Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

Νίκος Καρούζος:ο βίος,το έργο του:Ν.Λογοτεχνία Γ Λυκειου,-Γ.Π.

 

https://www.youtube.com/watch?v=lOyHVq6YkGI

Παρασκήνιο: Νίκος Καρούζος


Νίκος Καρούζος - Μονόγραμμα ΕΡΤ 1990


Ο Καρούζος απαγγέλλει Καρούζο

Νίκος Καρούζος - Credo (Boom Bap Mix)


Μια Συζήτηση Για Τον Ποιητή Νίκο Καρούζο (Με Τον Σ. Μιχαήλ)

Ν.Καρούζος - Γ.Χαρούλης ~ Όσο κρατήσει η Ζωή

Ν.Καρούζος - Αυτοδίδαχτος Τρόμος (Beating Poem)

Nίκος Καρούζος - Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος (Boom Bap Mix)



https://www.youtube.com/watch?v=kjlP3A8RE78

Το δέντρο των αγνοημάτων - Νίκος Καρούζος

Ενα Ξορκι που Λεγεται Δυνατα Νικος Καρούζος + Ειμαστε Κατι Καρυωτάκης (Boom Bap Mix)

Νίκος Καρούζος Ο Δρόμος για το Έαρ (trailer)


ΟΤΙ ΔΕΙΧΝΩ ΕΙΝΑΙ - ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ (Γ.ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ -Ν.ΚΑΡΟΥΖΟΣ)



https://www.youtube.com/watch?v=Ehy4m7kt6vQ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Νίκος Καρούζος,ο ποιητής της "εναστροσύνης" | ΕΡΤ

https://www.youtube.com/watch?v=smRsA3zP4Yo



Ο Νίκος Καρούζος μιλά για την ποίηση - Μονόγραμμα ΕΡΤ 1990

Νίκος Καρούζος «ΑΠΟΛΕΛΥΣΑΙ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΣΟΥ»


Εκλογή Ποιημάτων Β ' / Νίκος Καρούζος - Γιάννης Μιχαήλ

"ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ" ποίημα του Νίκου Καρούζου МАЯКОВСКИЙ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ :Η ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΣΥΜΦΕΡΕΙ---Από τη συλλογή "Αντισεισμικός τάφος" (1984).23

Νίκος Καρούζος - Ο Δρόμος για το Έαρ (2019)


Τὰ κουταλάκια ποὺ σερβίριζαν τὴ ποίηση

Νίκος Καρούζος - Ἕνα ἔρημο ἄνθος

Νίκος Καρούζος - Nikos Karouzos




Νίκος Καρούζος (1926-1990) Νίκος Καρούζος [πηγή: Πολιτιστικός Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας] Αναγνώσεις ποιημάτων του Νίκου Καρούζου [πηγή: Ίδρυμα «Τάκης Σινόπουλος» – Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης] Μονόγραμμα. Νίκος Καρούζος (βίντεο) [πηγή: Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ]

εικόνα

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο και πέθανε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες. Έργα του: Ποιητικά: Η επιστροφή τον Χριστού (1954), Νέες δοκιμές (1954), Σημείο (1955), Είκοσι ποιήματα (1955), Διάλογοι (1956), Ποιήματα (1961) (επιλογή ποιημάτων των προηγούμενων συλλογών), Η έλαφος των άστρων (1962), Ο υπνόσακκος (1964), Πενθήματα (1969), Λευκοπλάστης για Μικρές και Μεγάλες Αντινομίες (1971), Χορταριασμένα χάσματα (1974), Απόγονος της νύχτας (1978), Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας (1979), Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα (1980), Μονολεκτισμοί και Ολιγόλεκτα (1980), Φαρέτριον (1981), Αναμνηστική λήθη (1982), Αντισεισμικός τάφος (1984), Συντήρηση ανελκυστήρων (1986), Νεολιθική νυχτωδία στην Κροστάνδη (1987), Ερυθρογράφος (1988), Ευρέσεις από κυανό κοβάλτιο (1991). Συγκεντρωτικές εκδόσεις: α) Ποιήματα (1979): Πενθήματα, Λευκοπλάστης κτλ. Χορταριασμένα χάσματα) β) Η πρώτη εποχή (1961-1964), εκδ. Εγνατία 1987, γ) Η δεύτερη εποχή (1969-1974), εκδ. Ερατώ 1988 και Τα ποιήματα τόμ. Α' (1961-1978) και τόμ. Β' (1979-1991), εκδ. Ίκαρος 1993 και 1994 αντίστοιχα. Άλλα βιβλία: Μεταφυσικές εντυπώσεις από τη ζωή ως το θέατρο (1966), Πεζά κείμενα (1997) κ.ά. Τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο (1963 και 1972).


Νίκος Καρούζος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Νίκος Καρούζος
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Νίκος Καρούζος (Ελληνικά)
Γέννηση17  Ιουλίου 1926[1]
Ναύπλιο
Θάνατος28  Σεπτεμβρίου 1990
Νοσοκομείο Υγεία[2]
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΕλληνικά[3]
ΣπουδέςΕθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταποιητής
συγγραφέας
Οικογένεια
ΣύντροφοςΕύα Μπέη[4]
Υπογραφή
Nikos Karouzos signature.svg

Ο Νίκος Καρούζος (17 Ιουλίου 1926 - 28 Σεπτεμβρίου 1990) ήταν ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

Βίος

Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1926 στο Ναύπλιο. Οι γονείς του, Κωνσταντίνα Πιτσάκη και Δημήτρης Καρούζος, δάσκαλος, συνέβαλαν στα πρώτα παιδικά χρόνια στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, όπως και ο ιερέας και δάσκαλος παππούς του από την πλευρά της μητέρας του που διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη.[5]

Το 1944 ολοκληρώνει τις γυμνασιακές σπουδές στη γενέτειρά του και εντάσσεται στην ΕΠΟΝ Ναυπλίου στο Τμήμα διαφώτισης. To 1945 εισάγεται στη Νομική Σχολή Αθηνών και στη σχολή Πολιτικών επιστημών του πανεπιστημίου των Αθηνών. Τον Ιούνιο του 1946 γλιτώνει τη σύλληψη και εκτέλεσή του από την Οργάνωση Χ. Την επόμενη χρονιά εξορίζεται στην Ικαρία για πέντε μήνες. Το 1951 υπηρετεί τη θητεία του στη Μακρόνησο και το 1953 εξορίζεται πάλι στη Μακρόνησο. Νοσηλεύτηκε στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο όπου απαλλάχθηκε από τη στρατιωτική θητεία χωρίς να υπογράψει δήλωση μετανοίας, για λόγους υγείας.[6]

Το 1955 παντρεύεται τη Μαρία Δαράκη με την οποία χωρίζει μετά από μερικούς μήνες. Εγκαταλείπει τις σπουδές στη Νομική και την προοπτική να γίνει δικηγόρος. Αρχίζει να συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύοντας ποιήματα και άλλα πεζά κείμενα, όπως τα Αθηναϊκά ΓράμματαΕπιθεώρηση ΤέχνηςΝέα ΕστίαΕυθύνηΣύνοροΔιαγώνιος. Το 1961 βραβεύεται με το Β' Κρατικό Βραβείο ποίησης και το 1962 με Α΄ Βραβείο ποίησης της Ομάδας των Δώδεκα. Το 1962 παντρεύεται για δεύτερη φορά, με τη Μαίρη Μεϊμαράκη με την οποία χωρίζει το 1980. Τον Μάιο του 1967 συλλαμβάνεται για δηλώσεις που έκανε σε βάρος του Παττακού.[7]

Το διάστημα 1983-1984 και το 1986 εργάζεται στο Γ' Πρόγραμμα της ΕΡΑ κάνοντας εκπομπές για τη λογοτεχνία. Το 1988 βραβεύεται με το Κρατικό Λογοτεχνικό βραβείο ποίησης. Αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας (καρδιολογικά, διάγνωση καρκίνου). Νοσηλεύεται σε διάφορες κλινικές της Ελλάδος και του εξωτερικού (Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1986 στο Σωτηρία, Μάρτιος του 1989-διάγνωση καρκίνου, Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1990 Λονδίνο). Πεθαίνει στις 28 Σεπτεμβρίου του 1990 στο Νοσοκομείο Υγεία.

Ποιητικό έργο

Παιδιόθεν ασχολείται με το διάβασμα ποίησης και τη συγγραφή.[8] Το 1944-1945 πραγματοποιεί την πρώτη δημοσίευση ποιήματός του στο περιοδικό της ΕΠΟΝ Νέα Γενιά. Το 1949 δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα με τίτλο Σίμων ο Κυρηναίος στο περιοδικό Ο αιώνας μας, ενώ το 1953 την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Η επιστροφή του Χριστού. Η ποίηση του Καρούζου έχει χαρακτηρισθεί ως φιλοσοφικήθρησκευτικήμυστική, μα δεν είναι τόσο η μεταφυσική διάσταση που τη διακρίνει, αλλά «μια υπαρξιακή πλησμονή, που τον ωθεί πέρα από τα όρια του εγώ, προς τη συγχώνευση με το αισθητό σύμπαν»[9]

Εργογραφία

Ποιητικές συλλογές

  • Σίμων ο Κυρηναίος, 1949.
  • Η επιστροφή του Χριστού, 1953
  • Νέες δοκιμές, 1954
  • Σημείο, 1955
  • Είκοσι ποιήματα, 1955
  • Διάλογοι, 1956
  • Ποιήματα, 1961
  • Η έλαφος των άστρων, 1962
  • Ο υπνόσακος, Ζαρβάνος, 1964
  • Πενθήματα, Αθήνα, 1969
  • Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες, 1971
  • Χορταριασμένα χάσματα, Εγνατία, 1974
  • Απόγονος της νύχτας, Πολυπλάνο, 1978
  • Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας, Εγνατία, 1979, Ερατώ, 1986
  • Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα, Πολυπλάνο, 1980
  • Μονολεκτισμοί και ολιγόλεκτα, Εξάντας, 1980
  • Φαρέτριον, Ύψιλον, 1981
  • Αναμνηστική λήθη, Γοργώ, 1982
  • Αντισεισμικός τάφος, Εστία, 1984
  • Συντήρηση ανελκυστήρων, Καστανιώτης, 1986
  • Νεολιθηκή νυχτωδία στην Κροστάνδη [Α΄ Κρατικό Βραβείο της Ποίησης το 1988], Απόπειρα, 1987
  • Ερυθρογράφος, Απόπειρα, 1988
  • Λογική μεγάλου σχήματος, Ερατώ, 1989
  • Ευρέσεις από κυανό κοβάλτιο, Ίκαρος, 1991
  • Θρίαμβος χρόνου, Απόπειρα, 1997
  • Οιδίπους τυραννούμενος και άλλα ποιήματα ( φιλολογική επιμέλεια Μαρία Αρμυρά, Ίκαρος)

Μεταφράσεις

  • Χόρχε Λουί Μπόρχες-Ο δημιουργός και άλλα κείμενα, Ύψιλον, 1980

Πεζά-δοκίμια

  • Μεταφυσικές εντυπώσεις απ΄τη ζωη ως το θέατρο, Άψινθος, 1966
  • Περί ζωγράφων, Galerie Titanium, 1988
  • Πεζά κείμενα, Ίκαρος, 1997

Επιτομή Έργου

Στις ποιητικές συλλογές από το 1956 και μετά ο Καρούζος εγκατέλειψε τiς λακωνικές ποιητικές εκφράσεις και άνοιξε τον δρόμο στην αναλυτική έκφραση του πνεύματος με κύριους άξονες αναζητήσεων τον έρωτα, τον θάνατο και τον θεό. Ο Νίκος Καρούζος συγκαταλέγεται στους πιο αξιόλογους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.[εκκρεμεί παραπομπή]

Παραπομπές

  1. ↑ Άλμα πάνω, στο:1,0 1,1 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικάκαθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίαςdata.bnf.fr/ark:/12148/cb13192234z. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2.  www.sansimera.gr/biographies/2366. Ανακτήθηκε στις 22  Αυγούστου 2021.
  3.  Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικάκαθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίαςdata.bnf.fr/ark:/12148/cb13192234z. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  4.  www.lifo.gr/culture/vivlio/i-tarahodis-kathimerinotita-tis-eyas-mpei-me-ton-niko-karoyzo. Ανακτήθηκε στις 19  Οκτωβρίου 2021.
  5.  «...Αυτοί οι δύο άνθρωποι με μάθανε από τα τέσσερά κιόλας χρόνια χρόνια μου γράμματα.», Ελισάβετ Λαλουδάκη, «Νίκος Καρούζος (1926-1990) Χρονολόγιο», Διαβάζω τ/χ.393, (Φεβρουάριος 1999), σελ.110
  6.  Ελισάβετ Λαλουδάκη, «Νίκος Καρούζος (1926-1990) Χρονολόγιο», Διαβάζω τ/χ.393, (Φεβρουάριος 1999), σελ.111
  7.  Ελισάβετ Λαλουδάκη, «Νίκος Καρούζος (1926-1990) Χρονολόγιο», Διαβάζω τ/χ.393, (Φεβρουάριος 1999), σελ.112-113
  8.  «Δεκατεσσάρων ετών, θυμάμαι, είχα αρχίσει να γράφω ένα μυθιστόρημα,που αργότερα το παράτησα,γιατί διαπίστωσα ότι το έγραφα σε δεκαπεντασύλλαβους [...] πρέπει να ήταν το 40 με 41. Θυμάμαι και τον τίτλο: Η γερμανική σκιά», Ελισάβετ Λαλουδάκη, «Νίκος Καρούζος (1926-1990) Χρονολόγιο», Διαβάζω τ/χ.393, (Φεβρουάριος 1999), σελ.110
  9.  Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς. Ένας κριτικός οδηγός, εκδ.Πατάκης, Αθήνα,1999 (β' εκδ.), σελ.119

Πηγές

  • Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς. Ένας κριτικός οδηγός, Πατάκης, Αθήνα,1999 (β' εκδ.), σ. 119-120
  • Ελισάβετ Λαλουδάκη, «Νίκος Καρούζος (1926-1990) Χρονολόγιο», Διαβάζω τχ. 393 (Φεβρουάριος 1999), σ. 110-115
  • Νίκος Καρούζος, Διαβάζω τχ. 393 (Φεβρουάριος 1999), σ. 108-141

Εξωτερικοί σύνδεσμοι


Νίκος Καρούζος

Νίκος Καρούζος (1926 – 1990)

Ο Νίκος Καρούζος ήταν έλληνας ποιητής, από τους πιο αξιόλογους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. 

Χαρακτηρίστηκε «τοξικομανής των λέξεων» και πρόσφερε στην ελληνική ποίηση μια εκστατικότητα λακωνική, μέσα από την ανανέωση του γλωσσικού ιδιώματος

Στις πρώτες του ποιητικές συλλογές διακρίνεται η θετική του στάση απέναντι στην ελληνορθόδοξη παράδοση. Ο Τάκης Σινόπουλος θεωρεί ότι το ποιητικό του έργο εκφράζει την επιθυμία της λύτρωσης του ανθρώπου από την αγωνία της εποχής, «αποδιώχνοντας το άγχος με τη χάρη της αγάπης».

Τα πρώτα χρόνια

Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 17 Ιουλίου 1926.

 Ο πατέρας του Δημήτρης Καρούζος ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο ΕΑΜ και υπέστη διώξεις μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου.

Η μητέρα του Κωνσταντίνα Πιτσάκη ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου.

Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων, ο Νίκος Καρούζος έδρασε μέσα από τις τάξεις της ΕΠΟΝ και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εξορίστηκε στην Ικαρία (1947). 

Το 1951 κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στη Μακρόνησο, απ’ όπου πήρε απολυτήριο το 1953 ύστερα από νευρικό κλονισμό.

 Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποκήρυξε τη μαρξιστική ιδεολογία, γιατί όπως είχε πει «ο καπιταλισμός έκανε ζώο τον άνθρωπο, ο μαρξισμός έκανε ζώο την αλήθεια».

Μαθητής του 20 στο Γυμνάσιο, έγινε δεκτός το 1945 στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν περάτωσε τις σπουδές του λόγω της πολιτικής του δράσης και της απορρόφησής του από την ποιητική δημιουργία.

Οι πρώτες ποιητικές συλλογές

Στα ελληνικά γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1949 από το περιοδικό «Ο Αιώνας μας» με το ποίημα «Σίμων ο Κυρηναίος».

 Το 1953 εξέδωσε τις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές «Η επιστροφή του Χριστού» και «Νέες Δοκιμές».

Υπήρξε από τους πολυγραφότερους έλληνες ποιητές, ενώ τα λίγα δοκιμιακά κείμενα που παρουσίασε, εκτός από ένα τομίδιο με τίτλο «Μεταφυσικές εντυπώσεις απ’ τη ζωή ως το θέατρο» (1966), δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά ή σε καταλόγους ζωγραφικών εκθέσεων.

Τα βραβεία

Τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963), το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα (1963), το Α’ Εθνικό Βραβείο Ποίησης, από κοινού με τους Τάκη Βαρβιτσιώτη και Μίλτο Σαχτούρη (1972) και με το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988).

Στην προσωπική του ζωή, ο Νίκος Καρούζος νυμφεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε μόλις λίγους μήνες και το 1963 την πιανίστρια Μαίρη Μεϊμαράκη, από την οποία χώρισε το 1980. Από το 1981 και ως το τέλος της ζωής του τον συντρόφεψε η ζωγράφος Εύα Μπέη.

Ο Νίκος Καρούζος άφησε την τελευταία του πνοή στις 28 Σεπτεμβρίου 1990 στο νοσοκομείο «Υγεία» της Αθήνας, σε ηλικία 64 ετών. 

Την τελευταία δεκαετία της ζωής του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.

Έγραψαν για τον Νίκο Καρούζο

Η πυκνότητα της ποιητικής παραγωγής τού Καρούζου πιστοποιεί τον πηγαίο και άμεσο χαρακτήρα της και τα πλούσια αποθέματά της, αφού η ποσότητα δεν αποβαίνει εις βάρος τής λειτουργικότητας και τής αποτελεσματικότητάς της. 

Λόγος ελλειπτικός, αλλά βατός και επαρκής, εναλλασσόμενοι τόνοι, που αντιστοιχίζονται με τις διακυμάνσεις του συναισθήματος, εύστοχη διάρθρωση τού ποιήματος, όπου το κυρίαρχο πνεύμα υπερασπίζεται μια λεκτική ευφορία, ευφάνταστη εικονοποιία και η παρεμβολή στοχασμών και απηχήσεων από παράλληλους βίους κατορθώνουν να μας αποδώσουν μια ποίηση, που οι βιωματικοί όροι, οι οποίοι την εμψυχώνουν, υπερβαίνοντας τον υποκειμενικό χαρακτήρα τους, αποκτούν χάρη στη λειτουργικότητα των γλωσσικών μέσων μεταδόσιμη μορφή, όταν ο ποιητής δεν φτάνει, κάποτε αμήχανος, εμπρός στο άφατο, στη μεταφυσική απορία.

Αλέξανδρος Αργυρίου, κριτικός λογοτεχνίας

Από όλους τους ποιητές αυτής της γενιάς, αυτός που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη δυσκολία ως προς την ένταξή του σε κάποια κατηγορία ή ομάδα είναι ο Νίκος Καρούζος.

 

Υποστηρικτής της Αριστεράς κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου πολέμου και για καιρό αργότερα, ο Καρούζος απέφυγε τη φανερή δέσμευση και την ανοικτή, δημόσια έκφραση, που υιοθέτησαν τόσοι σύγχρονοί του σοσιαλιστές.

 

Στην τελευταία δεκαετία της ζωής του αποκήρυξε το Μαρξισμό στο σύνολό του: «ο καπιταλισμός έκανε ζώο τον άνθρωπο, ο μαρξισμός έκανε ζώο την αλήθεια» .

 

Η σχέση του με τον Υπερρεαλισμό είναι επίσης θολή και έχει προκαλέσει ζωηρά και διιστάμενα σχόλια.

 

Εξάλλου, ο Καρούζος έχει ποικιλοτρόπως χαρακτηρισθεί: άλλοτε ως θρησκευτικός, και άλλοτε ως φιλοσοφικός ποιητής.

 

Πάντως, αν και συχνά αναφέρεται στην ορθόδοξη παράδοση, αυτό που φαίνεται να γυρεύει ο Καρούζος είναι μάλλον η βουβή κατάδυση στον κόσμο των υπαρκτών αντικειμένων παρά η υπέρβασή του[...]

 

Η ποίηση του Καρούζου, με διάφορους τρόπους, αποτίει φόρο τιμής στον Παπαδιαμάντη και τον Καβάφη. 0 ποιητικός λόγος που αναπτύσσεται είναι πυκνός και συχνά καταφεύγει στις παρηχήσεις.

 

Στην πιο πρόσφατη ποίησή του κυρίαρχη φιγούρα είναι η Σελήνη. Ακόμα κι όταν προβάλλει ο ήλιος, το φως του διαθλάται, διαχέεται ή διαλύεται.

Ρόντρικ Μπίτον, καθηγητής νεοελληνικής ιστορίας και λογοτεχνίας στο Βασιλικό Κολέγιο του Λονδίνου

Άνθρωπος μεσογειακής ανησυχίας, ποιητής με υπερεαλι­στικές κλίσεις, που επιδιώκει να τις εντάξει σ’ ένα σύστημα κι ένα κόσμο υπέρ τον ρεαλισμό, κυκλώνει τα αισθήματα μέσα του και τα πράγματα γύρω του έτσι, ώστε να μπορεί κανείς να πει για τον ποιητή αυτόν, ότι «θεολογεί» (μιλάει, δηλαδή, για το θεό) με πρώτη ύλη το «χώμα».

 

Έτσι ο ανθρωπομορφισμένος Χριστός μπορεί να προσηλώνεται και σ’ άλλους, λιγότερο μεταφυσικούς, περισσότερο γήινους σταυρούς[...]

 

Από τη δεκαετία του ’70 γίνεται εντονότερη στο έργο του και μια αντιδικία, θα έλεγα, με το σύγχρονο κόσμο, που είναι ο "πειρασμός” του.

 

Αβοήθητος, επειδή το θέλει, από τους άλλους, πολεμάει εναντίον του «μαύρου» μόνος του, σα να μην εμπιστεύεται κανέναν.

 

Στο έργο του γίνεται αισθητή μια αντιπαράθεση: αυτός και οι άλλοι. Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι ολότελα αυθαίρετη. Την υπαγορεύει η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στη σύγχρονη πόλη, που είναι και το θέατρο της αντιπαράθεσης του ποιητή.

Μιχάλης Μερακλής, καθηγητής λαογραφίας και κριτικός λογοτεχνίας

Το θείο αποτελεί μέρος της καθημερινής ζωής του Νίκου Καρούζου και ταυτίζεται με την ορθόδοξη πίστη.

 

Αλλά ο Καρούζος δεν είναι ποιητής θρησκευτικός, όπως μερικοί νόμισαν· είναι ποιητής που ζώντας τα καθημερινά προβλήματα της ζωής δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει έξω από τη θρησκευτική κληρονομιά που αποτελεί την ουσία της αίσθησης του.

 

Παρ' όλη την εξοικείωσή του με τους Μπαχ, Μάλερ, Μοντιλιάνι, Κάφκα, Κίρκεγκαρντ, (για να περιοριστώ σε ονόματα που αναφέρονται στα ποιη­τικά κείμενά του), η ορθόδοξη παράδοση είναι γι’ αυτόν μια θεμελιώδης και αναντικατάστατη πνευματική δύναμη που τον θωρακίζει απέναντι στη δυτική αυθάδεια.

Μάριο Βίτι, ιταλός καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βιτέρμπο


  • 13:39 | 17 Ιουλ. 2021

    Ο Νίκος Κα ΟΝίκος Καρούζος γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1926 στο Ναύπλιο και πέθανε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1990 στην Αθήνα. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος. Στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας.

    Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου. Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων, ο Καρούζος έδρασε στην ΕΠΟΝ και εξορίστηκε στην Ικαρία (1947) και στη Μακρόνησο (1951), από όπου έφυγε τελικά το 1953 μετά το νευρικό κλονισμό. Παντρεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε λίγους μόλις μήνες και το 1963 τη Μαίρη Μεϊμαράκη, από την οποία χώρισε το 1980. Από το 1981 και ως το τέλος της ζωής του, τον συντρόφεψε η Εύα Μπέη. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, δεν ολοκλήρωσε όμως τις σπουδές του, καθώς ήδη από το 1941 είχε στραφεί στην ποίηση.


    Στους λογοτεχνικούς κύκλους έγινε πιο γνωστός στη δεκαετία του 60’ με τις συλλογές «Η έλαφος των άστρων», «Ο υπνόσακκος» και «Πενθήματα». Ακολούθησαν πολλές ακόμη συλλογές και συγκεντρωτικές εκδόσεις των ποιημάτων του, ως τη συγγραφή του τελευταίου του ποιητικού έργου «Αιώρηση», γραμμένου στις 29 Αυγούστου 1990 στο νοσοκομείο, όπου ο ποιητής νοσηλευόταν τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, άρρωστος από καρκίνο. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά, ενώ με τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο ποίησης (1963), το βραβείο της ομάδας των Δώδεκα (1963), το Α’ Εθνικό Βραβείο ποίησης, από κοινού με τους Τάκη Βαρβιτσιώτη και Μίλτο Σαχτούρη (1972) και το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988).
    Το 1949 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνιση του στο χώρο των γραμμάτων με τη δημοσίευση του ποιήματός του «Σίμων ο Κυρηναίος» στο περιοδικό «Ο Αιώνας μας». Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Η επιστροφή του Χριστού» εκδόθηκε το 1954.

    Ο στοχαστής


    Ο Νίκος Καρούζος ξεκίνησε την ποιητική του διαδρομή από το κατάλυμα της θρησκευτικής πίστης, για να υιοθετήσει βαθμιαία το πνεύμα μιας θεμελιακής αμφισβήτησης: κάνοντας την αρχή από το γκρέμισμα των ουράνιων και των επίγειων θεών, θα φτάσει αργότερα μέχρι την προκήρυξη για την ανάγκη μιας επαναστατικής διαστολής του κόσμου. Ο Καρούζος δεν είναι, βεβαίως, ούτε συνηθισμένος πιστός ούτε κλασικός επαναστάτης.

    Δείτε εδώ αναλυτικά την βιβλιογραφία του Νίκου Καρούζου.

    Η απόγνωση της ανθρώπινης ύπαρξης δεν χωρίζεται, για τον Καρούζο, από την οδύνη της Ιστορίας.

    Έζησε με τον Σαιν Ζύστ και τον Κουτόν, με τον Ροβεσπιέρο και τον Μακρυγιάννη, με τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη, με τον Ηράκλειτο και τον Κάφκα, με τον Λένιν, τον Τρότσκι, τους μπολσεβίκους, τους ναύτες της Κρονστάνδης, τον Γκουεβάρα, τον δολοφονημένο απ΄ τους φασίστες του Σαλβαντόρ αρχιεπίσκοπο Ρομέρο, τους μακρονησιώτες και τους εξόριστους της Ικαρίας, τους ταπεινούς και τους εξεγερμένους όπου γης. Ήταν οικουμενικός στην Τέχνη και στην Επανάσταση, στα βάθη της παράδοσης και της πρωτοπορίας.

    Διάλογος πρῶτος

    Σὰ νὰ μὴν ὑπήρξαμε ποτὲ
    κι ὅμως πονέσαμε ἀπ᾿ τὰ βάθη.
    Οὔτε ποὺ μᾶς δόθηκε μία ἐξήγηση
    γιὰ τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.
    Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θὰ περάσει
    χαρτοπαίζοντας μὲ τὸ θάνατο στὰ ψέματα.
    Καὶ λέγαμε πὼς δὲν ἔχει καιρὸ ἡ ἀγάπη
    νὰ φανερωθεῖ ὁλόκληρη.
    Μία μουσικὴ
    ἄξια τῶν συγκινήσεών μας
    δὲν ἀκούσαμε.
    Βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου
    ὁ σῴζων ἑαυτὸν σωθήτω.
    Θὰ σωθοῦμε ἀπὸ μία γλυκύτητα
    στεφανωμένη μὲ ἀγκάθια.
    Χαίρετε ἄνθη σιωπηλὰ
    μὲ τῶν καλύκων τὴν περισυλλογὴ
    ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στὴν καρδιά σας.
    Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ
    ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.
    Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη
    καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
    Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
    μία μέρα…
    Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
    θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.

    Ο επαναστάτης

    Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις αναφερόταν στην κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που συντελούνταν εκείνο τον καιρό, επιμένοντας ο ίδιος στη σοσιαλιστική προοπτική:

    «Για να δούμε τι θα προκύψει. Η πλευρά της Ιστορίας που είναι ο ακροβάτης, η επανάσταση, θα σταθεί στο σχοινί ή θα πέσει; Γιατί, αν πέσει, θα έχουμε την πλήρη παλινόρθωση του καπιταλισμού σε όλη τη Σοβιετική Ενωση και την Κίνα, γιατί σε χώρες όπως η Ανατολική Γερμανία η παλινόρθωση έχει ήδη συντελεστεί. Αν λοιπόν σταθεί ο ακροβάτης, είναι πολύ πιθανό ο άνθρωπος να φτάσει στην αταξική κοινωνία, αφού φυσικά φτάσει μέσα από τη συνείδησή του σ’ αυτή την κοινωνία. Χρειάζεται η από μέσα ανύψωση του ανθρώπου, που θα γίνει εφικτή μόνο με τη σοσιαλιστική παιδεία που θα αφήσει τη σοσιαλιστική ηθική ν αναπτυχθεί. Το θέμα δεν είναι η σοσιαλιστική ιδεολογία – αυτό είναι εύκολο. Το θέμα είναι η σοσιαλιστική ψυχολογία – αυτό είναι το δύσκολο».

    Ο άνθρωπος...με χιούμορ

    Το χιούμορ, σε όλες τις διαβαθμίσεις και τις ποικιλίες του, είναι ένα ακόμη όπλο που θα χρησιμοποιήσει ο Νίκος Καρούζος στον διαρκή αγώνα του εναντίον της υπαρξιακής απόγνωσης αλλά συχνά και εναντίον της απαράδεκτης πολιτικής και πνευματικής οργάνωσης της κοινωνίας μας.

    Διαβάζουμε ενδεικτικά στο ποίημα «Κοντά στον κάθε ήλιο», ένα ποίημα συγκλονιστικής ποιητικής αυτογνωσίας: «Είμαστε ακόμη στην προϊστορία του χιούμορ», γιατί, όπως θα γράψει αλλού, «Το χιούμορ είναι βραδύτητα· δεν είναι για βιαστικούς». Εξάλλου, ακόμη και τα πιο αγωνιώδη ερωτήματα της ύπαρξης μπορούν να αντιμετωπιστούν με το χιούμορ, ένα είδος μεταφυσικού χιούμορ, όπως διαβάζουμε στον τίτλο ενός ποιήματος: «Το σύμπαν έμοιαζε καμωμένο για να διασκεδάσω μαζί με την αιωνιότητα μόνος», «ερεβώδη αστειάκια στο στίβο της νόησης», «καταλήγω πως η μια αλήθεια είναι το χιούμορ της άλλης».

     

    Ο ίδιος ομολογεί: «Εγώ, κύριοι, τη διασκεδάζω την αποτυχία μου στην ύπαρξη», «Θα συνεχίσω την ποίηση μονάχα για πλάκα», «Η ζωή μάς προτρέπει σταθερά ναν το ρίξουμε στα ανέκδοτα», «Δεν παίζω σοβαρότητα», «Η μια μου λέξη ας κοροϊδεύει πάντα την άλλη». Δεν διστάζει εξάλλου να δηλώσει «Γελοίος όσο και το γέλιο». Αν και πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη μας τη διευκρίνιση των ανθρωπολόγων ότι «Το χιούμορ και το γέλιο, αν και στενά συνδεδεμένα, δεν πρέπει να θεωρούνται αδιαχώριστα, θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι το κριτήριο για το αστείο είναι το κατά πόσον προκαλεί γέλιο ή όχι. Δεν είναι απαραίτητο να μπούμε στη φυσιολογία και την ψυχολογία του γέλιου, αφού είναι γενικά αποδεκτό ότι μπορεί κανείς να εκτιμήσει ένα αστείο χωρίς να γελάσει, καθώς και ότι μπορεί να γελάει για λόγους πέραν του ότι έχει αντιληφθεί ένα αστείο».

    Ο Νίκος Καρούζος διέθετε στη ζωή του «ένα δαιμονικό χιούμορ για πρόσωπα και πράγματα. Κορόιδευε το λογής κατεστημένο με καυστικά σχόλια αλλά και μια βαθύτερη χριστιανική επιείκεια». Τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά διατηρούνται και στην ποίησή του:

    Ο ποιητής κύριοι περισσεύει!

    Μου το ‘παν οι τσιγγάνες ένα βράδυ.

    Μου το ‘χε πει κι η μάνα μου παλιότερα:

    «Πρόσεξε, πρόσεξε σ’ αυτό τον κόσμο που σ’ έφερα.

    Στο λέω για το καλό σου, παιδάκι μου,

    CINTURATO υπάρχει μόνο PIRELLI».

    Μα εγώ δεν την άκουσα.»

    Μετά τα τελευταία γενέθλια της ζωής του, στις 17 Ιουλίου 1990, κλείνοντας τα 64 και μπαίνοντας στα 65, ο Νίκος Καρούζος έλεγε με χαρμόσυνο πένθος: «65 χρονών πέθαναν και οι τρεις μέγιστοι άνθρωποι: ο Ηράκλειτος, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ κι ο Καρλ Μαρξ».

    Αν δεν αγαπάς και τους τρεις, μη διαβάσεις τα ποιήματα του Καρούζου.

    Ῥομαντικὸς ἐπίλογος

    Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
    παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
    ἢ ἔστω μνημόσυνα.
    Ὅταν δὲν ἔχετε
    μαντέψει τὴ δύναμη
    ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
    ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
    Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
    χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
    τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
    Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
    ὁ Νοστράδαμος.
    Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
    στὴν Ἀποκαθήλωση.
    Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
    Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
    καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
    Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
    ὁπουδήποτε.
    Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
    τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
    χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
    γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
    κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
    ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
    Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
    Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
    Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
    εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
    ΠΡΟΣΟΧΗ
    ΧΡΩΜΑΤΑ
    Μὴ μὲ διαβάζετε
    ὅταν
    ἔχετε
    δίκιο.
    Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
    δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα...
    Ὥρα νὰ πηγαίνω
    δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.

    Ποιητικές συλλογές

    • Επιστροφή του Χριστού, Αθήνα, 1953
    • Νέες Δοκιμές, Αθήνα, 1954
    • Σημείο, 1955
    • Είκοσι ποιήματα, Αθήνα, 1955
    • Διάλογοι, 1956
    • Ποιήματα, 1961
    • Η Έλαφος των άστρων, 1962
    • Ο Υπνόσακος, εκδ.Ζαρβάνος, 1964
    • Πενθήματα, Αθήνα, 1969
    • Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες, 1971
    • Χορταριαμένα χάσματα,εκδ. Εγνατία, 1974
    • Απόγονος της νύχτας, εκδ.Πολυπλάνο, 1978
    • Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας, εκδ.Εγνατία, 1979, εκδ.Ερατώ, 1986
    • Ο ζήλος του μη σχετικού με παροράματα, εκδ.Πολυπλάνο, 1980
    • Μονολεκτισμοί και ολιγόλεκτα, εκδ.Εξάντας, 1980
    • Φαρέτριον, εκδ. Ύψιλον, 1981
    • Αναμνηστική λήθη, εκδ.Γοργώ, 1982
    • Αντισεισμικός τάφος, εκδ.Εστία, 1984
    • Συντήρηση ανελκυστήρων, εκδ. Καστανιώτης, 1986
    • Νεολιθηκή νυχτωδία στην Κροστάνδη, εκδ.Απόπειρα, 1987
    • Ερυθρογράφος, εκδ.Απόπειρα, 1988
    • Λογική μεγάλου σχήματος, εκδ.Ερατώ, 1989
    • Ευρεσεις από Κυανό κοβάλτιο, εκδ.Ίκαρος, 1991
    • Θρίαμβος χρόνου, εκδ.Απόπειρα, 1997
    • Οιδίπους τυραννούμενος και άλλα ποιήματα, ( φιλολογική επιμέλεια Μαρία Αρμυρά. Εκδόσεις Ίκαρος)

    Μεταφράσεις

    Χόρχε Λουί Μπόρχες-Ο δημιουργός και άλλα κείμενα, εκδ.Ύψιλον, 1980

    Πεζά-δοκίμια

    • Μεταφυσικές εντυπώσεις απ΄τη ζωη ως το θέατρο, εκδ.Άψινθος, 1966
    • Περί ζωγράφων, εκδ.Galerie Titanium, 1988
    • Πεζά κείμενα, εκδ.Ίκαρος, 1997

    O Δωδεκάλογος του Νίκου Καρούζου - «Να μην ειρηνεύεις ανώφελα...»

    Ο Νίκος Καρούζος έζησε φτωχός στην προσωπική του ζωή. Πόσο πλούσια όμως υπήρξε η ποίηση του! Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε σαν σήμερα στις 17 Ιουλίου του 1926 στο Ναύπλιο. 

    Αντιστάθηκε στο σύστημα μέχρι το τέλος της ζωής του, ακόμα και αν οι στίχοι του δεν είναι στρατευμένοι με την κλασική έννοια του όρου, αλλά βγαίνουν από τον πιο βαθύ πόνο, από την πιο καλά κρυμμένη οδύνη της ανθρώπινης ψυχής.

    «Οταν παιδέψεις τώρα δα μια πεταλούδα/ δεν το βλέπεις/ αλλά αργότερα κάπου/ θα πονέσει ο πολιτισμός».

    ADVERTISING

    Οι λέξεις δεν μπορούν να κατακτήσουν και να περιγράψουν από μόνες τους τη φυσιογνωμία και το πνεύμα του μεγάλου ποιητή. Ενα απόσπασμα από κείμενο του Ηλία Πετρόπουλου για τα σοφά λόγια που κάποτε του χάρισε ο Καρούζος.

    "Με τον αξέχαστο Νίκο Καρούζο ήμασταν φιλαράκια. Όταν ήθελα να τον ακούσω, κατηφόριζα ως του Λουμίδη, όπου ήταν βέβαιο πως θα τον εύρισκα πάντα εκεί. Κάποτε - κάποτε, καταλήγαμε σε καμιά ταβέρνα. Ο Καρούζος, πριν αρχίσει να πίνει, έτρωγε στα γεμάτα. Έτρωγε σιωπηλός. Μετά ζήταγε απ' το κγαρσόνι να μάσει τα μπάζα, δηλαδή τα άδεια πιάτα και τα πιρούνια. Και, τότε, μόνον τότε, ξεκίναγε να πίνει και να μιλάει. Ο Καρούζος ήταν ωραίος άντρας, αλλά δεν το ξερε. Είχε μεγάλη μόρφωση και ακόμη μεγαλύτερη πνευματικότητα. Μίλαγε επί παντός θέματος. Από τα ποιήματα του Καβάφη μέχρι τη ζωγραφική του Δέρπαπα. Και όταν μίλαγε, ήταν σχεδόν γοητευτικός.

    Καμιά φορά ερχότανε σπίτι μου και με ψιλορώταγε για τα βιβλία που ετοίμαζα. Συνήθως, σκάλιζε τα χρωματιστά στυλό του γραφείου μου. Και έπειτα καθότανε κι έγραφε μικρά ποιηματάκια, χρησιμοποιώντας πάντοτε ένα στυλό με διαφορετικό χρώμα. Μια μέρα κάθισε και μου έγραψε κάτι λακωνικές συμβουλές. Θυμάμαι πως έγραφε κατ' ευθείαν, δίχως κομπιάσματα, δίχως να διορθώνει τίποτε. Τώρα, έπειτα από σχεδόν τριάντα χρόνια, ψάχνοντας το αρχείο μου, όλο και βρίσκω τέτοια χαρτάκια του Καρούζου. Και ομολογώ ότι, συγκινούμαι πολύ.

    Στις 21 Δεκεμβρίου 1971, ξαναήρθε ο Νίκος Καρούζος στο σπίτι μου. Ηταν κάπως τσατισμένος. Άρχισε να μου κολλάει, γιατί είχα γράψει το βιβλίο μου για τον Ελύτη κτλ. Φαντάζομαι ότι ζήλευε, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα - πολύ περισσότερο που εκτιμούσα απέραντα την ποίηση του Καρούζου κι αυτός το ήξερε κάλλιστα. Δεν του είπα τίποτα για να μην τον ερεθίσω. Και τότε, ξαφνικά, έπιασε κι έγραψε ένα κειμενάκι για το βιβλίο μου Ρεμπέτικα Τραγούδια, που είχε δημοσιευτεί προ τριετίας. Και σε λίγο, έκατσε μπρος στην γραφομηχανή και έγραψε τον Δωδεκάλογο που παραθέτω.

    Επί είκοσι χρόνια μάθαινα τα νέα του Καρούζου από τον Φασιανό. Άλλωστε ο Φασιανός μου αφηγήθηκε πολλά για τις τελευταίες μέρες του ποιητή στο νοσοκομείο.

    Ο Νίκος Καρούζος πέθανε, μα πάντα τον ακούω να μου μιλάει μ' εκείνη την πεντακάθαρη προφορά του Ναυπλίου.

    Στον Ηλία Πετρόπουλο

    1. Νὰ μὴν εἰρηνεύεις ἀνώφελα.

    2. Νὰ μὴν πολεμᾶς ἐπίσης ἀνώφελα.

    3. Ν' ἀγαπᾶς τὸν ἥλιο, μὰ ὄχι σὰν θεότητα.

    4. Ν’ ἀποστρέφεσαι τὴ σελήνη σὰν ἔδαφος.

    5. Νὰ πηγαίνεις καμιὰ φορά στὴν ἐκκλησία, δὲ χάνεις τίποτα.

    6. Νὰ θυμᾶσαι λιγάκι τὸ θάνατο, μὰ ὄχι σὰν θάνατο.

    7. Νὰ βλέπεις τὴ ματαιότητα καὶ τῆς ἰδέας τῆς ματαιότητας.

    8. Νὰ λὲς ἕλληνας καὶ νὰ νιώθεις ἄλλην ὀμορφιά, νὰ μὴ νιώθεις ἑλληνικότητα.

    9. Νὰ γράφεις ἀγαπώντας τὸ ἄγραφο.

    10. Νὰ στοχάζεσαι πέρ’ ἀπ' τοὺς στοχασμούς σου.

    11. Νὰ μὴν ξεχνᾶς τὴν ὕπαρξη τοῦ Ἀνύπαρχτου.

    12. Νά τὰ διαβάζεις κάθε μέρα τοῦτα.

    Νίκος Καρούζος, 21.12.71

    (Γραμμένο ἀπό τόν Ἠλία Πετρόπουλο στίς 31/8/1994. Δημοσιευμένο στήν Ἐλευθεροτυπία στίς 19/12/1994). 


  • https://www.koutipandoras.gr/articnikoy-karoyzoy


  • ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ – ΙΗΣΟΥΣ & ΠΟΙΗΜΑΤΑ: ΜΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

    Νίκος Καροῦζος

    Ἰησοῦς & Ποιήματα

    ~.~

    Συντονιζόμενο μὲ τὸ πνεῦμα τῶν ἡμερῶν, τὸ Νέο Πλανόδιον ἀνασύρει ἀπὸ τὴ λήθη πέντε ἄγνωστες στὸ εὐρὺ κοινὸ ραδιοφωνικὲς ἐκπομπὲς τοῦ Νίκου Καρούζου, οἱ ὁποῖες ἀναγνώσθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος τοῦ 1987 (καὶ πιὸ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν Μεγάλη Δευτέρα ἕως καὶ τὴν Μεγάλη Παρασκευή) στὸ Πρῶτο Πρόγραμμα τῆς ΕΡΤ. Τὶς προσεχεῖς, λοιπόν, ἡμέρες, θὰ δημοσιεύουμε καθημερινὰ τὰ ἠχητικὰ ἀποσπάσματα τῶν ἐκπομπῶν τοῦ Καρούζου μέσῳ ἑνὸς συνδέσμου στὸ κανάλι τοῦ YouTube τοῦ περιοδικοῦ μας, ὁ ὁποῖος σύνδεσμος θὰ ἀναδημοσιεύεται στὴν καθεμιὰ ξεχωριστὴ ἀνάρτηση, ἐνῷ οἱ ἀναγνώσεις αὐτὲς θὰ συνοδεύονται ἀπὸ τὰ μεταγεγραμμένα ποιήματα τῆς κάθε ἡμέρας. Ξεκινῶντας, λοιπόν, ἀπὸ σήμερα, Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἀρχίζουμε τὴν ὁπτικοακουστικὴ περιδιάβαση στὴν Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν συντροφιὰ μὲ τὸν Νίκο Καροῦζο μ’ ἕνα ἐμβριθές, κατατοπιστικὸ σημείωμα τοῦ Γιάννη Πατίλη, ὁ ὁποῖος καὶ μᾶς παραχώρησε τὸ ἀκουστικὸ ὑλικό, καὶ τὸν ὁποῖον εὐχαριστοῦμε κι’ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ταπεινὸ βῆμα. 

    Ν.Π.

    ~.~

    Μεγαλοβδομαδιάτικη περιδιάβαση ἑνὸς σπουδαίου Ἕλληνα 

    τοῦ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

    Τί­πο­τα δὲν ἀγ­γί­ζει τὶς ἀ­πρι­λι­ά­τι­κες βι­ο­λέ­τες;
    τί­πο­τα—: μο­νά­χα ὁ ἀ­κάν­θι­νος Ἰ­η­σοῦς.
    Ν.Κ. «Ἡ ἐ­πω­νυ­μί­α τοῦ πέν­θους»
    ~.~

    Ὁ Νί­κος Κα­ροῦ­ζος ὑ­πάρ­χει ὡς ἕ­νας σπου­δαῖ­ος ὑ­παρ­ξια­κὸς καὶ με­τα­φυ­σι­κὸς ποι­η­τὴς με­γά­λης πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­νοι­χτο­σύ­νης ποὺ στοὺς ἐ­ξε­γερ­μέ­νους —γλωσ­σι­κὰ καὶ πνευ­μα­τι­κὰ— στί­χους του δε­ξι­ώ­θη­κε μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­γω­νι­ώ­δη προ­σμο­νὴ τό­σο τὴν παύ­λεια μέλ­λου­σαν πό­λιν τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως ὅ­σο καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὰ ἐ­λευ­θε­ρω­τι­κὴ ἀ­ναρ­χι­κὴ οὐ­το­πί­α τῆς Ἀν­τι-ε­ξου­σί­ας.

                Ἑ­στι­ά­ζον­τας στὴν με­τα­φυ­σι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς ἀ­γω­νί­ας του, ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ποί­η­σή του, ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο, τὴν Ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ Χρι­στοῦ (1953), ἕ­ως τοὺς τε­λευ­ταί­ους, ἕ­να μή­να πρὶν πε­θά­νει, στί­χους του, εἶ­ναι —ἄλ­λο­τε λυ­τρω­τι­κῶς ἀλλὰ συ­χνό­τε­ρα ἀ­γω­νι­ω­δῶς— δι­α­βρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­πε­νέρ­γεια τοῦ ση­μεί­ου-Χρι­στός.

                Ἡ πτω­χι­κὴ ζω­ή του σὲ δύ­σκο­λους και­ρούς, ἡ ἐξ ἀ­νάγ­κης ἀλ­λὰ καὶ ψυ­χι­κῆς ἰ­δι­ο­συ­στα­σί­ας πλα­νό­δια βι­­ο­τή του, οἱ πο­λὺ ἀν­θρώ­πι­νες ἕ­ξεις του στὸ πο­τὸ καὶ τὸ τσι­γά­ρο, ὅ­λα αὐ­τὰ φό­ρα-παρ­τί­δα στὸ στί­χο του, ἕ­ναν στί­χο ποὺ ἀ­πὸ μιὰ ἐ­πο­χὴ καὶ με­τὰ ἀ­θε­τοῦ­σε ἐ­πι­δει­κτι­κῶς τὶς συμ­βά­σεις τῆς τέ­χνης του καὶ ποὺ στὴν γλωσ­σι­κὴ ἐ­πι­φά­νειά του ἡ λε­κτι­κὴ και­νουρ­γί­α συ­να­γω­νι­ζό­ταν τὸν ἀ­γο­ραῖ­ο λό­γο, δη­μι­ούρ­γη­σαν γιὰ τὴν ποί­η­σή του ἕ­να κύ­μα συμ­βι­ω­τι­κῆς συμ­πά­θειας σὲ πλῆ­θος νε­ώ­τε­ρους ἀ­να­γνῶ­στες – πρω­τί­στως δὲ σὲ κεί­νους ποὺ βρί­σκον­ταν καὶ βρί­σκον­ται ἔ­ξω ἢ καὶ στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν με­τα­φυ­σι­κῶν του ἀ­νη­συ­χι­ῶν! Ὡς κα­τε­ξο­χὴν σταυ­ρι­κὸς ποι­η­τής, ὁ Νί­κος Κα­ροῦ­ζος ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ κα­λύ­τε­ρα μὲ τὰ πά­σης φύ­σε­ως ἀρ­νη­τι­κὰ βι­ώ­μα­τα τῆς τρα­γι­κῆς μέ­νου­σας πό­λε­ως τοῦ και­ροῦ του, ὅ­πως καὶ κά­θε ἐ­πο­χῆς, ἐν σχέ­σει πρὸς ἄλ­λους κα­τα­φα­τι­κό­τε­ρους καὶ με­τα­φυ­σι­κῶς εὐ­φο­ρι­κό­τε­ρους σπου­δαί­ους ποι­η­τὲς τῆς πα­ρά­δο­σής μας, ὅ­πως ὁ Τά­κης Πα­πα­τζώ­νης ἢ ὁ πρό­ω­ρα χα­μέ­νος Γι­ῶρ­γος Σα­ραν­τά­ρης.

                Κά­θε ὅ­μως προ­σπά­θεια βα­θύ­τε­ρης κα­τα­νό­η­σης καὶ οἰ­κεί­ω­σης, πνευ­μα­τι­κῆς καὶ καλ­λι­τε­χνι­κῆς, τῆς ποί­η­σής του, κά­θε προ­σπά­θεια βα­θύ­τε­ρης πο­λι­τι­σμι­κῆς δι­α­σύν­δε­σης τοῦ λό­γου ἑ­νὸς ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶς καλ­λι­ερ­γη­μέ­νου προ­σώ­που μὲ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση αὐ­τοῦ τοῦ Τό­που, μᾶς φέρ­νει ἀ­ναγ­κα­στι­κῶς στὸ κεν­τρι­κό­τα­το ση­μεῖ­ο τῆς ποί­η­σής του: στὸ ση­μεῖ­ο-Χρι­στός!

    vaioforos3

                Γιὰ τὴν βα­ρύ­τη­τα ποὺ ἔ­χει μιὰ δι­α­πί­στω­ση σὰν τὴν πα­ρα­πά­νω στὴν συ­νο­λι­κὴ ἀ­πο­τί­μη­ση καὶ ‘ἔν­τα­ξη’ τοῦ ἔρ­γου τοῦ Νί­κου Κα­ρού­ζου σὲ μιὰ παγ­κο­σμι­ό­τη­τα ποὺ ταυ­το­χρό­νως προ­βάλ­λει ὅ­σο καὶ ὑ­περ­βαί­νει τὸν ἑλ­λη­νι­κό μας κό­σμο, ἔρ­χε­ται —ὅ­πως συ­νή­θως— νὰ συ­νε­πι­κου­ρή­σει ἕ­να δευ­τε­ρεῦ­ον ἐ­νέρ­γη­μα τοῦ ἴ­διου τοῦ ποιητῆ στὸ προ­χω­ρη­μέ­νο γιὰ τὴν ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του ἔ­τος τοῦ 1987. Πρό­κει­ται γιὰ τὶς πέν­τε δε­κά­λε­πτες ἐκ­πομ­πὲς τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δας, τὶς σχε­δὸν ἄ­γνω­στες πιά, ποὺ ἀ­φι­έ­ρω­σε ὁ ἴ­διος στὴν ποί­η­σή του, ἀ­πὸ τὴν Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα 13 Ἀ­πρι­λί­ου ἕ­ως τὴν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ αὐ­τῆς τῆς χρο­νιᾶς, ἀ­πὸ τὸ Πρῶ­το Πρό­γραμ­μα τῆς ΕΡΤ, μὲ πα­ρα­γω­γὸ τὸν Ἀ­λέ­ξη Ζή­ρα, καὶ μὲ τί­τλο «Ἰ­η­σοῦς καὶ ποι­ή­μα­τα».

                Τὰ πε­νήν­τα λε­πτὰ ποί­η­σής του ποὺ ὁ ἴ­διος συ­σχε­τί­ζει μὲ τὸ ση­μεῖ­ο-Χρι­στός, σὲ μιὰ τό­σο δι­α­κε­κρι­μέ­νη στιγ­μὴ τῆς χρο­νιᾶς καὶ σὲ ἕ­να τό­σο προ­βε­βλη­μέ­νο ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὸ μέ­σο, συμ­βο­λί­ζουν τὴν βα­θύ­τε­ρη ὅ­σο καὶ δια­ρκῆ πνευ­μα­τι­κὴ ση­μα­σί­α ποὺ ἀ­πέ­δι­δε ὁ ἴ­διος στὸ σύμ­βο­λό του.

                Ἀ­κού­γον­τας τὰ συγ­κε­κρι­μέ­να ποι­ή­μα­τα τῶν ἐκ­πομ­πῶν καὶ ξα­να­δι­α­βά­ζον­τάς τα μέ­σα στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του ὑ­πο­χρε­ω­νό­μα­στε σὲ κά­ποι­ες δι­ε­ρευ­νη­τι­κὲς τῶν ἐ­πι­λο­γῶν του σκέ­ψεις, σκέ­ψεις πού, πάν­τα ὑ­πο­θε­τι­κῶς, δὲν ἀ­νι­χνεύ­ουν μό­νον προ­θέ­σεις, ἀλ­λὰ ποὺ ἐ­πι­χει­ροῦν νὰ νο­η­μα­το­δο­τή­σουν καὶ τὸ ἴ­σως ἀ­νε­πί­γνω­στο ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

                Πρῶ­τον: Μο­λο­νό­τι ὁ Κα­ροῦ­ζος δι­α­βά­ζει ἐν ἔ­τει 1987, ὅ­ταν ὁ ποι­η­τὴς ἔ­χει ἤ­δη κά­νει ἀ­πὸ τὸ 1979 μιὰ ση­μαν­τι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως μορ­φο­πλα­στι­κὴ στρο­φὴ στὸ ἔρ­γο του, τὰ ποι­ή­μα­τα ποὺ ἐ­πι­λέ­γει γιὰ νὰ δι­α­βά­σει στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἐ­ξι­κνοῦν­ται ἕ­ως τὸ 1974, καὶ ἀ­νή­κουν στὴν πρώ­τη πε­ρί­ο­δο τῆς δου­λειᾶς του, πε­ρι­ο­ρι­ζό­με­να μά­λι­στα σὲ δύ­ο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς: τὰ Ποι­ή­μα­τα (1961) ποὺ συ­νο­ψί­ζουν ἐ­πι­λε­κτι­κῶς τὴν ποι­η­τι­κή του πα­ρα­γω­γὴ τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’50 καὶ τὰ Χορ­τα­ρι­α­σμέ­να Χά­σμα­τα (1974) – δη­λα­δὴ στὶς δύ­ο συλ­λο­γὲς ποὺ κα­τ’ οὐ­σί­αν ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν συμ­βα­τι­κῶς ὡς ἀρ­χὴ καὶ τέ­λος τὴν πρώ­τη του πε­ρί­ο­δο. Νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἀ­πὸ τὸ 1979 ἕ­ως τὸ 1987, χρό­νο τῶν ἐκ­πομ­πῶν, ἔ­χουν ἐν­τω­με­τα­ξὺ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἄλ­λες ἐν­νέ­α συλ­λο­γὲς μὲ τε­λευ­ταί­α τὴ Νε­ο­λι­θι­κὴ Νυ­χτω­δί­α στὴν Κρο­στάν­δη, οἱ ὁ­ποῖ­ες βρί­θουν ἐ­πί­σης σὲ ἀ­να­φο­ρὲς ἄ­με­σες ἢ ἔμ­με­σες στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο χρι­στι­α­νι­κὸ σύμ­βο­λό του. Για­τί ἄ­ρα­γε μιὰ τέ­τοια προ­τί­μη­ση;

                Ἡ πρώ­τη σκέ­ψη, σχε­τι­κῶς μὲ τὰ πα­ρα­πά­νω, εἶ­ναι ὅ­τι τὰ ποι­ή­μα­τα αὐ­τῆς τῆς πε­ρι­ό­δου προ­σφέ­ρον­ται πε­ρι­σό­τε­ρο σὲ ἀ­παγ­γε­λί­α, ἐ­πει­δὴ βρί­σκον­ται κον­τὰ στὸν ἁ­πλὸ ρα­ψω­δι­κὸ ἢ προ­σευ­χη­τι­κὸ τό­νο τῆς ὁ­μα­λῆς κα­τα­κό­ρυ­φης στι­χο­ποι­ΐ­ας, πρὶν τὴν με­γά­λη συν­τα­κτι­κὴ καὶ γρα­φη­μα­τι­κὴ δι­α­σά­λευ­ση ποὺ εἰ­σή­γα­γε ὁ ποι­η­τὴς στὴν ποί­η­σή του τὴν ὕ­στε­ρη πε­ρί­ο­δό του, ποί­η­ση ποὺ μοιά­ζει σὰν νὰ γρά­φτη­κε γιὰ νὰ ὑ­πάρ­χει μό­νον τυ­πω­μέ­νη στὸ χαρ­τὶ καὶ νὰ δι­α­βά­ζε­ται σι­ω­πη­ρῶς! Τὸ ἑ­πό­με­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ σκε­φτεῖ κα­νεὶς εἶ­ναι ὅ­τι τὰ ποι­ή­μα­τα αὐ­τὰ βρί­σκον­ται κον­τύ­τε­ρα καὶ ἀ­πη­χοῦν ἠ­ρε­μό­τε­ρα τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ τὸ «πλέγ­μα πί­στη-ἀ­πι­στί­α» δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἐ­κρα­γεῖ, πρὶν δη­λα­δὴ ὁ ποι­η­τὴς «βου­ληθ[εῖ]» νὰ «δείξ[ει] τὴν ἥτ­τα [τ]ου στὸ ζή­τη­μα π ί­ σ τ η», υἱ­ο­θε­τών­τας τὴν ἀ­να­κου­φι­στι­κή του, ὅ­σο καὶ ποι­η­τι­κῶς ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πα­ρα­γω­γι­κή, «ξε­κρέ­μα­στη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τά» του, ὅ­πως εὐ­φυ­ῶς ὁ ἴ­διος τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σε…

                Δεύ­τε­ρον: Ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων ποι­η­μά­των ἀ­πὸ τὸν δη­μι­ουρ­γό τους, κά­τω ἀ­πὸ τὸν σχε­δὸν δυ­να­στι­κὸ ἑρ­μη­νευ­τι­κῶς τί­τλο «Ἰ­η­σοῦς καὶ ποι­ή­μα­τα», μᾶς δί­νει μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ εὐ­και­ρί­α νὰ ἐ­λέγ­ξου­με, καὶ ἴ­σως νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σου­με, τὴ θέ­ση μας, ἐκ­πε­φρα­σμέ­νη καὶ ἄλ­λου, ὅ­τι στὴν ποί­η­ση τοῦ Νί­κου Κα­ρού­ζου δι­α­πι­στώ­νου­με μιὰ πλα­τύ­τε­ρη ποὺ ἐ­δῶ ση­μαί­νει καὶ βα­θύ­τε­ρη κα­θὸ δι­ά­χυ­τη ἐ­πε­νέρ­γεια τοῦ ση­μεί­ου-Χρι­στός στὰ ρή­μα­τά του, ἡ ὁ­ποί­α δεί­χνει μιὰ ποί­η­ση ἐμ­πο­τι­σμέ­νη χρι­στο­λο­γι­κῶς στὴν ὕ­φαν­σή της, ποὺ δὲν στέρ­γει τὴν ἀ­να­φο­ρι­κό­τη­τά της μό­νον σὲ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς καὶ εὔ­κο­λα ἀ­να­γνω­ρί­σι­μους δεῖ­κτες.

                Θὰ λέ­γα­με μὲ ἕ­να σχῆ­μα ὑ­περ­βο­λῆς —ποὺ τὴν με­τριά­ζει τὸ ἴ­διο τὸ ἄ­κου­σμα τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων ποι­η­μά­των (ποὺ δὲν εἶ­ναι ὅ­λα ἀ­πὸ τὰ πλέ­ον ὡ­ραῖ­α, ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ ἢ ἀ­να­γνω­ρί­σι­μα), δί­χως πιὰ τὸν φό­βο δι­κῶν μας προ­βο­λῶν— ὅ­τι ἡ ποί­η­ση τοῦ Νί­κου Κα­ρού­ζου στὸ μέ­γι­στο μέ­ρος της ἀ­να­σαί­νει Χρι­στό, εἴ­τε στὴν ‘ἐ­ξαρ­τη­μέ­νη’ εἴ­τε στὴν «ξε­κρέ­μα­στη θρη­σκευ­τό­τη­τά» της, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν που­θε­νὰ δὲν τὸν κα­το­νο­μά­ζει ἔ­στω καὶ με­τω­νυ­μι­κῶς!… Δι­ό­τι δὲν γνω­ρί­ζω ἄλ­λον ποι­η­τὴ τῆς νε­ώ­τε­ρης ἑλ­λη­νι­κῆς μας λα­λιᾶς ποὺ νὰ ἐ­φάρ­μο­σε στὸν λό­γο του τό­σο πλα­τιὰ καὶ τό­σο βα­θιὰ, καὶ τό­σο ἀν­τι-ω­ραι­ο­λο­γι­κὰ καὶ ἀν­τι-ψευ­δο­ε­στε­τί­στη­κα θρη­σκευ­τι­κά, τὸ σύν­θη­μά του: «νὰ θρη­σκέ­ψου­με τὶς λέ­ξεις»! Σὲ τέ­τοι­α συμ­πε­ρά­σμα­τα μὲ ὁ­δη­γοῦν ἡ ἀ­κρό­α­ση ἢ ἀ­νά­γνω­ση ποι­η­μά­των ὅ­πως τὰ «Ἀγ­γί­ζον­τας αὐ­τὴ τὴ νε­ό­τη­τα», «Ἄ­σμα μι­κρό», «Οὐ­ρα­νό­θεν» ἢ τὰ «Λί­γο ἐγ­κώ­μιο γιὰ τὸ τρι­ζό­νι», «Ὁ τί­τλος εἶ­ναι δύ­σκο­λος», «Ἡ πα­γί­δα» ἢ «Ὁ κό­σμος καὶ τὰ ὀ­νό­μα­τα»…

                Δευ­τε­ρευ­όν­τως, μᾶς δί­νε­ται ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ ψη­λα­φή­σου­με, συ­νεκ­δο­χι­κῶς πρὸς τὴν πα­σχά­λια ἀ­φορ­μὴ τῶν ἀ­παγ­γε­λι­ῶν, τὴν ἐμ­μο­νι­κὴ προ­τί­μη­ση τοῦ ποι­η­τῆ πρὸς τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς Ἄ­νοι­ξης, ὡς και­ροῦ τοῦ Σταυ­ροῦ καὶ τῆς ἀ­να­στά­σι­μης Ἐλ­πί­δας: τὸ Ἔ­αρ. Μιὰ προ­τί­μη­ση ποὺ στὸ ὕ­στε­ρο ἔρ­γο του ὡς Δι­α­λε­κτι­κὴ τοῦ ἔ­α­ρος ἄγ­γι­ξε τὴν ‘γε­λοί­α’ πα­ρα­λη­ρη­μα­τι­κὴ χρι­στο­λο­γί­α, ποὺ μό­νον ἡ σα­λό­τη­τα θεί­ου ἔ­ρω­τος συγ­χω­ρεῖ, ἔ­στω καὶ στιγ­μι­αίως:

    Χριστὸς ἡ ὀρθὴ γωνία· Χριστὸς τὸ πυθαγόρειο
    ]]]]]]]]]]]]θεώρημα
    Χριστὸς ὁ ἀπειροστικὸς λογισμός ἄνωθεν ὄλβια
    ]]]]]]]]]]]]Χριστὸς τὰ Σύνολα.
    Χριστὸς ἡ ψηφιδογραφία στὰ μαζικὰ σωμάτια
    ]]]]]]]]]]]]Χριστὸς ἡ μάζα μηδέν. […]
    [«Διαλεκτικὴ τοῦ ἔαρος»]

                           ἀ­φοῦ τὸ ἔ­αρ τοῦ­­το εἶ­χε ἤ­δη δο­κι­μά­σει σὲ ἀ­να­ρίθ­μη­τες ποι­η­τι­κὲς το­νι­κό­τη­τες σὲ ὅ­λο του τὸ ἔρ­γο, μιὰ ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες, πο­λὺ ἐν­δει­κτι­κή, συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἀνά­με­σα καὶ στὰ ποι­ή­μα­τα ποὺ ἀ­κοῦ­με:

    Γεννιέσαι καὶ μπαίνεις μέσ’ στὸ αἴνιγμα
    πεθαίνεις καὶ τ’ ἀφήνεις ἀνέπαφο.
    Τί ἄλλο νὰ προσθέσω πιὰ στὴ δύναμη τοῦ ἔαρος;
    Πλήρης ἀπὸ ἔλλειψη νοήματος
    ὑπερέχω.

     Πράγ­μα­τι, τί ἄλ­λο νὰ προ­σθέ­σου­με στὴ δύναμη τοῦ ἔαρος, δηλαδὴ στὸ μυ­στή­ριο τῆς Ἀ­γά­πης, ποὺ ὁ σταυ­ρω­μέ­νος ἄν­θρω­πος συ­νο­πτι­κῶς ἑ­ορ­τά­ζει τὶς μέ­ρες τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δας, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν συν­τρι­βὴ κά­θε κο­σμι­κοῦ νο­ή­μα­τος ποὺ θέ­λει νὰ σφε­τε­ρι­στεῖ τὸ ἱ­ε­ρὸ καὶ ἀ­δι­α­νό­η­το πράγ­μα τῆς αὐ­το­θυ­σί­ας;…

    NikosKarouzos-GiannisPatilis-Ntoltse-28-04-1988

    Ἀ­νά­με­σα στὰ ποι­ή­μα­τα τῶν ἀ­παγ­γε­λι­ῶν, ὑ­πάρ­χουν καὶ δύ­ο μι­κρὰ ποὺ δὲν μπό­ρε­σα νὰ ταυ­τί­σω (ἂν δὲν ξα­στό­χη­σαν τὰ μά­τια μου τε­λεί­ως) μὲ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ θη­σαυ­ρι­σμέ­να στὶς 1200 σε­λί­δες τοῦ τρί­το­μου ἔρ­γου του.

                Φαν­τά­ζο­μαι τὸν Νί­κο Κα­ροῦ­ζο, στὴ με­τά­βα­σή του στὸ μέ­γα­ρο τῆς ΕΡΤ γιὰ τὶς ἠ­χο­γρα­φή­σεις, στὴν μιὰ καὶ μο­να­δι­κὴ μέ­ρα κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν (ὅ­πως μὲ πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ πα­ρα­γω­γός τους φί­λος Ἀ­λέ­ξης Ζή­ρας), νὰ βγά­ζει ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του ἕ­να χαρ­τά­κι μὲ τὰ δύ­ο ἀ­νέκ­δο­τα, ἕ­ως ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μὴ (πλὴν ἠ­χο­λη­ψί­ας) ποι­η­μα­τά­κια ποὺ ἔ­γρα­ψε ἐν ὄ­ψει τῆς ἐκ­πομ­πῆς γιὰ τὸ μυ­στι­κό του ἔ­αρ, αὐ­τὸ ποὺ δὲν ξε­χω­ρί­ζει θεί­α καὶ ἀν­θρώ­πι­νη Δι­και­ο­σύ­νη, καὶ ποὺ το­πο­θε­τή­θηκαν ἀ­πὸ τὸν πα­ρα­γω­γὸ στὸ incipit τῶν ἀ­παγ­γε­λι­ῶν τῆς Με­γά­λης Πέμ­πτης, καὶ νὰ δι­α­βά­ζει:

    Στίχοι τοῦ ἔαρος

    Ἰησοῦς ἀναίμακτος δὲν ὑπάρχει
    συνεχῶς τρέχουν αἵματα στὴ νόηση
    αὐτὸ ποὺ νομίζω δὲν εἶναι νόμισμα.

    Στίχοι τοῦ ἔαρος

    Ὁ ἐργάτης ποὺ μοχθεῖ μαχόμενος
    ὁ ἐργάτης ἡ ἀγάπη κι ἀπὸ πάνω
    μιὰ μεγάλη κανδήλα μὲ τὴ φλόγα
    χωρὶς ἅλυσο κρέμεται χωρὶς ἀγέρα σιέται.

    Ὁ Νί­κος Κα­ροῦ­ζος δυ­στύ­χη­σε νὰ ζή­σει τὴν χεί­ρι­στη Παν­δη­μία τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, τε­ρα­τι­κοῦ γεν­νή­μα­τος ἐ­ξο­λο­κλή­ρου τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου μί­σους, ποὺ στοί­χι­σε δε­κά­δες ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀν­θρώ­πι­νες ζω­ές, ἀ­νεί­πω­το πό­νο καὶ ἀ­νυ­πο­λό­γι­στες κα­τα­στρο­φὲς πο­λύ­τι­μων γιὰ τὴν ὕπαρξη ἀ­γα­θῶν σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν πλα­νή­τη, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ τρα­γι­κὰ θύ­μα­τα τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πῆρ­ξε καὶ ὁ ἴ­διος ὁ ποι­ητής, ἐ­πει­δὴ θέ­λη­σε νὰ στα­θεῖ στὸ πλευ­ρὸ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης Δι­και­ο­σύ­νης.

                Σή­με­ρα, γιὰ μᾶς, ποὺ ζοῦ­με τὴν σω­φρο­νι­στι­κὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση τῆς Φύ­σης, μὲ αἰ­τί­α της καὶ πα­ρα­λή­πτη τὴν ἴ­δια ἀ­θε­ρά­πευ­τη ἀν­θρώ­πι­νη Ἀ­λα­ζο­νεί­α, ὁ ποι­η­τὴς Νί­κος Κα­ροῦ­ζος, σχε­δὸν δι­α­βά­ζον­τας σα­ράν­τα χρό­νια πρὶν τὴν τω­ρι­νὴ στιγ­μή —ποὺ φι­λα­κό­λου­θοι καὶ ἄ­σχε­τοι, ἡμέ­ρες Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δας, θὰ γεύ­ον­ται ἀ­πὸ τοὺς κα­να­πέ­δες καὶ τὰ σα­λό­νια τους κρυά­δα πο­λι­τι­κῶν γά­μων καὶ ‘βα­φτί­σε­ων’ σὲ τη­λε­ο­πτι­κὲς εἰ­κό­νες ‘Ἀνα­στά­σε­ως’— ἔ­γρα­ψε μέ­ρες τοῦ 1980 γιὰ ἕ­ναν προ­δο­μέ­νο καὶ τυ­πι­κὰ πλέ­ον, σὲ συν­θῆ­κες «ἔ­κτα­κτης ἀ­νάγ­κης», καὶ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴν ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη Ἐκ­κλη­σί­α του Χρι­στό, τὰ πα­ρα­κά­τω:

    μὲ τί βιασύνη προχωρεῖ ὁ Ἰησοῦς
    ]]]ἐφέτος
    πρὸς τὴν Ἀνάσταση…
    Παραμερίζει πανέρια τεράστια
    ]]]γιομάτα βιολέτες
    σπρώχνει τοὺς ἀέναους
    ]]]παπάδες
    τινάζει νευρικὰ πρὸς τὰ πίσω
    ]]]τὴ μαλλούρα του
    τὸ γεγονὸς εἶν’ ὁλοφάνερο:
    ]]]βαρέθηκε

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ                                                                        Νέ­α Σμύρ­νη, 6 Ἀ­πρι­λί­ου 2020


    Μεγάλη Δευτέρα 

    unnamed

    Μεγάλη Τρίτη

    unnamed

    Μεγάλη Τετάρτη

    unnamed

    Μεγάλη Πέμπτη 

    unnamed

    Μεγάλη Παρασκευή 

    unnamed

    * Τὸ κάθε βίντεο καὶ ὁ κάθε σύνδεσμος θὰ ἐνεργοποιηθοῦν τὴν ἀντίστοιχη ἡμέρα. Μὴν ξεχάσετε νὰ πατήσετε Ἐγγραφή στὸ κανάλι τοῦ Νέου Πλανοδίου στὸ YouTube προκειμένου νὰ ἐνημερώνεστε γιὰ ὁποιαδήποτε νέα ἀνάρτηση βίντεο, ὁμιλιῶν κ.ο.κ.

  • ποιητῆ

  • Νίκος Δ. Καρούζος, Ο ΜΕΙΛΙΧΙΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΤΟΥ ΒΑΡΒΑΡΟΣΣΑ

    Ο συγγραφέας και κριτικός Ευγένιος Αρανίτσης για τον ποιητή Νίκο Δ. Καρούζο

     

               Ο  ΜΕΙΛΙΧΙΟΣ ΤΡΟΠΟΣ  ΤΟΥ  ΒΑΡΒΑΡΟΣΣΑ

                          Un Poete  sauvage avec un plomb dans l’ aile-

                                                                    TRISTAN  CORBIERE

     

    Γέροντας πια και πρώην καπνιστής

    μονάχος με τα γένια του στο άκαρπο το ύψος περπατώντας

    από νέφη σε νέφη, το ανθρώπινο, τι δρόμος,

    με μικρούτσικα βήματα κωμικά και ξεβίδωτα

    στην αλύπητη μουσική τους ακούγοντας

    τα φτηνά του τα ξύλινα συρτοπάπουτσα

    ο Βαρβαρόσσας το συνήθιζε να λέει: Με συγχωρείτε,

    τι να κάνω, οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις.

    Έτσι μιλούσε, τίποτ’ άλλο δεν έλεγε,

    γλείφοντας με λεπτή συγκίνηση τα χείλη.

    Μαύρη μεγάλη τρύπα τον τυραννούσε

    στο στήθος που ‘χε τώρα παλιώσει

    ξεχειλώνοντας οικτρά το κρέας!

    Όλοι τον κλαίγαν αμίλητοι σαν ήμερο κι αξιοδάκρυτο

    δράκο παρωχημένο

    σαν από αιώνες, αλήθεια, ξαφνιασμένο

    και μ’ ευλάβεια κούφια του χαρίζαν οι ψεύτες

    ένα κάποιο συμβατικό προσκύνημα.

    Εκείνος όμως είχε μια φριχτή σοβαρότητα

    δεν έδινε σημασία στον ευχάριστο σεβασμό τους-

    άλλωστε ποτέ δεν εξαρτήθηκε-

    μα υποφέροντας βαθιά τον εαυτό του

    τα οράματα που χτυπιούνται σαν κάποτε

    τα φτερά του κόκορα που ‘χε σφάξει τα κρασάτα

    τίναξε ξάφνου κάποια στιγμή το κεφάλι του προς τ’ απάνω

    και γινότανε κείνος ο παλιός κι ανελέητος τρόμος

    ανοίγοντας το στόμα του στην κατερήμωση

    σαν αποτρόπαιο τέρας της χειμωνιάτικης Προϊστορίας

    κι αποσπούσε μ’ ένα κρακ τη μασέλα του

    την έριχνε μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό δίχως ευγένεια

    δίχως κανένα σύμπλεγμα που τον έβλεπαν ολόγυρα

    χτυπούσε τα παλαμάκια κ’ έμπαινε σιγηλή κι αθέατη

    μια χανούμισσα δίκοπη στο βαθύ μετάξι θροΐζοντας-        

    τι θλιβερό το θέαμα η γρήγορη υπόκλιση…-

    και έσπρωχνε κοντά του την άσπρη καρέκλα.

    Εκείνος τότε καθότανε (με προσπάθεια ολοφάνερη)

    κάνοντας αλλόκοτα κινήματα

    και στήλωνε τα μάτια του στη μασέλα.

    Οι παριστάμενοι φεύγαν ένας-ένας με θεατρίνικους τεμενάδες

    οι ώρες περνούσαν ολοένα, κατά την άσχημη

    και θλιβερή συνήθεια: την πραγματικότητα.

    Εκείνος όμως έμενε να κοιτάζει βοερά τη μασέλα

    βουλιαγμένος

    απέραντος

    αναπόσπαστος…

    Κάποτε, βέβαια, ο ύπνος που ξέρει τις αποσβέσεις

    έδινε τέλος σ’ αυτή την κατάσταση

    μα την άλλη μέρα τα ίδια πάλι: Με συγχωρείτε,

    τι να κάνω, οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις.

    Ένα ζωνάρι σύννεφο στη μέση του βουνού με συναρπάζει…

    Τα λόγια τούτα του Βαρβαρόσσα

    μισο-ηλίθια θα ‘λεγα και πάντως απελπισμένα

    μέρα με την μέρα περίτρεχαν τους δρόμους, τα σπίτια,

                    τους μπαξέδες

    κ’ είχαν, αλήθεια, γίνει στην Πόλη κοινή κουβέντα κι αστείο

    στου φούρναρη, στο μπακάλικο, στο ζαχαροπλαστείο,

    των ηλιόλουστων χοτζάδων που χαίρονταν τη ματαιότητα

    του γοερού ντελάλη του παμπόνηρου βεζίρη

    των βαρκάδων του Βοσπόρου της Ωραίας του Πέραν

    αλλ’ ακόμη και το ίδιου του μυτερού σουλτάνου

    καθώς έλεγαν οι ιχθυέμποροι και κάθονταν εύοσμοι

    στην πιο αριστοκρατική συνοικία.

    Ο Βαρβαρόσσας όμως είχε το δράμα του…

    Τιποτένιος απ’ το γήρασμα και γιομάτος από τεφρώδεις

    τρόμους και παραισθήσεις ο άλλοτε τροπαιούχος του αίματος

    κάθε τόσο κοντοζύγωνε στα πικρά παράθυρα

    για να διώξει με τα χέρια του τις ολόσωμες οπτασίες

    τα λουλούδια φτύνοντας τ’ ανοχύρωτα στον άκακο μεγάλο κήπο

    και τ’ αηδόνια στους κλώνους αναθεματίζοντας

    γοερά προς τα έξω γερμένος.

    Μάλιστα λένε πως κάποτε φώναξε σ’ έναν υπηρέτη:

    «Γερός αντίπαλος η ζωή, σαν το Κοράνι,

    το στεφάνι της δόξας μου ‘ρχεται μεγάλο».

    Φράση για πέταμα.

    Ωστόσο θαν την ένιωθε ο ναύαρχος.

    Κι άλλοτε λένε λιποθύμησε μ’ αυτά τα λόγια φρενιάζοντας:

    «Άχ να ‘τρωγα το φως! να μην έβλεπα

    τα σταυρωτά σίδερα στα ρολόγια…»

    Με τέτοιες, αλήθεια, σκέψεις έρημες ωσάν τα σύκα

    που χάσκουν έξω στη φύση τον Ιούλιο-

    σακαράκα ο φτωχογέροντας ή μάλλον

    ολάνοιχτη πόρτα και χειμώνας ο ίδιος

    έμπαζε τις αθρόες αντιφάσεις

    και ξύλιαζε ο σπαραγμός του-τι παράξενο,

    σε πολύ τρυφερά δευτερόλεπτα.

    Ο κόσμος δεν τη χωρούσε τέτοιαν απόγνωση

    και κανένας θεός δεν έβγαζε σπινθήρα.

    Η φύση τώρα του ‘χε γίνει φανταστικότερη

    τα φαιά πετρώματα η αγιότητα των θάμνων.

    Αλαφιασμένος αποφάσιζε χαμάμ ο τρισάθλιος

    δίχως ανάσταση μεσ’ στους ανάερους ατμούς τους ομιχλώδεις

    κι ονειρευότανε στην άκαρπη γύμνια του τη φιλήδονη

    τους γκρεμισμένους έρωτες τους τόσο πεθαμένους

    την εύκολη στύση του λουτρού με σκλάβες ωσάν κάτασπρα

                                    λαγούτα

    χαϊδεύοντας πότε-πότε τ’ αχαμνά του τ’ ανεξήγητα

    που τα ‘χε σακκουλιάσει απαίσια το γήρας.

    Από κει μέσα έβγαιν’ όλος ανακούφιση

    και λένε τα κιτάπια πως μια μέρα του έαρος

    δυο-τρείς νεράιδες πάμφωτες τον έριξαν σε δέκα παραδείσους

    όπως τους είδε φλογερά σε σμαλτωμένην άβυσσο

    με στραβοκάνες νύχτες πλαγιασμένος ο Προφήτης

    όταν η μια τα χείλη της ανάβοντας του κράζει:

    «Χαϊρεντίν, η τρικυμία είναι τ’ άνθισμα της θάλασσας»

    κι ο δύστυχος αποκοιμήθη.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    Από την ποιητική συλλογή «Χορταριασμένα Χάσματα» 1974.                 

    Εκ των υστέρων

    Εφημερίδα  Ελευθεροτυπία  25 Σεπτεμβρίου 1998. Βιβλιοθήκη, σ. 2.

          Τίθεται, συχνά, το ερώτημα: Γιατί ο Νίκος Καρούζος υπήρξε, αρχικά, αντιδημοφιλής; Γιατί υποτιμήθηκε, για χρόνια, η δύναμη της Ποιητικής του; Έχω ακούσει και διαβάσει πολλές απαντήσεις: όλες είναι, κατά την γνώμη μου, εάν όχι εσφαλμένες ή διαθλαστικές, τουλάχιστον, στην καλύτερη περίπτωση, μεταφορές της σωστής, η οποία διαφεύγει. Τις αναφέρω:

    1). Συνήθως λέγεται ότι ο τρόπος της ζωής του δεν χωρούσε στην κραυγαλέα συμβατικότητα της «δημοσιοϋπαλληλικής» λογοτεχνικής παράδοσης, ότι δεν ήταν δυνατόν να εναρμονιστεί με την παροιμιώδη συγκινησιακή φτώχεια των καλλιτεχνικών δημοσίων σχέσεων, πράγμα που ισχύει βεβαίως υπό μίαν έννοια, εφόσον, ακόμη κι αν επιζητούσε, στην απελπισία του, να καρπωθεί στοιχειώδη υλικά οφέλη ή τρέχουσες διευκολύνσεις, χάριν της επιβίωσης, ο χαρακτήρας του, πόσο μάλλον η σταθερή κατάχρηση αλκοόλ, την οποία οι υπόλοιποι θα πρέπει να δούμε σαν μια κλινική όψη της μελαγχολίας του, δεν το επέτρεπαν, πραχτικά, παρά οδηγούσαν αδιάκοπα σε συγκρούσεις. Αυτό, τώρα, υποτίθεται ότι ενέπνεε στους ανθρώπους την πρόνοια να αποφεύγουν ακόμα και την αναφορά του ονόματός του. Από αντιπάθεια (ή μετά από εκτίμηση των προβλεπομένων συνεπειών του να ευεργετήσεις έναν τέτοιο «τρελό»), προτιμούσαν, τάχα, να συμπεριφέρονται σαν να μην υπήρχε. Υπερβολές!

    2). Λέγεται, επίσης, ότι υπήρξε ένας ποιητής που τον πολέμησαν τα κυκλώματα, τα οποία προωθούσαν ελαφρών βαρών συναδέλφους του, εφημερίδες, πανεπιστήμια, επιτροπές κλπ. Τέτοιου είδους απόψεις μου φαίνονται αστείες. Όχι μόνον δεν είναι δυνατόν να πολεμήσει κανείς κανέναν, κατ’ αυτήν τη λογική, αλλά όσοι παρασύρονται να νομίζουν ότι μαίνεται κάποιος πόλεμος, το νομίζουν, απλούστατα, προκειμένου, έτσι, να εικονογραφούν, σε μεγέθυνση επικών διαστάσεων, τον μικρόκοσμο των ψευδο-λογοτεχνικών παρασκηνίων στον οποίο ζουν: κανενός σημαντικού έργου η ακτινοβολία δεν είναι δυνατόν να περάσει, μεσοπρόθεσμη, απαρατήρητη, μόνο και μόνο για να γίνει το χατίρι «σκοτεινών κέντρων», όποιες πρόσκαιρες ενδείξεις και να συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου.

    3). Λέγεται, ακόμη, ότι η μυωπική οφείλεται στην ιδιαιτερότητα της προσωποπαγούς και γεροντόφιλης ελληνικής κοινωνίας, όπου, σχεδόν αταβιστικά, ο σεβασμός παρέχεται μόνον στους υπερήλικες «καταξιωμένους», σαν κατ’ εφαρμογήν ενός είδους επετηρίδας, ίσως ένεκα κάποιας ενστικτώδους άρνησης των θεαματικών διαφορών ανάμεσα στις δημόσιες παρουσίες: αντεστραμμένο χριστιανικό κατάλοιπο, ούτως ώστε η πλήρης αναγνώριση να έρχεται, αυτομάτως, μετά θάνατον, όταν κανείς δεν θίγεται και ο πεθαμένος αγιάζει. Αυτό συμβαίνει όντως, εν μέρει, πρέπει να το παραδεχθούμε (όπως συμβαίνει με τις ασφάλειες ζωής, το κέρδος έρχεται μόλις εκπνεύσεις. Ο ίδιος ο Καρούζος έγραψε: Αν πεθάνω γλύτωσα αν ζήσω, γλύτωσα πάλι), αλλά σίγουρα όχι μέχρι του σημείου να περνάει σχεδόν απαρατήρητος ο σημαντικότερος ποιητής μιας γενιάς. (Θα πείτε: γνώρισε κάποιες τιμές. Αν εννοείτε τα κρατικά βραβεία… Σημασία έχει ότι ζούσε εκλιπαρώντας τους εκδότες για μια προκαταβολή και πληρώνοντας το ποτό του με αυτοσχέδια ποιήματα)….

    4). Λέγεται, τέλος, ότι υπήρξε ένας ποιητής υπερβολικά δυσνόητος κι έτσι έμεινε στο περιθώριο. Από μόνο του το επιχείρημα αυτό δεν είναι μεν ανυπόστατο (ο Καρούζος υπήρξε «δύσκολος» ποιητής, ιδιαίτερα κατά την τελευταία περίοδο), ωστόσο η επίκληση του στερείται νοήματος, εφόσον «δύσκολοι» ποιητές, συχνά κρυπτικοί, υπήρξαν οπωσδήποτε όλοι της λεγόμενης γενιάς του ’30 και οι μισοί τουλάχιστον της επόμενης δεν είχαν όμως την ίδια μοίρα.

         Εγώ θα έδινα στο ερώτημα μια απάντηση πολύ πιο απλή: ο Καρούζος με το έργο του «έλεγε» (στους αναγνώστες του και, κατ΄  επέκτασιν, στην κοινωνία)κάτι ιδιαίτερα δυσάρεστο. Μολονότι, στην ουσία, το «θέμα» του δεν υπήρξε διαφορετικό από εκείνο του Ελύτη (το «θέμα» ήταν και εδώ ο χρόνος, ο εσωτερικός χρόνος, η στάση της διάρκειας, ο κλονισμός της υποκειμενικότητας μπροστά στο σταυροδρόμι γραμμικότητα-συνείδηση), η διαπραγμάτευση υπήρξε αντίστροφη: Χρόνος και παράδεισος κατά τον Ελύτη, χρόνος και κόλαση κατά τον Καρούζο. Και του δεύτερου η έμμονη ιδέα ήταν η υποδειγματική ζωή, όμως αντί να υφάνει το άσμα του θαύματος, τραγούδησε την απελπισία εκείνου που ζει αποκλεισμένος απ’ αυτό το θαύμα, παγιδευμένος στην αλλοτριωτική φρίκη του μετρήσιμου χρόνου (την οποία ο Ελύτης ακυρώνει μ’ έναν θετικά «μυστικιστικό» τρόπο, ενώ ο «μυστικισμός» του Καρούζου είναι αρνητικός, σαρκαστικός), κινούμενος ήδη σαν στοιχειό, σε μια ζώνη μεταθανάτιου βίου επί της γης. Από τον Ελύτη της διαφάνειας, το πλατύ κοινό κράτησε την στίλβουσα επιφάνεια του γραφικού: τον αδίκησε μ’ έναν τρόπο πιο ύπουλο. Από τον Καρούζο της εφιαλτικής νύχτας, τι να κρατήσεις; Τον αδίκησαν ευθέως, στρέφοντας το βλέμμα αλλού.

         Το «μήνυμα» του Νίκου Καρούζου δεν άρεσε αντηχούσε σαν παράδοξο κύκνειο άσμα όλων των φενακισμών. Δεν έφταιγε η επιθετικότητά του «σε προσωπικό επίπεδο», όπως λένε, αλλά η επιθετικότητα του νοήματος σε βάρος της κοινωνίας των τηλεοράσεων.

    ΕΥΓΕΝΙΟΣ  ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ

                    Αντίο,  φίλε!

    Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 1990

         Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Νίκος Καρούζος πέθανε την προπερασμένη Παρασκευή και οι κατάλληλες νεκρολογίες γράφτηκαν ήδη, με το παραπάνω. Ήταν 64 χρόνων, σε μια πολύ σημαντική καμπή της καριέρας του στα ελληνικά γράμματα-ένιωθες ότι κάτι ζωτικό θα γεννιόταν απ’ το λογοτεχνικό αδιέξοδο των πειραματισμών στους οποίους είχε αφοσιωθεί, κι ο ίδιος μου μιλούσε πολύ συχνά για τη σύλληψη ενός έργου που δεν θα έμοιαζε με κανένα απ’ όσα είχε γράψει ως τώρα. Ίσως αυτή η εξομολόγηση να ήταν μια παραίσθηση που διαπέρασε κάποια μεμβράνη της ύπαρξής του, ίσως να ήταν ένα αποχαιρετιστήριο νεύμα στην επίγνωση του ταλέντου, ίσως πάλι το τελευταίο αυτό άγνωστο ποίημα να ήταν ο ίδιος του ο θάνατος, γιατί επρόκειτο πραγματικά για ένα θάνατο ισοδύναμο με τα ποιήματά του: μια αίσθηση μυστηρίου γύρω απ’ το τι θ’ απογίνουν τα βιβλία του, μια νύξη απελπισμένης γνώσης για τις σκιές του ανθρώπινου τέλους που τόσο του άρεσε να μελετάει, κι ακόμη μια νότα παράδοξου (φανταστείτε το ενδιαφέρον του Κράτους! Τελετές, στεφάνια απ’ τους πολιτικούς! Παραλίγο, η Φιλαρμονική του Δήμου!).

         Είχε αναμφισβήτητα το χάρισμα των μεγάλων ποιητών, την έμφυτη αρετή να διαισθάνεται ότι το κάθε τι είναι σύμβολο κάποιου άλλου πράγματος, απείρως πιο σημαντικού, που κρύβεται από πίσω. Έτσι έζησε μια ολόκληρη ζωή με το πάθος να εξιχνιάζει νοήματα κρυμμένα στο μισόφωτο- ήταν μια ατέλειωτη μάχη με τους πειρασμούς της διαλεκτικής και της μεταφυσικής, και το κάθε τι που περιείχε αμφιβολία ήταν γι’ αυτόν αντικείμενο έλξης και λατρείας. Ένα οποιοδήποτε φιλοσοφικό ερώτημα μπορούσε να του φτιάξει τη διάθεση γιατί τον βοηθούσε να ζει με την πίστη ότι η ύπαρξή του είχε κάποιο νόημα. Διέθετε μια πολύ βαθιά γνώση των μηχανισμών του παραλόγου, απ’ το οποίο είναι διαποτισμένο όλο του το έργο. Ο Καρούζος ανατράφηκε με το ζεν και τον Κάφκα. Είχε καταλάβει ότι οι ανθρώπινες υποθέσεις  αποτελούν μια παρεξήγηση.

         ΥΠΗΡΞΕ, άλλωστε, ο μοναδικός σύγχρονός μας για τον οποίο μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι έζησε μόνο για την ποίηση. Κατέβηκε τη σκάλα μέσα στα σκοτάδια και τους πυρετούς των λέξεων μέχρι το τελευταίο σκαλοπάτι χωρίς να ενδιαφέρεται για οτιδήποτε άλλο-απείχε πολύ από οποιαδήποτε συμβατική πειθαρχία, πόσο μάλλον απ’ την επιθυμία να μετέχει στην κοινωνία σαν μια μονάδα που σκοπός της θα ήταν να προωθεί τρέχουσες υποθέσεις. Με δυο λόγια, ήταν αυτό που λέμε περιθωριακός. (Κάποτε έγραψε το εξής: «Το έξω δεν μας φταίει σε τίποτα, το προς τα έξω φταίει».) Η εξάντληση απ’ όλους τους μικρούς πρόωρους θανάτους που είχε ζήσει στην προσπάθειά του να καταλάβει τους άλλους (και να τους δώσει να καταλάβουν ποιος είναι) τον ωθούσε σε συγκρούσεις με την πραγματικότητα , που η αληθινή τους αξία έμενε πάντα ανυπεράσπιστη μπροστά στο μηδενισμό του κατεστημένου. Η όψη του πρόδιδε αμέσως τον εσωτερικό αντίκτυπο αυτών των συγκρούσεων: άλλοτε θύμιζε άγιο ή ασκητή και άλλοτε έμοιαζε με πρώην πυγμάχο, με κάποιον που ήξερε ν’ αποθηκεύει την ένταση στους μυώνες.

         Είχε λοιπόν τις συνήθειες ενός περιθωριακού, αλκοόλ και ξενύχτι, και μια αληθινά απερίγραπτη οικονομική ένδεια, και ταξίδια στο κέντρο του εαυτού του μέχρι την τελική νίκη. Αλλά θα πρέπει να υπήρχε κάπου στα βάθη αυτής της ιδιοσυγκρασίας, που έμοιαζε  με σχιστόλιθο, μια σιωπηρή τρικυμία θλίψης, ένα χαλασμένο κύτταρο πίστης στους άλλους, ένα μεταφυσικό παράπονο για την έλλειψη δυνατοτήτων που περιέβαλε την ποίηση. Η ποίηση, κατά τη γνώμη του, θα μπορούσε να είναι ένας μαγικός τρόπος να μεταμορφώσεις τον κόσμο, μια αντανάκλαση του θαύματος της δημιουργίας, ένα ξόρκι πιο ισχυρό από κάθε χημικό τύπο και κάθε επιστήμη-γιατί λοιπόν οι άλλοι δεν καταλάβαιναν; Ήταν μια χαμένη υπόθεση, βέβαια, και το ήξερε, όμως ήταν μια πολύ δύσκολη παραδοχή που, αν την έκανες, έπρεπε ταυτόχρονα να συμφωνήσεις ότι δεν είχες κανένα λόγο να ζεις. Αυτό το χαλασμένο κύτταρο, αυτό το αποθηκευμένο άγχος του τρόμου μπροστά στον εξωπραγματικό ρόλο του ευαίσθητου ανθρώπου στη σύγχρονη κοινωνία, μετατράπηκε σε καρκίνο. Ο καρκίνος ήταν το τελευταίο επιχείρημα του Καρούζου για την απόδειξη της αδυναμίας όλων των αποθεμάτων της νόησης και της αγάπης. Απ’ αυτή την άποψη, ήταν σαν να αυτοκτόνησε.

         ΕΓΡΑΨΕ υπέροχα ποιήματα και επηρέασε όσο κανείς άλλος της γενιάς του τα μέτρα της σύγχρονης λογοτεχνικής πραγματικότητας, παρ’ ότι αυτό δεν φαίνεται ακόμη με γυμνό μάτι. Το έργο του είναι ένα κράμα από οσμές θανάτου και ζωής, πολύ δυνατό αλλά όχι αισιόδοξο, διαποτισμένο απ’ τη μελέτη των μεταμορφώσεων του Κακού αλλά και απ’ τη δόνηση κάποιας θεϊκής παρουσίας για την οποία μπορούν να μιλήσουν οι μελαγχολικοί και τα παιδιά. Τα τελευταία χρόνια έφτιαχνε περισσότερο παραδοξολογήματα παρά ποιήματα, γιατί όπως όλοι οι σημαντικοί συγγραφείς ήρθε κάποτε αντιμέτωπος με την ίδια πλήξη της γλώσσας και τις ποιητικές ανεπάρκειες της λειτουργίας της, όμως το ενδιάμεσο τμήμα του έργου του, ανάμεσα στο ξεκίνημα και το τέλος, ήταν ένα καταπληκτικό ώριμο μήνυμα, απ’ τα ωραιότερα που δόθηκαν ποτέ.

         Ο ίδιος δεν έκανε τέτοιες διακρίσεις, ούτε τις αποθάρρυνε. Βρισκόταν διαρκώς σ’ έναν ίλιγγο σκέψης, σαν να τον καταδυνάστευε η έμμονη ιδέα ότι θα μπορούσε να εγκλωβίσει το μυστικό του κόσμου μέσα στις έννοιες και τις λέξεις-οι λέξεις ήταν το μόνο που είχε στη ζωή του, το λέω μετά βεβαιότητος. Δεν εννοώ ότι δεν υπήρχαν άνθρωποι γύρω του που τον αγάπησαν και τον κατάλαβαν, μόνο που έρχονταν σε δεύτερη μοίρα, γι’ αυτό και ήταν ουσιαστικά μόνος. Πέρασε περισσότερες δύσκολες ώρες απ’ οποιονδήποτε καλλιτέχνη γνώρισα ποτέ. Αναρωτιέμαι, τι ένιωθε όταν έγραφε ποίηση. Ίσως να είχε χαθεί, μέσα του, και το τελευταίο υπαρξιακό καταφύγιο-η τελευταία φλέβα απόλαυσης μπορεί να είχε σκληρύνει υπερβολικά, κι έτσι να έγραφε απλώς επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

          ΔΕΝ ΗΤΑΝ αυτό που ονομάζουμε βολικός άνθρωπος και δεν ήταν εύκολο να τον συμπαθήσουν όσοι τον συναντούσαν, αν δεν ήταν έτοιμοι να ρίξουν μια ματιά στο βάθος αυτού του γκρεμού που αντιπροσώπευε το πάθος του για τις καταιγίδες της απελπισίας και να τους νυχτερινούς  περιπάτους ανάμεσα στα ερωτήματα.

    Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να τον αγαπήσει μόνο και μόνο (αλλά δεν είναι λίγο!) επειδή έδειξε ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στη λογική και την τρέλα, κι αυτό το πέρασμα οδηγεί σ’ έναν κόσμο που σπινθηροβολεί χάρη στη δική του ποίηση, όμως είναι ταυτόχρονα ο δικός μας κόσμος, η πιο παράλογη κοινωνία που φτιάχτηκε ποτέ. Το Κακό φυλάει τα περάσματα και ο Καρούζος το ήξερε.

             Είναι αστείο να συζητάμε για το αν το επίσημο Κράτος τον υποστήριξε, κι αν τα στεφάνια ήρθαν πολύ αργά. Τι λόγο είχε το Κράτος να τον υποστηρίξει; Η ποίησή του στρεφόταν εναντίον του Κράτους, στο βαθμό που μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο η ποίηση.  Ήταν ένας αναρχικός που έφτιαξε μια βόμβα από λέξεις για ν’ ανατινάξει κατ’ αρχάς τον ίδιο του τον εαυτό. Το Κράτος έστησε απλώς εκείνη την απερίγραπτη φάρσα με τις συντάξεις πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Η λογική των υπουργείων αξίζει να μελετηθεί. Πρ’ ότι ο προϋπολογισμός τους ανέρχεται σε δισεκατομμύρια, ο τρόπος που χειρίζονται τα πιο λεπτά θέματα μοιάζει πάντα με ελεημοσύνη.

    Η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι ότι, πέρα από έναν πολύ στενό κύκλο, ο Καρούζος δεν αναγνωρίστηκε ποτέ γι αυτό που ήταν. Και τι ήταν; Ένας άνθρωπος που μελέτησε τα αινίγματα της ψυχής και του νου όσο ελάχιστοι απ’ τους συγχρόνους μας. Υπήρξε μια τάση να τον θεωρούν ευφυολόγο και ρήτορα καφενείων. Η αλήθεια είναι ότι του άρεσε να πίνει και να μιλάει. Στο ποτό τα κατάφερε καλύτερα απ’ ό,τι ο Πόε. Όσο για τις συζητήσεις, η γλώσσα που μεταχειριζόταν ήταν τα πιο πλούσια, συμπαγή και δομημένα ελληνικά που μπορούσες ν’ ακούσεις. Ήταν ένας χείμαρρος ακρίβειας, μια θαυμαστή διαλεκτική μηχανή που σάρωνε τα πάντα. Υπήρχε συνεχώς μια εξαιρετική ένταση στην αυτοσυγκέντρωσή του κι αυτό μετέδιδε γύρω μια αίσθηση ηλεκτρισμού και τραντάγματος, ήταν σαν να δοκιμάζονταν διαρκώς όλα τα μεταίχμια ανάμεσα στη σκέψη και την πραγματικότητα.

         Όταν τον παρατηρούσες καταλάβαινες ότι περνούσε πάνω του μια φτερούγα θανάτου-ίσως αυτό να συνέβαινε απ’ την ημέρα που γεννήθηκε. Ολόκληρο το έργο του (ο Βαρβαρόσσα, για παράδειγμα, ένα τέλειο ποίημα, πιθανόν το ωραιότερο που έγραψε ποτέ) ήταν μια πρώιμη αυτοβιογραφία του μελλοθάνατου, μια προφητεία γύρω απ’ τις δυστυχίες και τους απόηχους της κατάρρευσης και του Τέλους. Το έργο του ήταν πραγματικά ο υπέρτατος επικήδειος, μια υπόκλιση στο θάνατο σε μορφή σαρκασμού, μια διείσδυση στο σκοτάδι της πίστης ότι κάθε τι είναι προορισμένο για την παρακμή-και η Σκέψη και η Ποίηση, και ο Θεός και ο Έρωτας, και η Κοινωνία και η Φύση, όλα υπήρχαν μόνο και μόνο για να μπορούμε να αναφερόμαστε στη φθορά τους. Είχε βέβαια πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές αυτή η φθορά, κωμικές λάμψεις και παράλογες συμπτώσεις και ενδοιασμούς που άξιζε να μελετηθούν, και οπωσδήποτε μια ευρυχωρία για να δοκιμάσει η ανθρώπινη ύπαρξη τις διακυμάνσεις της. Αυτό έκανε ο Καρούζος μέχρι το θάνατο. Διασκέδαζε και υπέφερε, εναλλάξ, με τη διαπίστωση ότι ο άνθρωπος περισσεύει.

         ΗΡΘΕ ΛΟΙΠΟΝ η ώρα να γραφτούν βιβλία για τον Καρούζο, να γίνουν αφιερώματα σε περιοδικά, να του απονεμηθούν τίτλοι εκ των υστέρων, κτλ. Στην Ελλάδα, το ακραίο σημείο του κύρους είναι το να πεθάνεις-τα συγχαρητήρια ταχυδρομούνται στον Παράδεισο. Είναι προς τιμήν του περιοδικού Λέξη το τεύχος 88/89, χώρια που, πέρα απ’ τη λογοτεχνική αξία του εγχειρήματος, έδωσε στον Καρούζο παράταση έξι μηνών ζωής. Τώρα, εκείνοι που είναι πρώτοι στη γενική πολιτιστική παραλυσία και οπισθοχώρηση, θα επικυρώσουν τη γνώμη του Καρούζου για αυτούς με το να είναι πρώτοι και στους θρήνους για το θάνατό του. Η βαθύτερη απ’ όλες τις πηγές λογοτεχνικού φθόνου, η έλλειψη ταλέντου, κάνει ήδη τα πρώτα βήματα για να μετατραπεί σε στοργή.

       ΣΤΟΥΣ υπόλοιπους, που κατανόησαν το έργο του, παίρνω το θάρρος να πω το εξής: μέσα σε κάθε πένθος υπάρχει ένας σπόρος ξεχασμένης χαράς, και μια ανάλαφρη δόνηση απ’ τις ελπίδες των ζωντανών επιδρά στο κενό που δημιούργησε η απώλεια, γιατί οι ζωντανοί νιώθουν ότι θα μπορούσαν να μετατρέψουν τη λύπη τους σ’ ένα μάθημα αγάπης για τις αλήθειες του κόσμου. Ας είναι τα λουλούδια στον τάφο του Καρούζου τα ίδια του τα ποιήματα. Η διαμάχη για το αν αυτός ο τάφος έπρεπε να βρίσκεται στο Ναύπλιο ή στην Αθήνα δεν σημαίνει τίποτα. Ο Καρούζος θάφτηκε μέσα στα ίδια του τα βιβλία πριν ακόμη πεθάνει. Ήξερε ότι τα βιβλία είναι ο μόνος τρόπος ν’ αντισταθείς σ’ εκείνους που ασχολούνται με μνημόσυνα άλλων, ενώ είναι κιόλας οι ίδιοι πνευματικά νεκροί.

    ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ

    ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

        Το κείμενο αυτό του συγγραφέα και κριτικού κυρίου Ευγένιου Αρανίτση, είναι κατά την γνώμη μου το καλύτερο κείμενο που έχω διαβάσει εν ήδη αποχαιρετιστήριου «επικήδειου» , ενός φίλου του ποιητή. Είναι συγκρατημένα «σπαρακτικό», συγκινητικό χωρίς να γίνεται μελοδραματικό, δίχως να έχει τον δημόσιο της θλίψης διασυρμό είτε της αποδοχής είτε της άρνησης του έργου, της ποίησης και της ζωής του Νίκου Δ. Καρούζου. Ο Ευγένιος Αρανίτσης στο «εξόδιο» αυτό κείμενό του, πιάνει όλες τις πλευρές του ποιητή. Τις πτυχές του εσωτερικού του κόσμου. Όσο είναι κατορθωτή μια από άλλον ψυχανάλυση ενός προσώπου και ενός έργου. Το πορτραίτο της ύπαρξης πάντα παραμένει με τις αινιγματικές σκιές και τις χαώδεις ρωγμές του. Μας μιλά για τον άνθρωπο, τον χαρακτήρα του, την φυσιογνωμία του, τις ιδιοτροπίες τους, τις ατέλειές του σαν άτομο, τα θέλω του, τα προτερήματά του σαν πνευματικό δημιουργό, τις παραξενιές του, τις ποιητικές του παραδοξότητες. Διαισθάνεται ορθά τόσο τον ίδιο όσο και το έργο του, εξάλλου, έχει κυκλοφορήσει σε αυτόνομο τόμο ανθολόγιο της ποιητικής του παρουσίας (εκδόσεις Άκμων) και έχει επιμεληθεί ποιητικές του συλλογές. Και είναι ίσως από τους αθηναίους κριτικούς που έχει γράψει τα περισσότερα κριτικά σημειώματα για τις ποιητικές του συλλογές. Ίσως, αν εξαιρέσουμε τους νομπελίστες μας ποιητές, σπάνια ευτύχησε έλληνας ποιητής τέτοιας κριτικής φροντίδας από νεότερό του συγγραφέα. (δεν συμπεριλαμβάνω την περίπτωση του Αλεξανδρινού). Κάθε φορά που δημοσιεύει ο Ευγένιος Αρανίτσης κάτι για τον Καρούζο, είναι και κάτι διαφορετικό. Σαν να αγωνίζεται να τον εξαντλήσει και όλο κάτι τον ελκύει ξανά στο πηγάδι του έργου του, και αντί να τον ξεδιψάσει τον κάνει να διψά ακόμα περισσότερο. Προσεγγίζει την στάση του απέναντι στο φαινόμενο της ζωής, του θανάτου. Κοντοστέκεται στις θέσεις του, ακούει τις αντιλήψεις του, εξετάζει τις ιδέες του, στέκεται στις εμμονές του. Ο Ευγένιος Αρανίτσης όμως, ο κριτικός Αρανίτσης, μέσω του Καρούζου μας μιλά και για την ελληνική διαχρονική παθογένεια τόσο της ελληνικής πολιτείας όσο και των πνευματικών ανθρώπων και ταγών και διαμορφωτών της ελληνικής λογοτεχνίας. Το «Αντίο, φίλε!» είναι ένα κείμενο που αφορά την νοοτροπία και τις δημόσιες αντιλήψεις και συμπεριφορές  των πνευματικών ανθρώπων στην χώρα μας, και παράλληλα, είναι ένα σχολιαστικό ρέκβιεμ για την ίδια την σημασία και τον ρόλο της Ποίησης στις μέρες μας. Ο Ευγένιος Αρανίτσης  ακολουθώντας τον ποιητή Νίκο Δ. Καρούζο, μας μιλά με λεπτό λυρισμό και ευγενικές πινελιές θλίψης για το τέλος του ποιητικού λόγου. Την αχρηστία του στις συνειδήσεις των σύγχρονων ανθρώπων. Ο Νίκος Δ. Καρούζος το κάνει αυτό με πιο  κυνικό τρόπο, περισσότερο σκληρό, παγερό, ακραίο, με περισσότερο σαρκασμό και αυτοσαρκασμό ταυτόχρονα. Σαρκάζει την ίδια του την ποιητική σύλληψη, την γραφή,  την γλώσσα που χρησιμοποιεί, προπάντων τις λέξεις που επιλέγει, τις εικόνες καθημερινού θανάτου που φωτίζει. Στην τελική ανάλυση, την ίδια την γραφή που είναι το φαινόμενο της Ζωής με άλλον τρόπο στα μάτια των ευαίσθητων υπάρξεων. Υπάρχουν δύο σημεία που στέκομαι στο κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση, όταν μας μιλά και συνδέει την αρρώστια (τον καρκίνο που έφαγε το σώμα του Καρούζου) με την ποιητική λειτουργία. Και το άλλο σημείο είναι όταν μας λέει, ότι το μόνο που κάνουμε εμείς οι άνθρωποι είναι να σχολιάζουμε την φθορά των πραγμάτων, εντέλει της ίδιας της ζωής. Είναι σημαντικές οι παρατηρήσεις του Ευγένιου Αρανίτση, είναι κείμενο κριτικής ποιητικής οντολογίας της ίδιας της ύπαρξης. Είναι κείμενο-κατά την γνώμη μου-πολύ πιο ουσιαστικό και καίριο από τις καλογραμμένες και εμβριθείς κριτικές που έχω διαβάσει για το έργο του Νίκου Δ. Καρούζου, αντρών ή γυναικών.

         Το ανασύρω από το πρόσφατο παρελθόν και ας είναι γνωστό, ας είναι ίσως δημοσιευμένο ξανά και αλλού και για άλλη αιτία. Θεωρώ μέσα στα αναπάντεχα προβλήματα που αντιμετώπισα σαν άτομο και σαν αναγνώστης αυτό το χρονικό διάστημα, δεν θα μου δινόταν καλύτερη, ουσιαστικότερη, αληθινότερη ευκαιρία να αποχαιρετήσω αυτήν την δύσκολη και τρομακτική χρονιά και ίσως και αυτήν την ιστοσελίδα. Η απαισιόδοξη ματιά του ποιητή Νίκου Δ. Καρούζου και του κριτικού Ευγένιου Αρανίτση κατ’ επέκταση, είναι η ματιά των ελάχιστων σύγχρονων ανθρώπων που δεν θέλουν να ακολουθούν καμία πλέον ψευδαίσθηση ελπίδας, ανθρωπισμού, αγάπης, φιλανθρωπίας, μεταφυσικής βεβαιότητας, με αυτά που βλέπει και ακούει, αισθάνεται, συμβαίνουν γύρω του. Ποίηση, ανέξοδες λέξεις για μελλοθανάτους. Αυτήν την ψευδαίσθηση προσφέρει πλέον ο ποιητικός λόγος, έντρομος μπροστά στην υπαρκτή οντολογία του Κακού που είναι παρών με πολλές μορφές πρόσωπα και προσωπεία. Ένας ποιητικός λόγος που ερωτοτροπεί μόνο με την γλωσσική του αυταρέσκεια, τον ναρκισσισμό των λέξεων που χρησιμοποιεί για να γίνει αρεστός και αποδεκτός όχι στο φαινόμενου της ζωής και του θανάτου, αλλά στους γραμματείς και φαρισαίους της τέχνης, της λογοτεχνίας, της ποίησης, της πίστης, της δημόσιας αποδοχής για επιβράβευση και μεγάλα τιράζ διαφημιστικής κυκλοφορίας.

          Ποίηση, μια άχρηστη υπόθεση των καιρών. Εδώ μπορεί να συμφωνήσουνε κάποιοι. Το ζήτημα είναι ίσως, τι ρόλο παίζουν πλέον μέσα στην ιστορία οι παλαιοί  Ποιητές.

    Διαβάστε ακόμα:

    -Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία 29/3/1981, Τα τελευταία βιβλία του Νίκου Καρούζου.

    -Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία 13/9/1989, Λογική μεγάλου σχήματος

    -Ευγένιος Αρανίτσης, περ. Η Λέξη τχ. 88-89/10,11, 1989, σ.893-895, ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΑΝΑΙΡΕΙ ΤΗ ΘΕΛΗΣΗ ΘΕΛΟΝΤΑΣ, ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΤΥΡΑΝΝΙΑ.

    -Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 25/9/1991, «Νομίζεις κόκκινα; Βλέπεις λευκά».

    -Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 13/11/1991, Τριαντάφυλλο ή ακρίδα;

    -Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 29/6/1994, σ. 48/4, Ταξίδι προς τα άκρα

    -Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία 5/11/1997, σ. 34, Ένα κορίτσι ονόματι Μαρία

    Γ. Χ. Μ.

    Μετά από τι!

    Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2020