Α. Η ποίηση
Ο ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΓΙΑ ΤΟ POETICANET
Aφιέρωμα στην ποίηση του Βύρωνα Λεοντάρη
Αρλέτα ~ η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
13-Είμαστε εδώ Ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης
"Είμαι φτωχός" - ποίηση: Βύρων Λεοντάρης Μελοποίηση/Ερμηνεία: Μάνος Μοναστηριώτης
Οδόσημο κινδύνου-Βύρων Λεοντάρης~Ποιήμα 20-02-09
Βύρων Λεοντάρης, "Οστεόφιν θις..."
Μελοποιημένη ποίηση: Bύρων Λεοντάρης, Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
Είμαστε ανίατα μεσοπόλεμος: μνήμη Βύρωνα Λεοντάρη

Περισσότερα από πενήντα χρόνια στα γράμματα είχε ο ποιητής Βύρων Λεοντάρης, που πέθανε σε ηλικία 83 ετών στις 6 Αυγούστου 2014. Γιατί αξίζει να τον θυμόμαστε και να ανατρέχουμε στα γραπτά του...
— Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω,
ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε
λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου
να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…
Aπό τη συλλογή Ψυχοστασία, 1972
O Βύρων Λεοντάρης ήταν μια μόνιμη μορφή της καθημερινότητάς μου, στην οδό Σκουφά, στα καφενεία της. Από τους πιο χαμηλόφωνους ανθρώπους, με το καφέ σακάκι και την εφημερίδα του, γελούσε ξαφνικά, σαρδόνια θαρρείς, για να κάνει μια πλάκα, συνήθως πολιτική - μια που ηταν η εποχή που η κυρίαρχη λόξα της παρέας ήταν η πολιτική. Μπορεί να γελιέμαι, αλλά είχα την αίσθηση ότι ήταν από τους ήπιους ανθρώπους με το όραμα εκσυγχρονισμού της Ελλάδας. Τελοσπάντων, είναι το τελευταίο που έχει σημασία.
Είχε γεννηθεί στη Νιγρίτα και μεγαλώσει στη Σάμο, όπου έμεινε ώς το τέλος του Εμφυλίου. Έζησε εργαζόμενος, ήταν δικηγόρος. Δημοσίευε από πολύ νωρίς, διότι άμα έχεις πρέπει και να τα δημοσιεύεις. Αλλά την πρώτη του μεγάλη διάκριση την κέρδισε 42 χρόνια μετά την έκδοση της πρώτου ποιητικού βιβλίου του και έπειτα από 11 συναπτές συλλογές - πήρε Κρατικό Βραβείο για το έργο Εν γη αλμυρά.
Ανήκε, σύμφωνα με τους μελετητές, στη λεγόμενη "δεύτερη μεταπολεμική γενιά". Σε μια τόσο εκτεταμένη κατάταξη, δεν μπορούν να χωρέσουν ούτε ιδιαιτερότητες ούτε συγγένειες. Πάντως, στην ποίησή του χώρεσαν και η λόγια γνώση και το αίτημα της χειραφέτησης, και ο πειραματισμός με τη φόρμα και η χρήση του ομοιοκατάληκτου στίχου, και η κοινωνική διεκδίκηση και η εσωστρεφής αυτοαναφορικότητα του λυρικού της καθημερινότητας.
Ήταν κατ' εξοχήν έντεχνος. Οι συνθέσεις του είχαν και καταγωγική αφετηρία και στόχο. Εκτός από ποιήματα, έγραψε πολλά παρεμβατικά δοκίμια - ήταν, μέλος της σύνταξης ενός μικρού αλλά πολύ παρεμβατικού περιοδικού, των Σημειώσεων, που προέκυψε από τη δημιουργική ανάγκη μιας παρέας αριστερών κριτικών της Επιθεώρησης Τέχνης να συζητήσουν πέρα από αριστερά ηθικοπλαστικά κλισέ του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (πρωτεργάτης εκείνης της ομάδας ήταν ο αδελφός του, Μανόλης Λαμπρίδης).
Μοιραία, πολλά από τα δοκίμια του Βύρωνα Λεοντάρη αναμετρήθηκαν με τον κυρίαρχο λόγο της Αριστεράς του 1960, του 1970 και του 1980. Σε ένα τέτοιο κείμενο, ο Λεοντάρης πρωτοδιατύπωσε τον όρο "ποίηση της ήττας", για τη δουλειά μιας σειράς μεταπολεμικών ποιητών που εσκεμμένα υπονόμευσαν τον ηρωικό τόνο τής υποτίθεται αριστερής ποίησης.
Με αμείωτο ενδιαφέρον, επίσης, συζητιούνται ακόμα και σήμερα δυο δοκίμιά του για την ποιητική του Καβάφη, στα οποία ο Λεοντάρης υπερασπίζεται την ποίηση άνευ όρων, ως τρόπο και διέξοδο της αληθινά ποιητικής ψυχής. Στο κείμενό του "Καβάφης, ο έγκλειστος", μεταξύ άλλων σημειώνει:
Ανθρωποι χωρίς τη σφραγίδα κανενός ιδιαίτερου προορισμού, άνθρωποι που δεν ήθελαν να είναι και δεν αισθάνονταν τίποτε άλλο παρά άνθρωποι, άδολοι θαμώνες της ποίησης όπως και κάθε άλλης ανθρώπινης έκφανσης, βρίσκονται κάποτε σε μια κρίσιμη ώρα που τους αποκαλύπτεται άξαφνα ότι ανυποψίαστα, αδιόρατα, «ανεπαισθήτως» παγιδεύτηκαν και έχουν προσβληθεί ανίατα από την ποίηση, που γίνεται πια αυτή η μόνη μοίρα και καταδίκη τους, ο μόνος χώρος τους, καταφύγιο και φυλακή τους, αποκλείοντάς τους κάθε άλλη μορφή κοινωνικής ύπαρξης, κάθε άλλο τρόπο επιβεβαίωσης του εαυτού τους.
Κάπως έτσι αισθάνομαι ότι ένιωθε σε σχέση με την ποίηση και ο ίδιος ο Βύρων Λεοντάρης. Αφιερωμένος, με πάθος, πάσχιζε να κατακτήσει τις εκφράσεις της, να μιλήσει μέσα από τις ποιητικές φόρμες. Γενόμενος ποίημα και ο ίδιος.
Βύρων Λεοντάρης
Γεννήθηκε το 1932 στη Νιγρίτα και σπούδασε νομικά στην Αθήνα, όπου και σταδιοδρόμησε ως δικηγόρος.
Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ποίηση και τη δοκιμιογραφία.
Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1997.
Έργα του:
Ποιητικά:
Γενική αίσθηση (1954), Ορθοστασία (1957), Η ομίχλη του μεσημεριού (1959), Ανασύνθεση (1962), Ψυχοστασία (1972), Μόνον διά της λύπης (1976), Εκ περάτων (1986), Εν γη αλμυρά (1996).
Δοκίμια:
Η ποίηση της ήττας (1983), Καβάφης ο έγκλειστος (1983), Δοκίμια για την ποίηση (1985), Γραφή και βιβλίο (1990).
Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989), Το καφενείον Νέον - ημέρα (1956)
Βύρων Λεοντάρης
| Βύρων Λεοντάρης | |
|---|---|
| Γέννηση | 1932 Νιγρίτα[1] |
| Θάνατος | 7/8/2014 |
| Χώρα πολιτογράφησης | Ελλάδα |
| Ιδιότητα | δικηγόρος[1] και ποιητής[1] |
| Σύζυγος | Ζέφη Δαράκη[1] |
Ο Βύρων Λεοντάρης (Νιγρίτα Σερρών, 1932 - Αθήνα, 7 Αυγούστου 2014) ήταν ποιητής και κριτικός δοκιμιογράφος της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς[2][3].
Άρχισε να δημοσιεύει τα γραπτά του το 1954.
Το 1997 έλαβε το Κρατικό Βραβείο ποίησης για το έργο του «Εν γη αλμυρά».
Μια σημαντική λυρική φωνή, της ελληνικής λογοτεχνίας.
Βιογραφία
Γεννήθηκε στο 1932 τη Νιγρίτα Σερρών.
Μεγάλωσε στο νησί από το οποίο καταγόταν, τη Σάμο μέχρι το 1939 οπότε η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα.
Την περίοδο 1952 - 1956 σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια άσκησε τη δικηγορία.
Άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα (τη συλλογή του «Γενική αίσθηση») το 1954[2]. Έφυγε από τη ζωή 6 Αυγούστου του 2014 σε ηλικία 83 ετών.
Έργο
Δημοσίευσε ποιήματα αλλά και κριτικά δοκίμια. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Κριτική, Εφημερίδα των Ποιητών, Επιθεώρηση Τέχνης, Σημειώσεις (μέλος στην εκδοτική του ομάδα), Ενδοχώρα[4] και σε άλλα[2]. Συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά Μαρτυρίες, Επιθεώρηση Τέχνης, Τομές, Κρητική, Μανδραγόρας.
Εξέδωσε το δοκιμιακό τόμο για τον Αλεξανδρινό Καβάφη ο έγκλειστος.
Οικογένεια
Είχε αδελφούς τον Μανόλη Λαμπρίδη, δοκιμιογράφο, κριτικό και μεταφραστή και τον ποιητή Ανδρέα Λεοντάρη.
Σύζυγος του Βύρωνα Λεοντάρη είναι η ποιήτρια Ζέφη Δαράκη και γιος του ο Γιάννης Λεοντάρης, σκηνοθέτης κινηματογράφου[2][3].
Εργογραφία
Ποίηση
- Γενική αίσθηση (1954)
- Ορθοστασία (1957)
- Ομίχλη του μεσημεριού (1959)
- Ανασύνδεση (1962)
- Κρύπτη (1968)
- Ψυχοστασία (1972), ISBN 960-17-0039-0
- Μόνον δια της λύπης... (Έρασμος, 1976, 2η έκδοση 2006), ISBN 978-960-89144-0-7
- Ψυχοστασία. Ποιήματα 1949-1976 (Ύψιλον, 1983, 2η έκδοση 2006, ISBN 978-960-17-0039-7
- Η ποίηση της ήττας (Αθήνα, Έρασμος, 1983)
- Εκ περάτων (Ύψιλον, 1986), ISBN 960-17-0038-2
- Εν γη αλμυρά (Έρασμος, 1996), 978-960-6870-23-1, Κρατικό Βραβείο ποίησης 1997, Βραβείο ποίησης του περιοδικού Διαβάζω.
- Έως... (Νεφέλη, 2003), ISBN 960-211-699-4, ISBN 978-960-211-699-9
- Μόνον δια της λύπης , Έρασμος (2006)
Δοκίμια
- Η ποίηση της ήττας· Ελληνικά κείμενα και μελέτες. Αθήνα, Έρασμος,1983.
- Καβάφης ο έγκλειστος· Δοκίμιο υπεράσπισης του ποιητή έναντι της ποίησης. Αθήνα, Έρασμος, 1983, ISBN 978-960-6870-27-9
- Δοκίμια για την ποίηση. Αθήνα, Έρασμος, 1985.
- Γραφή και βιβλίο. Θεσσαλονίκη, Χειρόγραφα, 1990.
- Κείμενα για την ποίηση , Αθήνα, Νεφέλη, 2001, ISBN 960-211-584-Χ, ISBN 978-960-211-584-8
Συμμετοχή σε συλλογές
- Aldebaran Δημήτρης Κογιάννης Ανδριανός Παπαμάρκου : 12 μελοποιημένα ποιήματα:
- Συντελεστές:
- Κώστας Βάρναλης, Κλείτος Κύρου, Μαρία Πολυδούρη, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Βύρων Λεοντάρης, Κώστας Καρυωτάκης, Κώστας Ουράνης, Ρώμος Φιλύρας, Άγγελος Σφακιανάκης,
- Επιμελητής, Δημήτριος Αποστολίδης,
- Εικονογράφος, 1η έκδοση, Αθήνα, Μικρός Ήρως, 2013,
- ISBN 978-618-81061-0-9
Αναφορές
- ↑ 1,0 1,1 1,2 1,3 (Ιταλικά) Catalogue of the General State Archives. 7gn6-td7q-7kbb. Ανακτήθηκε στις 25 Απριλίου 2021.
- ↑ 2,0 2,1 2,2 2,3 Λεοντάρης Βύρων, Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, ΕΚΕΒΙ
- ↑ 3,0 3,1 Η Ελληνική ποίησις, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Μιχάλης Γ. Μερακλής, Αλέξανδρος Αργύριος Σοκόλης, 2002, σελ. 214-220
- ↑ «Έφυγε» ο Θ. Τζούλης, Ψυχολόγος και ποιητής, Ελευθεροτυπία, 5 Μαρτίου 2010
Βιβλιογραφία
- Αφιέρωμα, Κουκούτσι, τχ. 9 (Χειμ. 2013-Άνοιξη 2014), σ. 92-126
- Η ποίηση της ήττας: αφιέρωμα , Μανδραγόρας, τχ. 25 (Μαρ.-Ιουλ. 2001), σ. 73-100
- Παντελιά, Στυλιανή, Το θαμπό είδωλο στον καθρέφτη: Βύρων Λεοντάρης, Πόρφυρας, τχ. 86 (Απρ.-Ιουν. 1998), σ. 632-642
Βύρων Λεοντάρης

Έλληνας ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς και δοκιμιογράφος, στον οποίο οφείλεται ο όρος «ποίηση της ήττας».
Πιο γνωστό του ποίημα «Η ομίχλη μπαίνει από παντού», που μελοποίησε το 1975 ο Γιάννης Σπανός με τη φωνή της Αρλέτας.
Ο Βύρων Λεοντάρης γεννήθηκε το 1932 στη Νιγρίτα Σερρών, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως δημόσιος υπάλληλος.
Ήταν το τελευταίο από τα πέντε παιδιά μιας αριστερής οικογένειας από την Σάμο. Σύντομα, η οικογένειά του επέστρεψε στο νησί και το 1939 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα.
Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του, ο Βύρων Λεοντάρης πήρε πτυχίο νομικής από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια δικηγόρησε στην Αθήνα.
Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1954 με την ποιητική συλλογή «Γενική Αίσθηση». Από τότε δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά κείμενα σε διάφορα περιοδικά.
Ανήκε στη συντακτική ομάδα του περιοδικού «Μαρτυρίες» (1962-1966) και ήταν μέλος της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού «Σημειώσεις» από το 1973.
Το 1997 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης για τη συλλογή του «Εν γη αλμυρά»
Ο Βύρων Λεοντάρης πέθανε στις 6 Αυγούστου 2014, σε ηλικία 82 ετών. Ήταν νυμφευμένος με την ποιήτρια Ζέφη Δαράκη (γ. 1939) και είχε ένα γιο, τον σκηνοθέτη Γιάννη Λεοντάρη (γ. 1965).
Ζέφη Δαράκη
Αδελφός του ήταν ο δοκιμιογράφος και κριτικός Μανόλης Λαμπρίδης (Μανόλης Λεοντάρης).
Εργογραφία
Ποίηση
- Γενική αίσθηση (1954)
- Ορθοστασία (1957)
- Ομίχλη του μεσημεριού (1959)
- Ανασύνδεση (1962)
- Κρύπτη (1968)
- Ψυχοστασία (1972)
- Μόνον δια της λύπης... (1976)
- Ψυχοστασία. Ποιήματα 1949-1976 (1983)
- Εκ περάτων (1986)
- Εν γη αλμυρά (1996)
- Έως... (2003)
- Μόνον δια της λύπης (2006)
Δοκίμια
- Η ποίηση της ήττας· Ελληνικά κείμενα και μελέτες (1983)
- Καβάφης ο έγκλειστος· Δοκίμιο υπεράσπισης του ποιητή έναντι της ποίησης. (1983)
- Δοκίμια για την ποίηση (1985)
- Γραφή και βιβλίο (1990)
- Κείμενα για την ποίηση (2001)
Ο Βύρων Λεοντάρης (1932) γεννήθηκε στη Νιγρίτα της Μακεδονίας.
Πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Σάμο, από όπου καταγόταν, και το 1939
εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα.
Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1952-1956)
και εργάστηκε ως δικηγόρος.
Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε με την ποίηση, ενώ δημοσίευσε επίσης κριτικά
δοκίμια.
Πρωτοεμφανίστηκε το 1954 με την ποιητική συλλογή "Γενική αίσθηση".
Συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Κριτική", "Εφημερίδα των Ποιητών",
"Επιθεώρηση Τέχνης" και άλλα.
Το ποιητικό του έργο τοποθετείται στο χώρο της μεταπολεμικής ελλη
νικής ποιητικής γενιάς.
Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, αγγλικά και τουρκικά.
Το 1997 έλαβε το Κρατικό Βραβείο ποίησης για το έργο του "Εν γη αλμυρά".
Έφυγε από τη ζωή στις 6 Αυγούστου 2014 σε ηλικία 82 ετών.
http://www.poiein.gr/2019/06/29/%CE%B2%CF%8D%CF%81%CF%89%CE%BD-%CE%
BB%CE%B5%CE%BF%CE%BD%CF%84%
CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%
80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1-
%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1/
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ
Υπερασπίζοντας το «ανείπωτο» στην Ποίηση
ή Γράφοντας ποιήματα ως δοκίμια αυτογνω
σίας
-Εύα Μοδινού-
https://tapoiitika.wordpress.com/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA
%CE%AD%CF%82/%CE%B2%CF%85%CF%81%CF%89%CE%BD-%CE%BB%CE%B5%
CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B7%CF%83-%CF%85%CF%80%CE%
B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%AF%CE%B6%CE%
BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%B1/

Εισχωρώντας στον πυρήνα
της ποιητικής λειτουργίας και επιχειρώντας
τη μύηση στο αμετουσίωτο του βιώματος, εύ
κολα και ανυποψίαστα ο ποιητής μπορεί να ει
σέλθει σ’ ένα λαβύρινθο ή σ’ ένα Γολγοθά.
Γιατί μια τέτοια μύηση μπορεί να οδηγήσει βα
θύτερα στη γνώση της ποιητικής λειτουργίας
αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει και σ’ ένα αδι
έξοδο.
Ή ακόμη χειρότερα στο βλέμμα της Γοργώς.
Κι αν ακόμη ο ποιητής κερδίσει την έμπνευσή
του, δεν θ’ αποφύγει τον κίνδυνο η έμπνευση
αυτή σαν ένας Πήγασος να ξεπηδήσει από μια
Όψη που δεν αντέχει κανείς κατάματα να βλέ
πει.
Η πλήρης γνώση ίσως είναι άβατη στον άνθρω
πο, γι’ αυτό καλύτερα με φρόνιμη ταπείνωση
να δέχεται τη γνώση του εαυτού του και του
άλλου ως «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι».
Τι γίνεται όμως όταν ο ποιητής «αυτό που γυ
ρεύει είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς
το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου,
του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση»;
1 Και ποιά θα είναι η ποίηση του ποιητή που
υπερασπίζεται αυτό ακριβώς που δεν μπορεί
να μορφοποιηθεί, αυτό που δεν μπορεί να εκ
φραστεί;
Μοιραία θα οδηγηθεί σε μια καταλυτική αντί
φαση και σε μια ιδιαίτερη ποίηση τόσο γόνιμη
όσο και το πάθος της υπεράσπισής της.
Ο Βύρων Λεοντάρης έχοντας συνείδηση αυτού
του πάθους, γράφει στο δοκίμιό του «Θέσεις
για τον Καρυωτάκη»
2 πως ο Καρυωτάκης είναι «Οριακός ποιητής
με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνω
σίας της ποιητικής λειτουργίας» καθώς δεν
περπατούσε «στο χείλος του γκρεμού»
γράφοντας, αλλά είχε «αντικρύσει κατά μέτω
πο τον γκρεμό», εκεί όπου «η ποίηση φτάνει
στην οριακή της στιγμή».
Αυτήν την οδό ακολούθησε και ο Λεοντάρης,
γράφοντας ποιήματα σαν «δοκίμια αυτογνωσί
ας της ποιητικής λειτουργίας», γνωρίζοντας
συγχρόνως πως ο βαθύτερος πυρήνας της λει
τουργίας αυτής είναι και θα παραμείνει άβατο
. Ο ποιητής έτσι υφίσταται μια διαρκή εναλλα
γή δυνάμεων, κεντρομόλου και φυγόκεντρου.
Κεντρομόλου ως προς την αυτογνωσία, φυγό
κεντρου ως προς το μέσον, ως προς την ίδια
τη γλώσσα δηλαδή.
«Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα
Κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει
Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν
Σ’ αυτήν την εποχή της υπαρκτής ποίησης
ποιητής μιας ποίησης που δεν μπορεί να υπάρ
ξει
μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γρά
φω.
Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν»3.
Οι στίχοι αυτοί μπορούν να διαβαστούν σαν έ
να μανιφέστο οριοθέτησης της ποιητικής λει
τουργίας, σαν ένας άδηλος αφορισμός της ποί
ησης που απομακρύνεται από την ουσία της
και γίνεται «λογοπαίγνιο, κήρυγμα, πολιτική,
ιστορία – δηλαδή εφαρμοσμένη ποίηση»
4. Κοντολογίς της ποίησης που χάνει την πραγ
ματική λειτουργία της, που δεν είναι άλλη πα
ρά η διαμόρφωση μιας «ατελούς συνείδησης»
5.
Αν υιοθετήσουμε τη θεωρία πως υπάρχουν
«δύο επίπεδα υπάρξεως, η vie tragique και η
vie triviale»6, τότε πράγματι «μια από τις δυ
στυχίες της ανθρώπινης καταστάσεως είναι
ότι [] ταλαντευόμαστε ανάμεσα στα δύο.[]
Αλλά σε εξαιρετικές περιστάσεις – αν λ.χ.
κάποιος ζήση επί μακρό χρονικό διάστημα μέ
σα σε κινδύνους, τότε τοποθετείται, θα λέγα
με, στη γραμμή διατομής των δύο επιπέδων».
Οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν ζήσει έ
τσι «προσπαθούν να εξομοιώσουν το τραγικό
με το καθημερινό επίπεδο [] ν’ απολιθώσουν
το βίαιο και το τραγικό [] Ο καλλιτέχνης ακο
λουθεί τον αντίθετο δρόμο: προσπαθεί να δη
το καθημερινό από τη σκοπιά του τραγικού ή
απολύτου επιπέδου»7.
Ο Βύρων Λεοντάρης στο μεταίχμιο αυτών των
δύο δρόμων και «Εν Μετεωρισμώ»8 εν τέλει,
γράφει με την οδυνηρή διαπίστωση ότι το
«ανείπωτο» επίμονα και αέναα θα ξεγλιστρά
από τη γλώσσα του ποιητή και κυρίως από τη
συνείδησή του.
Τι είναι ποίηση λοιπόν, τι μη ποίηση και τι ανά
μεσά τους;
Μα και να υπάρχει κάποια απάντηση σ’ αυτό το
ερώτημα, «Ίσως και να μην πρέπει πάντοτε ο
άνθρωπος να επεξεργάζεται τον κάθε λογισμό
του ως το ακρότατο λογικό συμπέρασμα»9.
Γιατί εύκολα μπορεί να πέσει σε μια παγίδα:
«στον παραλογισμό της καθαρής λογικής»10.
Ας μην ξεχνάμε ότι σ’ ένα τέτοιο παραλογισμό
έπεσε ο Κ.Θ. Δημαράς όταν δήλωνε ότι ο Καρυ
ωτάκης «δεν ήταν καν ποιητής, στην πλήρη ση
μασία που μπορούμε να δώσουμε στη λέξι»11,
ομοίως και ο Γιώργος Θεοτοκάς όταν έγραψε
επίσης για τον Καρυωτάκη ότι «είμαστε υπο
χρεωμένοι να παραδεχτούμε ότι δεν έγραψε
ούτε ένα αληθινά καλό ποίημα»!12.
Ο Β. Λ. συνειδητοποιώντας αυτόν τον παραλο
γισμό, οργίζεται και απορρίπτει «την εξουσία
της γλώσσας» όπως την είχαν περιγράψει και
επιβάλλει «οι πολυεθνικοί διανοητές [] κάνο
ντας το παν για να μας πείσουν ότι δεν μιλάμε
τη γλώσσα αλλά ότι “η γλώσσα μάς μιλάει”»13
. Οργίζεται «γιατί όταν σε μιλάει η γλώσσα, μι
λάει αυτό που δεν είσαι».
14 Συγχρόνως επιχειρεί μια κατά κάποιο τρό
πο περιγραφή των ορίων της ποιητικής λει
τουργίας. Στο δοκίμιό του «Η αγωνία του αμε
τουσίωτου» γράφει: «Ότι η ποίηση είναι “συμ
βάν” για τον ποιητή είναι αναντίρρητο, αλλά
αναντίρρητο είναι και το πρόβλημά του και η
αποτυχία του ως προς την καθολική βίωσή
του». Κι αν λέγοντας «καθολική βίωση» εννοεί
τη μέθεξη του ποιητικού βιώματος, τότε αρκεί
ν’ αναλογιστούμε πόσο και τι αποδίδουν οι ποι
ητές στο ποίημα από τη στιγμή της σύλληψής
του έως την τελική μορφοποίηση.
«Από το εξουθενωτικά απέραντο είναι του ο άν
θρωπος βιώνει μόνο ένα μέρος του.
Γι’ αυτό μπορεί και να σωπαίνει.
Το άλλο το λέει.»15
Ο Βύρων Λεοντάρης λέγοντας αυτό το άλλο
στην ποίησή του, υπερασπίζεται συγχρόνως
αυτό που σωπαίνεται.
Γι’ αυτό απορρίπτει τη «γλώσσα όταν μάς μιλά
ει», τη γλώσσα που κάνει «διακρίσεις, εντάξεις
και διαχωρισμούς σε ιδέες και πράξεις και επι
σημαίνει συνέπειες και ασυνέπειες»16.
Άλλωστε και ο χρόνος στην ποίηση δεν είναι
ούτε μετρήσιμος ούτε μπορεί να ταξινομηθεί
σε διακριτές ενότητες.
«Υπάρχει μόνο αυτό το αυτοσπαρασσόμενο α
συνεπές παρόν, όπου δεν μετρούν συνέπειες
και ασυνέπειες, ούτε σημαίνουν ώρες»17.
Κι αυτό το «αυτοσπαρασσόμενο ασυνεπές πα
ρόν» σαν μήτρα του ειπωμένου που φέρει οδυ
νηρά το «ανείπωτο» διατρέχει την ποίησή του,
ιδιαίτερα τα τελευταία του ποιήματα, αρνού
μενο να ενταχθεί, ν’ αναλυθεί και να ταξινομη
θεί σε κάποια οικεία ποιητική ατμόσφαιρα.
Αυτό ακριβώς το όριο της ποιητικής λειτουργί
ας φέρνει αντιμέτωπο τον ποιητή με το αδιέξο
δό της να γίνει «καθολική βίωση» ή «ατελής
συνείδηση».
Ποια θα είναι η αντίδραση στην αποκάλυψη ε
νός τέτοιου αδιεξόδου; Η συντριβή ή το άλμα;
Μήπως και τα δύο;
«Με τον Καρυωτάκη η νεοελληνική ποίηση για
πρώτη φορά συναντά το αδιέξοδό της»
18 γράφει ο Β.Λ. ωστόσο το άλμα που πραγμα
τοποίησε ο Καρυωτάκης, το «άξαφνο, το άμεσο
και προπαντός το εξακολουθητικό» όπως με
κριτική διαύγεια έγραψε ο Τέλλος Άγρας,
«δεν είναι παρά το φτάσιμο του ποιητή
“στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νού”»
19.
Κι αν η συντριβή είναι δεδομένη, το άλμα πώς
πραγματοποιείται; Αφού η ποίηση όσο κι αν
είναι «άρνηση του συνειδητού και συντριβή
της πρακτικής γλώσσας, ωστόσο δεν είναι ού
τε επαναστατική πράξη ούτε η έκφρασή της
[] Επαναστατική είναι μόνο η πράξη ως χαίνου
σα πληγή· η ποίηση, έτσι κι αλλιώς, είναι έκ
κριμά της, ανήκει πάντα στον δεύτερο όρο της
αντίφασής της»20.
«Έτσι μην περιμένεις η φωνή σου ν’ αλλοιώσει
το μπετόν και
το γυαλί και το σιδερωμένο πρόσωπο»21.
Αν η ποίηση λοιπόν, δεν έχει τη δύναμη να γί
νει επαναστατική πράξη και ν’ αλλάξει αν όχι
τον κόσμο, τουλάχιστον τον ίδιο τον ποιητή,
λυτρώνοντάς τον, τότε δεν είμαστε τα ποιήμα
τά μας. Σαν τα κομμάτια ενός παζλ διασκορπι
σμένα από τις εσώτατες Συμπληγάδες, είμαστε
περισσότερο το «ανείπωτο» στην ποίησή μας
παρά το ειπωμένο, τα «Λόγια που σηκώθηκαν
κι έφυγαν στη μέση μιας συνομιλίας / ανείπω
τα»22
Διαρκής η συντριβή του ποιητή που συνειδητο
ποιεί το όριο της ποίησης σαν όριο ενός μυστη
ρίου που τελείται ερήμην του και οφείλει την
απερίγραπτη δύναμή του ακριβώς στο ότι δεν
αποσαφηνίζεται.
«Έτσι κι εγώ επιστρέφω στο ατέλεστο
Τα ανείπωτα μιλώ γράφω και γράφομαι»23
Γιατί η ποίηση δεν μπορεί να υιοθετήσει μεθό
δους αποκωδικοποίησης της αλήθειας της.
Δεν μπορεί να σταθεί έξω από το ποίημα για
να το αναλύσει, δηλαδή να εκλογικεύσει το
«άπιαστο εκείνο σκίρτημα»24 που είναι η ψυ
χή του. Η ουσία της βρίσκεται ή μάλλον μορ
φώνεται σ’ ένα μεταίχμιο λόγου ανάμεσα σε
ό,τι μπορεί να εκφραστεί και σ’ αυτό που παρα
μένει ανέκφραστο, σε μια αμφισημία, εκεί
όπου οι συντεταγμένες του «γνωστού» καταρ
γούνται. Μπορεί οι λέξεις να είναι η πρώτη ύλη
της, όμως αν οι λέξεις δεν εκταθούν έως ή και
έξω από τα σημαινόμενά τους, έξω από τις συ
ντεταγμένες που τις καθορίζουν -το νόημα, το
ηχόχρωμα, τη δυναμική συνειρμών, τη διασύν
δεση τους- τότε δεν μπορούν να εκπέμψουν
το βαθύτατο ρίγος της ποίησης. Κι είναι εκεί
ακριβώς που ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος
μ’ ένα τείχος: τη Σιγή.
Όμως «Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
/ από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής».25
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει «στη
χώρα που την κατοικούν οι αντιλέξεις / Τόσο
πυκνές που έλκουν πίσω και ρουφάν το νόη
μά τους / Καμμιά απολύτως μαρτυρία δεν έχου
με γι’ αυτές // Και δεν αρκεί να ονοματίσεις κά
τι για να υπάρξει».26
Και αντίστροφα, υπάρχουν πράγματα που δεν
μπορεί κανείς να ονομάσει; Όπως το «ανείπω
το» της ύπαρξής μας ή το «αμετουσίωτο» της
ζωής; Αλλά ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε
φτάσει στο «αδιέξοδο» της ποίησης.
Επιστρέφοντας στους στίχους του Βύρωνα Λε
οντάρη «μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυ
τούς γράφω. / Μόνο αυτοί μπορούν να με δια
βάσουν» αναρωτιόμαστε γιατί με τους νε
κρούς και κυρίως γιατί μόνο αυτοί μπορούν
να τον διαβάσουν.
Μήπως γιατί «κάθε τι το μεταφυσικό γίνεται
στο θάνατο αλήθεια;»27
Και κάθε τι το μεταφυσικό εμπεριέχει μέσα
του το σπέρμα του «ανείπωτου»;
Μόνο οι νεκροί λοιπόν, επειδή βρίσκονται ήδη
στην αντιπέρα όχθη, μπορούν να συνδέσουν
αρχή και τέλος σαν το σπόρο που γυρνάει πί
σω στη ρίζα του28 και να διαβάσουν το «ανεί
πωτο»; Ή μήπως οι «νεκροί» του Β.Λ. είναι
όσοι χάνοντας κάθε ελπίδα δικαίωσης ή λύτρω
σης, παρατηρούν τον κόσμο στο φρενήρη καθη
μερινό δούναι και λαβείν, ήδη από την άλλη
όχθη, δηλαδή από μια απόσταση αγεφύρωτη;
Αυτοί που έχοντας ζήσει τη «θηριωδία της ύ
παρξης»29 φτάνουν εκεί όπου «εξαρθρώνο
νται οι λέξεις / θαμπώνουν τα νοήματα / και
βουητό και σάλαγος το αίμα στις καρωτίδες /
ψάχνοντας για εκβολές στο πνεύμα»30.
Ωστόσο έχοντας καεί στην πυρά των ελπίδων
τους έχουν τη δύναμη να λένε: «Κάθε πρωί
εξαφανίζουνε τις στάχτες μας»31.
Ό,τι είμαστε πραγματικά, τις περισσότερες φο
ρές πεθαίνει μέσα στην ασφυξία μιας έμμονης
ανάγκης ή επιθυμίας ή αυταπάτης.
Κι η ποίηση, αν και αποκαλύπτει αυτήν την
αιχμαλωσία, λίγες φορές -ίσως και ποτέ- κινεί
τον ισχυρό εσωτερικό μοχλό ώστε να μας λυ
τρώσει από αυτήν.
Συχνά απονευρώνεται από την ματαιοδοξία
του ποιητή, αφού «Πίσω από τις τελετουργίες
των λέξεων σφάζονται ψυχές»32.
Έτσι οι «νεκροί» του Λεοντάρη συνειδητοποι
ούν ότι η πραγματική νίκη ακολουθεί τις πε
ρισσότερες φορές μετά από μια συντριπτική
ήττα – με την έννοια της υπαρξιακής συντρι
βής. Τότε είναι που είτε κάνει κανείς το σωτή
ριο άλμα είτε συντρίβεται εντός του ανεπί
στρεπτα. Γιατί το άλμα ή η συντριβή γίνεται
πάντα με το ίδιο εμπόδιο: τον εαυτό μας.
«Νεκροί» λοιπόν είναι κι όσοι διαβαίνουν την
Αχερουσία της ψυχής τους γνωρίζοντας πως
στην άλλη όχθη δεν τους περιμένει κανείς ή
μάλλον τους περιμένει το «ατέλεστο» είναι
τους. Είναι όσοι ρωτούν με οδύνη ή και τρόμο:
«Ένα ολόκληρο θάνατο πώς θα τον περάσου
με;»33
Ο Καρυωτάκης στον «Ονειροπόλο»34 δίνει τη
δική του εκδοχή σ’ αυτή τη μετέωρη, αγωνιώ
δη, διαχρονικά αναπάντητη απορία, από την
πλευρά κι εκείνος των «νεκρών».
Περιγράφει ένα χορό μεταμφιεσμένων όπου
«οι χορευτές έχασαν το λογαριασμό τους»,
τα βήματά τους κατά κάποιο τρόπο και
«Ενώ έπρεπε να υπολογίσουν ακριβώς πόσα
χρόνια είχαν υποχωρήσει προς το παρελθόν,
για να μπορέσουν να ξαναγυρίσουν και να
βρουν την προσωπικότητά τους, έβλεπε κανείς
πως είχαν γελαστεί. Ανεπανόρθωτα γελαστεί.
Εκατό ολόκληρα χρόνια επροχώρησαν, χωρίς
βέβαια να το υποπτευθούνε».35
Αυτοί που χορεύουν δεν είναι πια εκείνοι οι άν
θρωποι που είχαν ξεκινήσει το χορό.
Είναι οι σκελετοί τους μιας και ο χορός συνεχί
ζεται και μετά το θάνατό τους, εκεί όπου «ο
Χρόνος δεν υπάρχει»36.
Ο θάνατος λοιπόν δεν είναι ένα στιγμιαίο συμ
βάν. Είναι μια οδός. Μια άγνωστη συντεταγμέ
νη του χρόνου που δεν ανήκει ούτε στο «πρίν»
ούτε στο «τώρα» ούτε στο «ερχόμενο».
Σαν ένα μοιραίο λάθος που κάνει κανείς υπολο
γίζοντας το χρόνο.
Μπορούμε όμως να προχωρήσουμε μπροστά α
πό το χρόνο; Κι αν ναι, τότε τι θα δούμε;
Τη σιωπή ή το σβήσιμό μας; Ακόμη όμως κι αν
φτάσουμε έως εκεί θα λυτρωθούμε;
Ή μήπως κι αυτό το όριο ορθώνει ένα δικό του
αδιέξοδο τετελεσμένων της ζωής;
Γιατί «Σβήνεται αυτό το σβήσιμο, σβήνεται η
απουσία; / Ποιό βλέμμα ποιό ουρλιαχτό μπορεί
να ξύσει / το πετρωμένο αυτό παλίμψηστο
του λέγειν / και του γράφειν [] και να βρεθώ
εντός μου / άγραφος και ανείπωτος»37
εκεί όπου όλα μπορούν να ξαναγίνουν αλλιώς.
Να διορθωθούν τα βήματα, οι υπολογισμοί και
οι χορευτές να «μπορέσουν να ξαναγυρίσουν
και να βρουν την προσωπικότητά τους».
Επιστρέφοντας στον Καρυωτάκη διαβάζουμε
μια μικρή ιστορία κυριολεκτικά από την πλευ
ρά του νεκρού: «Το Καύκαλο»38.
Είναι ο νεκρός εδώ που βλέπει και θυμάται με
πλήρη συνείδηση της πραγματικότητας κι όχι
οι εν ζωή που συμπεριφέρονται ανέμελα «σα
να μην ήταν το κρανίο ενός ανθρώπου όμοιου
μ’ αυτούς»39.
Έτσι ξαφνικά μας αντικρίζει κάποτε ο θάνατος
μέσα από ένα καύκαλο σαν να μας αντικρίζει
από μια «τραγικά προχωρημένη ημερομηνία»
40, ξεριζώνοντας κάθε βεβαιότητα, χωρίς ω
στόσο να είναι το οριστικό τέλος της οδυνηρής
μας αυτογνωσίας, ο «τοίχος όπου τάχα θα μπο
ρούσαμε / “να κρύψουμε το πρόσωπό μας”»4
1.
«Νεκροί» είναι λοιπόν κι αυτοί που εγκαταλεί
πουν την άμυνα μιας πλάγιας θέασης του επερ
χόμενου τέλους περπατώντας «στο χείλος του
γκρεμού» και επιλέγουν ν’ αντικρύσουν «κατά
μέτωπο τον γκρεμό».
Ο δρόμος αυτός δεν έχει επιστροφή.
Συνήθως αντικρίζει έτσι τον γκρεμό όποιος έ
χει χάσει την απόσταση ασφαλείας από αυτόν
ή όποιος ήδη γκρεμίζεται.
Σε αυτήν την κατάσταση δεν υφίστανται τα
δεσμά του χρόνου, η προβλέψιμη συνέχεια του
«πριν» και του «ερχόμενου», η νομοτέλεια αι
τίας και αποτελέσματος.
Αν η πνοή της ποίησης όταν εκτείνεται στο μέλ
λον γίνεται προφητεία ενώ όταν σκάβει στο ή
δη γνωστό -στο παρελθόν δηλαδή- γίνεται «α
τελής συνείδηση», τότε η ποίηση μπορεί να γί
νει η γέφυρα που θα συνδέει τις δύο αυτές
πραγματικότητες.
Όμως ο ποιητής που βλέπει τη ζωή από το χώ
ρο των «νεκρών», μέσα από ένα διαρκές «αυτο
σπαρασσόμενο, ασυνεπές παρόν», μέσα από
μια «ημερομηνία τραγικά προχωρημένη», γνω
ρίζοντας πως το κρανίο, αυτή η «μπάλα της
φρίκης»42 που τον κοιτάζει μέσα από το μέλ
λον, είναι αυτός ο ίδιος, χτίζει την ποίησή του
σαν ένα «γεφύρι» που μπορεί να «προχωράει
χωρίς να βρίσκει απέναντι όχθη»43.
Διαβάζοντας ξανά τα ποιήματα και τα δοκίμια
του Βύρωνα Λεοντάρη ανακαλύπτω ένα τέ
τοιο «γεφύρι» πάνω από τα ορμητικά χιμαιρι
κά νερά της ζωής, που επειδή ακριβώς δεν φτά
νει στην απέναντι όχθη, προσφέρει τόσα δια
φορετικά επίπεδα ανάγνωσης και μαζί διαφο
ρετικά επίπεδα αυτογνωσίας της ποιητικής
λειτουργίας.
Συγχρόνως διαπιστώνω μια συνειδητή συνέ
πεια ανάμεσα στα δοκίμια για την ποίηση και
στην ίδια την ποίησή του, μια αξιοθαύμαστη
συμφωνία λόγου και έργου θα έλεγα.
Κι επίσης μια σθεναρά αδιαπραγμάτευτη υπε
ράσπιση του αμετουσίωτου, αυτού που δεν υπό
κειται στην ανατομία της κριτικής ούτε στην
«εξουσία της γλώσσας» όταν «μάς μιλάει».
Γιατί «ανεξιχνίαστο μένει πάντα το υπαρκτό»,
«αυτό το μυστικό που ήσουν και ήμουν»44.
Αν ποίηση είναι η άδηλη συνείδηση μιας πραγ
ματικότητας που δεν μετουσιώνεται, αν είναι
ένα ποτάμι φωνών που ξεγλιστράει από τη
σκέψη μας καθώς πασχίζουμε ν’ αδράξουμε
μια αστραπιαία λάμψη του, τότε ο ποιητής,
σαν βασιλιάς χωρίς τον μύθο του, ζεί κι αναπνέ
ει σ’ ένα ακρότατο όριο ύπαρξης. Εκεί υφίστα
ται διαρκώς την αμφισημία της αντίληψής
του, τη διχοστασία των τοπικών και χρονικών
προσδιορισμών. Κι όταν η κατάσταση αυτή ε
ντείνεται υπερβολικά, τότε ο ποιητής έχει α
νάγκη μια άλλη γλώσσα για να μιλήσει. «Να μι
λήσει μέσα και έξω από το ποίημα. Όπως μέσα
και έξω από τα πράγματα συντελείται κατ’ ε
ξαίρεση η δική του αποξένωση»45.
Έχει ανάγκη μια «αντιγλώσσα»46 για να σημά
νει αυτήν την άλλη πραγματικότητα που αι
σθάνεται. (Ας μην ξεχνάμε την ομολογία του Κ.
Καρυωτάκη: «Αισθάνομαι την πραγματικότη
τα με σωματικό πόνο»).
Όμως πώς θα «διαβάσει» αυτήν την άλλη πραγ
ματικότητα ο αναγνώστης; Θα νομίζει πως κα
ταλαβαίνει, ενώ η ουσία του ποιήματος τού δια
φεύγει; Θα απορρίψει επειδή ακριβώς δεν κα
ταλαβαίνει; Ή μήπως θα ψηλαφήσει και το δι
κό του «άβατο», γλιστρώντας σε μια παράλλη
λη διαδρομή μέσω της ποίησης;
Πολλά μπορεί να πει κανείς χρησιμοποιώντας
τη σαφήνεια των επιχειρημάτων της αναλυτι
κής σκέψης είτε εμπιστευόμενος το μεταίσθη
μά του.
Δεν θα επιχειρήσω ωστόσο ένα τέτοιο μονοσή
μαντο επίλογο, τιμώντας τη μνήμη του Βύρω
να Λεοντάρη που υπερασπίστηκε ανυποχώρη
τα το αμετουσίωτο όριο του υπαρκτού, το «α
νείπωτο». Επί πλέον επειδή πιστεύω πως η ί
δια η ποίηση μάς δίνει τις απαντήσεις όταν σε
βόμαστε τη μυστική πνοή της, αυτό το πανάρ
χαιο, ανεξιχνίαστο ρίγος που την διατρέχει.
Κυρίως όμως γιατί δεν έχω φτάσει εκεί όπου
εξαρθρώνονται οι σημασίες κι οι ήχοι, «στις ερ
ημιές» των λέξεων δηλαδή, εκεί όπου «σου χυ
μούν ρεκάζοντας τέρατα / απαντήσεις / να
σου κατασπαράξουν το αίνιγμα»47.
Άλλωστε ο βαθύτερος πυρήνας της ποίησης -
ιδιαίτερα της υπαρξιακής- για ν’ ανοιχτεί απαι
τεί ένα άλμα και από τον ίδιο τον αναγνώστη.
Γιατί
«Κλειστό είναι το ανοιχτό βιβλίο που κρατάς.
Αλλιώς θ’ ανοίξει.
[]
Και τότε είναι που θα διαβάσεις το κενό
– γιατί, ποιο άνοιγμα χωρίς κενό;
Έτσι κι όταν ανοίγω την ψυχή μου.
Για το κενό του ανοίγματος και μόνο.
Όλα τ’ άλλα είναι γνωστά. Σαν “ανοιχτό” βιβλίο
».48
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. ο.π. Βύρων Λεοντάρης, «Κείμενα για την Ποίηση»
, Εκδόσεις Νεφέλη.
2. ο.π.
3. Βύρων Λεοντάρης, «Έως», Εκδόσεις Νεφέλη.
4. Βύρων Λεοντάρης, «Κείμενα για την Ποίηση»
(Το θεώρημα και το ολοκαύτωμα).
5. ο.π.
6. Άρθρουρ Καίστλερ, «Ο κομισσάριος και ο γιόγκι»
(μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά), Εκδόσεις
«Κάκτος»
7. ο.π.
8. Βύρων Λεοντάρης, «Κείμενα για την Ποίηση»
9. Άρθρουρ Καίστλερ, «Το μηδέν και το Άπειρο»
(μετάφραση Βασ. Λ. Καζαντζή), Εκδόσεις «Κάκτος»
.
10. ο.π.
11. Κώστας Στεργιόπουλος, «Περιδιαβάζοντας»,
Τόμος Δ (Η μαρτυρία της μορφής στην ποίηση του
Καρυωτάκη), Εκδόσεις «Κέδρος».
12. ο.π.
13. Βύρων Λεοντάρης, «Κείμενα για την Ποίηση»
(Περί Σκοπέλων).
14. ο.π.
15. Βύρων Λεοντάρης, «Κείμενα για την Ποίηση»
(Η αγωνία του αμετουσίωτου).
16. ο.π.
17. ο.π.
18. «Κείμενα για την Ποίηση» (Θέσεις για τον Καρυ
ωτάκη).
19. ο.π.
20. Βύρων Λεοντάρης, «Κείμενα για την Ποίηση»
(Στον δεύτερο όρο της αντίφασης).
21. Βύρων Λεοντάρης, «Ψυχοστασία» (Ποιήματα
1949-1976), Εκδόσεις «Ύψιλον».
22. Βύρων Λεοντάρης, «Εν γη αλμυρά», Εκδόσεις
«Έρασμος».
23. ο.π.
24. Ο Κώστας Στεργιόπουλος αναλύοντας τον τρό
πο που ο Καρυωτάκης διόρθωνε τα ποιήματά του
αναφέρει: «Δεν τους αφαιρεί το άπιαστο εκείνο
σκίρτημα, που είναι η ποιητική τους πνοή κι η παρ
θενική τους ψυχή».
«Περιδιαβάζοντας», Τόμος Δ (Η μαρτυρία της μορ
φής στην ποίηση του Καρυωτάκη).
25. Κ.Γ. Καρυωτάκη, «Αισιοδοξία».
«Άπαντα τα ευρισκόμενα», Τόμος Β (επιμέλεια Γ.Π.
Σαββίδη), Εκδόσεις «Ερμής».
26. Βύρων Λεοντάρης, «Εν γη αλμυρά».
27. Άρθρουρ Καίστλερ, «Το μηδέν και το Άπειρο».
28. «Ο κύκλος έσπασε κι οι δυό άκρες του δεν σμί
γουν / ο σπόρος δεν γυρίζει πια στη ρίζα του / [] /
Όσο και να λυγίζω αυτή τη ζωή / δεν μπορώ πια
να συνδέσω αρχή με τέλος». Βύρων Λεοντάρης,
«Ψυχοστασία».
29. Βύρων Λεοντάρης, «Ημών των Άλλων», περιοδι
κό «Σημειώσεις», Ιούνιος 2006.
30. ο.π.
31. Βύρων Λεοντάρης, «Εν γη αλμυρά».
32. ο.π.
33. ο.π.
34. Κ.Γ. Καρυωτάκη, «Άπαντα τα ευρισκόμενα»,
Τόμος Β.
35. ο.π.
36. ο.π.
37. Βύρων Λεοντάρης, «Ημών των Άλλων».
38. Κ.Γ. Καρυωτάκη, «Άπαντα τα ευρισκόμενα»,
Τόμος Β.
39. ο.π.
40. ο.π.
41. Βύρων Λεοντάρης, «Ημών των Άλλων».
42. Κ.Γ. Καρυωτάκης, «Το Καύκαλο».
43. Βύρων Λεοντάρης, «Ψυχοστασία».
44. Βύρων Λεοντάρης, «Εν γη αλμυρά».
45. Γιάννης Δάλλας, «Σύμμεικτα», Εκδόσεις
Gutenberg.
46. Γράφει ο Γιάννης Δάλλας για τον Καρυωτάκη:
«Άνθρωπος της κάστας, αλλά και έξω από την κά
στα, παρεμβαίνει δραστικά με τη δική του αντι
γλώσσα». («Ο Μεσοπόλεμος και ο Καρυωτάκης»).
47. Βύρων Λεοντάρης «Εν γη αλμυρά».
48. ο.π.
http://www.poiein.gr/2019/06/29/%CE%B2%CF%8D%CF%81%CF%89%CE%BD-%CE%BB%CE%B5%CE
%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%BF
%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE
Βύρων Λεοντάρης, Πέντε Μελοποιημένα Ποιήμα
τα
29
ΙΟΥΝΙΟΥ
`
1. ΕΙΜΑΙ ΦΤΩΧΟΣ
(Μελοποίηση/Ερμηνεία: Μάνος Μοναστηριώτης, 2018)
Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου
Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια
Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη
Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν : που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου
Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου
Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου
Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος
Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;
`
*
2. ΑΠΟΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ
(Μουσική Δημήτρης Κογιάννης -Αδριανός Παπαμάρκου ερμηνεύει ο Απόστολος Ρίζος, 2014)
Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
Μες τις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.
Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.
Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
-ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σʼ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα.
Ακούς και δεν γνωρίζεις τʼ όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σου ʽχε δοθεί
-σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι νʼαρνηθείς τʼ ανάστημά σου.
Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή,
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;
Θα ʽναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που “διελύθησαν ησύχως….”
`
*
3. Η ΟΜΙΧΛΗ ΜΠΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ
(Μουσική: Γιάννης Σπανός, Ερμηνεία: Αρλέτα, 1975)
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσε
ι η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.
Σκιά ήταν ό,τι για ζωή αγαπήθη
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης
σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις
είπες ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη.
Ποτάμι που έχει μείνει ξερή η κοίτη
πώς να ‘χεις έτσι ξεστρατίσει
σου άξιζε σένα αλλιώς να ζήσεις
η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
`
4. ΓΥΨΟΣ
(Μουσική: Μιχάλης Μεταξάς, Τραγουδά ο Βαγγέλης Μπιτζαράκης, 2004)
Απ’ τα δικά μου κι όλων τα δεινά
τάχα πόσον καιρό μπορώ να λείψω;
ω, μη μου βάζεις την καρδιά στο γύψο
το ράγισμά της δεν περνά.
−Τι κλαις, τι θες ακόμα, τι ζητάς;
−Πάμε να φύγουμε − και πού να πάμε;
δεν ξεδιαλύνω οι δρόμοι πού τραβάνε,
τι θέλει το αύριο από μας.
Βρες μου να μου ταιριάζει μια μορφή
αγώνα, που σώζει δίχως να σκοτώνει.
Κοίταξε τι καπνός και πόση σκόνη
μέσα μας, τι καταστροφή…
5. ΠΕΡΑΣΑ ΜΕ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΗ ΔΙΑΒΑΣΗ
(Μουσική- Ερμηνεία: Γιάννης Πατίλης, 1965-70)
`
Έτσι που τραύλισα…
https://iskra.gr/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CE%BC%CE%B1
-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CF%8D%CF%81%CF%89%CE%BD-%CE%BB%CE%B5%
CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%B7-%CE%AD%CF%84%CF%83%CE%B9-%CF%
I
Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη
Ανάσα και χειρονομία καμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους
Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε
Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο
– αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση… –
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο
Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί
Ό, τι δεν είναι τέχνη μέσ’ στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει
Λοιπόν, μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος
Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙
σκοπός που εκπληρώνεται ή (το ίδιο) ματαιώνεται
σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του
Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας
(πως γίνεται να ’χει συνέχεια το τέλος;)
Αλλιώς, καταπώς φαίνεται, το τέλος έχει μόνο αρχή
και πώς να το περάσουμε μη φτάνοντας ποτέ και πουθενά
Ήξεραν οι παλιοί και προνοούσαν
να ’ναι ελαφρό το χώμα τους
φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι
συγύριζαν το μέσα τους, στόλιζαν τις ψυχές τους
ήξεραν να μοιρολογούν
εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους
στ’ όνειρό τους
κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου
κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι
Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκαλα
της μάνας μας…
Έχουμε αποκοπεί από τους πεθαμένους
δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας
δεν ξέρουμε να κλάψουμε
πώς να φερθούμε μπρος στο θάνατο και τι να πούμε
άδεια χελωνοκαύκαλα
Βύρων Λεοντάρης
Δεν υπάρχουν ευτυχισμένοι νεκροί
https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/mythologyΔεν υπάρχουν ευτυχισμένοι νεκροί
μήτε ασφοδίλια μήτε αναπαμένα κόκαλα
ένα σαφάρι ψυχών είναι ο χρόνος
Καλύτερα λοιπόν με τις Σειρήνες
βορά της ίδιας του της αίσθησης
χορδή και ήχος μαζί
μαρτύριο και μαρτυρία
παρά δεμένος τώρα στο κατάρτι
με τους κουφούς συντρόφους γύρω σου
να παραπλέεις τη μοίρα σου
παρέξ ελάαν...
πολύτροπος θεομπαίχτης
με χίλια δυο τεχνάσματα της ψυχής γυρεύοντας να συμβιβάσεις
πάθος και γλιτωμό
αρρώστια και επιβίωση
έγκλημα και επιβίωση
έγκλημα και δικαίωση
Στο Τύμπιγκεν σκοτείνιαζα σκοτείνιαζα
36 χρόνια λαβωμένος
όχι απ’ τα βέλη του Απόλλωνα μα απ’ τη σιωπή του φίλου
που εγώ εξακολουθούσα να του γράφω κι όταν πέθανε
(«Προς τον Σύμβουλον του μεγάλου Δουκός Φρειδερίκον φον Σίλλερ
που τώρα κατοικεί στα Ηλύσια...»)
Γυρίζοντας απ’ το Χαράρ να παντρευτώ μια κόρη της Σαρλβίλ
στη Μασσαλία με πετσόκοψαν νυστέρια και πριόνια
Στην Πίζα με ρημάξαν προβολείς φτυσιές και κουρνιαχτός
Δεν είναι γραφτό μας να πεθάνουμε από ποίηση
μα απ’ τα κοινά και ταπεινά μας πάθη
Με βρώμισες, ζωή, με βρώμισες...
Τελειώνει ο κόσμος μας τελειώνει ξεψυχούν οι δαίμονες μας
θρήνοι του Κύκλωπα στα σπλάχνα μας
λιμός των Λαιστρυγόνων στων ματιών τους σκουπιδότοπους
η απατημένη Κίρκη πόρνη στα λιμάνια
και της σφαγμένης Μέδουσας το αίμα στα ποτήρια μας
και τα φτερά του Αλόγου να ξεσκίζουνε τον ουρανό
ενώ οι οπλές του βούλιαξαν στη λάσπη του μυαλού μας
Καλύτερα λοιπόν
Στο πρακτορείο «Βιργίλιος» τσακώθηκα
επέστρεψα εισιτήριο και συνάλλαγμα
— Δώστε τον οβολό μου πίσω
θα φύγω για την Πρέβεζα. Όχι κρουαζιέρες πια στην Κόλαση
όχι αλλαγμένο νόμισμα
όχι ποιητής — ένας ανίατα άρρωστος που προσποιείται το ανίατα άρρωστο...
Καλύτερα λοιπόν με τις Σειρήνες
ένας ατόφιος θάνατος
παρά δεμένος τώρα στο κατάρτι
μέσα σ’ ένα βαρέλι αλκοόλ
και να θαλασσοδέρνεται μερόνυχτα η «Φλόριντα» ξυλάρμενη
μ’ ένα μάταιο Μισολόγγι στοιχειωμένο στα ξάρτια της
να μπαίνει κάποτε στον Τάμεση όπως λεπρός μες σε μητρόπολη
και τ’ άλογα καλπάζοντας να φεύγουν για το Νότιγχαμ
τ’ άλογα που δε φτάνουνε ποτέ στο Νότιγχαμ
γιατί κανείς μας δε γυρνάει ποτέ ώς τις ρίζες του
Λίγο πιο δώθε πάντα
σε κάποιο Χάκναλ Τόρκαντ όλοι θα θαφτούμε
Βύρων Λεοντάρης. 1976. Μόνον διά της λύπης. Αθήνα: Έρασμος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Βύρων Λεοντάρης. 1983. Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949–1976). Αθήνα: Ύψιλον.
Δυο αντισυμβατικές ποιητικές
φωνές
Κώστας Καρυωτάκης – Βύ
ρων
Λεοντάρης
–
γράφει η Βάλια Καραμάνου

Κώστας Καρυωτάκης
–
Ο ρόλος του ποιητή ανέκαθεν διαδραματιζόταν «μέσα» στην εποχή του και
στην επικαιρότητα, αλλά ταυτόχρονα μακριά. Ή μάλλον καλύτερα αποστασιοποι
ημένα από τους αποδέκτες, από την ίδια την ζωή συχνά.
Μακριά και συχνά κόντρα, ενάντια σε κάθε κατεστημένο και γενική αποδοχή.
Δυο μεγάλοι τέτοιοι ποιητές υπήρξαν ο Κωσταντίνος Καρυωτάκης και ο Βύρων
Λεοντάρης. Αντίθετοι με την πραγματικότητα, πολέμιοι, ανένταχτοι, τολμώ
ντας με την ποίησή τους να μην υπηρετούν την γενική τέρψη και αποδοχή, αλλά
να στήνονται ενώπιόν της με στίχους- καρφιά.
Ο Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) , ένας από τους
πιο σπουδαίους εκφραστές της σύγχρονης λυρικής ποίησης και της πεζογραφί
ας, αποτελεί το πρώτο παράδειγμα. Μάλιστα η επιρροή του είναι εμφανής και
στο έργο του Λεοντάρη, όπως και σε γενεές ποιητών μέχρι σήμερα.
Ο Καρυωτάκης δεν υπήρξε απαισιόδοξος με την έννοια της ρομαντικής
μελαγχολίας, αλλά -όπως ισχυρίστηκε χρόνια αργότερα ο Ζοζέ Σαραμάγκου-
«δεν είμαι εγώ απαισιόδοξος, ο κόσμος είναι απαίσιος».
Η αλήθεια είναι πως ο ποιητής δεν συμβιβάστηκε ποτέ, δεν «προσαρμόστηκε»
σε κομφορμισμούς, προκειμένου να γίνει ο ίδιος αποδεκτός ή το έργο του.
Χαρακτηριστικά γράφει στο τελευταίο του πεζό «Κάθαρσις»:
«Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύ
ρο σεβιότ* —παφ, παφ, παφ, παφ—, «έχετε λίγη σκόνη» να ειπώ, «κύριε Άλφα».
Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου,
αφού θα ‘χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό
της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά:
«Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα…». Έπρεπε, πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να
καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτε
ρο χαμόγελό μου και να τη δεχτώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέ
φος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν’
αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη
σπείρα του Δέλτα…. Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω.
Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου.
Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω. Κανάγιες!….
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου.
Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα
σας σαρώσει. Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο…
Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα.
Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα…»
Η ιδιαίτερη ειρωνεία της γραφής του, η αποδοχή της παρακμής είναι εμφα
νείς σε μια μορφή επιθετικής καταγγελίας για τις συνθήκες που διαμορφώνουν
την «κοινωνική καταξίωση». Ο ποιητής ήταν και είναι πάντα μόνος και ενά
ντιος σε κάθε τέτοια μορφή συμβιβασμού.
Παράλληλα, τονίζει την μικρότητα και το τυχαίο της ύπαρξής μας μέσα σε
ένα κλίμα γνήσιας μελαγχολίας στην συνειδητοποίηση αυτής της εφήμερης αν
θρώπινης υπόστασης:
«Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες…»
Και παρακάτω στο ποίημα «Πρέβεζα»:
«Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια…
…. Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!
Η απομόνωση του ποιητή σε ολόκληρη την ζωή του υπήρξε μονόδρομος, σαν
ένας σύγχρονος Δον Κιχώτης που ενδόμυχα ίσως ελπίζει σε κάτι άλλο, χωρίς
να μπορεί ωστόσο προσδιορίσει την φύση του, αλλά επιμένει να το αναζητά:
«Τοὺς εἶδα πίσω νά ῾ρθουνε — παράφρονες, ὡραῖοι
ρηγάδες ποὺ ἐπολέμησαν γι᾿ ἀνύπαρχτο βασίλειο —
καὶ σὰν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πὼς ρέει,
τὴν ἀνοιχτὴ νὰ δείξουνε μάταιη πληγῆ στὸν ἥλιο!
(Δον Κιχώτες, Νηπενθή)
Η σφαίρα στην Πρέβεζα ήταν μη αναστρέψιμη, όχι επειδή φύσει ο Καρυωτά
κης ήταν «φυγάς» της ζωής, αλλά – το αντίθετο- η περήφανη και ασυμβίβα
στη ιδιοσυγκρασία του δεν θα αποδεχόταν ποτέ την ζωή ενός αρρώστου, κα
ταδικασμένου στην απάθεια και στην συμβατικότητα της κλειστής επαρχιακής
κοινωνίας.
Κάτι σαν αργή θανατική καταδίκη δηλαδή. Ωστόσο, μέχρι την τελευταία στιγ
μή εκείνος δεν αφήνει το πόστο του και γράφει το τελευταίο του σημείωμα, το
οποίο αφήνει μαζί με το μπουρμπουάρ στο καφενείο, όπου πέρασε τις τελευταί
ες του δυο ώρες:
«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα
στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου
να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να
τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ.
Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία.
Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο.
Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό.
Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.
Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυ
μη καρδιά.
Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους,
έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους
παιχνίδι χωρίς ουσία.
Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες.
Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για
έναν ατιμωτικό θάνατο.
Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου.
Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ημουν άρρωστος.
Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου,
στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος
Αριστοτέλους, Αθήνας. Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.]
Και για ν’ αλλάξουμε τόνο.
Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονή
σουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα.
Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου
ανέβαινε στην επιφάνεια.
Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός
πνιγμένου. Κ.Γ.Κ….»

Βύρων Λεοντάρης
Ο Βύρων Λεοντάρης (1932 – 7 Αυγούστου 2014), ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής
γε
νιάς, κριτικός και δοκιμιογράφος, περιγράφει ακριβώς αυτό το σύνδρομο με την άκρως
διεισδυτική ματιά του, καθώς έζησε την φρίκη του πολέμου αλλά και την μετέπειτα μεταπολε
μική πλασματική «ευδαιμονία»:
«-Εἴμαστε μεσοπόλεμος, σοῦ λέω,
ἀνίατα μεσοπόλεμος… Ἃς πᾶμε
λοιπὸν κι ἀπόψε, ἃς πᾶμε πάλι κάπου
νὰ χορέψουμε ἢ νὰ σκοτωθοῦμε…»
Πρόκειται για τον θλιβερό απολογισμό των ανθρώπων που έζησαν τις φρικαλεότητες δύο
πολέμων και φέροντας αυτό το στίγμα κάνουν έναν απολογισμό ζωής που όμως τελικά α
ποδεικνύεται θλιβερός. Αυτοί που ετάχθησαν για να υπηρετούν έναν υψηλό σκοπό, όπως
η ελευθερία, η δημοκρατία, η ομοψυχία και άλλες αξίες που θα άφηναν ως παρακατα
θήκη στις επόμενες γενιές, μετατράπηκαν σε αδύναμα κενά ανθρωπάκια, υπόδουλα μιας επι
φανειακής ευμάρειας:
« Δὲν ἔχει τέλος αὐτὴ ἡ ὁμίχλη, δὲν ἔχει λευκὴ σημαία αὐτὴ ἡ ἧττα…
….Μπορεῖς νὰ σέρνεσαι μιὰ ὁλόκληρη ζωή,
ὑπογραφὴ δειλὴ μέσα στοὺς δρόμους;
Θὰ ΄ναι φριχτὸ νὰ φύγουμε ἔτσι,
δίχως μιὰ πίστη, ἕναν ἀγῶνα, μιὰ κραυγὴ
-ἄνθρωποι ποὺ πεθάναν δίχως μιὰ ἀμυχή,
ἄνθρωποι ποὺ «διελύθησαν ἡσύχως…»
(«Ἡ ὁμίχλη τοῦ μεσημεριοῦ», 1959)
Ενάντια σε κάθε μετέπειτα «τεχνητή» και επιτηδευμένη αισιοδοξία -ειδικά της σύγχρο
νης εποχής- που στην ουσία προδίδει μια ατέρμονη παθητικότητα σε μια κατάσταση παρακ
μής και αποσύνθεσης, ο Λεοντάρης διαπιστώνει με πικρία – σαν σύγχρονος πικραμένος
Καρυωτάκης και ενίοτε μελαγχολικός Καβάφης- πως:
« Ἡ ὁμίχλη μπαίνει ἀπὸ παντοῦ στὸ σπίτι
κι ὅσα γιὰ σένα εἶχες ἐλπίσει
ἔχουνε τώρα πιὰ ὅλα σβήσει
ἡ ὁμίχλη μπαίνει ἀπὸ παντοῦ στὸ σπίτι…
Σκιὰ ἦταν ὅ,τι γιὰ ζωὴ ἀγαπήθη
ἦχος στεγνὸς μιᾶς ἄδειας λέξης
σὰν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ διαλέξεις
εἶπες ἃς φράξουν τὴ φωτιὰ ἄλλα στήθη.
Ποτάμι ποὺ ἔχει μείνει ξερὴ ἡ κοίτη
πῶς νὰ ‘χεις ἔτσι ξεστρατίσει
σοῦ ἄξιζε σένα ἀλλιῶς νὰ ζήσεις
Ἡ ὁμίχλη μπαίνει ἀπὸ παντοῦ στὸ σπίτι..»
«Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
Βολεύτηκε σ’ αυτήν την προσφυγιά….
…μεσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
Στις φαντασμαγορίες του τίποτε…
…αλλά το τρομερό καραδοκεί…»
(Εν γη αλμυρά, 1996)
Ο ρόλος του ποιητή δεν έχει στην συγκεκριμένη περίπτωση καμιά πρόθεση να τέρψει το α
ναγνωστικό κοινό, να ωραιοποιήσει καταστάσεις, να δώσει ψεύτικες ελπίδες για ένα καλύ
τερο επερχόμενο – γενικώς και αορίστως- αύριο.
Μιλά για έναν κόσμο που αποσυντίθεται, για το εφήμερο και ανούσιο της ύπαρξής μας και –
ω τι κρίμα!- το καθημερινό ξόδεμα του ελάχιστου και πολύτιμού μας χρόνου σε πράγματα ευ
τελή.
«Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
Και μας ψεκάσαν με αναισθητικό
Έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο…
…και η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο…»
Contra tempo, ο ρόλος του ποιητή γίνεται «ενοχλητικός», έρχεται να «κάψει», να στηλιτεύ
σει μένοντας μακριά από κάθε μορφή κομφορμισμού.
Και βέβαια, το τίμημα είναι να μένει πάντα μόνος, μακριά από τους «αυλικούς» του, τις γνω
ριμίες και τις εκδηλώσεις, προκειμένου να μείνει αφυπνισμένη η συνείδηση- το σπουδαιότερο
και μοναδικό ίσως εφόδιο του ανθρώπου απέναντι στην θνητότητά του.
Στο ποίημά του «ο νεκρός της οθόνης», ένα από τα πιο παράξενα και συγκλονιστικά έργα
του, αναφέρεται στην τελευταία στροφή χαρακτηριστικά:
«…Κι έτσι, τρεκλίζοντας, αγκαλιαστά μπουκάραμε απρόσκλητοι
στο Poetry Bar.
Kονιάκ!…και μη μου λες εμένα ”κλείνουμε” παλιορουφιάνα
Ποτήρι και στο φίλο μας…Και μακρυά τα χέρια απ’ τον συναγερμό.
Τώρα θα δεις τι πάει να πει μεθύσι των νεκρών.
Δεν είμαστε ποιήματα για απαγγελία και πώληση αλλά για αυτοπυρπόληση.
Κάθε πρωί εξαφανίζουνε τις στάχτες μας.»
Κλείνοντας, αξίζει να γίνει αναφορά στον «Καιόμενο» του Τάκη Σινόπουλου, που αποδί
δει ακριβώς αυτή την απομόνωση του ποιητή από τον περίγυρό του.
Στην ουσία δεν είναι αποστροφή του κόσμου, αλλά αποστασιοποίηση ώστε να έχει αντικειμε
νικότερη θέασή του. Κάθε πνευματικός άνθρωπος στην ουσία διαχωρίζεται, διαδραματίζο
ντας ρόλο μεσάζοντα ανάμεσα στα εκτεινόμενα, στο «φαίνεσθαι», για τους πολλούς και
στην βαθύτερη ουσία τους, το «είναι», για τους ελάχιστους.
Ο ρόλος αυτός δεν είναι διόλου εύκολος, καθώς συχνά εγείρει αντιδράσεις, απαξιώσεις
και μπορεί να οδηγήσει στην περιθωριοποίηση ή την απαξίωση.
Προσωρινά ωστόσο, μια και τα έργα τέτοιων ανθρώπων έμειναν διαχρονικά και αναλλοίωτα
στο πέρασμα των χρόνων, όπως αποδεικνύεται μέχρι σήμερα.
«…Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο.»
(Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι. 1951-1964, Ερμής, Αθήνα 1976)
ΔΕΣ:https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/file/lib/default/data/2881938/
theFile :Αθανασιος Β. Γαλανακης ,
Βύρων Λεοντάρης: ο ελεγειακός τρόπος και η μεταπολεμική συνθήκη ,
-Διπλωματικη Εργασια-
ΔΕΣ:https://biblionet.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%








| Θέσεις για τον Καρυωτάκη | [ Κώστας Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά ] | "Η Αυγή" | 16/3/2013 |

