Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022

Έκτωρ Κακναβάτος Ώρα δειλινή :ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ,Γ. Π.

 


Έκτωρ Κακναβάτος

Ώρα δειλινή

Το Ποιημα Ανηκει στη συλλογή Τα μαχαίρια της Κίρκης (1980).

Λέω μη τάχαμ είναι μεταβίωση*

ακόμα και βυζαντινή

μην η ψηφίδα εντός του εκκλησιδιού

που ενώπια* ασπρίζει

ή που ολόσωμος ο ασβέστης άγιασε

μην είναι που ασκητεύει αντίκρυ του

γαρουφαλένια δύση

η εσπέρα

η ψύχρα

που η ψαλμουδιά ξεπόρτισε στα θάμνα

ένα με τα σπουργίτια

μην είν' του Ίακχου* τα Πάθη ετούτα ή του Χριστού

και σάστισε ο Απρίλης

μην το κερί, μην το θυμίαμα, το αρχαίο στασίδι

μην η λοξή του απ' το βημόθυρο

κρύα ματιά του ταξιάρχη

που ως το καρυόφυλλο η ψυχή μου τρέμει.

 

Μνήμη που με πονάς

μην είσαι συ η αίσθηση όπου στα δυο με σχίζει

λέω μην του μειόκαινου* η καταβολή*

το βιος* που μου αφήσανε μέσα στα κόκαλα

οι αιώνες, κι είναι μες στους εσπερινούς

που εντός μου η πλημμύρα ανεβαίνει τόση.

Α. Εμπειρίκος, «Ένα Ωραίο Πρωί»


μεταβίωση: η μεταθανάτια ζωή ή κατάσταση· μεταβιώ: ζω μετά (ενν. από μια καταστροφή), επιζώ.

ενώπια: αντίκρυ, ενώπιον.

Ίακχος: τοπικός ήρωας της Ελευσίνας που ταυτίστηκε αργότερα με το Διόνυσο.

μειόκαινος: γεωλογική περίοδος (26 με 19 εκατομ. χρόνια, κατά την οποία εμφανίστηκαν και εξελίχτηκαν τα θηλαστικά).

καταβολή: κατάθεση, παρακαταθήκη, κληρονομιά.

βιος: ο πλούτος, η αφθονία αγαθών.

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  1. Διαβάστε προσεκτικά το ποίημα και προσπαθήστε να απαντήσετε στις εξής ερωτήσεις:
    α) Από ποιο συναίσθημα διακατέχεται ο ποιητής;
    β) Ποια συγκεκριμένα πράγματα προκαλούν αυτό το συναίσθημα;
    γ) Ποιοι στίχοι δείχνουν ότι αυτό το συναίσθημα δεν προέρχεται μόνο από την άμεση παρατήρηση αλλά και από κάτι βαθύτερο; (ποιο;)
  2. Με ποιες εκφράσεις δίνεται η ψυχική ένταση;
  3. Ποια σημασία παίρνουν μέσα στο ποίημα οι λέξεις και οι φράσεις: «που ενώπια ασπρίζει», «του μειόκαινου η καταβολή» «το βιος»;
  4. Σε τι διαφοροποιείται η τελευταία στροφή από το υπόλοιπο ποίημα;
  5. Τα πάθη του Χριστού άλλοτε συνδέονται με τα πάθη του Άδωνη και άλλοτε με του Ίακχου ή του Διόνυσου. Διαβάστε και το ποίημα του Α. Σικελιανού Στ' Όσιου Λουκά το Μοναστήρι. Τι παρατηρείτε;
ΛΕΞΕΙΣ
μεταβίωση: η μεταθανάτια ζωή ή κατάσταση· μεταβιώ: ζω μετά (ενν. από μια καταστροφή), επιζώ.
ενώπια: αντίκρυ, ενώπιον.
Ίακχος: τοπικός ήρωας της Ελευσίνας που ταυτίστηκε αργότερα με το Διόνυσο.
μειόκαινος: γεωλογική περίοδος (26 με 19 εκατομ. χρόνια, κατά την οποία εμφανίστηκαν και εξελίχτηκαν τα θηλαστικά).
καταβολή: κατάθεση, παρακαταθήκη, κληρονομιά.
βιος: ο πλούτος, η αφθονία αγαθών.




Ερμηνευτική Προσέγγιση Στο Ποίημα Του Έκτορα Κακναβάτου, «Ώρα Δειλινή», Κνλ, Γ΄ Λυκείου
https://latistor.blogspot.com/2010/06/blog-post_1072.html

Αρχικά χρειάζεται κάποια εξοικείωση με την υπερρεαλιστική γραφή του Ε. Κακναβάτου, που μπορεί να επιτευχθεί με την αξιοποίηση των πληροφοριών του βιβλίου και επιπρόσθετων, αν ο διδάσκων το θεωρεί απαραίτητο. 

Εξάλλου, οι μαθητές γνωρίζουν από άλλους ποιητές τα μέσα που χρησιμοποιεί η υπερρεαλιστική ποίηση. 

Ο Ε. Κακναβάτος, όμως, τους είναι άγνωστος, γι’ αυτό μπορούν να δοθούν κάποια στοιχεία που αφορούν την ιδιαιτερότητα της γραφής του, όπως:

– H χρήση μικτής γλώσσας, ανεξάρτητα από τις συμβάσεις της μορφής –δημοτική, καθαρεύουσα–.

– Η αξιοποίηση του συνολικού λεξιλογίου –αρχαίου, λόγιου, δημοτικού, διαλεκτικού και ιδιωματικού–, από κάθε γλωσσικό επίπεδο –καθημερινό, επίσημο, αργκό–, από κάθε χώρο του επιστητού, ειδική ορολογία επιστημονική ή επαγγελματική.

– Ανοίκειες λεξιλογικές συνάψεις.

– Ανακάτωμα του χωροχρόνου, χωροχρονικοί συμφυρμοί.

– Υπερρεαλιστικές εικόνες που ξαφνιάζουν.

– Συνύπαρξη πραγματικού και φανταστικού.

– Δημιουργία του κειμένου με βάση τη λέξη ή φράση και τους αναπτυσσόμενους συνειρμούς, κείμενο παράσταση, όχι αναπαράσταση, λέξη-γεγονός, ιδέες-πράγματα, ιδέες-εικόνες.
– Συντακτική οργάνωση ελλειπτική παρατακτική ή υποτακτική και ρητορικοί τρόποι, όπως επανάληψη, ερώτηση, προσφώνηση, υπερβολή, ψυχοποίηση.
– Ανατροπές σημασιολογικές που κατανοούνται στο επίπεδο του παραδείγματος και του συνειρμού.
– Αξιοποίηση του ήχου και της οπτικής παρουσίας της λέξης.
– Σημαίνουσα τυπογραφική οργάνωση του ποιήματος, γεωμετρικά σχήματα, λέξη-στίχος, αυτονόμηση άρθρων, επιθέτων, επιρρημάτων, κ.ά.
Ο καθηγητής προετοιμάζει τη διδασκαλία του και ιεραρχεί κάποιους στόχους, που θεωρεί ότι πρέπει να υλοποιηθούν.
Ενδεικτικά δίνονται οι ακόλουθες επισημάνσεις οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν στην προσέγγιση του ποιήματος, όπως:
– Η σχέση-συνομιλία του τίτλου με λέξεις του κειμένου, που δίνουν το χρόνο ως χρονική στιγμή (γαρουφαλένια δύση, εσπέρα, Απρίλης, εσπερινούς), ως ανακάτωμα αρχαίου και νέου χρόνου με την αναφορά στον Ίακχο ή το Χριστό και τέλος ως απέραντο χρόνο (αιώνες, πλειστόκαινου).
– Σχολιάζεται η ανασήμανση και τα σημαινόμενα των λέξεων, π.χ. του εκκλησιδιού, ψαλμουδιά, τα Πάθη του Ίακχου ή του Χριστού, η ψυχή μου τρέμει, μνήμη που πονάς.
– Συζητείται πώς συγκροτείται ο τόπος με την αναφορά στη βυζαντινή ψηφίδα του εκκλησιδιού, στον ολόσωμο ασβέστη, στα θάμνα, που παραπέμπουν στο λιτό ελληνικό τοπίο.
– Γίνεται διερεύνηση του υπαρξιακού ρίγους που διαπερνά το ποίημα και σχολιάζεται η τελευταία στροφή-κραυγή του ποιητή (υπόγεια ιστορική διαδρομή, συγκρατημένος λυρισμός για τον τόπο και με ό,τι αυτός συνεπάγεται).
– Συζητείται ο τρόπος που γεννιέται αυτό το ποίημα (κειμενογένεση) με βάση τη λέξη και το συνειρμό, τα σημαινόμενα στα οποία παραπέμπει η λέξη και τη συνοχή με την επανάληψη ή επαναδίπλωση φράσης.
– Συζητείται η επιλογή του λεξιλογίου και το ύφος με τη διαπλοκή α΄ και β΄ ρηματικού προσώπου.
– Σχολιάζεται η στιχουργία και η όλη οργάνωση του ποιήματος (ανισοσυλλαβία στίχων, αυτονόμηση λέξεων-στίχων, άνισες στροφές).
– Εντοπίζονται τα στοιχεία της υπερρεαλιστικής γραφής με συγκεκριμένες αναφορές στο κείμενο.
– Συνεξετάζεται ως παράλληλο το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού “ Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι” ή σε αντίστιξη “Ένα Ωραίο Πρωί” του Α. Εμπειρίκου (Υψικάμινος), ή όποιο άλλο σχετικό επιλέξει ο διδάσκων.
Η μέθοδος είναι μαθητοκεντρική, συνδυασμός διαλεκτικής (διάλογος, διερεύνηση θεμάτων και ερμηνεία τους) και συνερευνητικής-ερμηνευτικής.
Αρχικά διαβάζει ο καθηγητής το ποίημα, το διαβάζει πάλι ένας μαθητής και μετά καταγράφονται οι πρώτες εντυπώσεις των μαθητών. Ακολουθεί σιωπηρή μελέτη από τους μαθητές για 3-5 λεπτά κατά την οποία υπογραμμίζουν σημεία που θα ερμηνευτούν και εξοικειώνονται με το ποίημα.


Σε μια δεύτερη φάση αρχίζει η ερμηνευτική προσέγγιση με στοιχεία του κειμένου, (γλώσσα, εικόνες, ιδέες-νοήματα).

Στην α΄ στροφή σχολιάζεται η απορηματική πρόταση, το ρήμα λέω και το λαϊκό τάχαμ, που ενώ δημιουργεί ατμόσφαιρα οικεία, καθώς είναι κοντά στον προφορικό λόγο, συγχρόνως ανατρέπεται αυτή η οικειότητα από το λεξιλόγιο και τη σύνταξη. 

Η σύνταξη χρειάζεται κάποια αναδιάταξη λογική για να γίνουν τα λεγόμενα από τον αναγνώστη, π.χ. μη είναι η ψηφίδα… μεταβίωση βυζαντινή. 

Η ψηφίδα δένει αρμονικά με την εικόνα του εκκλησιδιού (μικρό εκκλησάκι, λαϊκή λέξη). 

Ο ποιητής φτιάνει τη λέξη ενώπια από το ενώπιον που παραπέμπει σε πρόσοψη του εκκλησιδιού, που ασπρίζει και αυτό το ρήμα παραπέμπει συνειρμικά στον ασβέστη που άγιασε (παράλογο στοιχείο, ψυχοποίηση, συνειρμική σχέση με τη λέξη, εκκλησιδιού.). Έτσι δίνεται η πρώτη ελλειπτική εικόνα με το βυζαντινό εκκλησάκι που προσδιορίζεται από τη λέξη- απορία μην είναι μεταβίωση με την αρχική σημασία της λέξης. Ο ποιητής ψάχνει, όπως λέει, για λέξεις μάχιμες, ατίθασες, αμαζόνες, χωρίς αιθάλη και φενακισμένο μανδύα, αυτό το αυθεντικό μεταβιβάζει η μεταβίωση από το βυζαντινό στο σύγχρονο.

Η επανάληψη της πλάγιας απορηματικής πρότασης (παραλείπεται η κύρια, το ρήμα λέω, ελλειπτικότητα της μοντέρνας ποίησης) μην είναι στοιχείο συνοχής- αξιοποιείται για την προέκταση του νοήματος (συνεκτικότητα). Έτσι, η δύση, η εσπέρα, συνομιλούν με τον τίτλο- επίταξη του επιθέτου, δειλινή από το δειλινό- και η ψύχρα (συνειρμικά με τη δύση του ήλιου), που ασκητεύει αντίκρυ του εκκλησιδιού (ανατροπή στη σύνταξη, υπερβατό). 

Οι λέξεις αυτές προβάλλονται –είναι τα κειμενικά υποκείμενα–, καθώς γίνονται στίχοι αυτοτελείς (έμφαση) και ακολουθεί η δεύτερη ασύνδετη δευτερεύουσα πρόταση (και) που η ψαλμουδιά ξεπόρτισε… σπουργίτια. Εικόνες μες στις εικόνες η μια λέξη συνειρμικά γεννάει την επόμενη λέξη-γεγονός και εικόνα-ιδέα.

Ακολουθεί συσσωρευτικά ο απορηματικός λόγος: μην είν’, μην, μην, μην, με συμφυρμό χρόνου, τόπου και αποκάλυψη του συναισθήματος, της υπαρξιακής αγωνίας,, π.χ. η ψυχή μου τρέμει. Έτσι, ή ο Ίακχος πάσχει ή ο Χριστός, είτε το βημόθυρο είναι αρχαίο είτε χριστιανικό με τον Ταξιάρχη και την απειλητική έκφρασή του, ένα είναι το βέβαιο ότι η ψυχή τρέμει ως το καρυόφυλλο (διαλογικότητα με δημοτική ποίηση και λαϊκή παράδοση). 

Ο ποιητής μέσα από μια ψυχαναλυτική και συνειρμική διαδικασία έχτισε το ποίημά του με λέξεις και αναδυόμενες εικόνες γεμάτες συναίσθημα, ατομικό και συλλογικό, καθώς κάνει διαδρομές στην ιστορία και τον πολιτισμό.


Στη δεύτερη στροφή αναζητάμε τη σχέση της τρομαγμένης ψυχής με τη μνήμη που πονάει τον ποιητή (επιφωνηματικός λόγος, που προϋποθέτει τον άλλο, τον αναγνώστη). Η έξαρση του συναισθήματος διακόπτεται από την απορία -αναζήτηση της αρχέγονης αιτίας, μην είσαι συ η αίσθηση, λέω μην …καταβολή/ το βιός…στα κόκαλα/ οι αιώνες. Ο ελλειπτικός λόγος αναδιατάσσεται με το σχήμα του κύκλου, λέω μην, και γίνεται πιο ελλειπτικός με την απουσία του είναι και τη συσσώρευση των υποκειμένων, καταβολή, βιος. 

Η οργάνωση του λόγου ως αλγεβρικής παράστασης –ο ποιητής είναι μαθηματικός– σημαίνει στη γλώσσα της ποίησης την ένταση του συναισθήματος από τη διαδρομή του ρίγους στα κόκαλα του ποιητή-εκπρόσωπου της γενιάς του- και την αποκάλυψη ότι αυτή η αγωνία γίνεται πλημμύρα που ξεσπάει την ώρα τη δειλινή, με τους εσπερινούς, τότε που όλα ησυχάζουν και γίνεται μια ενδοσκόπηση. Η στροφή κινείται από το φυσικό περιβάλλον στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, ζωή και ποίηση, φύση και άνθρωπος βρίσκονται σε μια άμεση σχέση.


Η 2η στροφή ολοκληρώνεται δίνοντας το φόβο μέσα από τη διάσταση, το διαρκές της μνήμης που φωνάζει, που διαμαρτύρεται και παρουσιάζεται σαν επίλογος-επιμύθιο. Εδώ μπορεί να σχολιαστεί ο τίτλος, να ενταχθεί το ποίημα στη συλλογή με το σημαίνοντα τίτλο, Τα μαχαίρια της Κίρκης, – ανασήμανση του αρχαίου συμβόλου μέσα από τα σύγχρονα δεδομένα– και να κατανοηθεί καλύτερα ως όλον και ως σημαίνον μέρος της συλλογής που διαπερνάται από τη μνήμη και την αναζήτηση δικαιοσύνης. 

Το ποίημα δημοσιεύτηκε το 1977.

Συγκροτούνται τα χαρακτηριστικά της γραφής του Ε. Κακναβάτου με κειμενικά στοιχεία και παρουσίαση άλλων ποιημάτων. Επίσης, μπορούν να σχολιαστούν οι απόψεις-κρίσεις μελετητών της ποίησης του Ε. Κακναβάτου, όπως: Αλ. Αργυρίου, Γ. Δάλλα, Φρ. Αμπατζοπούλου, Γ. Γιατρομανωλάκη και Χρ. Αργυροπούλου που τοποθετούν τον ποιητή στην πρωτοπορία, στους ριζοσπαστικούς και αυθεντικούς υπερρεαλιστές ποιητές.

Τέλος, γίνεται συνόψιση των κύριων σημείων και ακολουθεί συνολική θεώρηση, σύνθεση του όλου από τα επί μέρους, ανάγνωση του ποιήματος και παρουσίαση και άλλων ποιημάτων του Ε. Κακναβάτου από την ίδια ή άλλη συλλογή.

Πηγή: Οδηγίες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων στο Ενιαίο Λύκειο (ΟΕΔΒ)


Σελ. 36-43:ανάλυση ποιήματος

Εκτωρ  Κακναβάτος: Για την Επαναστατική λειτουργία της Τέχνης


EKTΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

Βιογραφικό σημείωμα


Γεννήθηκε στον Πειραιά το Σεπτέμβριο του 1920 όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στην Κατοχή πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Μετά την Απελευθέρωση, το 1947, εξορίζεται στην Ικαρία και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου μετάγεται στην Μακρόνησο. Απολύεται το 1949, με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού. Από το 1958 έως το 1962 εργάζεται στη Σύρο όπου φτιάχνει δικό του φροντιστήριο. Σε φροντιστήρια υποψηφίων για τα ΑΕΙ δίδαξε επίσης στην Αθήνα τη δεκαετία από το 1963 έως το 1973. Το 1973 διδάσκει στη Σχολή Μωραΐτη. Το 1979 διορίζεται για πρώτη φορά στο Δημόσιο, από το οποίο ήταν αποκλεισμένος λόγω πολιτικών φρονημάτων. Συνταξιοδοτείται το 1986.

http://ai2avatongar.blogspot.com/2016/06/blog-post_15.html
Ο Έκτωρ Κακαναβάτος υπήρξε ένας από τους γνησιότερους και συνεπέστερους εκπροσώπους του υπερρεαλισμού στη χώρα μας, βαδίζοντας στα χνάρια του Εμπειρίκου, του Κάλας και του Εγγονόπουλου, μαζί τους Μάτση Χατζηλαζάρου, Μαντώ Αρβαντινού, Γιώργο Λίκο, Δημήτρη Παπαδίτσα, Μίλτο Σαχτούρη και Νάνο Βαλαωρίτη. Το ποιητικό του σύμπαν χτίστηκε ακόμη από τα ρητορικά και ενοραματικά υλικά του δημοτικού τραγουδιού, του Παλαμά, του Σικελιανού και του Ελύτη. Έφτασε στα άκρα την αυτόματη γραφή, ζωντανεύοντάς τη με στοιχεία από την επιστήμη των μαθηματικών και τη θεωρία του χάους. Τα ποιήματα του Κακναβάτου, αν και εκ πρώτης όψεως μοιάζουν µε εκθαμβωτικά λεκτικά πυροτεχνήματα, εντούτοις οργανώνουν ένα συνεκτικό, σθεναρό, αισιόδοξα προτρεπτικό λόγο, που αποσκοπεί να «ιδρύσει μια άλλη πραγματικότητα», ικανή να συμφιλιώσει τον άνθρωπο µε τις «ακαταµάχητα αβέβαιες», χαοτικές διαστάσεις του κόσµου» σημειώνει ο ομότεχνός του Χάρης Βλαβιανός.

Διαβάστε ένα άρθρο του
Κακναβάτου
Για την Επαναστατική λειτουργία της Τέχνης

Κι εδώ:
Για την Επαναστατική λειτουργία της Τέχνης –
Διαβάστε το 
 

Πειραιάς, PhD Χριστίνα Αργυροπούλου, Επίτιμη Σύμβουλος του Π.Ι., Συγγραφέας. 

Θέμα εισήγησης: «Εργοβιογραφικά του Έκτορα Κακναβάτου»


«Και είναι γι αυτό που σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα σαρδελοβούβαλοι αμφιθεατρικώς στο βουλευτήριο εστηκότες εν forza maggiore αλαλία υπό την φρίττουσα μπαγκέτα ιχθυοδα- μαστού απεδέχοντο να συρθούν ως τις εφέστιες εσχάρες της φυλής ένθα ακαλύπτων επιταγών εκκόλαψις ἐν παραβύστω ιστορείται Άνδρας μοι ἔννεπεν λοιπόν παππού!» Ε. Κακναβάτος, Στα Πρόσω Ιαχής, Gallo Furioso, σελ )

Γέννηση, σπουδές. 

Εισήχθη 4ος στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ όπου και αποφοίτησε με άριστες επιδόσεις. 

 Οι πολιτικές του πεποιθήσεις αποτέλεσαν εμπόδιο και για τον διορισμό του στη Μέση Εκπαίδευση, έτσι εργάστηκε σε φροντιστήρια, στη Σύρο, που το ίδρυσε ο ίδιος, και στην Αθήνα. Εργάστηκε και στη Σχολή Μωραΐτη ( ), γοητεύοντας τους μαθητές του με το μαθηματικό ύφος και την αρμονία των αριθμών (η μουσική και η γεωμετρία). 



Ο Ε.Κ. είναι ένας αυθεντικός υπερρεαλιστής ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Με την ποίησή του, όπως και την ποίηση άλλων υπερρεαλιστών ποιητών, επιβεβαιώνεται ότι ο ντόπιος υπερρεαλισμός είναι ιδιαίτερα γόνιμος με πολλές προεκτάσεις και πολλές εκδοχές γραφής. Πράγματι, ο υπερρεαλισμός δεν είναι ένα λογοτεχνικό ρεύμα, που ήρθε στην Ελλάδα από τη Γαλλία και συνεχίστηκε ως μίμηση ή παραλλαγή εκείνου, αλλά είναι ένα ρεύμα, που γονιμοποιήθηκε από πολλές και διαφορετικές υπερρεαλιστικές γραφές, όπως των πρωτοπόρων: Α. Εμπειρίκου, Ν. Εγγονόπουλου, Ν.Γκάτσου, Νικόλαου Κάλα και εκείνων που είναι εντός και πέραν του υπερρεαλισμού, όπως: Οδ. Ελύτη, Γιάννη Ρίτσου, Ν. Βρεττάκου, Μ. Σαχτούρη, Δ. Παπαδίτσα, Νάνου Βαλαωρίτη, M. Αξιώτη, Ελ. Βακαλό, Γ. Σκαρίμπα.

 Του άρεσε και μελετούσε την αρχαία ελληνική ποίηση, ιδιαίτερα τον Όμηρο και τον Πίνδαρο, τη βυζαντινή μουσική (Ρωμανός ο Μελωδός) και τον συγκινούσε το δημοτικό τραγούδι με την αμεσότητα του λόγου. Φυσικά μελετούσε ό,τι είχε σχέση με τα Μαθηματικά, την Αστρονομία, την Πυρηνική Φυσική και παρακολουθούσε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη θεωρία του Χάους. 

 Ο ποιητής σε διάφορες συνεντεύξεις του αποκαλύπτει ότι χαιρόταν να δημιουργεί το απρόοπτο σε όλες τις καταστάσεις, να βραχυκυκλώνει τη λογική εκφορά του λόγου και γράφει τα πρώτα ποιήματα με τον δικό του επαναστατικό τρόπο και με τη σφραγίδα της προσωπικής ποιητικής έκφρασης.

 Έτσι στο έργο του συνυπάρχουν αρμονικά γλωσσικά στοιχεία, που προέρχονται από όλες τις φάσεις της ελληνικής γλώσσας, μέσα στη διαχρονική της πορεία. Ο ποιητής μάς ταξιδεύει ως αργοναύτης στον Όμηρο «Πρίαμος καί λαός ἐϋμελίῳ Πριάμοιο», στο εκκλησιαστικό «μνήσθητι», στο «Ώλώλῃ» της ιωνικής διαλέκτου, στη λόγια έκφραση «υπό μάλης», στον λαϊκό λόγο «ξοπίσω, ξεπιτούτου», στο πελοποννησιακό ιδίωμα «εφτούνο» και στο ρωσικό από την κυριαρχία τους στην Κέρκυρα «σπάφε» κ. ά. Με το λεξιλόγιό του μάς ξεναγεί όχι στην αρχαιότητα, όπως τη γνωρίζουμε, αλλά σε μια άλλη εκδοχή της, σύμφωνα με τις αρχές της υπερρεαλιστικής γραφής και το ύφος του Έκτορα Κακναβάτου.

Ο Ε. Κακναβάτος εμφανίστηκε μαζί με τον φίλο του Δ. Παπαδίτσα στην ποίηση το Ο Κακναβάτος με τη συλλογή Fuga και ο Παπαδίτσας με τη συλλογή Το Φρέαρ με τις Φόρμιγγες. Μέσα στη γερμανική κατοχή, εξέθεσαν την ποίησή τους με τα πορτρέτα τους στο βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη ως μια μορφή αντίστασης και τότε ο Νίκος Παπάς έγραψε στα Καλλιτεχνικά Νέα ότι μπήκαν δύο ταύροι σε υαλοπωλείο. Μέσα από αυτή την πράξη τους έγιναν γνωστοί στους Εμπειρίκο, Κατσίμπαλη, Ελύτη, Γκάτσο και άλλους. Η Fuga, μουσικός όρος = φυγή ή γρήγορη μουσική, απαρτίζεται από ερωτικά κυρίως ποιήματα, με μνήμες ιστορίας, γεωγραφίας και ταξιδιού σε τοπία μυθικά και σε γραφή χωρίς τόνους, π. χ.

Ι Τωρα που το ποιημα του Υμηττου χαιρεταει τα μενεξεδενια φτερα της Αλκυονας Αιγινας που καταφιλουνε τη θαλασσα τη θαλασσα, η σπονδη μου ετοιμαζεται ωραια κι αγνη σαν τον ισκιο Αττικου αμφορεα! Ο Έκτωρ Κακναβάτος αναβαπτίζει την ποίησή του στην πηγή που λέγεται γενικότερα ελληνικός πολιτισμός, μιλάει επιθετικά για τον λυρισμό της φυλής ή της ράτσας του. [Οι τίτλοι των ποιημάτων και των συλλογών του, οι προμετωπίδες ή moto, οι χρονολογίες και οι αφιερώσεις, ως παρακειμενικά στοιχεία, επιτρέπουν την ένταξη κάθε ποιητικού κειμένου στο ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον και φωτίζουν τον ρόλο τους στο νέο ποιητικό περιβάλλον], π. χ.



 ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΟΦΙΟΥΧΟΥ «Πατρίδα μου, αιώνιε αχινέ παράφρονα από λάθος της Γεωμετρίας, όλη σου η βοή το πάθος είναι που στάζει επάνω σου αίμα του Οφιούχου. Κάποτε που πισώπλατα σε κάρφωσε η Σελήνη το κανες κατάρτι σου το φονικό κοντάρι της» (σελ. 239) Μετά τη Fuga ακολουθεί ποιητική σιωπή μακρόχρονη, ο ποιητής παντρεύεται το 1952, εργάζεται σκληρά σε φροντιστήρια και δεν γράφει ποίηση, αλλά επανέρχεται δυναμικά το 1961 με τη Διασπορά. Ακολουθούν οι συλλογές, κατά χρονολογία, που εκδόθηκαν σε δύο τόμους αρχικά και τώρα σε έναν από τις εκδ. Άγρα. Η Διασπορά αναφέρεται στη δραματική ιστορική πορεία του ελληνισμού. Η κλίμακα του λίθου (1964), με 27 ποιήματα, διαπνέεται από φιλοσοφικό στοχασμό. Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή (1971) γονιμοποιεί το ελληνικό ιστορικό γίγνεσθαι σε όλη του την έκταση.

 Ακολουθεί η συλλογή Διήγηση (1974), με σαφή αναφορά στα χρόνια της δικτατορίας στην Ελλάδα. Η συλλογή Οδός Λαιστρυγόνων (1978) συμπυκνώνει δυναμικά το ιστορικό στίγμα με παραπομπές σε πρόσωπα της ποίησης, της ιστορίας, της φιλοσοφίας. Η Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας (1981), ανατρέπει την τάξη των δρωμένων και της δίνει υπόσταση ποιητική. Τα μαχαίρια της Κίρκης (1981) με 12 ποιήματα. Ο Θάλαμος αζωτούχων, με 12 ποιήματα και σχόλια του ποιητή, αναδεικνύουν το τρίπτυχο ποίηση, έρωτας, πραγματικότητα, που αξιοποιείται με τη γλώσσα.

Στη συλλογή In perpetuum (1984, Κρατικό βραβείο ποίησης), το χάος του κόσμου αντικαθίσταται από το διηνεκές= το συνεχόμενο, ενώ ο έρωτας αναβλύζει ως υπέροχος λυρισμός. Το Κιβώτιο ταχυτήτων, (1987) υποβάλλει με τον τίτλο του μια απεριόριστη δύναμη και τείνει με την ανανεωμένη υπερρεαλιστική θεματολογία του στη νοηματοδότηση εκ νέου της γλώσσας. Αυτό το φανερώνει και ο υπότιτλος της συλλογής: «Όταν η γλώσσα δεν κάνει άλλο παρά να υπηρετεί το Λόγο καταστρέφει την πάμφωτη/ αταξία των πραγμάτων κι αυτά την εκδικούνται θάβοντάς την στην αιθάλη τους». Όλες οι συλλογές ( ) έχουν συγκεντρωθεί στο επίτομο έργο, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2010.

 Άλλα έργα του Ε. Κακναβάτου είναι: Δοκίμιο -Μελέτη του Ε. Κακναβάτου για το ΜΕΓΑΛΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ, του Α. Εμπειρίκου, εκδόσεις Αγρα, Ακολουθούν οι νεότερες συλλογές, που δεν συμπεριλαμβάνονται στον ενιαίο τόμο, όπως: Οιακισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός (1995), σύνθεση, εμπνευσμένη από τη Φραγκοκρατία στην Πελοπόννησο, η οποία στηρίζεται, κατά τον ποιητή, στην τρόικα των έργων, Χρονικό του Μορέως, Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ του Άγγελου Τερζάκη και το Γεννήθηκα στο 1402 του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Στα Χαοτικά Ι δίνει τη δική του κατάθεση για τον σύγχρονο κόσμο και αναφέρεται στον Χρόνο, τον έγκλειστο στην κλεψύδρα, ως «εξωμήτριο του Χάους».

 Η συλλογή Ακαρεί, με τον αρχαιοπρεπή τίτλο, παραπέμπει στον Αριστοφάνη και στον Ησύχιο( 2001). Η συλλογή Υψικαμινίζουσες νεοπλασίες (2001) με τον τίτλο παραπέμπει στην Υψικάμινο του Εμπειρίκου και εκδόθηκε για την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Ανδρέα Εμπειρίκου. Στη συλλογή Στα πρόσω ιαχής(2005), με το διπλό αρχαιοπρεπή τίτλο της (πρόσω = πόρρω, ἰαχή = κραυγή, βοή νικητή και νικημένου), ο ποιητής αξιοποιεί τεχνικές του υπερρεαλισμού και επιστημονικούς όρους κυρίαρχα μοτίβα είναι το Χάος, ο χρόνος και ο χώρος. Τα Βραχέα και Μακρά (2005) είναι δοκίμια για την ποίηση και για τη γλώσσα. Την ίδια χρονιά εκδίδει με τον ποιητή Σπ. Κανιούρα, Το κλαρίνο ή σαφάρι στο verso του πραγματικού (2005).


 Μεταφράσεις ποίησης 1. Joyce MANSOUR, ΚΡΑΥΓΕΣ, ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ, ΟΡΝΙΑ, εκδ. ΑΓΡΑ, Joyce MANSOUR, ΕΡΩΤΙΚΑ,εκδ. Κείμενα α 1975, β Joyce MANSOUR, ΟΡΝΙΑ, εκδ. Κείμενα, Αθήνα Αγαπάει ιδιαίτερα τον γάλλο ποιητή René Char, του οποίου μετέφραζε ποιήματα τα τελευταία χρόνια, αλλά τελειομανής όπως ήταν και λόγω ηλικίας δεν είχε μεταφράσει πολλά, όπως μου έλεγε, καθώς είχε υποσχεθεί στον εαυτό του και στον εκδότη του να μεταφράσει όλο το έργο του Γάλλου ποιητή. Βέβαια, ούτε όσα έχει μεταφράσει έχουν εκδοθεί, παρά μόνον ένα στα Θέματα Λογοτεχνίας (τχ. 38, 2008), με τίτλο TU AS BIEN FAIT DE PARTIR, ARTHUR RΕMBAUD! Από την ενότητα «La fontaine narrative», 1947, Gallimard. Ελπίζουμε να γίνει αυτό από τις εκδόσεις Άγρας, στον οποίο βρίσκεται το σχετικό τετράδιο μικρού μεγέθους με τα μεταφρασμένα ποιήματα από τον ποιητή. Μεταφράσεις πεζογραφίας από Ε. Κακναβάτο 1. Marcel SCHWOB, Φανταστικοί Βίοι, εκδ. Άγρα, Αθήνα Joyce MANSOUR, Ο Ιούλιος Καίσαρ, εκδ. Ρόπτρον, Αθήνα 1990.

Μεταφράσεις του έργου του. Το έργο του έχει μεταφραστεί σε αρκετές ξένες γλώσσες (γαλλικά, ολλανδικά (Περιοδικό Mozaïken Van Een Volk, Ψηφίδωμα Ενός Λαού, για το Α Παγκόσμιο Φεστιβάλ Ποίησης, Άμστερνταμ 1985) και στα γερμανικά (Griechische Schriftsteller, Hektor Kaknavatos, Organisationskomitee, Frankfurt 2001). Επίσης, έχουν γίνει πολλά αφιερώματα στην ποίησή του από περιοδικά, όπως: Μανδραγόρας τχ.5 (1994), Ελίτροχος τχ.1 (1994), Εξώπολις τχ (1999), Πόρφυρας τχ.104 (2002), Φιλολογική τχ. 109, Τέλος, έχει εκπονηθεί διδακτορική διατριβή από τη Χριστίνα Αργυροπούλου, με θέμα: Η γλώσσα στην ποίηση του Έκτορα Κακναβάτου. Η Γραμματική, οι λειτουργίες της ποιητικής γλώσσας και κειμενογλωσσική ανάλυση μερικών ποιημάτων το 1997, στα αγγλικά στο ULB Παν/μιο Βρυξελλών, που εκδόθηκε στα ελληνικά, το 2003 από τις εκδόσεις Τυπωθήτω-Γ. Δαρδανός. Το 1990 στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών, έγινε σεμινάριο για την ποίηση του Ε.Κ. από τον καθηγητή Γιάννη Δάλλα και διδάχτηκε στους φοιτητές και από τον Ερ.Καψωμένο στο ίδιο Παν/μιο για το εαρινό εξάμηνο. Δίδαξα, επίσης, και εγώ ποίηση Ε.Κ. στο πλαίσιο του Υπερρεαλισμού, στο Διδασκαλείο των Δασκάλων (Μαράσλειο) και στο Μεταπτυχιακό του ΠΤΔΕ Παν/μιο Αθηνών κατά τα έτη 2004-

 Η ποίησή του έχει ανθολογηθεί σε σχολικά βιβλία (Γ Λυκείου, «Ώρα Δειλινή» και Β ΤΕΕ «Οι Λέξεις»). Ο ποιητής είχε πάρει μέρος σε πολλά συνέδρια με εισηγήσεις. Στην ποίηση του Κακναβάτου συνυπάρχουν ορολογίες απ όλες τις επιστήμες, καθημερινό και λαϊκό λεξιλόγιο,νεολογισμοί και λεξιπλασίες δικές του, π.χ. ολόλυζε, βόρειες γεωγραφίες, γαιόφρων, αγχιβασία, ουρανόφρων,μυθοβάμων, ακαρεί, κενταυρίδες, κ. ά. Η ποίησή του έχει μια ιδιότυπη γλωσσική ανθοφορία, που προσδίδει ξεχωριστό χρώμα στον ποιητικό λόγο, ο οποίος αναδύεται ακμαίος και δυνατός μέσα από την ποιητική γονιμοποίηση.

Ο Εκτωρ Κακναβάτος πιστεύει στην ελεύθερη έκφραση και σκέψη, ακουμπάει στη ζωή και στα προβλήματά της κι αναζητεί με τη δική του ιδιότυπη ποίηση τον άνθρωπο, την ελευθερία, το μυστήριο του κόσμου, την επιστήμη και τη συμπαντική κίνηση. Ενσωματώνει στην ποίησή του το γηγενές και παγκόσμιο στοιχείο, όχι μοιρολατρικά, απαισιόδοξα ή καταγραφικά, αλλά μέσα από ένα επαναστατημένο φρόνημα, από ένα λόγο βιωμένο και ρηξικέλευθο, καθώς είναι ο πιο «ακραιφνής υπερρεαλιστής», όπως γράφει ο Αλ. Αργυρίου. Ο ποιητής πιστεύει ότι «Ο Υπερρεαλισμός δεν πέθανε, δεν μπορεί να πεθάνει και να το θελε».

 Εν κατακλείδι, η ποίηση του Έκτορα Κακναβάτου πολύσημη και εικονοκλαστική, λυρική και υπερβατική, επαναστατική, ανατρεπτική και απελευθερωτική, δηλαδή άκρως υπερρεαλιστική. Ο ποιητής προβάλλει ποιητικά ελληνικό λαό και την ιστορία του, την πολιτιστική του συνείδηση, αλλά και τον οικουμενικό άνθρωπο με τις αγωνίες και τα πνευματικά επιτεύγματά του. Προβάλλει το πολιτικό και το κοινωνικό παρόν του πολίτη και τη συνολική ανθρώπινη εμπειρία. (φωτ. έργο του ποιητή)

 Όλος αυτός ο μόχθος και η πλούσια «σκευή» από μυθολογικά, αρχαιοελληνικά, γλωσσολογικά, ιστορικά ονόματα και από επιστημονικούς όρους επιβεβαιώνονται στο έργο του. Η γλωσσική του παιδεία είναι μοναδική, αποτελεί άλλωστε και το χαρακτηριστικό της γραφής του, καθώς αξιοποιεί με την ίδια άνεση το αρχαιοελληνικό και λόγιο λεξιλόγιο, όπως το καθημερινό, το ιδιωματικό, το ειδικό, το επιστημονικό, αλλά και την αργκό.

Αγαπούσε από τους νεοέλληνες ποιητές τους: Παπατσώνη, Σολωμό, Κάλβο, Παλαμά, Σικελιανό, Ρίτσο, Βρεττάκο, αλλά ξεχωρίζει και συγκλονίζεται από τον Καβάφη, για το οποίο έχει γράψει και ποίημα. Στα ενδιαφέροντά του εντάσσεται η μουσική και η ζωγραφική, καθώς ζωγράφιζε και ο ίδιος. (βλ. φωτ. Κονσέρτο)

Εκεί γνωρίστηκε με τον Γεωργουσόπουλο, στον οποίο έστελνε τα ποιήματά του με το ψευδώνυμο «Κακναβάτος», που τον ρωτούσε ποιος να είναι ο ποιητής Κακναβάτος, μη γνωρίζοντας ότι ο φίλος του Κοντογιώργης ήταν ο ποιητής Κακναβάτος. Με μεσολάβηση του Τάσου Λιγνάδη αποσπάστηκε στο ΥΠΕΠΘ (1977) και επί Πέτρου Μώραλη έγινε η μετάταξή του στη δημόσια εκπαίδευση και συνταξιοδοτήθηκε το 1986, αποσπασμένος ήδη από το 1981 στο ΥΠΕΠΘ. Ο Έκτωρ Κακναβάτος ή Γεώργιος Κοντογιώργης ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων (ίδρυση 1982). Παρουσιάζεται στην ποίηση όχι με ψευδώνυμο, αλλά με το μητρώνυμο «Κακναβάτος», καθώς στην Κεφαλλονιά «κακνιά» λένε τις γαλοπούλες, όπως με ενημέρωσε ο ίδιος (1995), δηλαδή το Κακναβάτος ίσως να είναι παρατσούκλι της οικογένειας της μητέρας του. Το όνομά του, Έκτωρ, ομηρικό όνομα, το επέλεξε ο ίδιος, καθώς ως χαρακτήρας του άρεσε να «εκτορίζει», να μάχεται με τις λέξεις.

Αγαπούσε τη Γεωμετρία, την Αστρονομία, την Πυρηνική Φυσική (κυρίως τη θεωρία του Χάους), μελετούσε Ιστορία, Φιλοσοφία και φυσικά αγαπούσε και έγραφε ποίηση: «Μόνο δύο γλώσσες έχει ο άνθρωπος για να αντιμετωπίσει την παγκοσμιότητα: τα μαθηματικά και την ποίηση», αναφέρει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στον Κώστα Κρεμμύδα, εκδότη του Μανδραγόρα. Επιθυμούσε να πάει στη Σχολή Ευελπίδων, αλλά αποκλείστηκε λόγω πολιτικών φρονημάτων. Παντρεύτηκε τη Θεοδώρα Κασάπη, απόκτησε δυο κόρες και έχει τρία εγγόνια. Μπήκε στην Αντίσταση, κατέφυγε στη Μέση Ανατολή και έζησε τη φρίκη της εξορίας στην Ικαρία και τη Μακρόνησο.

Ο Έκτωρ Κακναβάτος (Ε.Κ.) γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1919 ή το 1920, με καταγωγή νησιώτικη από τους δύο γονείς του, που ήλθαν στον Πειραιά το 1922 με Ο πατέρας του Δημήτρης Κοντογεώργης καταγόταν από τη Νάξο και ασχολιόταν με ναυτιλιακά θέματα γι αυτό βρέθηκε στη Σμύρνη στα κρίσιμα εκείνα χρόνια. Η μητέρα του Ζαχαρένια Κακναβάτου, που γεννήθηκε στα Μοσχονήσια των Κυδωνιών, απέναντι από τη Μυτιλήνη, είχε κεφαλονίτικη καταγωγή. Φαίνεται ότι ο ποιητής ήρθε από τη Σμύρνη ενός ή περίπου δύο ετών, μέσω Μυτιλήνης στον Πειραιά, όπου γράφτηκε στα μητρώα αρρένων του δήμου ως γεννηθείς το Ο Ε.Κ. πήγε δημοτικό στον Πειραιά και αποφοίτησε από το Ε Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιά.

https://cunningest10.rssing.com/chan-6246917/all_p1.html

Έκτωρ Κακναβάτος, Εφτά στοίβες όνειρα έδωσα όλα σπάνιες πέτρες, εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση στον κρόταφο!

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό ανοιχτό του αίλουρου, αυτό που τρίζει μέσα στη σιωπή είναι το μονοπάτι σου που τώρα μόνο του πάει και πάει κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα



[Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου, απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο… Πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα; Εντός μου η νύχτα ταξιδεύει στα ύφαλα του ονείρου]


Ρήγμα στον κρόταφο (από τη συλλογή ΔΙΗΓΗΣΗ)

Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου


το εμβαδόν;


Με τι άλλο.


Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία


απ’ της γενιάς μου όλα τα έναστρα


τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα


όλα σπάνιες πέτρες


να φύγει ο κόμπος στο λαιμό.


Ο πλανήτης έτριζε


με τις περήφανες σιωπές μου


τα συνομήλικά μου σχήματα τις φωταψίες


τα μανουάλια που


ακόμα φέγγουνε όλα σ’ εκκλησιές κρυφές.


 


Όμως το ρήγμα στον κρόταφο


απ τη ριπή σου πίκρα


εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση


στον κρόταφο.




Φωνή μου ράτσα υψικάμινου (από τη συλλογή ΔΙΗΓΗΣΗ)



Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς

κι ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα


τρυφερή


υποσχετική


οι αχρείοι.


 


Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό


ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας


απ’ τα εννιά σχοινιά του βούρδουλα


κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.


Μην ξεχάσεις, φτύσ’ τους.


 


Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό


ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων


ας περιμένουν οι αχρείοι.


 


Η όψη σου όταν ρωτάς (από τη συλλογή ΔΙΗΓΗΣΗ)


Θυμήσου: το μαχαίρι μου ασκείται


συνέχεια στο δίκαιον.


Ρωτάς για τη ρωγμή στο τοίχο


που στάζει τον αμίλητο.


Ρωτάς για έξοδο, για τη ρωγμή σου.



Η όψη σου όταν ρωτάς νησί της άβυσσος.

Πώς σέρνεται με τη λαβωματιά σε θάμνα


κι αχνάρια πίσω του τα αίματα;


 


Αυτό που τρίζει μέσα στη σιωπή


είναι το μονοπάτι σου


που τώρα μόνο του πάει και πάει.


 

 



[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως κι ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου»]



Ο Έκτωρ Κακναβάτος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου
 Κοντογιώργη, Πειραιάς, 1920 - Αθήνα 2010) 
ήταν Έλληνας υπερρεαλιστής ποιητής.
 Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 
Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1943 εκδίδοντας την ποιητική 
συλλογή "Φούγκα".
 
Στα χρόνια που μεσολάβησαν έως το δεύτερο έργο του 
("Διασπορά", 1961) βίωσε την εμπειρία της εποχής: συμμετείχε 
στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του ΕΑΜ,
 φυλακίστηκε και εξορίστηκε στα χρόνια του Εμφυλίου. 


Τα ποιήματα του Έκτορα Κακναβάτου συνδυάζουν
 με ιδιοφυή τρόπο τον υπερρεαλισμό με την πολιτική ποίηση,
 με έντονες επιρροές από τα μαθηματικά και τις θεωρίες
 του χάους. 

Το ποιητικό έργο του υπήρξε συνεχές και αμετακίνητο
 στις προθέσεις του. 

Εξέδωσε τις συλλογές:"Φούγκα" (1943),"Διασπορά" (1961), 
"Η κλίμακα του λίθου" (1977), "Τετραψήφιο" (1971), 

"Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή" (1972), "Διήγηση" (1974), 
"Οδός Λαιστρυγόνων" (1978), "Τα μαχαίρια της Κίρκης" (1981), 
"Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας" (1981), 
"In Perpetuum" (1983) "Κιβώτιο ταχυτήτων" (1987),
 οι οποίες συγκεντρώθηκαν σε δύο τόμους, το 1990,
 απότις εκδόσεις 'Αγρα ("Ποιήματα 1943-1974" και "Ποιήματα
 1978-1987"), και επανεκδόθηκαν σε ενιαίο τόμο τον Ιούλιο του
 2010,
 "Οιακισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός" (1995),
 "Χαοτικά Ι"(1997), "Ακαρεί" (2001), "Υψικαμινίζουσες νεοπλασίες"
 (2001) και"Στα  πρόσω ιαχής" (2005), και τον τόμο δοκιμίων 
"Βραχέα και μακρά: Για την ποίηση: γλώσσα και λόγος" (2005).