρ.
- Στάλω Μόντη-Πουαγκαρέ) (ISBN: 0977376907)
- Πληροφορίες
- 2008 -- Ο αφέντης Μπατίστας και τ' άλλα (2η έκδοση)
- (ISBN: 9780977376964) Πληροφορίες
- 2008 -- Heer Batistas en de andere dingen (Ολλανδική
- έκδοση, μεταφρ. Hero Hokwerda) (ISBN:
- 9789080894242)
- 2008 -- Κλειστές Πόρτες (2η έκδοση) (ISBN:
- 9780977376988)
- Πληροφορίες
Audio Clips
Τραγούδια
- "Στιγμές της εισβολής" (148.76 δευτερόλεπτα)
Στίχοι: Κώστας Μόντης
Μουσική: Μάριος Τόκας
Εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας - Κερύνεια 1974 (134.51 δευτερόλεπτα)
Στίχοι: Κώστας Μόντης
Μουσική: Μάριος Τόκας
Εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας - Αγαπημένη μου Αθήνα (166.81 δευτερόλεπτα)
Στίχοι: Κώστας Μόντης
Μουσική: Αχιλλέας Λυμπουρίδης
Εκτέλεση: Άντρη Κωνσταντίνου - Ό,τι σου μοιάζει (147.76 δευτερόλεπτα)
Στίχοι: Κώστας Μόντης
Μουσική: Αχιλλέας Λυμπουρίδης
Εκτέλεση: Καλλιόπη Σπύρου - Πες μου ποιος ζωγράφισε τα μάτια σου (177.19 δευτερόλεπτα)
Στίχοι: Κώστας Μόντης
Μουσική: Αχιλλέας Λυμπουρίδης
Εκτέλεση: Άντρη Κωνσταντίνου - Κορδέλλα στα μαλλιά σου (191.50 δευτερόλεπτα)
Στίχοι: Κώστας Μόντης
Μουσική: Αχιλλέας Λυμπουρίδης
Εκτέλεση: Πάνος Σάμης - Χλόη (270.70 δευτερόλεπτα)
Στίχοι: Κώστας Μόντης
Μουσική: Μάριος Μελετίου
Εκτέλεση: Κωστάκης Παπαγεωργίου
Αφήγηση: Μαρούσα Αβρααμίδου
Ποιήματα (απαγγέλλει ο ποιητής)
- Δεν είμαι βέβαιος (28 δευτερόλεπτα)
- Τουρκική εισβολή (18 δευτερόλεπτα)
- Μητέρα αγνοουμένου ( 18 δευτερόλεπτα)
- Εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο (53 δευτερόλεπτα)
Ποιήματα στο Κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα (απαγγέλλει ο ποιητής)
- Δροσούλλα (68.50 δευτερόλεπτα)
- Ενέφανεν (42.75 δευτερόλεπτα)
- Στον εγγονό μου (20.75 δευτερόλεπτα)
- Το φετζάνιν (33.25 δευτερόλεπτα)
- Η αγάπη σου (28.75 δευτερόλεπτα)
- Κυπριακή ιστορία (14 δευτερόλεπτα)
Αποσπάσματα από την τελετή ανακηρύξεως του Κώστα Μόντη σε Επίτιμο Διδάκτορα
της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου- Απόσπασμα από την ομιλία του Κώστα Μόντη (101.31 δευτερόλεπτα)
- Δεύτερο Γράμμα στη Μητέρα (Απόσπασμα 1) (101.84 δευτερόλεπτα)
- Δεύτερο Γράμμα στη Μητέρα (Απόσπασμα 2) (44 δευτερόλεπτα)
- Όμηρος (35.50 δευτερόλεπτα)
- Υποψήφιος Έλλην ποιητής (33.50 δευτερόλεπτα)
- "Στιγμές της εισβολής" (148.76 δευτερόλεπτα)





