ΔΕΣ:https://theodwrapappa.blogspot.com/2022/02/blog-post_87.html
Σπύρος Τσακνιάς: ο βίος ,το έργο του :ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ -Γ. Π. -
Σπύρος Τσακνιάς
Επίσκεψη
Απο την Ποιητικη Συλλογη Ιστορίες για το Σέργιο (1976).
Όλη μέρα πάστρευε το σπίτι σφουγγάριζε τα πατώματα γυάλιζε τα μπρούντζινα σκεύη κι ασβέστωνε τα πεζούλια. Προς το βράδυ απόκανε κι έκατσε στη γωνιά της να ξαποστάσει με μισό φλιτζάνι καφέ και μισό παξιμάδι. Τότε ήρθε ο Άγγελος του Κυρίου και της χαμογέλασε γλυκά κι εκείνη ντράπηκε κι έλυσε την ποδιά της και την έκρυψε βιαστικά κάτω από το πανέρι με τ' ασπρόρουχα. Ύστερα τον κοίταξε στα μάτια ανήσυχα κι ο Άγγελος του Κυρίου κατάλαβε και πήρε ένα παλιό λαϊκό περιοδικό που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο και το ξεφύλλιζε κάνοντας πως διαβάζει. Πετάχτηκε τότε στην κουζίνα και ζέστανε το φαΐ κι ύστερα βγήκε στην αυλή και μάζεψε τα σεντόνια που είχε απλώσει από το πρωί για να στεγνώσουν δίπλωσε βιαστικά τις κάλτσες κι έστρωσε το τραπέζι. Σαν τέλειωσε κι αυτό φόρεσε τη ζακέτα της και στάθηκε καρτερικά δίπλα στην πόρτα. Κι ο Άγγελος του Κυρίου παράτησε το περιοδικό πάνω στο κομοδίνο και βγήκανε μαζί στον δρόμο. Κι εκείνη κλείδωσε την πόρτα κι έβαλε όπως πάντα το κλειδί μέσα στη γλάστρα. |
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής
Σχέδιο του Γιάννη Τσαρούχη
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
- Είναι εύκολο να προσδιορίσετε για ποια «επίσκεψη» πρόκειται και ποιος ο επισκέπτης. Να εξετάσετε τις ασχολίες της γυναίκας πριν από την «επίσκεψη» και μετά. Τι το κοινό έχουν;
- Να προσδιορίσετε τον «τύπο» της γυναίκας με βάση τη συμπεριφορά της.
- Πώς αντιλαμβάνεστε τη φράση: «Ύστερα τον κοίταξε... κάνοντας πως διαβάζει».
- Στη φράση: «Σαν τέλειωσε κι αυτό... στην πόρτα», σε ποια λέξη πέφτει το κύριο νοηματικό βάρος;
- Να σχολιάσετε την τελευταία πράξη της γυναίκας.
- Να βρείτε ποια από τα κύρια μορφολογικά στοιχεία του κειμένου προσιδιάζουν στην πεζογραφία και ποια στην ποίηση.
Μια ( ελάχιστη) ερμηνευτική ματιά
Η επίσκεψη της νεκρής μάνας στο σπίτι του ποιητή γίνεται με τη συνοδεία «΄Αγγελου του Κυρίου». Η στοργή της και η ανάγκη να φροντίζει το παιδί της δίνονται με εξωλογικό τρόπο. Έκδηλη είναι η τρυφερότητα του ποιητή για τη μάνα του και η παρουσία της μέσα στην απουσία της. Ο ομφάλιος λώρος με την μάνα δύσκολα κόβεται, ακόμα και μετά το θάνατό της.
Η γυναίκα του ποιήματος - η μητέρα του ποιητή-ασχολείται συνεχώς με τις δουλειές του νοικοκυριού έχοντας επωμισθεί όλο το βάρος του, δικαιώνοντας έτσι το στερεότυπο ρόλο του φύλου της σε παλαιότερες εποχές.
Από την αρχή "Ολη μέρα..." φαίνεται να αγκομαχά ζωσμένη τα σύνεργα της δουλειάς, μιας δουλειάς που δεν αμείβεται και δεν αναγνωρίζεται, μιας δουλειάς εντατικής και απαιτητικής, όπως φαίνεται από τη συσσώρευση των ρημάτων στο πρώτο δίστιχο (πάστρευε, σφουγγάριζε, γυάλιζε, ασβέστωνε). Χαρακτηριστική εδώ η απουσία κόμματος στον πρώτο στίχο, ίσα ίσα για να δηλώσει το ρυθμό της ακατάπαυστης εργασίας. Παρατηρούμε ακόμη τα ονόματα: σπίτι - πατώματα - σκεύη - πεζούλια, που δηλώνουν την κίνηση της νοικοκυράς από το γενικό στο ειδικό, από το ¨μέσα" (εσωτερικό σπιτιού, σκεύη) στο "έξω" (αυλή).
Μετά από αυτή την κοπιαστική ημέρα ("Προς το βράδυ..") έρχεται η ώρα της ανάπαυλας και ο αφηγητής βρίσκει ευκαιρία να μας πληροφορήσει έμμεσα για το μορφωτικό επίπεδο της γυναίκας, τον τρόπο ζωής της, τις συνήθειες και την οικονομική της κατάσταση. Έτσι,η χρήση των ρηματικών τύπων"απόκανε-ξαποστάσει" και η λάθος πτώση στο "μισό φλιτζάνι καφές" μαρτυρούν ένα μάλλον χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, ενώ οι αναγνώστες δε διαπιστώνουν πουθενά την ύπαρξη κάποιας συντροφιάς, μιας μορφής οικογένειας. Με μια πρώτη εντύπωση, έχουμε μια μοναχική γυναίκα δίχως ιδιαίτερη μόρφωση και χρηματική άνεση να ασχολείται συνεχώς με το νοικοκυριό, βρίσκοντας μια μικρή ανάπαυλα σε "μισό φλιτζάνι καφές και μισό παξιμάδι". Από τον επόμενο στίχο όμως, αρχίζει η ανατροπή που μέλλει να διαποτίσει όλο το ποίημα.Εμφανίζεται ο "Άγγελος Κυρίου" και της χαμογελά,η γυναίκα "ντρέπεται", τον κοιτά στα μάτια ανήσυχα ( δεν έχει τελειώσει ακόμη τις υποχρεώσεις της...), , ο Άγγελος καταλαβαίνει και κάνει ότι περνά την ώρα του με ένα "παλιό λαϊκό περιοδικό". Από την ανάγνωση των επόμενων στίχων οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως ο Άγγελος της δίνει πίστωση χρόνου, τόσου, ώστε να προλάβει η γυναίκα να συγυρίσει άλλη μια φορά το σπίτι, ρυθμίζοντας και τις τελευταίες εκκρεμότητες. Ο Άγγελος καταλαβαίνει, νιώθει την ανησυχία της γυναίκας. Αυτές οι συνήθειες είναι πλέον η δεύτερη φύση της, το ενδιαφέρον της, η μοίρα της, το βιος της, όλη της η ύπαρξη και της επιτρέπει, μια τελευταία φορά, να "πεταχτεί " στην κουζίνα, να ζεστάνει το φαϊ, να μαζέψει τα απλωμένα ρούχα, να στρώσει το τραπέζι... Μετά από όλα αυτά, η γυναίκα (που μένει ανώνυμη σε όλο το ποίημα), περιμένει καρτερικά στην πόρτα αφού πια έχει εκτελέσει και το τελευταίο της καθήκον κι ο Άγγελος ( ο Θάνατος) την παίρνει ξανά μαζί του αλλά όχι προτού κάνει αυτό που έκανε πάντα πριν από μια βόλτα: να βάλει το κλειδί της πόρτας στη γλάστρα. Το υπερφυσικό στοιχείο - η προσωποποίηση του θανάτου και κυρίως η παράλογη συμπεριφορά της γυναίκας, που επιμένει να κάνει δουλειές λίγα λεπτά πριν φύγει για τον άλλο κόσμο , μας δείχνει ότι ο κοινωνικός ρόλος εντυπώνεται, βιώνεται. Η γυναίκα-μητέρα - νοικοκυρά δε γλιτώνει από τη σκέψη της φροντίδας αυτών που αγαπά ούτε με το θάνατο.... Τέλος, η ηχηρή απουσία άλλων προσώπων στο σπίτι καθιστά ακόμη τραγικότερη τη γυναικεία μορφή του ποιήματος. Φεύγοντας θα αφήσει το κλειδί στη γλάστρα όπως θυμάται ο ποιητής πως έκανε πάντα. Η μνήμη και η νοσταλγία καταργούν τη συμβατική χρονικότητα του ποιήματος και συμπλέκουν το παρελθόν με το παρόν..
ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ:
"ο ρόλος της μνήμης γίνεται ολοένα και δραστικότερος· καθοριστικότερος της θολής ατμόσφαιρας που περιβάλλει τα ποιήματα του Σπύρου Τσακνιά. Μιας ατμόσφαιρας που, εν τέλει, αποδεικνύεται κατάλληλη για την αποτελεσματική ποιητική ενεργοποίηση της βαθύτατα εξομολογητικής και συνάμα νοσταλγικής -ακόμα και για τα δυσάρεστα περασμένα- διάθεσης και πρόθεσής του να καταθέσει κομμάτια-ψηφίδες του χθες, διαβρωμένες από τη συναισθηματική υγρασία τού σήμερα· με άκρα νηφαλιότητα, χωρίς μεγαλόσχημες χειρονομίες ή συναισθηματικές κορόνες, οδηγημένος από τη συνείδηση της ανάγκης να περιφρουρήσει και να διατηρήσει ανέπαφο από το μολυσματικό καθημερινό περιβάλλον το μόνο χώρο που πραγματικά του ανήκει: αυτόν της μνήμης.
Αυτή εξάλλου -η μνήμη- αποτελεί και το μονιμότερο συνδετικό πυρήνα στην ποίησή του· ενώ το άμεσο παράγωγό της: η νοσταλγία, επιδρά άμεσα στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας καταπραϋντικής του όποιου πάθους, κυρίως όμως των ενοχών, κάνοντας το φορέα τους -τον ποιητή- προσηνέστερο και συγκαταβατικότερο μπροστά στο παρόν. Οτι, περισσότερο απ' όλα, χαρακτηρίζει την ποίηση του Σπύρου Τσακνιά, είναι η διαβρωτική αίσθηση ενός οριστικά και ανεξήγητα χαμένου προορισμού (τόσο σε προσωπικό όσο και σε ομαδικό επίπεδο -γενιας)· κάτι που παρατηρείται ακόμα και όταν το στοιχείο της «αναφορικότητας» έχει αισθητά αποδυναμωθεί, έχει υποκατασταθεί από προσωπικότερα, ιδιωτικότερα και, θα τολμούσα να πω, βιολογικά προσδιορισμένα βιώματα (κάτι που παρατηρείται, κυρίως, στις δύο τελευταίες ποιητικές συλλογές του, όπου δείχνει να έχει «απομακρυνθεί» από τις σχετικά εύκολα αναγνωρίσιμες αφετηρίες της τραυματισμένης και, συνάμα, τραυματικής του μνήμης).
Η υπαρξιακών διαστάσεων ενοχή του, με το πέρασμα του χρόνου, αμβλύνεται και, σταδιακά, μετατρέπεται σε μια απροσδιόριστη, διαχυμένη μελαγχολική και ευσυγκίνητη διάθεση, τόσο απέναντι σε μνήμες σημαντικών συμβάντων του παρελθόντος όσο και απέναντι σε ασήμαντα γεγονότα μιας κατακερματισμένης καθημερινότητας, που όμως, παρά την ασημαντότητά τους, αποτελούν εναύσματα συλλογισμών και συμπερασμάτων επαληθευτικών της προφανούς ή της υποδόριας φθοράς που διέπει ρυθμιστικά όλα όσα τον περιβάλλουν και τον συνέχουν (πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις, αισθήματα και σκέψεις).
Με τη, διά της συναισθηματικής διαχύσεως, αποδυνάμωση -μάλλον επικάλυψη- της αναφορικότητας, ο Σπύρος Τσακνιάς έχει -και εκμεταλλεύεται δεόντως- τη δυνατότητα, με την τεχνική των παραμυθητικών «παραβολών», να υπεκφεύγει· να διαθλά ή να διαβρώνει, ακριβώς με την υγρασία του συναισθήματος, την εικόνα του άχαρου παρόντος και να αμβλύνει τις αιχμές των διεκδικητικών όσο και εκδικητικών μνημών, μετατρέποντας, τεχνηέντως, τις άγριες Ερινύες σε παρηγορητικές Ευμενίδες. Κι αυτό χωρίς ψευδαισθήσεις· απλώς περισπαστικά, συνειρμικά υπεκφεύγοντας, μόνο και μόνο για να συγχέονται οι χρονολογίες και να ξεθωριάζουν οι παλιές μέρες· σαρκάζοντας, αυτοσαρκαζόμενος, πικρά ειρωνικός ακόμα και απέναντι σε ό,τι άλλοτε τον κινητοποίησε στο έπακρο.
Η γλώσσα, εξάλλου, του Σπύρου Τσακνιά ανταποκρίνεται με άκρα συνέπεια στις προθέσεις του. Είναι μια γλώσσα εκ φύσεως προσηνής, συζητητική, προσεκτικά και όσο χρειάζεται απαλλαγμένη από το φορτίο της προσωπικής συγκίνησης, διαπερασμένη, θα έλεγα, από την υγρασία κατασταλαγμένων, με τον καιρό, συναισθημάτων, που, παρά την πικρία τους, έχουν γίνει φιλικά και προσδιοριστικά της στάσης του απέναντι σε όλα: παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα.
Είναι μια γλώσσα λυρικών προδιαθέσεων, χωρίς μελοδραματικά στοιχεία, πρόσφορη για την επίταση μιας σχεδόν ονειρικής ρευστότητας των όσων, μέσω αυτής, ανακαλούνται, παραμένοντας ωστόσο βυθισμένα στη μεταφυσική μιας άχραντης, σεβαστικής σιωπής· κι ακόμα, είναι μια γλώσσα κατάλληλη για τη νηφάλια επισήμανση της υπόκωφης δολιότητας που εμφιλοχωρεί στα πρόσωπα, τα πράγματα και τις καταστάσεις, όταν όλ' αυτά έχουν αποκτήσει, με τον καιρό, μιαν άλλη: την «τέταρτη» διάσταση (για να θυμηθούμε την πολύ σημαντική ενότητα του Γιάννη Ρίτσου), που τα καθιστά ανυπάκουα στους σκληρούς και αδήριτους νόμους της καθημερινότητας, καθώς και στη μονοσήμαντη λογική της."
ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Από την αρχή "Ολη μέρα..." φαίνεται να αγκομαχά ζωσμένη τα σύνεργα της δουλειάς, μιας δουλειάς που δεν αμείβεται και δεν αναγνωρίζεται, μιας δουλειάς εντατικής και απαιτητικής, όπως φαίνεται από τη συσσώρευση των ρημάτων στο πρώτο δίστιχο (πάστρευε, σφουγγάριζε, γυάλιζε, ασβέστωνε). Χαρακτηριστική εδώ η απουσία κόμματος στον πρώτο στίχο, ίσα ίσα για να δηλώσει το ρυθμό της ακατάπαυστης εργασίας. Παρατηρούμε ακόμη τα ονόματα: σπίτι - πατώματα - σκεύη - πεζούλια, που δηλώνουν την κίνηση της νοικοκυράς από το γενικό στο ειδικό, από το ¨μέσα" (εσωτερικό σπιτιού, σκεύη) στο "έξω" (αυλή).
Με τη, διά της συναισθηματικής διαχύσεως, αποδυνάμωση -μάλλον επικάλυψη- της αναφορικότητας, ο Σπύρος Τσακνιάς έχει -και εκμεταλλεύεται δεόντως- τη δυνατότητα, με την τεχνική των παραμυθητικών «παραβολών», να υπεκφεύγει· να διαθλά ή να διαβρώνει, ακριβώς με την υγρασία του συναισθήματος, την εικόνα του άχαρου παρόντος και να αμβλύνει τις αιχμές των διεκδικητικών όσο και εκδικητικών μνημών, μετατρέποντας, τεχνηέντως, τις άγριες Ερινύες σε παρηγορητικές Ευμενίδες. Κι αυτό χωρίς ψευδαισθήσεις· απλώς περισπαστικά, συνειρμικά υπεκφεύγοντας, μόνο και μόνο για να συγχέονται οι χρονολογίες και να ξεθωριάζουν οι παλιές μέρες· σαρκάζοντας, αυτοσαρκαζόμενος, πικρά ειρωνικός ακόμα και απέναντι σε ό,τι άλλοτε τον κινητοποίησε στο έπακρο.
Η γλώσσα, εξάλλου, του Σπύρου Τσακνιά ανταποκρίνεται με άκρα συνέπεια στις προθέσεις του. Είναι μια γλώσσα εκ φύσεως προσηνής, συζητητική, προσεκτικά και όσο χρειάζεται απαλλαγμένη από το φορτίο της προσωπικής συγκίνησης, διαπερασμένη, θα έλεγα, από την υγρασία κατασταλαγμένων, με τον καιρό, συναισθημάτων, που, παρά την πικρία τους, έχουν γίνει φιλικά και προσδιοριστικά της στάσης του απέναντι σε όλα: παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα.
ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Λογοτεχνία Λυκείου:
Ανάλυση του ποίηματος του
Σπύρου Τσακνιά
"Η επίσκεψη" στα πλαίσια της θεματικής ενότητας για τις σχέσεις των φύλων.
Όλη μέρα πάστρευε το σπίτι σφουγγάριζε τα πατώματα γυάλιζε τα μπρούντζινα σκεύη κι ασβέστωνε τα πεζούλια. Προς το βράδυ απόκανε κι έκατσε στη γωνιά της να ξαποστάσει με μισό φλιτζάνι καφές και μισό παξιμάδι. Τότε ήρθε ο Άγγελος του Κυρίου και της χαμογέλασε γλυκά κι εκείνη ντράπηκε κι έλυσε την ποδιά της και την έκρυψε βιαστικά κάτω από το πανέρι με τ΄ασπρόρουχα. Ύστερα τον κοίταξε στα μάτια ανήσυχα κι ο Άγγελος του Κυρίου κατάλαβε και πήρε ένα παλιό λαϊκό περιοδικό που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο και το ξεφύλλιζε κάνοντας πως διαβάζει. Πετάχτηκε τότε στην κουζίνα και ζέστανε το φαΐ κι ύστερα βγήκε στην αυλή και μάζεψε τα σεντόνια που είχε απλώσει από το πρωί για να στεγνώσουν δίπλωσε βιαστικά τις κάλτσες κι έστρωσε το τραπέζι. Σαν τέλειωσε κι αυτό φόρεσε τη ζακέτα της και στάθηκε καρτερικά δίπλα στην πόρτα. Κι ο Άγγελος του Κυρίου παράτησε το περιοδικό πάνω στο κομοδίνο και βγήκανε μαζί στο δρόμο. Κι εκείνη κλείδωσε την πόρτα κι έβαλε όπως πάντα το κλειδί μέσα στη γλάστρα.
___________________________________________
___________________________________________
Ανάλυση
Απάντηση σε ερώτηση ερμηνευτικού σχολίου
Μπορεί απ’ έξω εκεί να στέκει
ένα δέντρο, ένα δάσος,
ένας κήπος
ή μια πόλη μαγική.
Μπορεί να είναι το σκυλί που ψαχουλεύει.
Μπορεί να δεις κάποια μορφή,
ή ένα μάτι,
ή την εικόνα
μιας εικόνας.
Αν είναι η καταχνιά
θα καθαρίσει.