Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2022

Βύρων Λεοντάρης, Οδόσημο κινδύνου :ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ -Γ. Π. -

 



Οδόσημο κινδύνου-Βύρων Λεοντάρης~Ποιήμα 20-02-09


Βύρων Λεοντάρης : ο βίος ,το έργο του :ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ -Γ. Π. -

Βύρων Λεοντάρης

http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2710/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_G-Lykeiou_html-empl/index_a_32_01.html

Οδόσημο κινδύνου

Το «Οδοσημο Κινδυνου» είναι μια ποιητική σύνθεση σε τρία μέρη, από τα οποία παραθέτουμε το πρώτο. 

Έχει ως θέμα της την ποιητική μαρτυρία. Περιέχεται στη συλλογή Εν γη αλμυρά (1996), που βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο.

Γι' αυτόν που χάθηκε στη φονική στροφή

είχαμε στήσει οι φίλοι του εικονοστάσι οδόσημο κινδύνου

ξύλινο ομοίωμα ναΐσκου

με το εικονισματάκι του προστάτη αγίου του και το φυλαχτό

 

—που δεν τον φύλαξε...5
  
Επιθυμία της μάνας του που ευλαβικά τηρούσε 
συνήθειες που μοιάζουν με πάναρχαιες.7
  

Τα χρόνια κι οι βοριάδες που έγειραν τα πεύκα στον γκρεμό

το ρήμαξαν κι ό,τι έμεινε ένα κούτσουρο

(ξύλον αὖον ὅσον τ' ὄργυι' ὑπέρ αἴης...

σῆμα βροτοῖο πάλαι κατατεθνηῶτος...)

 
με μόνο μια ημερομηνία μισοσβησμένη 12
  

Για να 'ναι τώρα αυτή η ημερομηνία ο νεκρός

για να 'μαι τώρα μόνο εγώ να ξέρω

ποια νιότη τρέχοντας εδώ να παραβγεί το τέλος της

 
συγκρούστηκε με τη ζωή που ερχόταν από αντίθετα.16

Μ. Κέντρου-Αγαθοπούλου, «Ο μοτοσικλετιστής» [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου]  Γ. Πατίλης, «Ο γάμος»

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  1. Στην ενότητα των στίχων 8-12 ο ποιητής χρησιμοποιεί ομηρικούς στίχους (Ψ 327-341)*. Υπενθυμίζουμε ότι αυτοί ανήκουν στη ραψωδία Ψ της Ιλιάδας, όπου ο Όμηρος αφηγείται τους αγώνες που αθλοθέτησε ο Αχιλλέας μετά την ταφή του Πατρόκλου («άθλα επί Πατρόκλω»), Το «σήμα» ορίζεται από τον Αχιλλέα ως το τέρμα της διαδρομής των αρματοδρόμων. Αφού μελετήσετε το ποίημα και το απόσπασμα της Ιλιάδας, να βρείτε:
  2. 1) Τι το κοινό έχουν
  3. 2) Τι πετυχαίνει ο ποιητής μ" αυτή τη μετάθεση: α) στο χρόνο, β) στα «άθλα επί Πατρόκλω»
    3) Ποιος ο ρόλος του ποιητή (ο ίδιος τον καθορίζει στους τελευταίους στίχους του).

Παραθέτουμε το αρχαίο κείμενο και σε μετάφραση:

(Μιλάει ο Νέστωρ στο γιο του Αντίλοχο που πρόκειται να πάρει μέρος στις αρματοδρομίες και του δίνει οδηγίες)

...Σῆμα δέ τοι ἐρέω μάλ' ἀριφραδές, οὐδέ σε λήσει.
Ἔστηκε ξύλον αὖον, ὅσον τ' ὄργυι ὑπέρ αἴης,
ἤ δρυός ἤ πεύκης, τό μέν οὐ καταπτύθεται ὄμβρῳ,
λᾶε δέ τοῦ ἐκάτερθεν ἐρηρέδαται δύο λευκῷ
ἐν ξυνόχησιν ὁδοῦ, λεῖος δ' ἱππόδρομος ἀμφίς.
Ἤ τευ σῆμα βροτοῖο πᾶλαι κατατεθνηῶτος
ἤ τόγε νύσσα τέτυκτο ἐπί προτέρων ἀνθρώπων,
καί νῦν τέρματ' ἔθηκε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεύς...

Ψ 326-332

Σου λέω και το σημάδι ξάστερα, που θα το ιδείς κι ατός σου:
Ως μιαν οργιά απ' το χώμα κούτσουρο ξερό ψηλά προβαίνει,
και δρυ καν πεύκου —τα βροχόνερα δεν το 'χουν σαπημένο.
Δυο πέτρες το κρατούν ζερβόδεξα λευκές, εκεί που ο δρόμος
γωνιάζει κι όμως η αλογόστρατα παντού στρωτή τρογύρα.
Κάποιου το μνήμα θα ν' που πέθανε σε χρόνια περασμένα.
Για κιακροσήμαδο που το 'στησαν παλιών καιρών ανθρώποι...
Αυτό είναι το σημάδι που 'βαλε τώρα Αχιλλέας ο γαύρος...

(μτφρ.: ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ-ΚΑΚΡΙΔΗΣ, Ψ 326-333)



ΔΕΣ:https://babisvourlidas.files.wordpress.com/2015/12/unnamed-file6.pdf:ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΣΕΛ.184



ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΥΚΕΙΟΥ

- ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ -

«Οδόσημο Κινδύνου»

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΥΡΙΔΟΥ, ΠΕ02 

ΠΗΓΗ:https://www.esos.gr/sites/default/files/articles-legacy/3o_kritirio_ellinikis_glossas_v_taxis_genikoy_lykeioy_themata_-_apantiseis.pdf


Το «Οδόσημο Κινδύνου» είναι μια ποιητική σύνθεση σε τρία μέρη, από τα οποία παραθέτουμε το πρώτο.


Έχει ως θέμα της την ποιητική μαρτυρία.

 

Περιέχεται στη συλλογή Εν γη αλμυρά (1996), που βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο. 


Γι' αυτόν που χάθηκε στη φονική στροφή

είχαμε στήσει οι φίλοι του εικονοστάσι οδόσημο κινδύνου

ξύλινο ομοίωμα ναΐσκου

με το εικονισματάκι του προστάτη αγίου του και το φυλαχτό

 

—που δεν τον φύλαξε...5
  
Επιθυμία της μάνας του που ευλαβικά τηρούσε 
συνήθειες που μοιάζουν με πάναρχαιες.7
  

Τα χρόνια κι οι βοριάδες που έγειραν τα πεύκα στον γκρεμό

το ρήμαξαν κι ό,τι έμεινε ένα κούτσουρο

(ξύλον αὖον ὅσον τ' ὄργυι' ὑπέρ αἴης...

σῆμα βροτοῖο πάλαι κατατεθνηῶτος...)

 
με μόνο μια ημερομηνία μισοσβησμένη 12
  

Για να 'ναι τώρα αυτή η ημερομηνία ο νεκρός

για να 'μαι τώρα μόνο εγώ να ξέρω

ποια νιότη τρέχοντας εδώ να παραβγεί το τέλος της

 
συγκρούστηκε με τη ζωή που ερχόταν από αντίθετα.


(μτφρ.: ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ-ΚΑΚΡΙΔΗΣ, Ψ 326-333) 


ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΥΚΕΙΟΥ

- ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ -

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΥΡΙΔΟΥ, ΠΕ02 

 

1 Στην ενότητα των στίχων 8-12 ο ποιητής χρησιμοποιεί ομηρικούς στίχους (Ψ 327-341).


 Υπενθυμίζουμε ότι αυτοί ανήκουν στη ραψωδία Ψ της Ιλιάδας, όπου ο Όμηρος αφηγείται τους αγώνες που αθλοθέτησε ο Αχιλλέας μετά την ταφή του Πατρόκλου («ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ»).


 Το «σῆμα» ορίζεται από τον Αχιλλέα ως το τέρμα της διαδρομής των αρματοδρόμων. 


ΘΕΜΑΤΑ 

Α/i.

Λαμβάνοντας υπόψη τους τελευταίους στίχους του ποιητικού αποσπάσματος, να περιγράψετε το ρόλο του ποιητή σε μια παράγραφο 50-60 λέξεων. 

(Μονάδες 20) 


Α/ii. Σε κάθε έναν από τους παρακάτω ισχυρισμούς να δώσετε τον χαρακτηρισμό “Σωστό” ή “Λάθος”, με βάση το κείμενο.


Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας με μια συγκεκριμένη αναφορά στο ποιητικό κείμενο.

 α. Στην πρώτη στροφή ο ποιητικός λόγος ενέχει σαρκασμό στον οποίο ελλοχεύει η τραγική ειρωνεία του ατυχήματος και του θανάτου.

 β. Το εικονοστάσι έχει μεγάλη αξία για το ποιητικό υποκείμενο, καθώς αποτελεί εκπλήρωση προσωπικής του επιθυμίας. 

γ. Στην τρίτη στροφή του ποιητικού κειμένου παρουσιάζεται η αρχική κατάσταση του ναΐσκου.

 δ. Η νιότη αψηφά τον κίνδυνο και ρισκάρει την ίδια τη ζωή.

 ε. Η ποίηση διασώζει εντέλει τη μνήμη του νεκρού φίλου. 

(Μονάδες 10) 


Β/i.

Να επισημάνετε τρία (3) χαρακτηριστικά της «νεωτερικής» ποίησης στην οποία ανήκει το ποίημα που σας δόθηκε.


 Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο ποίημα.

 (Μονάδες 15)


 Β/ii.

α) «είχαμε στήσει οι φίλοι του εικονοστάσι οδόσημο κινδύνου» 


β) «Τα χρόνια κι οι βοριάδες που έγειραν τα πεύκα στον γκρεμό/ το ρήμαξαν κι ό,τι έμεινε ένα κούτσουρο»


 γ) ποια νιότη τρέχοντας εδώ να παραβγεί το τέλος της/ συγκρούστηκε με τη ζωή που ερχόταν από αντίθετα» 


Ποια εκφραστικά μέσα χρησιμοποιούνται στους πιο πάνω στίχους και ποια η λειτουργία του; 

(Μονάδες 15)


 Γ. Παραγωγή κειμένου 

 Από ποια σκοπιά πραγματεύεται το θέμα της απώλειας το ποίημα του Λεοντάρη;

 Να αναπτύξετε τις σκέψεις σας σε 100-150 λέξεις

ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΓΓΤΣΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ...

Καμικάζι, τι ζητάς; Δυο ποιήματα ("Ο Μοτοσικλετιστής"- Μ. Κέντρου- Αγαθοπούλου και "Οδόσημο Κινδύνου" - Β. Λεοντάρης), μερικά τραγούδια και λίγα λόγια περί μνήμης και αθανασίας

https://afterschoolbar.blogspot.com/2013/12/blog-post.html
    Εδώ θα ταίριαζε περισσότερο αυτό που είπα σε προηγούμενη ανάρτηση, ότι η 3η μεταπολεμική γενιά ποιητών, η  «γενιά της αμφισβήτησης», ήταν τόσο τσαμπουκαλεμένη που στράφηκε εναντίον και της ίδιας της αμφισβήτησης,  όταν τουλάχιστον  εξέπιπτε σε μόδα και μέσο εντυπωσιασμού.  Τυπικά βέβαια, οι δυο ποιητές με τους οποίους θα ασχοληθούμε σήμερα ανήκουν περισσότερο στην δεύτερη μεταπολεμική γενιά, εξ ου και η δυσθυμία κι η μελαγχολία…
   

Τα δυο ποιήματα τα οποία ήταν η αφόρμηση για αυτήν την ανάρτηση εκκινούν και σχολιάζουν το στερεότυπο του μηχανόβιου, τόσο στην μυθοποιημένη-αρχετυπική μορφή του. (του ανθρώπου δηλαδή που διψάει για ανοιχτούς ορίζοντες, περιπέτεια και ελευθερία και περιπλανιέται για την αναζήτησης τους, όπως –καληώρα- ο Τσε με το μεγάλο του ταξίδι ενηλικίωσης από την Αργεντινή
στο Μεξικό το 1952, το οποίο γυρίστηκε ταινία με βάση το ημερολόγιο του πρόσφατα), όσο και στην παρέκκλιση σου σε μόδα.  Ως στερεότυπο της λαϊκής κουλτούρας με ευρεία διάδοση άρχισε να δημιουργείται την επαύριον του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέσα στα πλαίσια των πρώτων ματαιώσεων του αμερικανικού ονείρου, σε μια Αμερική αδιαφιλονίκητη νικήτρια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και νεογέννητη παγκόσμια υπερδύναμη.  

Το σινεμά ήταν εκείνο που κατασκεύασε και διάδωσε ουσιαστικά την εικόνα του μηχανόβιου, που δεν σηκώνει πολλά, είναι ντυμένος σε μαύρο δέρμα, γυρεύει παντού φασαρίες και τριγυρνάει με την  μεγάλη μηχανή του συνεχώς στους απέραντους αμερικανικού δρόμους,  επιδιώκοντας μια ελευθερία που στρέφεται ενάντια στο άλλο στερεότυπο της εποχής, αυτό της χαρούμενης οικογένειας με το σπίτι στα προάστια. Το αρχέτυπο αυτό ταυτίστηκε την γοητευτική για όλους μορφή του Μάρλον Μπράντο, πρωταγωνιστή στην ταινία του "The wild one", μια ταινία 

εξαιτίας της οποίας ο μηχανόβιος έγινε αναπόσπαστο μέρος της λαϊκής κουλτούρας. 

 Τον ενδυματολογικός κώδικα του μηχανόβιου και το συγκρουσιακό/αμφισβητιακό πλαίσιο με το οποίο περιβάλλονταν το δανείστηκε, το ενσωμάτωσε, και το διάδωσε περισσότερο  μετά το 1955 η κουλτούρα του ροκ εν ρολ, άλλοτε γνήσια κι άλλοτε ως μόδα.  Αργότερα, τη  δεκαετία του '60', εμφανίστηκαν πιο "ανάλαφρες", αστικές εκδοχές του μύθο, όπως το κίνημα των ''mods "  με τα ιδιαίτερα κουρέματα, τα σκουτεράκια και τον ακήρυχτο "εμφύλιο" με τους καθαυτό μηχανόβιους, τους "Rockers", για το ποιος είναι περισσότερο working class  hero, βασιλιάς για μια νύχτα.
    Λέγεται ότι το κατεστημένο ότι δεν μπορεί να νικήσει το κάνει μόδα και έτσι το αφοπλίζει από οτιδήποτε εκρηκτικό διαθέτει και κάτι τέτοιο έγινε με την κουλτούρα του μηχανόβιου. Εννοώ, αν το δούμε κοινωνιολογικά και αποστασιοποιημένα, εκφράζει κατά κάποιον τρόπο την χρεοκοπία και την αλλοτρίωση  του δυτικού τρόπου ζωής και τη δυσθυμία και τα αδιέξοδα της νέας κυρίως γενιάς, η οποία μη έχοντας από που να κρατηθεί σε ένα απρόσωπο κόσμο που της στερεί το μέλλον, στρέφεται σε ψευδοφάρμακα και ξοδεύει την ενεργητικότητα της σε πράγματα κενά και επουσιώδη, που ακόμα κι αν έχουνε κάποιο περιεχόμενο, καθιστάμενα μόδα,

Δεν είναι τυχαίο ότι στην χαρακτηριστική για το κίνημα των mods ταινία "Quadrophenia", η οποία βασίζεται στην ομώνυμη ροκ όπερα των  “Who”,  ο
 πρωταγωνιστής, όταν αντιλαμβάνεται ότι το ίνδαλμα του, ο αρχηγός μια συμμορίας τον οποίον υποδύεται ένας νεότατος Στινγκ, που τα σαββατοκύριακα γεμάτος στυλ και πόζα ηγείται των "εμφυλίων" πολέμων, κατά την διάρκεια της βδομάδας δουλεύει  ως παιδί για τα θελήματα σε ένα ξενοδοχείο και τον έχουν του κλώτσου και του μπάτσου, θυσιάζει το σκούτερ του πετώντας το στη θάλασσα από ένα γκρεμό. (Το είχαν πει κι αλλού οι Who:  "I won't get fooled again". Με την καλύτερη εισαγωγή ever...)
  
  O μύθος όμως του μηχανόβιου δεν είχε πρόθεση να εκπέσει σε μόδα αμαχητί. Λίγο πριν ο Μόρισον δώσει υπαρξιακή χροιά στις συμμορίες των Hell Angels, με το τραγούδι "Riders on the storm " (1971)  

 και λίγο μετά (1967) από τότε που οι  Stepenwolf  έγραψαν το απόλυτο "μηχανόβιο" τραγούδι και  υμνήσουν, επαναφέροντας στις αρχετυπικές της διαστάσεις,  την ανεξαρτησία και την αμφισβήτηση
 του μοτοσικλετιστή (δίνοντας παράλληλα το όνομα σε μια νέα μουσική τάση, γιατί από το στίχο heavy metal thunder πήρε το όνομα του το heavy metal), παρουσιάζεται στην ταινία του Ντένις Χόπερ "Easy riders"(1969) μια  πιο  πολιτικοποιημένη και ενταγμένη στο σχετικό κίνημα της αμφισβήτησης

  εκδοχή του μύθου του μοτοσικλετιστή (και  ταυτόχρονα απολογητική   κατά κάποιο τρόπο  για τους σκληροπυρηνικούς Hell's Angels).  

Ο μηχανόβιος παρουσιάζεται αντικομφορμιστής, πασιφιστής,  λάτρης του μποέμικου τρόπου ζωής και της ελευθερίας, ο οποίος γίνεται,  εξαιτίας της αρνητικής κατασκευασμένης από τον Τύπο, στερεοτυπικής εικόνας του,  ρατσιστικό θύμα από το συντηρητικό, συμβιβασμένο και υποκριτικό τμήμα της κοινωνίας... 
    

Λίγο μετά (το 1974), το "αφεντικό", δίνει απελευθερωτικές διαστάσεις στην εικόνα του μηχανόβιου, γράφοντας στο εμβληματικό του τραγούδι "Born to run"   ότι αυτές οι "μηχανές

αυτοκτονίας" είναι ο μόνος τρόπος να ξεφύγουν από μια πόλη που είναι "παγίδα αυτοκτονίας"   ανθρώποι "γεννημένοι να τρέχουν" και προσκαλεί την αγαπημένη του Γουέντυ σε ένα ταξίδι λύτρωσης κι απελευθέρωσης στις πλατιές λεωφόρους με τους "σακατεμένους ήρωες"... .

 Ήταν δε η επιδραστικότητα του τραγουδιού τέτοια, που παραφρασμένους έγραφε τους στίχους του στη χακί σχολική του τσάντα ένας πιτσιρικάς που δεν είχε καβαλήσει ποτέ μηχανή σε ένα ορεινό χωριό της Πελοποννήσου δεκαπέντε χρόνια μετά (ονόματα δε λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε!): 

"Πεθάνετε τώρα που είστε νέοι, γιατί αλήτες σαν κι εμάς είναι γεννημένοι να τρέχουν πάνω σε μηχανές αυτοκτονίας που ξεχύνονται αφηνιασμένες".
    

Κάπου εδώ μπαίνει στο κόλπο και η Ελλάδα, η οποία  προσπαθούσε  τα προηγούμενα  χρόνια να επουλώσει τις πληγές του Εμφυλίου, ούσα η μισή στην Μακρόνησο και  η άλλη μισή στις φάμπρικές
 της Γερμανίας  και στου Βελγίου τις στοές, και πανωπροίκι αποκτώντας στην καμπούρα της  και μια Χούντα το 1967. 

Μετά την πτώση της χούντας και της παρανοϊκής πίεσης που ασκούσε, η  διψασμένη, ελληνική κοινωνία ήταν έτοιμη να υποδεχθεί όποια συνήθεια ή μόδα ερχόταν από την Δύση, άλλες φορές δημιουργικά και αφομοιωτικά, κι άλλες φορές πιθηκίζοντας, όπως είναι φυσικό. 

Το ίδιο έγινε και με τους μηχανόβιους και την μυθολογία τους, η οποία μεταφέρθηκε με όλες τις υποομάδες της στην Ελλάδα. Τους ελεύθερους κι ωραίους, τους αντικομφορμιστές, τους πιτσιρικάδες με τα παπάκια, τους τσόγλανους,  τους δήθεν, κυρίως αυτούς.

 Όλοι αυτοί ωστόσο,  στεγάστηκαν κάτω από την ονομασία "καμικάζι", ενδεικτικό της αντίληψης  που είχε η  συντηρητική κυρίως πλευράς της ελληνικής κοινωνίας για τους μηχανόβιους.

 Στο μυαλό του μέσου Έλληνα , ο καμικάζι ήταν ένας τύπος με μεγάλη μηχανή και πειραγμένη εξάτμιση ώστε να κάνει θόρυβο ( εξ ου και η αξέχαστη διαφήμιση "Τους ξύπνησε όλους, γιατί;"), μακριά μαλλιά και δερμάτινα ρούχα, στην καλύτερη περίπτωση αλητόβιος και στην χειρότερη τσαντάκιας ή ληστής τραπεζών.
Πως γεννιέται ο καμικάζι; Το ομώνυμο τραγουδάκι του Λουκιανού Κηλαηδόνη που σατιρίζει  και την εικόνα του καμικάζι, και το αντίκτυπο αυτής στην κοινωνία, το περιγράφει γλαφυρά:

 Ο υποψήφιος καμικάζι,  για να εκμοντερνιστεί και να διαχωρίσει τη θέση του  από την περασμένη γενιά και τα σκουριασμένα της μυαλά, παρατάει το σχολείο (ήταν κάπου τότε που  ξεκίνησε η  αδιαφορία για το σχολείο να βαφτίζεται μαγκιά και η άγνοια να πλασάρεται ως αξία, πράγματα δηλαδή που ακόμα μας ταλαιπωρούν ως κοινωνία) , δεν στεριώνει σε δουλειά και αφού βάλει τους γονείς του να του πάρουν μηχανή, τριγυρνάει ελεύθερος, ωραίος κι "επαναστάτης".
    

Αυτή τη διάσταση του του καμικάζι, πρόβαλλε  ιδιαίτερα ο εμπορικός κινηματογράφος της εποχής του  '80 (σχηματικά κινηματογράφος, βιντεοκασέτες ήταν οι περισσότερες ), άλλοτε σατιρίζοντας τους με κωμωδίες όπως το "Ο παπασούζας" το "Καμικάζι, αγάπη μου" ή το "Καμικάζι-τσαντάκιας"  κι άλλοτε δαιμονοποιώντας τους ως την υπέρτατη απειλή για την κοινωνία σε ταινίες όπως  οι "Τα τσακάλια" και  "Οι χούλιγκανς"

Παράλληλα,  εμπορικά τραγούδια  όπως το "Ο Νίνο και το παπί του" και το "Κάτσε, κάτσε στο παπί μου", παρουσίαζαν μια πιο ανάλαφρη, σκανταλιάρικη και ακίνδυνη, εν τέλει, εικόνα, απευθυνόμενα σε νεαρές ηλικίες...
   

Εννοείται προφανώς ότι δεν ήταν όλοι οι μηχανόβιοι τέτοιοι, ούτε όλοι τους έβλεπαν ως τέτοιους. Ενδεικτικά είναι όσα γράφει ο μη έχων καμιά σχέση με μηχανές Γιώργος Ιωάννου στο "Μοτοσικλέτας εγκώμιο".

 Αν δε ο αναβάτης  τύχαινε να είναι κάποιος λαρτζ, ευδαιμονιστής και ισορροπημένος παντοειδώς τύπος, ένα μικρά ταξίδάκι   "Από το πάρκο στην Μυροβόλο"  είναι αρκετό για να

διαδραματιστεί μια  πραγματική μυσταγωγία, καθώς στο μηχανάκι ,που αστράφτει στον ήλιο, αντανακλά το χαμόγελο της κοπέλας με την οποία είναι ερωτευμένος και τον εκτινάζει στο φώς...
"Και τι ζητάω; Μια ευκαιρία σον παράδεισο να πάω..." (Όχι, δεν είναι μαύρο χιούμορ)
   Αλητάμπουρες, χουλιγκάνοι, δήθεν, φασιον βίκτιμς, λάτρεις της ελευθερίας, ψαγμένοι, ασυμβίβαστοι, αντικομφορμιστές ή ό,τι άλλο,   ένα κοινό στοιχείο όλων των φυλών ήταν η λατρεία της ταχύτητας και ο ίλιγγος θανάτου την οποία  συνεπάγεται αυτή.  

Άλλωστε, "καμικάζι" στα ιαπωνικά σημαίνει" ιερός άνεμος" και έτσι αποκαλούταν οι πιλότοι αυτοκτονίας που έπεφταν πάνω σε εχθρικούς στόχους αδιαφορώντας της ζωής τους·  έτσι ονομάζονται  και οι βομβιστές αυτοκτονίας έκτοτε.

Και η ονομασία των μηχανόβιων ως καμικάζι προδίδει το συνεχές  φλερτ  αρκετών από αυτούς με το θάνατο, εφόσον και αντικειμενικά ένα τροχαίο με μηχανή είναι εκ προοιμίου πιο επικίνδυνο για τους αναβάτες, μιας και είναι το σώμα τους ουσιαστικά απροφύλαχτο.
   

Αυτήν  τη διάσταση του μηχανόβιου, εκείνου δηλαδή που φλερτάρει με το θάνατο, σχολιάζουν  και τα δυο ποιήματα για τα οποία θα μιλήσουμε - όχι εκτενώς- σήμερα αλλά και τα τέσσερα τραγούδια με τα οποία θα τα παραλληλίσω στα πεταχτά. Όχι όμως καταγγελτικά, αλλά με τρυφερότητα και θλίψη, καθώς μάλιστα στο ένα από τα δυο το ποιητικό υποκείμενο αποκαλύπτεται ότι είναι φίλος του μηχανόβιου.
   


 Οπότε σιγά- σιγά περνάμε στο δεύτερο ποίημα, το "Οδόσημο κινδύνου" του Βύρωνα Λεοντάρη. 

Πρώτα όμως λίγα λόγια για την μνήμη. Το αντίθετο της μνήμης είναι η λήθη, η λησμονιά. 

Κι άρα,  αληθινό (αλήθεια = α + λήθη) είναι αυτό που δεν ξεχνιέται (ό,τι ξεχνιέται, όντας σαν να μην έγινε ποτέ, γίνεται ψεύτικο). 

Παράλληλα,  η απόκτηση της συνείδησης από τον άνθρωπο σήμανε ταυτόχρονα και την  επίγνωση  του επικείμενου και αναπόφευκτου θανάτου του. 
Δεν είναι τυχαίο που στα παραμύθια (ένα είδος αφήγησης που προέρχεται από το λαό, στο οποίο η φαντασία έχει πρωτεύοντα  ρόλο και τα δεσμά της πραγματικότητας αίρονται), η λυδία λίθος, το Άγιο Δισκοπότηρο, το μέγιστο κατόρθωμα είναι η ανακάλυψη της πηγής με το αθάνατο νερό· ούτε είναι τυχαίες στις  περισσότερες αρχαίες μυθολογίες οι ανυψώσεις σε θεούς ηρώων, όπως ο Ηρακλής ή οι Διόσκουροι, και σε αρκετές άλλες θρησκείες , αρχαίες, όπως η αιγυπτιακή, ή σύγχρονες, η σημασία που δίδεται στη μετά θάνατον ζωή. Στον πραγματικό κόσμο ωστόσο, η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα αθανασίας είναι μνήμη.

Το ύψιστο ιδανικό της ομηρικής κοινωνίας, ας πούμε ήταν η υστεροφημία. Οι ήρωες επιδίωκαν να κάνουν μεγάλα κατορθώματα ώστε να μείνουν στην μνήμη των ερχόμενων γενιών. Η δόξα δηλαδή  είναι μια παράμετρος της μνήμης αυτής. 

Αλλά κι οι  ποιητές, σε κάθε εποχή,  συχνότατα αναφέρονται στην ποίηση ως φορέα υστεροφημίας, και για τους ίδιους αλλά  και για τα θέματα τους (αλλά για το τι στρίντζω είναι αυτή η αθανασία, έχουμε πει εδώ).
    

Στο μυθιστόρημα με προεκτάσεις δοκιμίου "Αθανασία" του Τσέχου συγγραφέα Μίλαν Κούντερα, η αθανασία ταυτίζεται με την μνήμη και χωρίζεται σε δυο μεγάλες κατηγορίες. Στη "μεγάλη" αθανασία και στην "μικρή". Τη «μεγάλη» αθανασία την κερδίζουν άνθρωποι όπως ο Αχιλλέας, ο Αϊνστάιν, ο Αριστοτέλης κ.λ.π, . Εκείνοι δηλαδή που με τη ζωή και το έργο τους κατόρθωσαν να μείνουν στη μνήμη όλων των ανθρώπων και μάλιστα διαχρονικά, σε κάθε εποχή, περισσότερο ή λιγότερο.

 Μια πλευρά της "μεγάλης" αθανασίας είναι η "καταγέλαστη" αθανασία, εκείνη δηλαδή που προκαλείται όχι από  από πράξεις αρνητικές ή καταγέλαστες για αυτόν που μένει στην μνήμη. Ορισμένες φορές - όπως στην περίπτωση του Ηρόστρατου ο οποίος έκαψε το ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο ώστε να μείνει το όνομα του στη μνήμη των ανθρώπων, εξ ου και αυτού του είδους η μνήμη  ονομάζεται "ηροστράτειος δόξα" -αυτό γίνεται ηθελημένα.

 Σε άλλες περιπτώσεις όμως, γίνεται χωρίς τη θέληση του και ενίοτε και επισκιάζοντας άλλες σημαντικές πράξεις του.  Ο Δανός αστρονόμος Τάικο Μπράχ δεν έμεινε στην μνήμη, ας πούμε, για τις πολύ σημαντικές του αστρονομικές παρατηρήσεις (ο Κοπέρνικος σ' αυτόν βασίστηκε για να θεμελιώσει  το ηλιοκεντρικό σύστημα), ούτε καν για τον ηδονιστικό τρόπο ζωής του, που ερχόταν σε σύγκρουση με το θρησκειολαγνικό, πουριτανικό κλίμα της μεσαιωνικής Ευρώπης. 

Έμεινε στην ιστορία για τον γελοίο τρόπο που πέθανε. Προσκεκλημένος σε γεύμα, ντράπηκε να σηκωθεί να πάει στην τουαλέτα, κατέρρευσε η λειτουργία των νεφρών του και πέθανε, ελπίζοντας στο επιθανάτιο παραλήρημα του να μην πέρασε η ζωή του άδικα και να μείνει το έργο του στην μνήμη.  [Νεότερες έρευνες, ωστόσο στοιχειοθετούν δηλητηρίαση του με υδράργυρο·  είτε από ατύχημα,  είτε από δυσαρεστημένους συντρόφους των ασωτιών του, είτε από εχθρούς του επιστημονικού του έργου. Για να λέμε και τα πράγματα με τα όνομα τους δηλαδή. Ωστόσο, ακόμα έχει μείνει στην μνήμη ως εκείνος που πέθανε γιατί δεν ντράπηκε να πάει στην τουαλέτα...).


     Σε αντιδιαστολή με την "μεγάλη" αθανασία, υπάρχει και η «μικρή» αθανασία, η μνήμη που απομένει στους ανθρώπους  που αγαπούσαν, γνώριζαν, ήταν φίλοι ή είχαν σχέσεις με τον νεκρό. Μόνο που αυτή η αθανασία, πέρα από μικρής έκτασης έχει και μικρή χρονική διάρκεια, καθώς φθίνει  στο πέρασμα του χρόνου και εξαφανίζεται εντελώς  νομοτελειακά, με τον βιολογικό θάνατο όλων όσων θυμούνται. 

Και με αυτή την μνήμη, την "μικρή "αθανασία, ασχολείται το ποίημα του Βύρωνα Λεοντάρη  "Οδόσημο Κινδύνου".
   
Ο τίτλος παραπέμπει στα προσκυνητάρια, τα εικονοστάσια, τα αναθηματικά εκκλησάκια. Τους ναΐσκους  δηλαδή που κτίζονται προς τιμή και μνήμη του νεκρού ενός τροχαίου και τοποθετούνται συνήθως στο σημείο που έχασε τη ζωή του. 

Και καθώς τα χρόνια περνούν επιτελούν ακόμα μια  ανεπίσημη λειτουργία, αυτή της οδικής σήμανσης καθώς προειδοποιούν τους οδηγούς για τον κίνδυνο που υπάρχει στο σημείο (Όχι πάντα με επιτυχία, στην παλιά Εθνική Τρίπολης - Καλαμάτας, ερχόμενος από Καλαμάτα και κατηφορίζοντας για Τρίπολη, ακριβώς  κάτω από τις γραμμές τους τραίνου, σε μια δύσκολη στροφή, μπορεί κανείς να μετρήσει πολλά τέτοια κτίσματα, δείγμα της τάσης των ανθρώπων να πιστεύουν ότι η ώρα του θερισμού δεν αφορά καθόλου το δικό τους χωράφι, που λέει κι Σεφέρης).
     

Εκκινώντας το ποίημα, μια συναισθηματικά φορτισμένη ποιητική φωνή με θλίψη δικαιολογημένη, εφόσον ο νεκρός είναι φίλος της, αποκαλύπτει ότι ένα τέτοιο κτίσμα τοποθέτησαν αυτός κι  άλλοι  φίλοι του νεκρού με την εικόνα του προστάτη του αγίου και το φυλακτό του. 

Κι η πίκρα στάζει βαριά στην γεμάτη σαρκασμό παρατήρηση πως τελικά δεν το φύλαξαν. Γιατί πίσω από τον σαρκασμό ελλοχεύει η τραγική ειρωνεία του ατυχήματος και του θανάτου.
     


Στην δεύτερη στροφή, αναφέρει ότι το έκαναν αυτό ακολουθώντας τις επιθυμίες της μάνας του νεκρού, που ήταν φορέας τέτοιων πανάρχαιων αντιλήψεων. Θυμηθείτε και τον Ελπήνορα, τον σύντροφο του Οδυσσέα, που σκοτώθηκε, έμεινε άταφος και, όταν τον συνάντησε στον Κάτω κόσμο που είχε πάει  Οδυσσέας για να πάρει χρησμό, ζήτησε να τον θάψουν και να βάλουν για σημάδι πάνω απ’ τον τάφο του το κουπί του. «Το ζήτησε η μάνα του νεκρού»  σημαίνει επίσης, ότι για το ποιητικό υποκείμενο καμιά σημασία δεν είχε η συγκεκριμένη πράξη.
   

 Στην τρίτη στροφή παρουσιάζει την τωρινή κατάσταση του ναΐσκου, καθώς τα χρονιά περνούν κι είναι έκθετος στις καιρικές συνθήκες. Ένα σκέτο κούτσουρο με μια σβησμένη ημερομηνία, έμμεση αναφορά στην μνήμη του νεκρού που αρχίζει να ξεθωριάζει.

 Η αναφορά στην  Ιλιάδα με το παλιό ταφικό σημάδι ενός νεκρούς που ξεχάστηκε, προσδίδοντας χρονικό βάθος, δίνει παράλληλα και διαχρονική και πανανθρώπινη διάσταση στο γεγονός.
  

Στην τελευταία στροφή εκφράζεται η πικρία, το παράπονο, η οργή (και παράλληλα, η συναίσθηση της ευθύνης της μνήμης) τα οποία νοιώθει η ποιητική φωνή και για τη φρίκη του θανάτου  (η οποία παραμένει νωπή παρά τα χρόνια που έχουν περάσει), και που  μόνο η δική του μνήμη έχει απομείνει και κρατάει ζωντανό τον χαμένο φίλο, και  για την επίγνωση της απώλειας,  του ξοδέματος μιας νιότης που έχασε την επόμενη στροφή - απρόσμενα, ανυποψίαστα και πάρωρα- και τώρα ζει μόνο στο μυαλό όσων φίλων θυμούνται
 (Παρεμπιπτόντως, η μνήμη του φίλου διασώζεται και μέσα από αυτό το ποίημα, άρα με ένα ερμηνευτικό σάλτο, θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε κι εδώ την λειτουργία της ποίησης ως φάρμακο ενάντια στην φθορά ).

 Και καταλήγει  τελικά να γίνει  "οδόσημο κινδύνου". Όχι μόνο οδικό αλλά και της ζωής της ίδιας που περνάει ανεπιστρεπτί, ξοδεύεται, χάνεται, ξεχνιέται..."Και τα παιδιά του αγάλματα, κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας στα διαστήματα των ξεχασμών του και τα καράβια του αραγμένα σ' άφαντα λιμάνια ...'' που λέει (ξανά) ο ποιητής.
   Την δεκαετία του ‘80, πολλά ήταν και τα τραγούδια που με  αντίστοιχη τρυφερότητα και θλίψη μνημόνευαν (η λέξη με όλη την κυριολεκτική της σημασία ) τον ίλιγγο της ταχύτητας και το φλερτ με το θάνατο των μοτοσικλετιστών, θέλοντας να το αναδείξουν ως κοινωνικό ζήτημα και να ευαισθητοποιήσουν τον κόσμο, απομυθοποιώντας το στερεότυπο και όχι δαιμονοποιώντάς το.