https://www.youtube.com/watch?v=aURN8WwiOTA
Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΓΙΑ ΤΟ POETICANET
Λευτέρης Πούλιος
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944 και ασχολείται κυρίως με την ποίηση.
Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές
Ποίηση 1 (1969), Ποίηση 2 (1973), Ο γυμνός ομιλητής (1977), Το αλληγορικό σχολείο (1978), Ενάντια (1983), Τα επουσιώδη (1988).
Έχει τιμηθεί με Κρατικό Βραβείο Ποίησης.
Τηλέμαχος Κάνθος (1910-1993), Τέσσερις αιχμάλωτοι
ΔΕΣ:https://www.tanea.gr/2008/02/09/lifearts/by-the-book/leyteris-poylios-einai-
Κριτική ετυμηγορία:
Αναμφισβήτητα μια από τις πιο γνήσιες, ισχυρές και αναγνωρίσιμες φωνές της γενιάς
του ΄70.
Από τις πρώτες κιόλας συλλογές ( Ποίηση 1, Ποίηση 2 ) ο Πούλιος διαμόρφωσε
μία εντελώς ξεχωριστή ποιητική γλώσσα και μυθολογία, στην οποία κυριαρχεί το
αίτημα της αντίστασης στις ισοπεδωτικές και κομφορμιστικές επιταγές της κοινωνίας
. Σκοπός να διασωθεί, όπως θα έλεγε και ο Κάμινγκς, «το θαύμα του αισθήματος μέσα
στον άνθρωπο» και η ακατανίκητη ορμή του δημιουργικού του πνεύματος.
Ο Πούλιος, όπως και ο αγαπημένος του Πάουντ (του Μόμπερλι και των Κάντος ) και
ο Γκίνσμπεργκ (του Ουρλιαχτού και του Κάντις ) καταγγέλλει με τρομαχτική δριμύτητα,
σε στίχους μεγάλης ενορατικής δύναμης αλλά και λεκτικού σφρίγους, την απομάγευση
της ζωής και την επακόλουθη συρρίκνωση του λυτρωτι- κού ρόλου της ποίησης.
Ο οργίλος ή σαρκαστικός τόνος πολλών ποιημάτων του υπογραμμίζει την αδιαπραγμάτευτη και ασυμβίβαστη στάση του ποιητή μπροστά σ΄ αυτήν την έκπτωση
της ζωής, αλλά ταυτόχρονα κρύβει και την απόγνωσή του για το αναπόφευκτο της ήτ
τας.
Η ήττα, όχι βέβαια του ποιητή, αλλά της αλλοτριωμένης κοινωνίας που στρέφει αδιά
φορα την πλάτη του σ΄ αυτόν για να συνεχίσει να ζει αμέριμνα μέσα στο κέλυφος
της αστικής της μακαριότητας δεν μπορεί παρά να επιδράσει καταλυτικά στη συνείδη
σή του.
Το ερώτημα «προς τι πλέον η ποίηση;» στοιχειώνει τον Πούλιο των τελευταίων
συλλογών.
Είναι ένα ερώτημα που νοηματοδοτεί όλη την ποιητική του κατάθεση.
Βιβλιογραφία: Ποίηση 1 (1969), Ποίηση 2 (1973), O γυμνός ομιλητής (1977),
Το αλληγορικό σχολείο (1978), Επιλογή ( 1969 - 1978 ) (1982), Ενάντια (1983), Τα επουσιώδη (1988), Αντί της σιωπής (1993), Το διπλανό δ ωμάτιο (1988), Μωσαϊκό (2001), Συλλαβές για τον άνεμο (2003), Το θεώρημα (2005)- όλα από
τις Εκδόσεις Κέδρος.
Στίχοι: « Είναι θαυμάσιο να τραγουδάς./ Όχι όπως ο αέρας στα δάση,/ όχι όπως ο ήλιος στην κορυφογραμμή,/ όχι όπως η βροχή στο πέλαγος,/ αλλά όπως ο λύκος ζευγαρώνει / και πέφτουν πάνω του ροδοπέταλα ».
Λευτέρης Πούλιος
- Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Γαλάτσι, που τότε, βέβαια, ήταν εξοχή.
- Άλλαξα γειτονιά μόλις το '99, οπότε μετακόμισα στον Άγιο Παντελεήμονα. Την εποχή, δηλαδή, που οι Αθηναίοι είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν το κέντρο, εγώ κατηφόριζα!
- Ήρθε και η αδερφή μου η Γρηγορία μαζί –επίσης ποιήτρια–, με την οποία είχαμε ανέκαθεν μεγάλη ψυχική και πνευματική επαφή, και έκτοτε συγκατοικούμε.
- Δεν ήταν, βέβαια, ακόμα τότε έντονα τα προβλήματα που εμφανίστηκαν αργότε
- ρα στην περιοχή, όπως οι παρατημένοι στην τύχη τους μετανάστες, που στρέφονταν στην παραβατικότητα, και η εγκληματική δράση των χρυσαυγιτών.
- Στην πολυκατοικία μας είμαστε πια οι μόνοι Έλληνες.
- Δεν έχουμε όμως θέματα, αν εξαιρέσεις ότι κάποιοι ανοίγουν διαρκώς την αλληλογραφία μου – ίσως πιστεύουν ότι μου στέλνουν λίρες και δολάρια, αλλά
- πού τέτοια τύχη!
Tα '60s ήταν ένα όμορφο παραμύθι που ζήσαμε έντονα και μας
γοήτευσε πολύ. Δυστυχώς, όμως, στην πορεία, πράγματα όπως
το ελεύθερο σεξ, οι ουσίες και ο μυστικισμός αποδείχτηκαν πα
γί
δες γιατί πολλοί τα χειρίστηκαν λάθος και γιατί εν τέλει ευνόη
σαν τον ατομικισμό σε βάρος της συλλογικότητας.
- Ναι, αληθεύει ότι η ποίηση προϋποθέτει μια άλφα ψυχική ταλαιπωρία.
- Είναι μια διαδικασία λυτρωτική κι επώδυνη, όπως η γέννα.
- Χρειάζεται να έχεις πονέσει, να έχεις δεχτεί οδύνη για να παράγεις ώριμους καρπούς.
- Πέρασα, ξέρεις, δύσκολα παιδικά χρόνια, στερημένα.
- Ήταν κι ο πατέρας μου Αριστερός και μας κατέτρεχαν οικογενειακώς, ήμουν κι
- εγώ ευαίσθητος, εσωστρεφής, τα έπαιρνα όλα τοις μετρητοίς, καταλαβαίνεις
- τώρα.
- Χρειάστηκε να δουλέψω από μικρός στην οικοδομή και να κάνω κι άλλες χειρωνακτικές δουλειές για να τα βγάλω πέρα.
- Αλλά τη δεκαετία του '60 άλλαζαν πολλά στον παγκόσμιο χάρτη.
- Αμφισβήτηση, ροκ μουσική, μπιτ ποίηση, ψυχεδελική κουλτούρα...
- Μόλις αρχίσαμε να τα οσμιζόμαστε αυτά στην Ελλάδα, μας φορέσανε τη χούντα.
- Ωστόσο, η κουλτούρα αυτή επιβίωσε και ρίζωσε, έστω σε στενό αρχικά κύκλο,
- γιατί ήταν επίσης μια εποχή έντονων πνευματικών και πολιτιστικών αναζητήσε
- ων.
- Είχα απαγγείλει ποιήματά μου σε πλακιώτικες μπουάτ κι αμέσως βρέθηκαν ποιη
- τές και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι που με πρόσεξαν, με αγκάλιασαν, με βοήθη
- σαν – δεν υπήρχε αυτός ο άγριος σημερινός ανταγωνισμός.
- Παρέες μου ήταν ο Κίμων Φράιερ, ο οποίος με συμπεριέλαβε στους Έξη Ποιητές που κυκλοφόρησε το 1971, ο Ρένος Αποστολίδης, ο Τάκης Σινόπουλος, ο Αντρέας Μπελεζίνης, η Μυρτώ Αραβαντινού, ο Λεωνίδας Χρηστάκης, ο Πουλικά
- κος, ο Κουτρουμπούσης, ο Δενέγρης...
- Με τον Αποστολίδη, τον Σαββόπουλο και τον Δημήτρη Ιατρόπουλο εκδώσαμε, μάλιστα, την εφημερίδα «Απολογία», που όμως κυκλοφόρησε μόνο ένα φύλλο, επειδή υπήρξαν «ενοχλήσεις» από την Ασφάλεια.
- Άλλα μπλεξίματα με τις Αρχές δεν είχαμε, υπήρχε όμως ο φόβος των αστυνομι
- κών του Λαδά που κυκλοφορούσαν στην Πλάκα με ψαλίδια κι αν σε πετύχαιναν «μαλλιά» σαν κι εμάς, σε κούρευαν επιτόπου.
- Παρά τον «γύψο», λαχταρούσε ο κόσμος τότε, όπως το ξερό χώμα, το νερό οτιδήποτε αφορούσε σύγχρονη ποίηση, τέχνη, κουλτούρα, δημιουργία. Και υπήρχαν αξιόλογες εστίες πολιτισμού, όπως το Γαλλικό Ινστιτούτο.
- Θυμάμαι την πρεμιέρα του Woodstock στο σινέ Παλλάς, παρουσία μάλιστα του σκηνοθέτη Μάικλ Βαντλάιχ. Χαμός γινόταν απέξω, κρατούσαμε αναμμένα κεριά – μιλάμε για πρωτοφανές πανηγύρι!
- Τη δεύτερη προβολή την απαγόρευσαν, επειδή υπήρξε συνωστισμός και «ντου» αλλά κι επειδή «διέφθειρε τα ήθη των νέων».
- Ξέσπασαν διαμαρτυρίες και σοβαρά επεισόδια, εν τέλει το ντοκιμαντέρ προβλή
- θηκε αργότερα σε πέντε κινηματογράφους.
- Θυμάμαι έπειτα την κηδεία του Σεφέρη που εξελίχθηκε στην πρώτη μεγάλη αντιχουντική διαδήλωση...
- Τότε κυκλοφόρησαν και τα Νέα Κείμενα, με κείμενα αντιστασιακών συγγραφέων
- και προμετωπίδα δική του.
Ο καλός ποιητής πατά με το ένα πόδι στην πραγματικότητα και
με το άλλο στο όνειρο.
Είναι, βέβαια, θαυμάσιο όταν τα δύο αυτά συναντιούνται.
- Τα '60s ήταν ένα όμορφο παραμύθι που ζήσαμε έντονα και μας γοήτευσε πολύ. Δυστυχώς, όμως, στην πορεία, πράγματα όπως το ελεύθερο σεξ, οι ουσίες και ο μυστικισμός, που τόσο αισιόδοξα είχαμε υποδεχτεί, αποδείχτηκαν παγίδες γιατί πολλοί τα χειρίστηκαν λάθος και γιατί εν τέλει ευνόησαν τον ατομικισμό σε βάρος της συλλογικότητας.
- Και σήμερα ζούμε έναν θρίαμβο του ατομικισμού που έχει μουδιάσει τη ζωή σε πολλούς τομείς.
- Υπήρξε, όμως, επίσης εποχή ριζοσπαστικής πολιτικής αμφισβήτησης, ήταν τα κινήματα, η Νέα Αριστερά.
- Εκεί κάπου το '68, με τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, αναρωτηθήκα
- με για πολλά κι αρχίσαμε να αμφισβητούμε τα ιδεολογικά θέσφατα.
- Έτσι υιοθέτησα κι εγώ έναν πιο αναρχικό τρόπο σκέψης.
- Ο καλός ποιητής πατά με το ένα πόδι στην πραγματικότητα και με το άλλο στο όνειρο.
- Είναι, βέβαια, θαυμάσιο όταν τα δύο αυτά συναντιούνται.
- Το δικό μου όνειρο ήταν ανέκαθεν ένα όνειρο ελευθερίας και ανεξαρτησίας.
- Γι' αυτό, αν και δεν στερήθηκα ούτε έρωτες, ούτε σχέσεις, δεν παντρεύτηκα πο
- τέ, ούτε απογόνους έκανα. Πάντα τη γλίτωνα στο παρά τρίχα τη βέρα!
- Ναι, έχω αποκαλέσει «ένοπλο» τον έρωτα, γιατί προστατεύει από τη φθορά και
- τη χυδαιότητα.
- Δεν τον υπερτιμώ, όμως, κιόλας – το πάθος, βλέπεις, απογειώνει αλλά και καταστρέφει. Η ύπαρξη καθαυτή είναι ακόμα μεγαλύτερη αξία και τύχη
- ξεχωριστή.
- Δεν είμαι άθεος, μα ούτε οπαδός κάποιου δόγματος.
- Αμφισβητώ τις κατεστημένες θρησκείες, η σχέση μου με το θείο είναι ενός αιρετι
- κού.
- Πιστεύω, ας πούμε, στον θεό του Καζαντζάκη, του Μπερντιάεφ, του Κρισναμούρ
- τι.
- Είναι κάτι που υπάρχει εντός μας και ταυτόχρονα ξέχωρα.
- Το αντιλαμβανόμαστε μόνο σε στιγμές μεγάλου πόνου και ακραίων δοκιμασιών.
- Μπορεί, όμως, να ανιχνευθεί και μέσω βαθιάς σκέψης, διαλογισμού, ουσιών
- ακόμα.
- Δυστυχώς, συχνά οι μεταφυσικές εμπειρίες αντιμετωπίζονται ως ψύχωση και όχι
- ως ανάταση και άνοιγμα οριζόντων.
- Αντί για υλικά αγαθά, προτίμησα να κυνηγήσω εμπειρίες.
- Δεν έκανα ποτέ χρήματα κι όμως, ό,τι θέλησα στη ζωή μου, το είχα ή μου συνέβη.
- Η ευτυχία
- Η ευτυχία είναι δύσκολο πράγμα να κατακτηθεί ακριβώς επειδή είναι το πιο
- εύκολο – δύσκολο καταντά εξαιτίας της απλότητάς του!
- Και ευτυχία είναι η κατάφαση σε ό,τι προστατεύει τη ζωή.
- Θεωρώ κορυφαία προτερήματα την ταπεινοφροσύνη και τη γνησιότητα.
- Η υποκρισία και η επιδίωξη να επιβάλλεσαι είναι, πάλι, μεγάλη δυστυχία.
- ελληνικότητα
- Πιστεύω σε μια ελληνικότητα διεθνιστική, κοσμοπολίτικη, όπως την εξέφραζαν
- ιδίως οι στωικοί και οι επικούρειοι.
- Ο σύγχρονος Έλληνας είναι ένα μεσοβέζικο πλάσμα, με χαμένο προσανατολι
- σμό.
- Τον έχασε κάπου εκεί στην ύστερη αρχαιότητα κι ακόμα τον αναζητεί.
- Είναι μεν φιλότιμος κι εγκάρδιος αλλά τρομερά φίλαυτος.
- Την Ελλάδα, εντούτοις, ως χώρα δεν την αλλάζω, ούτε την Αθήνα ως πόλη, κι ας έχω ταξιδέψει ελάχιστα.
- Με ευχαριστούν πολύ οι καθημερινοί μου περίπατοι στην Αχαρνών και στην πλατεία Βικτωρίας.
- Εντάξει, λείπει το πράσινο και τα υπέροχα νεοκλασικά της ρημάζουν, έχει όμως
- ένα χρώμα, μια ζεστασιά και μια μαγεία μοναδική.
Τα ποιήματα του Λευτέρη Πούλιου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, ρωσικά, γαλλικά και τσέχικα.
Το 2008 κυκλοφόρησε η «Κρυφή Συλλογή».
Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Μάρτιο του 2015
Λευτέρης Πούλιος

Ελλάδα
O ποιητής Λευτέρης Πούλιος γεννήθηκε στην Aθήνα το 1944.
Εμφανίστηκε στα γράμματα πρώιμα το 1961, με τη δημοσίευση ποιήματός του στην
εφημερίδα "Αυγή".
Η ουσιαστική του όμως παρουσία εγκαινιάστηκε το 1969 με τη συλλογή "Ποίηση",
με πρόλογο του Φώντα Κονδύλη.
Συμμετείχε στην έκδοση των "Νέων κειμένων", των "Έξι ποητών" και της "Κατάθεσης
’73"
. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Ακτή", "Ausblicke", "Τραμ", "Χρονικό" κ.ά.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, ρωσικά, γαλλικά και τσέχικα.
(φωτογραφία: Δημήτρης Γέρος)
ΠΗΓΗ:
Η Ποίηση είναι αυτοσκοπός του Λευτέρη Πούλιου
[ΠΑΡΝΗΘΑ]
Του Λευτέρη
Πούλιου
Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012
ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ ένα ποίημα
Του Κίμον Φράιερ
Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια, πρόσωπα του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά.
Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στην Ανεξάρτητη Έκδοση
Έξι – Ποιητές
1971, στο Ποίηση 2, 1973 και έπειτα στον τόμο Ποιήματα –
Επιλογή 1969-1978 (εκδόσεις Κέδρος)
Πηγές:
https://freedomgreece.blogspot.com/2016/07/blog-post_26.html και http://atheofobos2.blogspot.com/2019/04/
Λευτέρης Πούλιος, Δύο ποιήματα (Το θεώρημα,
Το εμπόρευμα)
Το θεώρημα
Στο μετρό
ονειροπολώ
κι ανασαίνω βαριά
απ’ το κάπνισμα.
Για μια στιγμή ζαλίζομαι
και πέφτουν πάνω μου πολλά φώτα.
Θλίβομαι νιώθοντας
την ανέλπιδη τέχνη
του ποιητή.
Πόσο απλός ο κόσμος,
αυτό το μεγάλο τίποτα,
και πόσο δυστυχία
και βάσανα
σε ραγισμένες καρδιές
και ψυχές πεθαμένες.
(Το Θεώρημα, Κέδρος, 2005)
Το εμπόρευμα
Είμαι δεσμώτης κάτω από την υψηλή δικαιοσύνη ενός
χαμόγελου και θλίβομαι άμετρα για τον πλανήτη
που ‘χασε όλη την αγνότητα
λουσμένος στον κατακλυσμό της ανθρώπινης μωρίας.
Φτηνά ή ακριβά όλα πουλιούνται. Καθετί γίνεται
για να πουληθεί και να πουληθεί γρήγορα.
Ο άνεμος και το κύμα από τους εμπόρους πουλήθηκαν.
Ό,τι γεύτηκαν η ευγένεια και το έγκλημα, ό,τι γνωρίζει
ο έρωτας και η καθημερινή επιθυμία των όχλων,
έχει πουληθεί. Ό,τι η τέχνη
και η επιστήμη αναγνώρισαν, έχει πουληθεί.
Οι ξαναμμένες κραυγές των οδών, εφαρμογές
και ιδέες έχουν πουληθεί. Κάθε πράμα
έχει την αξία του στην αγορά. Τα βρόμικα
εσώρουχα της Μπαρντό αξίζουν όσο ένας Ρέμπραντ.
Η αναρχία των μαζών προβάλλεται στις βιτρίνες
των καταστημάτων. Έχουν πουληθεί τρελά μυστικά
για κάθε ακολασία.
Όλοι δίνουν νωρίς την παραγγελιά τους.
(Ο γυμνός ομιλητής, Κέδρος, 2001)
Πηγές: Ποιείν, Bibliotheque

Για τον Λευτέρη Πούλιο. Κριτικά κείμενα,
εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία, σελ. 386
ΜΟΡΦΙΑ ΜΑΛΛΗ (ανθολόγηση – εισαγωγή - επιμέλεια),
Σημαντικός τόμος αφιερωμένος σε έναν εξαιρετικό ποιητή που
γνώρισε την επαφή με τα σκοτάδια αλλά και με το εκτυφλωτικό
φως του συλλογικού ασυνείδητου, εκεί όπου το εγώ λιώνει σε
μια θάλασσα ενεργοπληροφοριακή και τα όποια όρια καταλύο
νται, εκεί όπου το ιδιωτικό γίνεται Άπαν και τα άτομα
Ένα.
Σε ένα ακραίο αντεστραμμένο θα λέγαμε “ωκεάνιο συναί
σθημα”, ο ποιητής Λευτέρης Πούλιος βιώνει με τραυματικό τρό
πο την “μεταφυσική εμπειρία της Πάρνηθας” που οδηγεί στον
αυτοακρωτηριασμό των δαχτύλων του αριστερού του χεριού.
Σαν έκρηξη θυμού, σαν απόγνωση, σαν απόλυτη συνείδηση
της ανελευθερίας του ανθρώπινου είδους, σαν συμβολική άρνη
ση κάθε χρηστικότητας των χεριών, ή σαν τιμωρία, που μπορεί
και να μην βασίζεται σε βαθιά εσωτερικευμένα αισθήματα ενοχής
, αυτή η πράξη προκαλεί δέος και σεβασμό.
Είναι σχεδόν θρησκευτική, μυητική, ακατανόητη, συμβολική
οπωσδήποτε, αλλά και κυριολεκτική.
Είναι ποίημα αφ’ εαυτής, ακόμα κι εάν ο γραφιάς σώπαινε για
πάντα αμέσως μετά. Είναι σαν μία παύση ανάμεσα σε δύο τελεί
ες, ή ανάμεσα σε δύο θαυμαστικά, καλύτερα.
Φυσικά και έχει επιρροές, αλλά και άμεση επικοινωνία με τους
κύριους εκπροσώπους της “beat generation”, αναγνωρίζεται ως
ισότιμο, κορυφαίο μέλος της “γενιάς του 1970”, απολαμβάνει την
γενική αποδοχή, που δεν πρέπει όμως να συγχέεται με την ό
ποιας μορφής ασυλία.
Είναι στο απυρόβλητο και γίνεται ο αποδέκτης διθυραμβικών
κριτικών σχολίων, ακόμα κι από τους πιο αυστηρούς φιλολό
γους που δεν χαρίζονται εύκολα σε κανέναν.
Κι αυτό μπορεί να οφείλεται σε δύο λόγους: ή είναι τόσο εχθρός
του εαυτού του ο ίδιος ο διανοητής που κάθε εξωτερική επίθεση
περισσεύει ή είναι τόσο “ιερά” η μανία του που καθηλώνει ακό
μα και τους βέβηλους.
Ό,τι ανήκει στον χώρο του μη επιστητού,
στο άρρητο, στο άφατο και στο ασύλληπτο από το ανθρώπινο
μυαλό, αμέσως μετά το πρώτο παραξένισμα, λατρεύεται ως
“θείον”.
Κι αυτός ο αταβισμός είναι εγγενής, θεμέλιος λίθος της
ποιητικής λειτουργίας, που αυτοεπαληθεύεται μόνον όταν κατα
στεί τελετουργία, όταν αναδέψει νοήματα και τέρατα έτσι που να
δημιουργηθεί κάποιος καινούργιος πρωτόγνωρος κώδικας, με
αλλόκοτες συνάψεις σημείων και σημαινομένων.
Αυτή η ανοίκεια, “αιρετική” χρήση κάποιου συνήθως χρησιμοποι
ούμενου, φθαρμένου γλωσσικού κώδικα, όταν και όποτε συνδυ
αστεί με μια αποκλίνουσα, “παραβατική” και “ιερόσυλη” συμπερι
φορά, ή και στάση ζωής, τότε η ποιητική λειτουργία μετατρέπεται
σε συλλείτουργο, δοξαστικό και απρόσιτο στα απλά μυαλά.
Βασανίστηκε ο ποιητής, εγκλείστηκε, νοσηλεύτηκε, αλλά και υπο
στηρίχθηκε όσο κανείς άλλος της γενιάς του, γιατί πάντα κλίνει
υπέρ των θυμάτων η συλλογική συνενοχή για το χάλι που δημι
ουργήσαμε και για το χάος που εξακολουθούμε να δημιουργούμε
.
Μέσα από αυτή την εξαντλητική παράθεση δημοσιευμένων κρι
τικών ανά κάθε ποιητική συλλογή, αλλά και με το χρονολόγιο και
με την εισαγωγή της, η ανθολόγος κι επιμελήτρια Μορφία Μάλ
λη, συνυφαίνει έναν τάπητα κρουστό και πολύχρωμο, ανθεκτικό
στον σκόρο του καιρού και στην απομυθοποιητική μανία του Χρό
νου.
Ο Λευτέρης Πούλιος είναι ο μύθος και η ποιητική του, αδιαί
ρετα και αξεδιάλυτα, εις σάρκαν μίαν.
Η ιερογαμία νοήματος και μορφής, έργου και βίου, ζωής και θα
νάτου, ενστίκτου επιβίωσης και ενστίκτου αυτοκαταστροφής,
είναι εισιτήριο και εχέγγυο γιατην διαχρονικότητα μιας λογοτεχνι
κής έκφρασης, όσο απελπισμένη κι αν είναι, όσο βουτηγμένη
στην πλήρη υπαρξιακή συνείδηση της ματαιότητάς της.
Ειδικά τότε... Κυρίως τότε. Πρωτίστως τότε.
www.konstantinosbouras.gr
Λευτέρης Πούλιος, Πικρία
Αχ!, τόσα ακόμα μπόραγα να πω.
Τις νύχτες μου που γύρναγα αλητεία
τις πύλες έσπαγα Αλέξανδρος να μπω
σα μου τις βρόνταγε στα μούτρα η πολιτεία.
Είχα να πω, στην άκρη αυτή του ωραίου κόσμου
που βρέθηκα για μια φορά για πάντα:
Σφυροκοπάει ο κεραυνός εντός μου
κι ουρλιάζουνε οι κέρβεροι στην μπάντα.
Πια τώρα τίποτα δεν λένε οι ανθρώποι
κι οι αγαπημένοι δρόμοι βουτηγμένοι στο σκοτάδι.
Σάμπως να με ξεπροβοδάν μοιάζουν οι τόποι
για το στερνό ταξίδι μου στον Άδη.
Ωραία λοιπόν κι όλα καλά, μονάχα,
οι στίχοι μου περήφανοι αλαργεύουν
γλάροι στα ποντοπόρα φορτηγά, σαν τάχα
μες στη βροχή και στα νερά να με ξοδεύουν.
*Aπό τη συλλογή “Μωσαϊκό”, εκδ. Κέδρος 2001.
Η Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη
Μανιασμένη βροχὴ
πάνω ἀπ’ τὰ θαμμένα δάχτυλά μου.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
κάτω ἀπὸ ’να δέντρο
ἔξω ἀπ’ τὴ σπηλιὰ
Μ’ ἄγριες κουρελιασμένες προβιὲς
Καὶ βιβλικὴ γενειάδα –
ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι τσουκνίδα
εἶναι εὐάλωτη –
Κακοσιτισμένο
Νὰ ἀγναντεύει τὸ μαχητικὸ ἀφρὸ
τῆς ἀκροθάλασσας
Καθετὶ εἶναι γεμάτο
καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἐλευθερία.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
Στὸ ναὸ τῆς φαντασίας μὲ ἰκετήρια κλαδιὰ
Τρέμοντας μὲ σκέψεις φτωχοῦ θεοῦ
Τὸ εἶδα
στὴ στοιχειωμένη πολυκατοικία
Ὁδηγημένο στὴν ἀφθονία μὲ αὐτοκίνητο οὐίσκι ἔντυπο
ἢ στὸ ἄντρο τῆς μιζέριας
Μὲ ὁλόλαμπρη γύμνια χλωμὰ στήθια
Ὀρυχτὰ στολίδια νεκρὸ βρακὶ
Ἡ μεγαλειότητά του περιμένοντας φώτιση
κάτω ἀπὸ ληστρικὰ νύχια
Ἔξαλλο βασανιστήριο
Φτυστὰ στὸν καιρό.
Κακόμοιρο πετσὶ θαμμένο
μέσα σὲ τόση νύχτα
Ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη
Μέσα στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.
***
Πάρνηθα
Καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ σάλπισμα τοῦ ἀγγέλου, θειάφι
κίτρινο ζωηρὸ καὶ μενεξεδὶ ζωηρὸ
πάνω στὸ βουνὸ μὲ τὴ μορφὴ ποὺ ἔτρεχε σὲ συνάντησή μου
πίσω ἀπὸ θολὸ τζάμι.
Δρόμος κανένας γιὰ τὸ γυρισμὸ
δυὸ ἀερικὰ ἦρθαν κοντά μου καὶ μὲ παρέσυραν.
Ἡλιοβασίλεμα σχεδὸν ἀνεπαίσθητο
καὶ τῆς κόλασης τὸ στόμα ὀρθάνοιχτο
μετὰ τὸ σκίσιμο τοῦ οὐρανοῦ.
Ἄρτεμη, γιατί μ’ ἔδιωξες;
Ἡ ὥρα σὰν ἀνυπόμονο λεοντάρι μὲ τὴ χαίτη
ριγμένη πρὸς τὰ πίσω καταπίνοντας πυρακτωμένα καρφιά.
Ὁ Ὄλυμπος κι ὁ Γολγοθὰς δυὸ πόλοι
τοῦ ἴδιου ποιήματος.
Ἄγρια μάχη κενταύρων στὸ βορινὸ μέρος
τὰ μπράτσα μου ἐνάντια στὸ δαίμονα
καὶ τὰ κοράκια ψηλὰ ἀνακατεύοντας πριονίδι
καὶ παγάκια στὴ χούφτα μου.
Νοσταλγία τοῦ βράχου ποὺ πάνω του κάθισε
κάποτε ὁ Πὰν παίζοντας τὸν αὐλὸ
μὰ δὲν κάθεται πιὰ παρὰ ἡ μαύρη δυσοίωνη
κουκουβάγια ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό.
Ὁ φονιὰς ἄγγελος τράβηξε τὸ σπαθί του
ἀσήμι λαμπερὸ καὶ καμφορὰ στὴ λαβὴ τοῦ σπαθιοῦ.
Γλίτωσα τὴ ζωή μου, ἕνα βλαστάρι ἀνάμεσα
στὰ λιθάρια. Κράτησα τὴ ζωή μου ἐκεῖ ποὺ
ἡ δύση ἦταν κοντὰ ἀτενίζοντας τὸ ἀόρατο
μέσα στὸν τρόμο καὶ σήκωσα σὰν μιὰ πέτρα
τὸ πρόσωπό μου.
***
Το Θεώρημα
Στο μετρό
ονειροπολώ
κι ανασαίνω βαριά
απ’ το κάπνισμα.
Για μια στιγμή ζαλίζομαι
και πέφτουν πάνω μου πολλά φώτα.
Θλίβομαι νιώθοντας
την ανέλπιδη τέχνη
του ποιητή.
Πόσο απλός ο κόσμος,
αυτό το μεγάλο τίποτα,
και πόσο δυστυχία
και βάσανα
σε ραγισμένες καρδιές
και ψυχές πεθαμένες.
***
Στρίγκλισμα
Μέσα κι ἔξω ἀπ’ τὶς μεγαλουπόλεις μὲ πείνα μὲ τόλμη
μὲ ἁγιότητα σούρανε τὰ μακρουλά τους ποδάρια
Τὰ σβησμένα ἀπ’ τὸ ὄπιο μάτια τοὺς τ’ ἀλουμινένια
πιάτα τοὺς τὰ κουρέλια τους στὸ χωματόδρομο
Τὰ παιδιὰ τῆς γενιᾶς μου γίνανε ἀφίσες τῶν τοίχων
Ξερατὸ καὶ λουλούδια ἐνὸς πολιτισμοῦ ἄθλιου
Ὁ δρόμος ἔχει τὴν ἀγωνία του τοὺς θλιβεροὺς μαντρότοιχους
μὲ τ’ ἀγκωνάρια τῆς παραφορᾶς
Καὶ στὴ βάση κάτ’ ἀπ’ τὸ δέντρο ὁ ἐλεύθερος
ἀπλώνοντας ρίζες καὶ κλωνάρια
Ὁ δραπέτης τῆς ζούγκλας τῶν πόλεων
Σχεδὸν ριπίδι σχεδὸν ἀκάθαρτη συμμετρία
Ὥριμος γιὰ τὴ στιγμὴ τῆς κρίσης
Ἡ ἀγάπη τὸν κυριεύει, ἐπουλώνει τὴ λέπρα τῆς ἐσωτερικῆς γῆς
Ἄνθρωπε τῆς ἐποχῆς μου παράδειγμα
Δόξα σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ σκάει
Ποδοπατώντας σάπιες ἀξίες βαραθρώνοντας τέλματα
Μὲ τὰ παπούτσια στὸ κούτελο τῆς καλοπέρασης
Ἔστω καὶ μὲ τὴ στολὴ τοῦ νικημένου
Μακαρίζω αὐτοὺς ποὺ τὸ στῆθος τους οὐρλιάζει
στὴ μυστηριακὴ ἐρημιὰ τοῦ κόσμου
σὰν ἄστρο.
Αὐτοὺς ποὺ ἀνοίγουν στὸ μέλλον δρόμο
κομμένα ἁγνὰ προϊόντα της φύσης
Στὴν ἀνώνυμη ἱστορία.
Τὸ μπρίκι
Εἶναι τὸ αἰώνιο τσίγκινο μπρίκι
αὐτὸ πού μου ἔδωσε ὅ,τι καλύτερο εἶχε
αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ μᾶλλον ὁλότελα ξαφνικὰ
χωρὶς οὔτε ἀρχὴ μήτε τέλος.
Νὰ ψήνει καφὲ καὶ νὰ ντιντινίζει στὸ ράφι.
Εἶναι τὸ δηλητηριῶδες τσίγκινο μπρίκι
ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ξυριστικὴ μηχανή.
Δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο τὸ τέλος τοῦ χειμώνα
σὲ θερμότητα κανονικὴ σὰν ἐκείνη τοῦ ἥλιου.
Μουντζουρωμένο καὶ μαλακὸ ἀλλὰ ὄχι γιὰ πέταμα.
https://popaganda.gr/art/opios-den-antistekete-thavete-zontanos-tou-lefteri-pouliou/
Όποιος δεν αντιστέκεται θάβεται ζωντανός,
του Λευτέρη Πούλιου
Φτωχός κόσμος κλειστός, άλλη μια νύχτα
κι όλα γίναν ένα μάταιο καθεστώς.
Ποιος αλήθεια ουρλιάζει στα μουλωχτά
μέσα σ’ αυτόν τον άσπρο κύκλων των θαμμένων;











Λευτέρης Πούλιος
Λευτέρης ΠούλιοςΕλλάδα
Όπως σημειώνει ο Αλέξης Ζήρας, η ποίηση του Λευτέρη Πούλιου χαρακτηρίζεται από σαρκασμό και ειρωνική στάση απέναντι στα γλωσσικά και κοσμοθεωρητικά στερεότυπα.
Ο οξύς και γεμάτος μεταφορές και ρητορικές εκλάμψεις ποιητικός του λόγος συγγενεύει με τη beat ποίηση της μεταπολεμικής Αμερικής.
Μετά το 1980 στρέφεται σε μια υπαρξιακή-οντολογική θεματική, όπου οι αλληγορίες συρρικνώνονται σε σύμβολα και η χειμαρρώδης ροή των εικόνων σε μια πιο κατασταλαγμένη αναζήτηση του ουσιώδους...
Λογοτεχνικά πρωινά της Κυριακής, 2007/ 08

Μορφία Μάλλη
Στον δρόμο των Beat
Μια ανάγνωση της ποίησης του Λευτέρη
Πούλιου
https://futurabooks.wordpress.com/2016/
Τι ήταν η beat γενιά στην Αμερική και πώς
οραματίστηκε τη λογοτεχνία και τον κό
σμο;
Ποια ήταν η σχέση των ποιητών-ταξι
δευτών της με τους νέους της αθηναϊκής
«Παράγκας» και της «μακράς δεκαετίας
του ’60» που ζυμώθηκαν με τον ρομαντι
σμό του παρισινού Μάη και τη διαμαρτυρί
α των κινημάτων αμφισβήτησης;
Το βιβλίο αυτό μελετά τη διαμόρφωση της
beat ποίησης στην Ελλάδα μέσα στο πλαί
σιο της ελληνικής και διεθνούς πολιτικής
πραγματικότητας και περιγράφει τη διά
δραση ανάμεσα στις αμερικανικές και τοπι
κές διαστάσεις της beat κουλτούρας.
Κυρίως, όμως, αποτελεί μια ανάγνωση της
ποίησης του Λευτέρη Πούλιου, εμβληματι
κού ποιητή της Γενιάς του ’70 και της Αμφι
σβήτησης, που μετατόπισε τα σύνορα
ανάμεσα στο εφικτό και το ανέφικτο, ανέ
τρεψε κόσμους, σάρωσε βεβαιότητες και
τελικά «προτίμησε να καεί παρά να σβή
σει μέσα του».
Η ανάλυση παρακολουθεί την πορεία του
από τα πρώτα της βήματα, όταν ο Πού
λιος ως συνεχιστής της ιστορικής πρωτο
πορίας πειραματίζεται με τις φόρμες, τις
εικόνες και τις λέξεις του μοντερνισμού.
Στη συνέχεια τον παρακολουθεί να διαμορ
φώνει υπό την επίδραση των beat τη δική
του ποιητική φυσιογνωμία: λυρική, ρομα
ντικά επαναστατική, προφητική νέων κό
σμων και τρόπων αντίληψης.
Τέλος, τον ακολουθεί στην προσχώρησή
του σε ποικίλες εκδοχές του ανατολικού
μυστικισμού, όπου με τα σκαψίματα του
βίου και της γλώσσας του, μετατρέπεται
σε οδοδείκτη ενός ιδιαίτερου μεταφυσικού
κόσμου.
«Ο Mario Vitti στην Ιστορία της Νεοελληνι
κής Λογοτεχνίας του είχε εγκαίρως επιση
μάνει (1987) ένα κενό στη μελέτη της θεμα
τικής και, κυρίως, της τεχνικής της Γενιάς
του ’70 και της ανάλυσης των σχέσεών
της με τις ποιητικές διαδικασίες της Δύ
σης.
Η προσπάθεια στοιχειοθέτησης της συλλο
γικής ποιητικής ταυτότητας της Γενιάς του
’70 από τους επίσημους ανθολόγους και
κριτικούς της ή, αντιθέτως, της εξάρθρω
σης αυτής της ταυτότητας από την επόμε
νη γενιά, τη “Γενιά του ιδιωτικού οράματος
”, σε συνδυασμό με τη γενικότερη κοινωνι
ολογική τάση της κριτικής μας, δημιούργη
σαν τον κριτικό μύθο των “αναφομοίωτων
ξενόφερτων δανείων” και μια επιφυλακτι
κότητα απέναντι στα αμερικανικής έμπνευ
σης ποιητικά έργα.»
http://hellenicpoetry.com/uncategorized/the-
generation-of-the-70s-poulios/
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Γαλάτσι, που τότε, βέβαια, ήταν εξοχή. Άλλαξα γειτονιά μόλις το ’99, οπότε μετακόμισα στον Άγιο Παντελεήμονα. Την εποχή, δηλαδή, που οι Αθηναίοι είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν το κέντρο, εγώ κατηφόριζα! Ήρθε και η αδερφή μου η Γρηγορία μαζί –επίσης ποιήτρια–, με την οποία είχαμε ανέκαθεν μεγάλη ψυχική και πνευματική επαφή, και έκτοτε συγκατοικούμε. Δεν ήταν, βέβαια, ακόμα τότε έντονα τα προβλήματα που εμφανίστηκαν αργότερα στην περιοχή, όπως οι παρατημένοι στην τύχη τους μετανάστες, που στρέφονταν στην παραβατικότητα, και η εγκληματική δράση των χρυσαυγιτών. Στην πολυκατοικία μας είμαστε πια οι μόνοι Έλληνες. Δεν έχουμε όμως θέματα, αν εξαιρέσεις ότι κάποιοι ανοίγουν διαρκώς την αλληλογραφία μου – ίσως πιστεύουν ότι μου στέλνουν λίρες και δολάρια, αλλά πού τέτοια τύχη!
Ναι, αληθεύει ότι η ποίηση προϋποθέτει μια άλφα ψυχική ταλαιπωρία. Είναι μια διαδικασία λυτρωτική κι επώδυνη, όπως η γέννα. Χρειάζεται να έχεις πονέσει, να έχεις δεχτεί οδύνη για να παράγεις ώριμους καρπούς. Πέρασα, ξέρεις, δύσκολα παιδικά χρόνια, στερημένα. Ήταν κι ο πατέρας μου Αριστερός και μας κατέτρεχαν οικογενειακώς, ήμουν κι εγώ ευαίσθητος, εσωστρεφής, τα έπαιρνα όλα τοις μετρητοίς, καταλαβαίνεις τώρα. Χρειάστηκε να δουλέψω από μικρός στην οικοδομή και να κάνω κι άλλες χειρωνακτικές δουλειές για να τα βγάλω πέρα. Αλλά τη δεκαετία του ’60 άλλαζαν πολλά στον παγκόσμιο χάρτη. Αμφισβήτηση, ροκ μουσική, μπιτ ποίηση, ψυχεδελική κουλτούρα… Μόλις αρχίσαμε να τα οσμιζόμαστε αυτά στην Ελλάδα, μας φορέσανε τη χούντα. Ωστόσο, η κουλτούρα αυτή επιβίωσε και ρίζωσε, έστω σε στενό αρχικά κύκλο, γιατί ήταν επίσης μια εποχή έντονων πνευματικών και πολιτιστικών αναζητήσεων. Είχα απαγγείλει ποιήματά μου σε πλακιώτικες μπουάτ κι αμέσως βρέθηκαν ποιητές και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι που με πρόσεξαν, με αγκάλιασαν, με βοήθησαν – δεν υπήρχε αυτός ο άγριος σημερινός ανταγωνισμός.
Παρέες μου ήταν ο Κίμων Φράιερ, ο οποίος με συμπεριέλαβε στους Έξη Ποιητές που κυκλοφόρησε το 1971, ο Ρένος Αποστολίδης, ο Τάκης Σινόπουλος, ο Αντρέας Μπελεζίνης, η Μυρτώ Αραβαντινού, ο Λεωνίδας Χρηστάκης, ο Πουλικάκος, ο Κουτρουμπούσης, ο Δενέγρης… Με τον Αποστολίδη, τον Σαββόπουλο και τον Δημήτρη Ιατρόπουλο εκδώσαμε, μάλιστα, την εφημερίδα «Απολογία», που όμως κυκλοφόρησε μόνο ένα φύλλο, επειδή υπήρξαν «ενοχλήσεις» από την Ασφάλεια. Άλλα μπλεξίματα με τις Αρχές δεν είχαμε, υπήρχε όμως ο φόβος των αστυνομικών του Λαδά που κυκλοφορούσαν στην Πλάκα με ψαλίδια κι αν σε πετύχαιναν «μαλλιά» σαν κι εμάς, σε κούρευαν επιτόπου.
Παρά τον «γύψο», λαχταρούσε ο κόσμος τότε, όπως το ξερό χώμα, το νερό οτιδήποτε αφορούσε σύγχρονη ποίηση, τέχνη, κουλτούρα, δημιουργία. Και υπήρχαν αξιόλογες εστίες πολιτισμού, όπως το Γαλλικό Ινστιτούτο. Θυμάμαι την πρεμιέρα του Woodstock στο σινέ Παλλάς, παρουσία μάλιστα του σκηνοθέτη Μάικλ Βαντλάιχ. Χαμός γινόταν απέξω, κρατούσαμε αναμμένα κεριά – μιλάμε για πρωτοφανές πανηγύρι! Τη δεύτερη προβολή την απαγόρευσαν, επειδή υπήρξε συνωστισμός και «ντου» αλλά κι επειδή «διέφθειρε τα ήθη των νέων». Ξέσπασαν διαμαρτυρίες και σοβαρά επεισόδια, εν τέλει το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε αργότερα σε πέντε κινηματογράφους. Θυμάμαι έπειτα την κηδεία του Σεφέρη που εξελίχθηκε στην πρώτη μεγάλη αντιχουντική διαδήλωση… Τότε κυκλοφόρησαν και τα Νέα Κείμενα, με κείμενα αντιστασιακών συγγραφέων και προμετωπίδα δική του.
Τα ’60s ήταν ένα όμορφο παραμύθι που ζήσαμε έντονα και μας γοήτευσε πολύ. Δυστυχώς, όμως, στην πορεία, πράγματα όπως το ελεύθερο σεξ, οι ουσίες και ο μυστικισμός, που τόσο αισιόδοξα είχαμε υποδεχτεί, αποδείχτηκαν παγίδες γιατί πολλοί τα χειρίστηκαν λάθος και γιατί εν τέλει ευνόησαν τον ατομικισμό σε βάρος της συλλογικότητας. Και σήμερα ζούμε έναν θρίαμβο του ατομικισμού που έχει μουδιάσει τη ζωή σε πολλούς τομείς. Υπήρξε, όμως, επίσης εποχή ριζοσπαστικής πολιτικής αμφισβήτησης, ήταν τα κινήματα, η Νέα Αριστερά. Εκεί κάπου το ’68, με τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, αναρωτηθήκαμε για πολλά κι αρχίσαμε να αμφισβητούμε τα ιδεολογικά θέσφατα. Έτσι υιοθέτησα κι εγώ έναν πιο αναρχικό τρόπο σκέψης.
Ο καλός ποιητής πατά με το ένα πόδι στην πραγματικότητα και με το άλλο στο όνειρο. Είναι, βέβαια, θαυμάσιο όταν τα δύο αυτά συναντιούνται. Το δικό μου όνειρο ήταν ανέκαθεν ένα όνειρο ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Γι’ αυτό, αν και δεν στερήθηκα ούτε έρωτες, ούτε σχέσεις, δεν παντρεύτηκα ποτέ, ούτε απογόνους έκανα. Πάντα τη γλίτωνα στο παρά τρίχα τη βέρα! Ναι, έχω αποκαλέσει «ένοπλο» τον έρωτα, γιατί προστατεύει από τη φθορά και τη χυδαιότητα. Δεν τον υπερτιμώ, όμως, κιόλας – το πάθος, βλέπεις, απογειώνει αλλά και καταστρέφει. Η ύπαρξη καθαυτή είναι ακόμα μεγαλύτερη αξία και τύχη ξεχωριστή.
Δεν είμαι άθεος, μα ούτε οπαδός κάποιου δόγματος. Αμφισβητώ τις κατεστημένες θρησκείες, η σχέση μου με το θείο είναι ενός αιρετικού. Πιστεύω, ας πούμε, στον θεό του Καζαντζάκη, του Μπερντιάεφ, του Κρισναμούρτι. Είναι κάτι που υπάρχει εντός μας και ταυτόχρονα ξέχωρα. Το αντιλαμβανόμαστε μόνο σε στιγμές μεγάλου πόνου και ακραίων δοκιμασιών. Μπορεί, όμως, να ανιχνευθεί και μέσω βαθιάς σκέψης, διαλογισμού, ουσιών ακόμα. Δυστυχώς, συχνά οι μεταφυσικές εμπειρίες αντιμετωπίζονται ως ψύχωση και όχι ως ανάταση και άνοιγμα οριζόντων.
Αντί για υλικά αγαθά, προτίμησα να κυνηγήσω εμπειρίες. Δεν έκανα ποτέ χρήματα κι όμως, ό,τι θέλησα στη ζωή μου, το είχα ή μου συνέβη. Η ευτυχία είναι δύσκολο πράγμα να κατακτηθεί ακριβώς επειδή είναι το πιο εύκολο – δύσκολο καταντά εξαιτίας της απλότητάς του! Και ευτυχία είναι η κατάφαση σε ό,τι προστατεύει τη ζωή. Θεωρώ κορυφαία προτερήματα την ταπεινοφροσύνη και τη γνησιότητα. Η υποκρισία και η επιδίωξη να επιβάλλεσαι είναι, πάλι, μεγάλη δυστυχία.
Πιστεύω σε μια ελληνικότητα διεθνιστική, κοσμοπολίτικη, όπως την εξέφραζαν ιδίως οι στωικοί και οι επικούρειοι. Ο σύγχρονος Έλληνας είναι ένα μεσοβέζικο πλάσμα, με χαμένο προσανατολισμό. Τον έχασε κάπου εκεί στην ύστερη αρχαιότητα κι ακόμα τον αναζητεί. Είναι μεν φιλότιμος κι εγκάρδιος αλλά τρομερά φίλαυτος. Την Ελλάδα, εντούτοις, ως χώρα δεν την αλλάζω, ούτε την Αθήνα ως πόλη, κι ας έχω ταξιδέψει ελάχιστα. Με ευχαριστούν πολύ οι καθημερινοί μου περίπατοι στην Αχαρνών και στην πλατεία Βικτωρίας. Εντάξει, λείπει το πράσινο και τα υπέροχα νεοκλασικά της ρημάζουν, έχει όμως ένα χρώμα, μια ζεστασιά και μια μαγεία μοναδική.
(LIFO)
Η ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΥΑΛΩΤΗ
Μανιασμένη βροχὴ
πάνω ἀπ’ τὰ θαμμένα δάχτυλά μου.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
κάτω ἀπὸ ’να δέντρο
ἔξω ἀπ’ τὴ σπηλιὰ
Μ’ ἄγριες κουρελιασμένες προβιὲς
Καὶ βιβλικὴ γενειάδα –
ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι τσουκνίδα
εἶναι εὐάλωτη –
Κακοσιτισμένο
Νὰ ἀγναντεύει τὸ μαχητικὸ ἀφρὸ
τῆς ἀκροθάλασσας
Καθετὶ εἶναι γεμάτο
καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἐλευθερία.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
Στὸ ναὸ τῆς φαντασίας μὲ ἰκετήρια κλαδιὰ
Τρέμοντας μὲ σκέψεις φτωχοῦ θεοῦ
Τὸ εἶδα
στὴ στοιχειωμένη πολυκατοικία
Ὁδηγημένο στὴν ἀφθονία μὲ αὐτοκίνητο οὐίσκι ἔντυπο
ἢ στὸ ἄντρο τῆς μιζέριας
Μὲ ὁλόλαμπρη γύμνια χλωμὰ στήθια
Ὀρυχτὰ στολίδια νεκρὸ βρακὶ
Ἡ μεγαλειότητά του περιμένοντας φώτιση
κάτω ἀπὸ ληστρικὰ νύχια
Ἔξαλλο βασανιστήριο
Φτυστὰ στὸν καιρό.
Κακόμοιρο πετσὶ θαμμένο
μέσα σὲ τόση νύχτα
Ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη
Μέσα στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.
(EKEBI)
ΠΑΡΝΗΘΑ
Καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ σάλπισμα τοῦ ἀγγέλου, θειάφι
κίτρινο ζωηρὸ καὶ μενεξεδὶ ζωηρὸ
πάνω στὸ βουνὸ μὲ τὴ μορφὴ ποὺ ἔτρεχε σὲ συνάντησή μου
πίσω ἀπὸ θολὸ τζάμι.
Δρόμος κανένας γιὰ τὸ γυρισμὸ
δυὸ ἀερικὰ ἦρθαν κοντά μου καὶ μὲ παρέσυραν.
Ἡλιοβασίλεμα σχεδὸν ἀνεπαίσθητο
καὶ τῆς κόλασης τὸ στόμα ὀρθάνοιχτο
μετὰ τὸ σκίσιμο τοῦ οὐρανοῦ.
Ἄρτεμη, γιατί μ’ ἔδιωξες;
Ἡ ὥρα σὰν ἀνυπόμονο λεοντάρι μὲ τὴ χαίτη
ριγμένη πρὸς τὰ πίσω καταπίνοντας πυρακτωμένα καρφιά.
Ὁ Ὄλυμπος κι ὁ Γολγοθὰς δυὸ πόλοι
τοῦ ἴδιου ποιήματος.
Ἄγρια μάχη κενταύρων στὸ βορινὸ μέρος
τὰ μπράτσα μου ἐνάντια στὸ δαίμονα
καὶ τὰ κοράκια ψηλὰ ἀνακατεύοντας πριονίδι
καὶ παγάκια στὴ χούφτα μου.
Νοσταλγία τοῦ βράχου ποὺ πάνω του κάθισε
κάποτε ὁ Πὰν παίζοντας τὸν αὐλὸ
μὰ δὲν κάθεται πιὰ παρὰ ἡ μαύρη δυσοίωνη
κουκουβάγια ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό.
Ὁ φονιὰς ἄγγελος τράβηξε τὸ σπαθί του
ἀσήμι λαμπερὸ καὶ καμφορὰ στὴ λαβὴ τοῦ σπαθιοῦ.
Γλίτωσα τὴ ζωή μου, ἕνα βλαστάρι ἀνάμεσα
στὰ λιθάρια. Κράτησα τὴ ζωή μου ἐκεῖ ποὺ
ἡ δύση ἦταν κοντὰ ἀτενίζοντας τὸ ἀόρατο
μέσα στὸν τρόμο καὶ σήκωσα σὰν μιὰ πέτρα
τὸ πρόσωπό μου.
(EKEBI)
ΣΤΡΙΓΚΛΙΣΜΑ
Μέσα κι ἔξω ἀπ’ τὶς μεγαλουπόλεις μὲ πείνα μὲ τόλμη
μὲ ἁγιότητα σούρανε τὰ μακρουλά τους ποδάρια
Τὰ σβησμένα ἀπ’ τὸ ὄπιο μάτια τοὺς τ’ ἀλουμινένια
πιάτα τοὺς τὰ κουρέλια τους στὸ χωματόδρομο
Τὰ παιδιὰ τῆς γενιᾶς μου γίνανε ἀφίσες τῶν τοίχων
Ξερατὸ καὶ λουλούδια ἐνὸς πολιτισμοῦ ἄθλιου
Ὁ δρόμος ἔχει τὴν ἀγωνία του τοὺς θλιβεροὺς μαντρότοιχους
μὲ τ’ ἀγκωνάρια τῆς παραφορᾶς
Καὶ στὴ βάση κάτ’ ἀπ’ τὸ δέντρο ὁ ἐλεύθερος
ἀπλώνοντας ρίζες καὶ κλωνάρια
Ὁ δραπέτης τῆς ζούγκλας τῶν πόλεων
Σχεδὸν ριπίδι σχεδὸν ἀκάθαρτη συμμετρία
Ὥριμος γιὰ τὴ στιγμὴ τῆς κρίσης
Ἡ ἀγάπη τὸν κυριεύει, ἐπουλώνει τὴ λέπρα τῆς ἐσωτερικῆς γῆς
Ἄνθρωπε τῆς ἐποχῆς μου παράδειγμα
Δόξα σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ σκάει
Ποδοπατώντας σάπιες ἀξίες βαραθρώνοντας τέλματα
Μὲ τὰ παπούτσια στὸ κούτελο τῆς καλοπέρασης
Ἔστω καὶ μὲ τὴ στολὴ τοῦ νικημένου
Μακαρίζω αὐτοὺς ποὺ τὸ στῆθος τους οὐρλιάζει
στὴ μυστηριακὴ ἐρημιὰ τοῦ κόσμου
σὰν ἄστρο.
Αὐτοὺς ποὺ ἀνοίγουν στὸ μέλλον δρόμο
κομμένα ἁγνὰ προϊόντα της φύσης
Στὴν ἀνώνυμη ἱστορία.
Τὸ μπρίκι
Εἶναι τὸ αἰώνιο τσίγκινο μπρίκι
αὐτὸ πού μου ἔδωσε ὅ,τι καλύτερο εἶχε
αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ μᾶλλον ὁλότελα ξαφνικὰ
χωρὶς οὔτε ἀρχὴ μήτε τέλος.
Νὰ ψήνει καφὲ καὶ νὰ ντιντινίζει στὸ ράφι.
Εἶναι τὸ δηλητηριῶδες τσίγκινο μπρίκι
ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ξυριστικὴ μηχανή.
Δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο τὸ τέλος τοῦ χειμώνα
σὲ θερμότητα κανονικὴ σὰν ἐκείνη τοῦ ἥλιου.
Μουντζουρωμένο καὶ μαλακὸ ἀλλὰ ὄχι γιὰ πέταμα.
(EKEBI)
* Στην εποχή μας υπάρχει χώρος για τους ποιητές;
Η εποχή μας είναι πολύ σκληρή, δολοφονεί τους ποιητές. Είναι το αντίθετο της ποίησης αυτό που βιώνουν σήμερα οι άνθρωποι, αλλά, μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της αναζήτησης του κέρδους και της ηδονής, ο άνθρωπος τρέχει προς την ποίηση, όπως αυτός που έπαθε σκορβούτο και τρέχει προς τα χορτάρια. Ο ποιητής έπαψε πια να είναι το κέντρο του ενδιαφέροντος, όπως ήταν άλλοτε, κι έχει γίνει υπάλληλος της κοινωνίας. Αν θέλει να επιβιώσει αξιοπρεπώς, πρέπει να συμπορευτεί με τους όρους που θέτει η σύγχρονη εποχή. Αυτοί οι όροι είναι να εξυπηρετεί κάποιον κοινωνικό σκοπό ή κάποια κοινωνική ομάδα. Η εποχή μας θέλει συμβιβασμένο τον ποιητή, να εξυπηρετεί κάποια συμφέροντα, αν θέλει να επιβιώσει.
* Εσείς εμφανιστήκατε το 1969. Πώς ήταν εκείνη η εποχή;
Ήταν η χούντα, εγώ έπρεπε να εκφράσω την ανθρώπινη πρωτοτυπία μου και ταυτόχρονα να έρθω σε ρήξη με το καθεστώς. Αυτή ήταν η επιταγή της ψυχής μου. Μόλις είχε σταματήσει η λογοκρισία και μπορούσαμε να εκφραστούμε κάπως ελεύθερα μέσα από υπονοούμενα και σπόντες. Ο κόσμος μας αγκάλιασε και ήταν πολύ ζεστός απέναντί μας, η νεολαία μας αποδέχτηκε αμέσως, όταν εξέδωσα το πρώτο μου βιβλίο, τη συλλογή “Ποίηση”, την οποία έδινα χέρι με χέρι στις μπουάτ της Πλάκας. Απήγγελλα ποιήματά μου στις “Εσπερίδες”, τα “Ταβάνια”, την “Απολογία” και σε άλλες μπουάτ της Πλάκας και παράλληλα πουλούσα τη συλλογή. Το νέο κύμα και οι χίπις με τα τραγούδια τους κι εγώ με τα ποιήματά μου. Πολλές φορές είχαμε να αντιμετωπίσουμε την αστυνομία που έμπαινε μέσα και διέλυε τις εκδηλώσεις μας, μερικές φορές μας κούρευαν κιόλας, τους ενοχλούσαν τα μακριά μαλλιά μας. Στη συνέχεια εξέδωσα μια εφημερίδα λογοτεχνική που την έλεγαν “Απολογία”, όπως την μπουάτ. Βγήκε ένα μόνο φύλλο, γραμμένο από μένα, από τον Ρένο Αποστολίδη, τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Δημήτρη Ιατρόπουλο. Μετά παρουσιάστηκα σε μια βραδιά ποίησης που οργάνωσε ο Κίμων Φράιερ στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, το 1970, μαζί με τη Νανά Ησαΐα και τον Βασίλη Στεριάδη.
* Από εκείνη τη βραδιά προέκυψε το “Βιβλίο των έξι ποιητών”;
Ναι. Αμέσως μετά συνδέθηκα με μερικούς διανοούμενους, που με επικεφαλής τον Σεφέρη ετοιμάζανε τα “18 Κείμενα” και μετά τα “Νέα Κείμενα”, στα οποία συμμετείχα κι εγώ με τρία ποιήματα. Ήταν άγρια η χούντα. Αλλά υπήρχε μια αισιοδοξία, αισθανόμασταν ότι είναι κάτι προσωρινό, ότι είναι ένα σύννεφο και θα περάσει. Για παράδειγμα στην κηδεία του Σεφέρη είδαμε ξαφνικά χιλιάδες λαού να κατακλύζει τους δρόμους από τους οποίους πέρναγε η σορός του ποιητή. Τότε δεν το περιμέναμε μας εξέπληξε. Ήταν η πρώτη ουσιαστικά μαζική αντιστασιακή πράξη. Εκείνη περίπου την εποχή παίχτηκε και η ταινία “Γούντστοκ”. Πάρα πολή νεολαία με αναμμένα κεριά ήταν μέσα στον κινηματογράφο κι απ’ έξω οι δρόμοι γεμάτοι αστυνομία.
* Εσείς δείχνατε μια ιδιαίτερη προτίμηση στον Ντίλαν τότε, τον έχετε βάλει και σε ποιήματά σας.
Τότε, ναι. Στην αρχή ήταν ένας τροβαδούρος της αμφισβήτησης. Όταν έγινε ηλεκτρονικός και εμπορικός, πολλοί θαυμαστές του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν και περισσότεροι όταν αργότερα έγινε χριστιανός. Τότε περίπου τον εγκατέλειψα κι εγώ.
* Τώρα ακούτε καθόλου Ντίλαν;
Όχι, καθόλου. Τώρα ακούω πολύ κλασική μουσική, ρεμπέτικα, τζαζ και μπλουζ.
* Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, στην εκδήλωση που οργάνωσαν προς τιμήν σας οι “Βικτωριανοί”, έλεγε ότι με την εμφάνισή σας ταράξατε τα ποιητικά ύδατα. Τι νομίζετε ότι ήταν αυτό που εντυπωσίασε στην ποίησή σας;
Ίσως η αμεσότητα και το θάρρος μου να χρησιμοποιώ λέξεις, έννοιες και σχήματα λόγου που δεν χρησιμοποιούσαν οι ποιητές μας μέχρι τότε. Αλλά ποιος να ξέρει τι είναι στην πραγματικότητα αυτό που εντυπωσιάζει από ένα ποίημα.
* Εσάς τι σας εντυπωσιάζει στην ποίηση;
Το μεγαλείο. Αυτό που υπάρχει στα ποιήματα του Χέντερλινγκ, του Πάουντ, του Καβάφη, του Σεφέρη.
* Τι προσπαθείτε μέσα από την ποίησή σας;
Προσπαθώ να εκφράσω, με έναν δικό μου τρόπο, αυτά που με έχουν επηρεάσει και που μου έχουν δημιουργήσει μια ωραία αίσθηση. Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε την ποίηση για να παραβιάσουμε τα σύνορά μας, να επεκτείνουμε τα όριά μας, να γεμίσουμε το κενό μας, να ολοκληρωθούμε. Η ποίηση δεν προσφέρει γνώσεις, βοηθάει όμως να ξυπνήσει ο άνθρωπος από τον ύπνο της καθημερινότητας και να βρει τον εαυτό του. Είναι λυτρωτική διαδικασία, κυρίως γι’ αυτόν που τη γράφει, και επίπονη.
* Είναι όντως “προϊόντα λύσσας, έρωτα και ανάγκης” τα ποιήματά σας;
Ναι, το έχω πει και μη μου ζητάτε να εξηγήσω παραπέρα.
* Έχετε θέσει στον εαυτό σας το ερώτημα του στίχου: “Κάποτε θα τελειώσουν όλα, τι έχεις να πεις τώρα που βλέπεις πια ότι κάποτε θα τελειώσουν όλα;”.
Κάποια στιγμή όλοι ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’ αυτό το ερώτημα, ιδιαίτερα στις ηλικίες που αρχίζουμε να στοχαζόμαστε γύρω από τον θάνατο. Είναι ένα θέμα στενάχωρο ο θάνατος. Αλλά σημασία έχει αν έχεις ζήσει έστω και για λίγο αληθινά. Δικαιώνει όλη την ύπαρξή μας.
* Από το έργο σας ξεχωρίζεται κάποια συλλογή που αγαπάτε ιδιαίτερα;
Τον “Γυμνό ποιητή”, γιατί είναι ένα βιβλίο που περιέχει ποίηση εξομολογητική, πολιτική και κοινωνική της πιο ώριμης περιόδου μου. Είναι μια ζωντανή ποίηση, βγαλμένη από μια ζωντανή εποχή. Ήταν η περίοδος που στην Αμερική η beat και ο απόηχος των αντιπολεμικών κινημάτων ήταν ακόμα ζωντανά και ακόμα πιο ζωντανή ήταν η αμφισβήτηση της παραδοσιακής Αριστεράς έξω αλλά και εδώ στην Ελλάδα.
* Την Αριστερά σήμερα την παρακολουθείτε;
Βεβαίως. Είναι μεγάλη η ευθύνη που αναλαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ για την αλλαγή της κοινωνίας στις σκοτεινές υπάρχουσες καταστάσεις και μακάρι να πετύχει στο σκοπό του.
* Η κοινωνία είναι έτοιμη να αλλάξει;
Είναι και δεν είναι, σημασία έχει να αρχίσουν να αλλάζουν τα άτομα μέσα στην κοινωνία.
* Τι θέση έχει η ποίηση σε μια τόσο λερωμένη εποχή σαν τη δική μας;
Πιστεύω και μπορώ να πω πως οι ποιητές είναι οι ακρίτες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η ποίηση είναι ένα είδος πνευματικής τροφής για μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων. Είναι αριστοκρατική, η ποίηση και ως ποιότητα απευθύνεται σε ορισμένους, αλλά δεν είναι μόνο για μία ελίτ, αλλά είναι όπως το φως. Όποιο ον έχει μάτια δεν μπορεί να μην το δει.
* Ο Σολωμός και ο Παλαμάς, ο Κάλβος και ο Καβάφης ποια θέση έχουν στον ποιητικό σας στοχασμό;
Ο Σολωμός, ο Παλαμάς και ο Σεφέρης είναι οι λογοτεχνικοί μου πρόγονοι στην Ελλάδα. Ο Καβάφης είναι μεγάλος, αλλά δεν έχει συνέχεια, είναι ιδιαίτερη περίπτωση. Κάποιος έχει πει ότι είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος.
* Γράφετε κάτι αυτή την εποχή;
Γράφω, συνεχίζω τα ολιγόστιχα, τα στοχαστικά ποιήματά μου. Συνεχίζω δηλαδή το είδος που έχω αρχίσει από το ’98 με το “Διπλανό δωμάτιο”. Είναι πιο εσωτερική ποίηση και υπαρξιακή.
* Πως έχετε ονειρευτεί τον κόσμο μας κύριε Πούλιο;
Σε ένα ποίημά μου λέω “βρομάω μοναξιά και ουτοπία”. Επομένως η ουτοπία είναι πάντα μπροστά μου.
Έχοντας δημοσιεύσει το πρώτο του ποίημα στην “Αυγή” το 1961, ο Λευτέρης Πούλιος δωρίζει σήμερα στην εφημερίδα μας και τους αναγνώστες της δυο ανέκδοτα ποιήματά του, ατιτλοφόρητα ακόμα, τα οποία προορίζει για την επόμενη συλλογή του.
Ο κόσμος ένα αχανές μυστήριο
στο χρόνο που καταστρέφει
και στο χρόνο που συντηρεί.
Η γη κινείται με τη δύναμη του χρήματος
και τη βλακεία του κοσμάκη.
——
Συνήθως υπάρχει μια διέξοδος
όμως για μένα βραδιάζει.
Τα λάθη μου πολλά
το χρέος μου μεγάλο
και στο τραπέζι αντίκρυ μου
κάθεται το μηδέν.
(ΑΥΓΗ)
Λευτέρης Πούλιος: «Η κρυφή συλλογή». Εικόνες: Χρόνης Μπότσογλου. Εκδόσεις «Κέδρος», 2008, σελ. 81.
Είναι ένα διπλό βιβλίο η «Κρυφή συλλογή» του ποιητή Λευτέρη Πούλιου (γεν. το 1944). Απαρτίζεται από 36 ποιήματα (τα έξι υπό τον κοινό τίτλο «Πρελούδιο») και ισάριθμες εικόνες του Χρόνη Μπότσογλου (συν ένα προοιμιακό πορτρέτο του ποιητή διά χειρός του ζωγράφου). Δεν είναι τούτη η πρώτη φορά που οι στίχοι του Πούλιου συνυπάρχουν με έργα ζωγραφικής. Επί παραδείγματι, δεκαπέντε χρόνια πριν, στη συλλογή του «Αντί της σιωπής» του 1993, τα ποιήματα συνυπήρχαν με δώδεκα πίνακες του Τάσου Μαντζαβίνου, ενώ ο Δημήτρης Γέρου είχε τονίσει με πέντε σχέδιά του τη συλλογή «Μωσαϊκό» (2001) και με τέσσερα τις «Συλλαβές για τον άνεμο» (2003).
Ο,τι αλλάζει τώρα δεν είναι απλώς η αριθμητική ισοτιμία ποιημάτων-εικόνων, που και μόνη της πάντως έχει κάτι να δηλώσει. Οι εικόνες του Μπότσογλου, στις αριστερές σελίδες όλες τους, δεν συνιστούν μια δάνεια φωνή ανεξάρτητα ετοιμασμένη και με δική της, αυτόνομη σκόπευση, αλλά αφορμώνται από τα ποιήματα που παρατίθενται στις δεξιές σελίδες και, σε πλήρη αντιστοιχία μαζί τους, συνιστούν μιας μορφής έμπρακτη αλληλεγγύη. Ποίηση και ζωγραφική δεν πορεύονται σε μια ουδέτερη παραλληλία αλλά διασταυρώνονται και συνομιλούν. Το γεγονός ότι τα περισσότερα ποιήματα (ολιγόστιχα στην πλειονότητά τους) σχηματίζουν μία εικόνα με μόνες τις λέξεις τους, ευχεραίνει το έργο της ζωγραφικής· αν ο λεκτικός μικρόκοσμος ήταν περισσότερο σύνθετος, πιθανόν ο χρωστήρας του ζωγράφου θα υποχρεωνόταν να επικεντρωθεί σε μία μόνο νοηματική ή εικαστική «στιγμή» του ποιήματος.
Ενόραση
Πάει πολύς καιρός τώρα που ο ποιητικός λόγος του Λευτέρη Πούλιου υποχώρησε ως προς την έκτασή του (εν συγκρίσει με την καταγγελτική ευφράδεια των πρώτων του ορμητικά αμφισβητησιακών βιβλίων), δέσμευσε την εικονοπλαστική του ορμή, απάλυνε την οξύτητα της αρχικής ρητορικής του, και έγινε εσωτερικότερος, ενίοτε σκοτεινότερος και δυσπέλαστος μες στην αποσπασματικότητα ή και τον κερματισμό της αφήγησής του (όπως, για άλλους λόγους και με άλλους τρόπους, συνέβη και με έναν παλαιότερο ποιητή, τον Μιχάλη Κατσαρό, που επίσης είχε οικειωθεί αρχικά το ρόλο του λογοτέχνη-προφήτη). Η πολιτική σκόπευση και η θυμωμένη ιδεολογική εναντίωση έδωσαν τη θέση τους στην υπαρξιακή αναδίφηση και την οντολογική αναζήτηση. Ωστόσο, ο «χώρος της διαίσθησης και της ενόρασης», τον οποίο προγραμματικά από κάποια στιγμή κι έπειτα θέλησε να αποδώσει ο Πούλιος, θεωρώντας τον «πολύ πιο αυθεντικό από τον κόσμο της νόησης και της λατρείας της λογικής» (βλ. συνέντευξή του στο περιοδικό «Ατυπον», τεύχος 5, Ιανουάριος του 1997), δεν μεταδίδεται πάντοτε ακεραιωμένος και σαφηνισμένος στον αναγνώστη. «Η φωνή μου βγαίνει/από ένα ηφαίστειο/που ραγίζει και φτύνει» διαβάζουμε στο ποίημα «Ζωντανή ζωγραφική». Και η φωνή αυτή δεν κρύβει τα δικά της ραγίσματα.
Ο Ρουμί
Το καινούργιο βιβλίο ανοίγει με μότο τη φράση «Οι διψασμένοι αναζητούν το νερό, αλλά και το νερό αναζητά τους διψασμένους» του Πέρση ποιητή Τζελαλετίν Ρουμί (στις μεταφράσεις ποιημάτων του από την Καδιώ Κολύμβα, πάντως, στις εκδόσεις «Αρμός», το όνομά του αποδίδεται ως Τζελαλαντίν, δίνεται άλλωστε εκεί η εξήγηση ότι ο πατέρας του τού έδωσε ένα όνομα που σημαίνει «η δόξα της θρησκείας», εφόσον Τζελάλ σημαίνει δόξα και Ντιν, θρησκεία). Εχει το νόημά της η απόφαση του Πούλιου να διαλέξει σαν μότο το λόγο ενός ποιητή που υπήρξε και δάσκαλος της θεολογίας και, κυρίως αυτό, μυστικός Σούφι. Το όνομα του θεού, που απασχολεί συχνά τον Πούλιο στα τελευταία του βιβλία, ακούγεται με αρκετούς τρόπους (λ.χ. στη σελ. 15: «Η ίδια η φωτιά του Θεού/μάς τραβάει μπροστά») στην «Κρυφή συλλογή», όπου το «κρυφή», σε συσχετισμό με τον Ρουμί, μπορούμε ίσως να το διαβάσουμε σαν σήμα μιας απόκρυφης, ενορατικής αναζήτησης. Αλλά και της αγάπης το όνομα ακούγεται στο νέο βιβλίο του Πούλιου (λ.χ. «Πρέπει να ‘ναι κανείς στρατιώτης/της αγάπης»), κι αυτό μας συνδέει και πάλι με τον Ρουμί, υμνωδό παθιασμένο της αγάπης, όπως αρκούν για να το αποδείξουν ετούτοι οι στίχοι του: «Ναι, όλη η βροχή τ’ ουρανού πέφτει στη θάλασσα/μα δίχως αγάπη/ούτε μια σταγόνα δεν γίνεται μαργαριτάρι».
Αν ο Ρουμί είναι η προδηλούμενη σκέπη ή το βάθρο της συλλογής του Πούλιου, της πνευματικής του στάσης, δύο κίονές της, για να το πω σχηματικά, έτσι όπως ορίζονται από το πρώτο και το τελευταίο ποίημα, είναι ο Γερμανός ποιητής Φρίντριχ Χέλντερλιν και ο Αμερικανός ομότεχνός του Εντγκαρ Αλαν Πόε. Κανείς από τους δύο δεν κατονομάζεται. Εντούτοις και μόνο ο τίτλος του πρώτου ποιήματος, «Ενας άνθρωπος στην Πάτμο του», πέρα από τα θρησκευτικά, μυστικιστικά ή αποκαλυψιακά του συμφραζόμενα, φέρνει αμέσως στο νου τον Χέλντερλιν: στη συλλoγική μνήμη της λογοτεχνίας ο ύμνος «Πάτμος» του μεγάλου Γερμανού, γραμμένος στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, σαν μια προσωπική συνοπτική θεολογία, λειτουργεί σαν σήμα του αιγαιοπελαγίτικου νησιού όσο και το ταραγμένο κείμενο του οραματιστή Ιωάννη. Στο τελευταίο ποίημα του βιβλίου πάλι, ο στίχος «Ποτέ πια, λέει το κοράκι» παραπέμπει βέβαια στο «Nevermore», την επωδό στο διάσημο «Κοράκι» του Πόε.
«Κούφια γνώση»
Με «το μυαλό θρυμματισμένο/από την κούφια γνώση» και τη «ζωή αιχμάλωτη/στο χρόνο που καταστρέφει», και με μοναδικό εφόδιο την καρδιά («η καρδιά μάς απομένει ακόμα»), ο ποιητής ασφυκτιά σε έναν κόσμο που τον περιγράφει, ήδη στο πρώτο του ποίημα, «παρωχημένο και κουρασμένο», κι ύστερα «διαλυμένο» («Σ’ έναν διαλυμένο κόσμο./Εδώ πέρα, τον πρώτο λόγο/τον έχει ο πόνος και η συμφορά») και σε μια πραγματικότητα που ορίζεται «δύσμορφη». Δεν παύει εντούτοις να ονειρεύεται ή να ελπίζει σε έναν «καινούργιο κόσμο» («Νέοι τρόποι ας ελευθερώσουν/τον καινούργιο κόσμο./Ειρήνη και Αρμονία/Τα σιωπηλά όπλα της αγάπης/ας πλήξουν τ’ αστέρια»), σε μια αναγέννηση («Αύριο από το βάθος του καιρού/τέλειοι θα ξαναγεννηθούμε»). Το τέχνασμά του δεν είναι παρά το στρατήγημα της λογοτεχνίας εν γένει (και ενίοτε και των κατ’ εικόνα του ανθρώπου θεών): να δίνονται νέα ονόματα στα πράγματα, με την ονοματοκρατική προσδοκία ότι αυτό θα αλλάξει και το χαρακτήρα τους. Αυτόν ακριβώς το σκοπό υπηρετεί το ποίημα «Βεβηλωμένος παράδεισος»: «Αφού η ζωή είναι μία/κι ό,τι είναι να ‘ρθει κανείς άνθρωπος/δεν γνωρίζει,/ονομάζω αυτόν τον κόσμο καλό/και ιερή την πραγματικό τητα/που δεν τολμώ/για να τη συζητήσω».
Η ευφημιστική ή ανακουφιστική μετονομασία δεν επαρκεί αλλά ο Λευτέρης Πούλιος, που «ξέρει ότι κατάγεται από την πραγματικότητα», σύμφωνα με την αυτογενεαλόγησή του στη συλλογή «Μωσαϊκό», εξακολουθεί να πιστεύει πως «υπάρχουν τόσο πολλά πράγματα/σ’ έναν κόσμο που ισοδυναμεί με το τίποτα!», όπως διαβεβαίωνε πέντε χρόνια πριν, στις «Συλλαβές για τον άνεμο». Για έναν αποφασισμένο ποιητή, που ζει για την ποίηση και από την ποίηση, ακόμα κι αν οι «λέξεις κινούνται πάνω στους σταυρούς», όπως αποφαίνεται τώρα, «αρκεί ένα κάτι, μια ασήμαντη στιγμή», για να θυμηθούμε και πάλι το «Μωσαϊκό».
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)
Ασχημοι καιροί
Ασχημοι καιροί
καιροί ηλεκτροκίνητων μαστιγίων
χτυπάω τις πόρτες για να μιλήσω.Δεν ξέρει τίποτα το ανύποπτο παγόνι
που παίρνει πικρή ανάσα
σε τούτη τη δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα.Ασχημοι καιροί
καιροί του χαμένου θάρρους
κι η ποίηση στη μέση του
γονατισμένου λαού.(PROTAGON)
Από τη συλλογή Γυμνός ομιλητής (Αθ. 1977)
Eiμαστε οι ζωvτανότεροι τoύτης της νύχτας-
Οι χαφιέδες μας κοιτάζουν καxύπoπτα και τα φώτα σβήνουνε σε μια ώρα.
Ποιος θα μας κουβαλήσει στο σπίτι; Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα μου. Τι ρωμιοσύvn δασκάλευες με φωτιά και βουή, ανεβασμένος στην κορφή της ελπίδας, όταν ξαφνικά n vύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι
απ’ τη θήκη. Κι απόμεινες στην καρέκλα παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας που άχνιζε.
Νιώθω σκολιαρόπαιδο που τούλαχε στραβόξυλο δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πώς
θα τα πάω. Φρικτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι,
σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων. Πάμε να κατουρήσουμε όλα τ’ αγάλματα
της Αθήνας, πρoσκυvώvτας μονάχα του
Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σαν παππούς κι εγγονός που βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ την τρέλα
μου γέρο. Όποτε μου τη δώσει, θα σε σκοτώσω.(FOTOFRAKTIS)










Comment