ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ: ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΕ ΔΙΔΑΞΑΝ ΤΟ ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΟ (2009)
ΤΑΙΝΙΑ του Κώστα Νταντινάκη
Η Βικτωρία Θεοδώρου προέκτεινε την ποίησή της πέρα από τον
απόηχο της «γενιάς της ήττας», ατενίζοντας λυρικά τον αγωνιζό
μενο άνθρωπο της Ιστορίας μέσα από το δέος και τη μοναξιά του
απέναντι στο χρόνο και το σύμπαν.
https://www.youtube.com/watch?v=jPqWUYwe8LU
Γεννήθηκε στα Χανιά της Κρήτης.
Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια.
Σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων πήρε μέρος στην αντίσταση.
Μετά την απελευθέρωση συνέχισε το Γυμνάσιο και μπήκε οτη Σχολή Νοσοκόμων.
Κατόπιν σπούδασε Φιλολογία.
Έργα της:
Ποιήματα (1957), Βορεινό προάστιο (1966), Ουρανία (1978) κ.ά.
Η ποίησή της διακρίνεται για την απλότητα και την ειλικρίνεια του αισθήματος.
Γιώργος Σταθόπουλος (γεν. 1944), εικόνα για την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη
ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ: ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΕ ΔΙΔΑΞΑΝ ΤΟ ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΟ (2009)
ΤΑΙΝΙΑ του Κώστα Νταντινάκη
Η Βικτωρία Θεοδώρου προέκτεινε την ποίησή της πέρα από τον
απόηχο της «γενιάς της ήττας», ατενίζοντας λυρικά τον αγωνιζό
μενο άνθρωπο της Ιστορίας μέσα από το δέος και τη μοναξιά του
απέναντι στο χρόνο και το σύμπαν.
Βικτωρία Θεοδώρου
| Βικτωρία Θεοδώρου | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Γέννηση | 21/12/1925 Χανιά |
| Θάνατος | 15/2/2019 Αθήνα |
| Εθνικότητα | Έλληνες |
| Χώρα πολιτογράφησης | ΕΛΛΙΝΙΚΗ |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Νέα ελληνική γλώσσα |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ-ΠΟΙΗΤΡΙΑ |
Η Βικτωρία Θεοδώρου (1925-2019), ήταν Ελληνίδα ποιήτρια, εκπρόσωπος της Β' Μεταπολεμικής Γενιάς.
Γεννήθηκε στα Χανιά στις 21 Δεκεμβρίου 1925.
Το 1936 έχασε τον πατέρα της. Με σκοπό να γίνει δασκάλα η μητέρα της την οδήγησε στο Ίδρυμα Καλοκαιρινού Ορφανοτροφείο Παρθεναγωγείο Ηρακλείου, στο οποίο έζησε τρία χρόνια, και τελείωσε το δημοτικό σχολείο
Το 1939.γραφτηκε στο 2ο Γυμνάσιο Θηλέων Χανίων και το τελείωσε στα Χανιά μέσα στη γερμανική κατοχή.
Συγχρόνως λάμβανε μέρος στην Εθνική Αντίσταση . Το 1943 έγινε μέλος της Ε.Π.Ο.Ν και της Επιμελητείας του Αντάρτη.
Στην Αθήνα έφθασε το 1945 με στόχο να σπουδάσει στη Σχολή Επισκεπτριών Αδελφών και το 1948 πέτυχε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών .
Την συνέλαβαν ως αριστερή και την εξόρισαν συνολικά 4 χρόνια στη Χίο, το Τρίκερι και τη Μακρόνησο.
Ποτέ δεν έκανε δήλωση ούτε ανήκε σε κάποιο κόμμα .
Το 1952 αφέθηκε ελεύθερη ως "αδειούχος εξόριστη" μετά από προσπάθειες του συμπατριώτη της Χαρίδημου Σπανουδάκη, τον οποίο παντρεύτηκε το 1955.
Επέστρεψε στις σπουδές της και αργότερα απέκτησε δίδυμες κόρες την Ειρήνη και την Μαρία. Με την βοήθεια τους πήρε το πτυχίο της το 1986 .
Απεβίωσε στις 15 Φεβρουαρίου 2019

Ελλάδα
Η Βικτωρία Θεοδώρου γεννήθηκε στα Χανιά Κρήτης το 1926, κόρη πλανόδιου
αγιογράφου από τη Σερβία.
O πρόωρος θάνατος του πατέρα της -ήταν μόλις οχτώ χρονών- και η φτώχεια
της Xανιώτισσας μητέρας την υποχρέωσαν να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο
στο Hράκλειο.
Στα δεκάπεντε της χρόνια διέκοψε τις σπουδές της για να πάρει μέρος στην
Εθνική Aντίσταση.
Mε την απελευθέρωση (1944) ήρθε στην Aθήνα, τέλειωσε το Γυμνάσιο και γρά
φτηκε στη Φιλοσοφική σχολή (φιλολογικό τμήμα).
Tον Mάιο του 1948, ξεκίνησε για τη Βικτωρία Θεοδώρου ο κύκλος των φυλα
κών και των εξοριών (Xίος, Tρίκερι, Mακρόνησος), μέχρι το 1952, οπότε επέ
στρεψε στην Aθήνα ως αδειούχος εξόριστη.
Παρουσιάστηκε στα γράμματα από το περιοδικό "Επιθεώρηση Τέχνης".
Το πρώτο της βιβλίο εκδόθηκε το 1957.
Έκτοτε καλλιέργησε την ποίηση, αλλά κυρίως συνεργάζεται με πολλά περιο
δικά.
Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: "Ποιήματα", "Eγκώμιο",
"Kατώφλι και παράθυρο", "Bορεινό προάστιο", "Tο λαγούτο", "H εκδρομή",
"Oυρανία", " Άρειος ύπνος", "H νυχτωδία των συνόρων", "Mειλίγματα", "Xρο
νικό","Eυνοημένοι"·
τα πεζογραφήματα "Στρατόπεδα γυναικών" και "Γυναίκες εξόριστες στα
στρατόπεδα του εμφυλίου"· το αφήγημα "O Tράικο"· τη νουβέλα "Γαμήλιο δώ
ρο" και το μυθιστόρημα "Oι δεσποινίδες της οδού Λαμψάκου".
Μετέφρασε ποιήματα και πεζά από τα γαλλικά και από σλαβικές γλώσσες.
Ένα μέρος του έργου της παραμένει ανέκδοτο, ενώ την επιμέλεια του αρχείου της
έχει αναλάβει ο Θάνος Φωσκαρίνης.
Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, "Βικτωρία Θεοδώρου,
Ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα: στο μεταίχμιο ελευθερίας και δέσμευσης",
κ.ά. κείμενα, στο αφιέρωμα του περιοδικού "Μανδραγόρας" στην ποιήτρια.
Έφυγε από τη ζωή στις 16 Φεβρουαρίου 2019.
In memoriam: Βικτωρία Θεοδώρου, η Χανιώτισσα ποιήτρια
Γράφει η Ελένη Γκίκα //
https://www.fractalart.gr/viktoria-theodoroy/
«Ήταν η αγαπημένη της Νανάς Καλλιανέση–το παιδεμένο, το ορφανό,
το βασανισμένο κοριτσάκι τους, το μαχητικό, το ταλαντούχο, το ανυπο
χώρητο. Από τα χρόνια της εξορίας. Καλή ποιήτρια, ευαίσθητη, στοχα
στική, ακάματη. Χαμογελαστή, ευγενική, καλοσυνάτη. Και πανέμορφη.
Και κομψή, αεράτη. Την αγαπούσα και τη θαύμαζα.» Από την Μάρω
Δούκα, η είδηση του θανάτου της.
Την τελευταία της πνοή άφησε πριν λίγες μέρες, στα 93 της χρόνια η
μεγάλη ποιήτρια και πεζογράφος Βικτωρία Θεοδώρου.
Χαρακτηριστική εκπρόσωπος της Α’ Μεταπολεμικής Γενιάς, κόρη πλανόδιου
αγιογράφου από τη Σερβία, γεννήθηκε στα Χανιά στις 22 Δεκεμβρίου 1925.
O πρόωρος θάνατος του πατέρα της -ήταν μόλις οχτώ χρονών- και η φτώχεια
της Xανιώτισσας μητέρας την υποχρέωσαν να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο
στο Hράκλειο.
Στα δεκάπεντε της χρόνια διέκοψε τις σπουδές της για να πάρει μέρος στην
Εθνική Αντίσταση.
Με την απελευθέρωση (1944) ήρθε στην Αθήνα, τέλειωσε το Γυμνάσιο και γρά
φτηκε στη Φιλοσοφική σχολή (φιλολογικό τμήμα).
Τον Mάιο του 1948, ξεκίνησε για τη Βικτωρία Θεοδώρου ο κύκλος των φυλα
κών και των εξοριών (Xίος, Tρίκερι, Mακρόνησος), μέχρι το 1952, οπότε
επέστρεψε στην Αθήνα ως αδειούχος εξόριστη.
Παρουσιάστηκε στα γράμματα από το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης».
Το πρώτο της βιβλίο εκδόθηκε το 1957.
Έκτοτε καλλιεργεί την ποίηση, αλλά κυρίως συνεργάζεται με πολλά
περιοδικά.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
«Ποιήματα», «Eγκώμιο», «Kατώφλι και παράθυρο», «Bορεινό προάστιο»,
«Tο λαγούτο», «H εκδρομή», «Oυρανία», «Άρειος ύπνος», «H νυχτωδία των
συνόρων», «Mειλίγματα», «Xρονικό», «Eυνοημένοι»·
τα πεζογραφήματα «Στρατόπεδα γυναικών» και «Γυναίκες εξόριστες στα
στρατόπεδα του εμφυλίου», «Βικτωρία Θεοδώρου, Ποιήματα» συγκεντρωτική
έκδοση των 12 ποιητικών συλλογών της, Γαβριηλίδης, 2010·
το αφήγημα «O Tράικο»· τη νουβέλα «Γαμήλιο δώρο» και
το μυθιστόρημα «Οι δεσποινίδες της οδού Λαμψάκου».
Έχει μεταφράσει ποιήματα και πεζά από τα γαλλικά και από σλαβικές
γλώσσες: «Εκλογή από τα δημοτικά τραγούδια της Γιουγκοσλαβικής
Μακεδονίας» του Τόμε Σάζντωφ (Δίφρος, 1979), «Τα άλογα της νεράιδας» του
Ντούσκο Νανέφσκι (Κέδρος, 1981), «Ποιητές της γαλλόφωνης Ελβετίας»
(Νεφέλη, 1999), «Ανθολογία του Αίμου» (έκδοση Φίλων του περιοδικού
ΑΝΤΙ, 2007) κ.ά.
Ένα μέρος του έργου της παραμένει ανέκδοτο, ενώ την επιμέλεια του αρχείου
της έχει αναλάβει ο Θάνος Φωσκαρίνης.
Μικρό αποχαιρετιστήριο αντίδωρο, ο «Κύκλος» της:
«Όπως φύλλα θα πέσουμε απ’ τα δέντρα∙/ την άνθηση και τον καρπό εργαστή
καμε/ καλέσαμε τον άνεμο και τη βροχή/ το φως και της σκιάς το δίχτυ/ την
πυρκαγιά να συγκρατήσει,/ στις εποχές εκθέσαμε τα μέτωπά μας./ Θλίψη κα
μιά. Όμως πολύ το πάθος/ της προσφοράς, η δύναμή μας αναλώθηκε νωρίς/
στα περίχωρα μείναμε./ Οι φύλαρχοι μας απομάκρυναν και η τάφρος./ Αλλά
ίσως προνόμιο η ανωνυμία/ κι η απουσία μας από την αγορά./ Στο στρόβιλο
της ύλης θα υπάρχουμε/ σαν ανεκπλήρωτη επιθυμία./ Η μουσική γεννάει τη
μουσική.»
Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο
Βικτωρία Θεοδώρου: «Ποια επανάσταση θα μας θερμάνει πάλι (…)»
Ανοιχτός ορίζοντας
Βικτωρία Θεοδώρου: «Ποια επανάσταση θα μας θερμάνει πάλι (…)»
https://dialogos.com.cy/viktoria-theodoroy-poia-epanastasi-tha-mas-thermanei
Με το έργο και με την παρρησία της η μικρορφανεμένη κόρη του πλανόδιου Σέρβου αγιογράφου Τράικο, η μικροκαμωμένη θυγατέρα της χανιώτισσας Μαρίας, η λεπτεπίλεπτη αγωνίστρια της ΕΠΟΝίτικης Αντίστασης, η δοκιμαζόμενη ποιήτρια απέδειξε πόση ψυχική δύναμη είχε στα χρόνια της άδι
κης βίας, των πολύχρονων εξοριών, των κατοπινών χρόνων:
Γεννημένη το 1926, μεγαλώνει στο ορφανοτροφείο Ηρακλείου, εξαιτίας της φτώχειας που γνωρίζει η οικογένεια μετά από τον πρόωρο θάνατο του πατέρα. Δεκαπέντε χρόνων στρατεύεται γενναιόψυχη στην Εθνική Αντίσταση κατά των Ναζιστών εισβολέων.
Κι αμέσως με τη φθινοπωρινή απελευθέρωση του 1944, φτάνει στην Αθήνα, τελειώνει το Γυμνάσιο και γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή (Φιλολογικό Τμήμα), εργαζόμενη ως νυκτερινή νοσοκόμα -για τα γράμματα που τόσο αγαπάει.
Οι εμφυλιοπολεμικές διώξεις του κράτους των βασιλοφρόνων ξηλώνουν τα όνειρα των σπουδών και η Βικτωρία τον Μάιο του 1948 συλλαμβάνεται
(πτυχίο, πάντως, θα πάρει τον Μάιο του 1984!).
Αρχίζουν οι πολύμορφες δοκιμασίες των φυλακών και των στρατοπέδων εξορί
ας: Χίος, Τρίκερι, Μακρόνησος. Διαρκούν ως το 1952. Επιστρέφει ως «αδειούχος» εξόριστη στην Αθήνα.
Έπονται η γνωριμία με τον μέλλοντα σύζυγό της, ο γάμος (1955), η γέννηση
των δίδυμων κοριτσιών της.
Πρώτη εμφάνιση στα γράμματα με τη δημοσίευση ποιημάτων στο περιοδικό
της αριστερής διανόησης «Επιθεώρηση Τέχνης» το 1957 και την ίδια χρονιά η
έκδοση της πρώτης συλλογής «Ποιήματα. Εγκώμιο».
Το έργο της εκτείνεται σε δώδεκα ποιητικές συλλογές, σε έξι πεζά και δέκα εκδό
σεις με μεταφράσεις της:
Ποίηση: «Ποιήματα. Εγκώμιο» 1957, «Κατώφλι και παράθυρο» 1962, «Βορει
νό Προάστιο» 1966, «Το λαγούτο» 1971, «Η εκδρομή» 1973, «Ουρανία» 1978,
«Άρειος Ύπνος» 1983, «Η νυχτωδία των συνόρων» 1986, «Μειλίγματα» 1990,
«Χρονικό» 1994, «Ευνοημένοι» 1998, «Καταλόγι για τον μάστορα» 2008, «Βικτωρία Θεόδωρου, Ποιήματα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2008.
Ολοκληρωμένη συνολική έκδοση του ποιητικού έργου της: Βικτωρία Θεοδώ
ρου, «Ποιήματα», εκδόσεις Διάττων, 2010.
Πεζά: «Στρατόπεδα γυναικών» 1975, «Ο Τράικο» 1982, «Γαμήλιο δώρο» 1995, «Οι δεσποινίδες της οδού Λαμψάκου» 2005, «Πελαγινή» 2010, Δραπέτις 2011, («Ανιδιοτέλεια», υπό έκδοση).
Το μεταφραστικό έργο της ποιήτριας περιλαμβάνει μεταξύ άλλων ανθολογίες γαλλόφωνης ποίησης, καθώς και ανθολογίες σλαβόφωνων ποιητών. Μεταξύ άλλων «Ποιητές της γαλλόφωνης Ελβετίας» (Νεφέλη 1999), «Ύμνοι στον Άγιο Κύριλλο» (Παρέμβαση 2004), «ΑΊΜΟΣ, Ανθολογία βαλκανικής ποίησης-ποιη
τές της ΠΓΔΜ» (Οι Φίλοι του περιοδικού ΑΝΤΙ, 2007).
Μέρος του έργου της παραμένει ανέκδοτο.
Συστηματικά αφιερώματα στο έργοτης:
περιοδικό «Μανδραγόρας» (τχ. 34, 2005), «Σίσυφος» (2011), «Κεδρισός»
(2014).
Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, σερβικά, σλαβομακεδονικά, ρωσικά, ισπανικά.
Με θέμα τη ζωή και το έργο της Β.Θ., σκηνοθέτησε το 2008 ο Κώστας Νταντινάκης το ντοκιμαντέρ «Τα κύματα που με δίδαξαν το ανυπότακτο» (διάρκειας 80΄ – παρουσίαση στο 11ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, Μάρτιος 2009).
Η ποιήτρια θεωρείται εκπρόσωπος της Α΄ Μεταπολεμικής Γενιάς.
Πέρασε με την τέχνη της ποίησης πέρα από την «ήττα» των οραματισμών της
γενιάς της.
Αποδίδει με τη λυρική ποίησή της τον αγωνιζόμενο άνθρωπο της Ιστορίας.
Η επαναβίωση των ζοφερών χρόνων στα στρατόπεδα, ο ζωοδότης έρωτας, η
αγωνία για τον διαρκώς σπαρασσόμενο κόσμο, η συμβολή της ποιητικής τέ
χνης στη θεμελίωση ενός προτύπου αναγεννητικής ζωής εμπεριέχονται στην
προβληματική της τέχνης της και καθορίζουν τον ιδιαίτερο λυρισμό της φω
νής της.
Γιώργος Κ. Μύαρης
Ο καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Θεοδόσης Πυλαρινός αναφέρει χαρακτηριστικά:
Η ποίηση της Β. Θεοδώρου, εξακολουθητικά πηγαία, αψιμυθίαστη,
αρτεσιανή αλλά και ταπεινόφρων, με τον καιρό ωριμάζει αντί να φθίνει·
πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, κατόρθωσε να μην εμπλακεί στα δίχτυα του
επικαιρικού και, επίσης, να μην επηρεαστεί κοντόφθαλμα από πολιτικές
τοποθετήσεις.
Αντιστάθηκε, με άλλα λόγια, απόλυτα συνεπής στην ποίησή της, στις
σειρήνες της προβολής και της εύκολης αποδοχής, πληρώνοντας το τίμημα
της ψυχρής και αδιάφορης αντιμετώπισης του έργου της από αντίθετους και
ομοϊδεάτες.
Όταν, ωστόσο, έπαψαν ή μάλλον μετριάστηκαν οι μετεμφυλιακές διαφορές
και διαφοροποιήσεις, η ποίησή της, βαθιά ανθρωπιστική και εξ ενστίκτου
αντιστασιακή, δυναμικά ή διακριτικά σε ό,τι η διαίσθησή της δεν μπορούσε
να δεχτεί, κέρδισε έδαφος.
Εξάλλου, όσα πολύ προφητικά διεμήνυσε ποιητικά και κυρίως ανθρώπινα
–προφητεία ποιητή με παρατηρητικότητα ζωγράφου– τα επιβεβαίωσε η
πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα με τις συγκλίσεις και συνθέσεις
που ακολούθησαν στα τελευταία τριάντα χρόνια.
Κυρίως όμως βίωσε τη γήινη προσωρινότητα, κατανόησε βαθιά πως
«αύρες είμαστε, αγέρας / στα φύλλα
κατοικούμε / γι’ αυτό φθινόπωρο να ’σαι προσεκτική».
Κι έτσι μπόρεσε να υμνήσει και να αποθεώσει την απλότητα, να συλλάβει το
βαθύ νόημα της ομορφιάς και να διακρίνει με τρόπο θαυμαστό τους
ομόκεντρους κύκλους που διανοίγονται και διαγράφονται επ’ άπειρον γύρω
από το πρώτο σημείο, τη μικρή αρχική στιγμή της ζωής του εφήμερου
ανθρώπου.
Και προ παντός: «Θλίψη καμιά», και «ας μείναμε στα περίχωρα»,
μακριά από τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών και τα ανεκτίμητα τα
εύγε…
“Η ποίηση ήταν για εμένα ένα καταφύγιο ενάντια στις δυσκολίες που αντιμετώπισα
αλλά
και κάτι σαν χρέος να μιλήσω για αυτά που έζησα…
Ήταν όμως και χαρά, αφού μπόρεσα να ακουμπήσω τις αναμνήσεις μου και να τις μεταδώσω. Δεν πήγαν χαμένες”,
είχε αναφέρει τον Ιούλιο του 2010 στο πλαίσιο τότε της παρουσίασης του δοκιμίου “Ελάσσονες τόνοι σε μείζονες κλίμακες στην ποίηση της Βικτωρίας Θεοδώρου”
του καθηγητή του Ιονίου Πανεπιστημίου Θεοδόση Πυλαρινού.
Κινηματογραφικό πορτραίτο
Το 2008 ο σκηνοθέτης Κώστας Νταντινάκης δημιούργησε την ταινί
α “Τα κύματα που με δίδαξαν το ανυπότακτο”, ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους (διάρκεια 80 λεπτά) για τη ζωή και το έργο της Βικτώριας Θεοδώρου το οποίο παρουσιάστηκε στο 11ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, Μάρτιος 2009.
Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, και με αφορμή τη συμπλήρωση πενή
ντα και πλέον χρόνων ποιητικής παρουσίας της Βικτώριας Θεοδώ
ρου, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη η πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών βιβλίων της, με τον τίτλο “Ποιήματα”.
Το βιβλίο περιλαμβάνει έντεκα από τις δώδεκα συνολικά συλλογές της Βικτωρίας Θεοδώρου, πολλές από τις οποίες έχουν εξαντληθεί εδώ και δεκαετίες κι αποτελεί ένα χρήσιμο και απαραίτη
το οδηγό για τους νέους ερευνητές και ποιητές που θέλουν να προσεγγίσουν το έργο της.
Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, και με αφορμή τη συμπλήρωση πενή
ντα και πλέον χρόνων ποιητικής παρουσίας της Βικτώριας Θεοδώ
ρου, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη η πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών βιβλίων της, με τον τίτλο “Ποιήματα”.
Το βιβλίο περιλαμβάνει έντεκα από τις δώδεκα συνολικά συλλογές της Βικτωρίας Θεοδώρου, πολλές από τις οποίες έχουν
εξαντληθεί εδώ και δεκαετίες κι αποτελεί ένα χρήσιμο και απαραίτητο οδηγό για τους νέους ερευνητές και ποιητές που θέ
λουν να προσεγγίσουν το έργο της.
ΔΕΣ:https://www.tanea.gr/print/2019/02/18/lifearts/viktoria-theodo
rou-i-poiitria-tis-antistasis/
Η Βικτωρία αντικατοπτρίζει μέσα στο έργο της τους πόθους και
τους αγώνες
του λαού μας για ελεύθερη ζωή ενάντια σε κάθε δυνάστη, με δια
κριτό τρόπο
και χωρίς πομπώδεις περιγραφές, εμβαθύνοντας στις αλλαγές που έφεραν
στον ψυχισμό των ανθρώπων η μεταπολεμική και ή μεταπολιτευτι
κή περίοδος, χωρίς ποτέ να γίνει κοινωνός
μιας ιδεολογίας της παραίτησης
Η ποιήτρια Βικτώρια Θεοδώρου, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία
93 ετών, συνταίριαξε στην τέχνη της την προσωπική λιτότητα με
το πολιτικό αίτημα της μετεμφυλιακής Ελλάδας χωρίς να μετατρέ
ψει την ποίηση σε σύνθημα ή να την αναλώσει στην «επικαιρότητα
».
Επιλογή ποιημάτων: Δέσποινα Νικολάου
https://dialogos.com.cy/viktoria-theodoroy-poia-epanastasi-tha-mas-thermanei-pali/
Αδέλφια μου είναι οι ποιητές
Οι ποιητές είναι τα’ αδέλφια μου˙
ξέρω τα πάθη τους, γνωρίζω τον ανήμερο Θεό τους
και τις αγρύπνιες τους έχω περάσει˙
μα εγώ ποτέ μου δεν τους έφτασα, τη λευτεριά τη δικιά μου δεν την είδα.
Ύπνος μ’ ονείρατα πηχτά και ξύπνιος
με βάσανα μικρά κι ατέλειωτα
το πνεύμα μου βουλιάζει και τα’ αστέρι
που λες πως λάμπει στο ταπεινό μου μέτωπο
για με την ίδια δε φωτάει, δε δίνει
δρόμου σημάδι.
Μα από τους ποιητές μόνο θα λάβω χέρι βοηθό
κι αδέλφια μου θέλω να τους ξέρω…
Βορεινό Προάστιο [1966]
Σʼ ΑΠΟΧΤΗΣΑ
Σʼ είδα απʼ τʼ αμπέλια νʼ ανεβαίνεις
τα κλήματα περίπαθα μπλεγμένα στις αχτίνες σου –
σʼ είδα από τα νερά τα κύματα να σε φθονούνε,
από της φυλακής το παραθύρι σου φώναξα το χαίρε,
από τους ώμους του έρωτα κι ανάμεσα από τα φιλιά,
πάνω από τους καπνούς της μάχης.
Στʼ αλήθεια
δούλος κι αφέντης κανενός,σʼ απόχτησα ξέροντας πως ανήκεις
σʼ όλα τα μάτια που σε βλέπουν.
Ουρανία [1978]
ΚΥΚΛΟΣ
Όπως φύλλα θα πέσουμε απʼ τα δέντρα·
την άνθηση και τον καρπό εργαστήκαμε
καλέσαμε τον άνεμο και τη βροχή
το φως και της σκιάς το δίχτυ
την πυρκαγιά να συγκρατήσει,
στις εποχές εκθέσαμε τα μέτωπά μας.
Θλίψη καμιά. Όμως πολύ το πάθος
της προσφοράς, η δύναμή μας αναλώθηκε νωρίς
στα περίχωρα μείναμε.
Οι φύλαρχοι μας απομάκρυναν και η τάφρος.
Αλλά ίσως προνόμιο η ανωνυμία
κι η απουσία μας από την αγορά.
Στο στρόβιλο της ύλης θα υπάρχουμε
σαν ανεκπλήρωτη επιθυμία.
Η μουσική γεννάει τη μουσική.
Ευνοημένοι [1998]
ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΜΑΣ
Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας
Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας με αυτό
του Κόσμου
Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας
Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι
Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν
Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους
κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες
σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας
αέναα θα ξεσπούν
Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς
Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και
στο τέλος τους
Χωρίς εμάς
Μειλίγματα [1990]
ΠΩΣ ΠΑΓΙΔΕΥΤΗΚΑ
Πώς παγιδεύτηκα σ’ αυτό το σκοτεινό νεφέλωμα
σ’ αυτά τα δίχτυα που κλωσούν
καινούρια άστρα κι αναλώνονται
στης άναρχης δημιουργίας τις φλόγες;
Εδώ θ’αφανιστώ και θ’αφομοιωθώ
χωρίς τουλάχιστο το λαμπρό θάνατο
που ’χουν τα ουράνια σώματα.
Ο πόνος μ’ έφερε, ο πόνος θα μου δώσει τέλος;
Αόρατες δυνάμεις μ’ οδηγούνε όπου δεν θέλω
και με πάνε αντίθετα, πάντα αντίθετα,
η αγάπη μού δίνεται άκαιρη όταν δεν τη ζητώ,
μια καταπίεση ακόμα
κι όλο μακραίνω στην παγίδα ωστόσο μέσα.
Από τη συλλογή Ουρανία, Κέδρος 1978
ΚΥΚΛΟΣ,ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Οπως φύλλα θα πέσουμε απ' τα δέντρα∙/ την άνθηση και τον καρπό εργαστήκαμε/καλέσαμε τον άνεμο και τη βροχή/ το φως και της σκιάς το δίχτυ/ την πυρκαγιά να συγκρατήσει,/ στις εποχές εκθέσαμε τα μέτωπά μας./ Θλίψη καμιά. Ομως πολύ το πά
θος/ της προσφοράς, η δύναμή μας αναλώθηκε νωρίς/ στα περίχωρα μείναμε».
ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Διαβάστε περισσότερα: https://kedrisos6.webnode.gr/products/%CE%B2%CE%B9%CE%BA%CF













| Χρονιάρες μέρες και άλλα διηγήματα | [ Μαρινέλλα Βλαχάκη, Χρονιάρες μέρες και άλλα διηγήματα ] http://poihtikostayrodromi.blogspot.com/2019/02/blog-post_ 28.html Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα ποιήματά της: Στο τάγμα της μνήμης υπηρετώντας... Σ΄είδα απ΄τ΄αμπέλια ν΄ανεβαίνεις τα κλήματα περίπαθα μπλεγμένα στις ακτίνες σου - σ΄είδα από τα νερά τα κύματα να σε φθονούνε, από της φυλακής το παραθύρι σου φώναξα το χαίρε, από τους ώμους του έρωτα κι ανάμεσα από τα φιλιά, πάνω από τους καπνούς της μάχης. Στ΄αλήθεια ευτύχησα γιατί δεν έγινα δούλος κι αφέντης κανενός, σ΄απόκτησα ξέροντας πως ανήκεις σ΄όλα τα μάτια που σε βλέπουν. Πεπρωμένο Οι γονείς μου σαν από κάποια επιταγή κατέβηκαν από ορεινά χωριά για να με γεννήσουν στ΄ακρογιάλι. Εκεί, πίστευαν, ο σπόρος τους θ΄αναπτυχθεί καλός και θ΄αρτυθεί με το αλάτι και με το ρυθμό. Πουλιά της θάλασσας νηπιαγωγοί μου, ψάρια αθώα - Άργησα πολύ να μιλήσω δεν ήθελα να πω τ΄όνομά μου – και δάκρυα της μητέρας μου πολλά στις Δρίμες για να μου δώσουνε φωνή. Ωστόσο, μέσα από δύσβατα όνειρα κατόρθωσα ν΄απαλλαγώ από το κατσικίσιο πόδι μου και να πάω με τους ανθρώπους. Αλλά είμαι καταδικασμένη ν΄ακούω τον αυλό τους και να ιστορώ τη φυγή και την προσφυγή εκείνων των κυνηγημέ νων. Στο τάγμα της Μνήμης υπηρετώντας. Τσακίζω τις λιανές ελιές Τσακίζω τις λιανές ελιές και συλλογίζομαι όσά ΄τανε να γίνουν κι απομείναν σύννεφα, όπου δεν ρίξαν τη βροχή παρά τα σκόρπισεν ενάντιος άνεμος. Θα τις γλυκάνω με το βρυσικό νερό με τ΄άλλαγμα η πικράδα τους θα φύγει μάραθο και λεμόνι θα τους βάλλω να ευωδιάσουνε Μα η πίκρα η δικιά μου πως γλυκαίνει; Ωσάν την πράσινην ελιά να με τσακίζανε δεν θα ΄φευγα με τους προσκυνημένους. Βασιλική Κ. Ας ήμουν άξια να ΄στηνα τραγούδι μεγάλο, ωσάν καράβι αρματωμένο άφοβο του καιρού. Τραγούδι για την ομορφιά σου, για τα νειάτα σου και για τη μοναξιά σου, και να ειπώ : Το πώς εδέχτης ν΄αποθάνεις και δεν έρριξες βλέμμα για τον Απρίλη πικραμένο το πώς σηκώθηκες μονάχη σου και στάθηκες μ΄ολάνοιχτα τα μάτια. Μπροστά σου εφτά τουφέκια πίσω σου το χάραμα με τα τριαντάφυλλα και με τους κρόκους, τι σούδινε κουράγιο, τι σε φτέρωνε τι κύταζαν τα μάτια σου πέρα-μακριά κι ήτανε τόσο ξάστερο το μέτωπό σου ποιαν Ευτυχία, ποιαν Άνοιξη είδες να ξημερώνει πίσω από τα τειχιά κι από τα σίδερα. Γίνε οδηγός μου πνέμα ηρωϊκό! Κάνε ν΄αστράψει και για μένα αναλαμπή από τη φλόγα που σε συνεπήρε. Όλγα Καμπανιέρη Ένα όνειρο, μια παιδιακίσια σκανταλιά με τις μικρές εργάτισσες μπροστά στις μηχανές ξεχάστηκε … Γύρισε η λουρίδα ξαναγύρισε λεπίδα και τσεκούρι αλύπητο της χώρισε το μπράτσο. Δεξιά της τώρα ένα μανίκι αδειανό ανεμίζει απ΄ τα ζερβά το χέρι της το μοναχό· με τούτο μόνο πέρασε στ΄αντάρτικο κι εβάσταξε τουφέκι με τούτο πάλεψε τα βάσανα της φυλακής μ΄αυτό κεντούσε τα προικιά που δεν εχάρηκε ποτέ της … Και χωρίς εμάς Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ΄αυτό του Κόσμου Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας αέναα θα ξεσπούν Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και στο τέλος τους Χωρίς εμάς Τοπίο Β΄ Είδα το Βέλες από τα χιόνια του να φέγγει στους γυμνούς λόφους κρατημένο όπως παιδί στης μάνας του το στήθος ώρα πολέμου, ώρα αποκλεισμού. Στάζουν οι στέγες του και κρύσταλλα ματώνουν το μουντό πρωί στις ράγες στο σταθμό χειμώνας στους ώμους του Άγγελου το χιόνι. Τον Κόστα Ράτσιν είδα να ταλαντεύεται να πέφτει καθώς πουλί, την τουφεκιά ν΄αντιλαλεί να τον θρηνούν του Λόπουσνικ οι οξιές όχι στον ύπνο μου – ύπνο δεν έχω. Το Βέλες σκέφτομαι κι αυτόν τον μοιρασμένο ποταμό του που παρασύρει ατάραχος τους ρύπους περιφρονά τις έριδες, τις βίζες. Ενωτικός, αγαθοδαίμων. Σ΄αυτούς που δόθηκε "το χάρισμα κι η μοίρα" Σαν βρεις στο δρόμο σου το γόρδιο δεσμό, δε γίνεται να στρίψεις πια δεξιά, αριστερά ή και πίσω ακόμα, προσποιούμενος άλλο ταξίδι. Δεν σου μένει άλλη επιλογή από τη λύση των μπερδεμάτων του πανάρχαιου κόμπου. Οσαδήποτε μάγια ή ξεραμένα δάκρυα κι αν κρύβει στους κύκλους του. Οσηδήποτε ζωή ή θάνατο κι αν χρειαστείς στο σταθμό του. Παλιό τραγούδι Επάνω σε μια τάβλα την έχουν ξαπλωμένη τ΄άσπρα της χέρια σέρνουνται στο χώμα, στα χαλίκια σέρνεται κι η πλεξούδα της στη σκόνη κι η φούντα της σαν σκούπα ολόχρυση το δρόμο καθαρίζει και σκουπισμένο τον αφήνει απ΄ τ΄ αγκαθόξυλα για να περνούν ξυπόλητοι και ποδεμένοι, όσοι την παν νεκροί να την πομπέψουνε στου Κλαδισού την ποταμιά. Θανάτου αέρας σήκωσε τα σωθικά της ξωπίσω της πολλοί, κι αδέλφια ακόμα, τηνε περιγελούν και την πρησμένη της κοιλιά κεντούν μ΄ ένα καλάμι … Τ΄ αχείλι της σκισμένο δεν σαλεύει να δώσει πάλι δίκια απόκριση στα όσα της λέγαν σε μας παράδωσε το μετερίζι της τιμής της. Ήταν εκεί κι η μάνα μου κι άλλες μανάδες όπου πρωί-πρωί τις σύρανε να δούνε την ντροπή να δούνε τι μας καρτερεί και μας που ανταρτέψαμε μα κείνες τήνε κλάψανε και τη μοιρολογήσανε την τρυφερή της παρθενιά σπαραχτικά εμαρτύρησαν στις λυγαριές και στα πουλιά του ποταμού, για θυγατέρα τους την ελογάριασαν· με τ΄ ακριβό σταμνί του δρόμου της επλύναν το κέρινό της πρόσωπο το παιδιακίσιο με τα δυο γεφυρωτά της φρύδια απ΄ όπου εδιάβηκεν η Λευτεριά με την Αγάπη για να παν αντίπερα σ΄ άλλους καιρούς καλύτερους κι ειρηνεμένους. Μα εκείνοι μανιασμένοι κι άσπλαχνοι παίρνουν σπαθί και κόβουν το κεφάλι της και σε κοντάρι το καρφώνουνε με την πλεξούδα να σειέται στον αέρα και να γνέφει αδιάκοπα κι φούντα της ολόχρυση να διώχνει τα πουλιά της φρίκης. Περαστικός ας ήταν να τη δει τραγουδιστής για να της πει τ΄ αξέχαστο τραγούδι, εγώ είμαι ένα μικρό πουλί μέσα στην καλαμιά δε τραγουδώ, δεν κλαίω, μόνο θυμίζω σημάδι έχω τη φωλιά μου εδώ, δε φεύγω μαζί με τ΄ άλλα τα πουλιά για να ξεχειμωνιάσω … Πρέπει να προφυλάξω τη μητέρα Πρέπει να προφυλάξω τη μητέρα να την προετοιμάσω για τα γηρατειά. Την πείρα μου δεν έχει, βιάστηκε ν΄αποδημήσει πριν ασπρίσουν τα ωραία της μαλλιά. Στον ύπνο μου τη βλέπω νέα στις αρρώστιες, στις θλίψεις μου να με παρηγορεί στους φόβους μου να με καθησυχάζει : δεν είναι αλήθεια να με βεβαιώνει γι αυτά που ακούς να λένε. Θάνατος, κάτω κόσμος δεν υπάρχει ποτέ δε συναντήσαμε το μαύρο καβαλάρη. Αύρες είμαστε, αγέρας στα φύλλα κατοικούμε γι αυτό φθινόπωρο να΄σαι προσεκτική ... Εκδρομή (απόσπασμα) Τόσα γκρεμνά, με κρεμαστά νερά για τέλος σίγουρο, αλλά δεν έπεσε καμιά ο Λαοκράτης μόνο, εφτά χρονώ παιδί παρμένος από κοχύλι που γυαλοκοπούσε μέσʼ στο βυθό, ζαλίστηκε και χάθηκε. Σμήνος μαύρο, τρέξαν οι μάνες να τον αναρπάσουν μα κείνος πάει για του βυθού τα θαύματα. Εδώ, μέσα στʼ αρμυρολούλουδα κοιμάται. Αχ, πώς φυσάει μαγιάτικος ο μπάτης λες θα τον ξυπνήσει κάθε χρόνο όπως φυσάει με μια αναστάσιμη πνοή του κι όπως το δικαιούται, τόσο άγουρος επέθανε κι ανάβαθα τον έθαψαν στο κοκκινόχωμα. Δος μου όνομα Ποια είμαι; Ποια είμαι; μα την αλήθεια, δε θυμάμαι. Μάργωσε η μνήμη μου, έρχεται χιόνι τ’ ακούω, απ’ τα βουνά που κατεβαίνει ριγούν οι ευκάλυπτοι. Ποιο τ’ όνομά μου; Δος μου εσύ όνομα που’ σαι άγγιχτος και νέος. Η μέλλει της να φύγει και να ξεχαστεί, η αχόρταγη είμαι των ήχων και των λόγων, η ώριμη πριν να μεστώσει, η άγουρη στην ωρι μότητά της, η αμφίβια όπου πατάει κι όπου πετάει μαζί. Η μέλλει της να ξεχαστεί. http://www.katiousa.gr/logotechnia/poiisi/kyriaki-proi-m-ena- poiima-kai-choris -emas-tis-viktorias-theodorou/ Τα εργοβιογραφικά στοιχεία και το ποίημα προέρχο νται από το διαδικτυακό http://victoriatheodorou. blogspot.com/ που επιμελήθηκε ο Κώστας Νταντινά κης (σκηνοθέτης, διδάκτωρ του πανεπιστημίου Paris 3 – Sorbonne Nouvelle). Από το ίδιο επίσης και το μικρό κείμενο που «προλογίζει» το ποίημα, στο οποίο συνεργάστηκε η φιλόλογος Κωνσταντίνα Σπηλιωτο πούλου, διδάκτωρ της Ecole Pratique des Hautes Etudes.
https://deyteros.com/victoria-theodorou/ Γαμήλιο δώρο – Βικτωρία Θεοδώρου
των, να κατασταλάξω στα καθιερωμένα ή ν’ αναζητήσω την ελευθερία μου, δηλαδή την αυτοδιάθεση και τη μοναξιά. Όταν πια δε θα ‘χω τίποτα από τα αγαθά της νεότητ ας ας έχω τουλάχιστον αυτήν. Γιατί μόνο μ’ αυτήν θα γαληνέψω. Εν τω μεταξύ, ακου μπούσα στο σχήμα: αναβολή, αναστολή, καθυστέρηση της τελικής απόφασης και τα χρόνια περνούσαν. Όσο είχα δυνάμεις να αντέχω τον παραδοσιακό για τη γυναίκα τρόπο ζωής, σπίτι, οικογένεια, σιωπή, το έκανα αγόγγυστα. Ο πλούτος μου, σκεφτό μουν, δε χάνει την αξία του, δεν εκπίπτει, αντίθετα γίνεται πολυτιμότερος και με περι μένει. Αν φυσικά δε μας βρει καμιά συμφορά. Πυρκαγιά, κλοπή ή κάτι παρόμοιο. Αυ τός θα τροφοδοτούσε ορισμένα όνειρα και θα τα υλοποιούσε. Την ελπίδα της καλής ωριμότητας και της ευγηρίας. Ας περιμένω, ας τ’ αφήσω γι’ αργότερα. Ας δοκιμάσω ακόμα και τον εαυτό μου. Ας ρίξω στο καμίνι της στέρησης τις επιθυμίες μου για ν’ ανασύρω ακέραιο και λαμπρό το χρυσάφι. Με το να υποχωρώ ηρεμούσα προσωρι νά, ώσπου να ‘ρθει το νέο κύμα “τρόμου του κενού”, να με αναστατώσει, να ρίξει τους φράχτες μου και να λυσσομανά στα παράθυρά μου”. Νουβέλα, Γνώση, 1995, 105 σελ. Ευνοημένοι – Βικτωρία Θεοδώρου
, παρουσιάζεται με τον διφορούμενο τίτλο “Ευνοημένοι”. καταγίνεται με “των ανθρώπων τα βάσανα” και το δέος της ψυχής μπροστά στο χρό νο; Υπάρχει ειρωνεία και προσπάθεια εξευμενισμού της μοίρας, είναι ευχή, είναι εξο ρκισμός; σοι έζησαν και ζουν κάτω από τον ήλιο και δοκίμασαν τον καρπό της ζωής, που όλα τα περιέχει. Ευνοημένοι είναι όσοι διέτρεξαν τον φοβερό μας αιώνα και επέζησαν, οι αθώοι, οι αξιομνημόνευτοι και οι άσημοι. Τέλος, αυτοί που βάδισαν πλάι στην ποί ηση – γραφή και ουσία, προσφέροντας ποίηση. ΚΥΚΛΟΣ Ποίηση, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1998, 84 σελ. Οι δεσποινίδες της οδού Λαμψάκου – Βικτωρία Θεοδώρου
ρό ξημέρωμα της αττικής ημέρας και βαδίζοντας γρήγορα πήγαιναν σαν ένα κοπάδι παράξενα πλάσματα προς την κατεύθυνση του μεγάλου νοσοκομείου. Οι δρόμοι έρη μοι χωρίς τροχούς, το προάστιο είχε τα παράθυρα κλειστά κι απολάμβανε τα όνειρα της αυγής. Οι Αμπελόκηποι με κήπους τότε και κληματαριές, σανατόρια και νοσοκο μεία μέσα στο πράσινο. Χωρίς να σκέφτονται αφήνονταν στο οκτάωρο που ήδη είχε αρχίσει να τις κατευθύνει αμείλικτο. Και γιατί να σκέφτονται; Όλα ήταν προγραμματι σμένα και καταγραμμένα… κοριτσιών στη μεταπολεμική Αθήνα που προσπαθούν να ξεφύγουν από την προδια γεγραμμένη μοίρα τους και να ζήσουν την δική τους ζωή. Μυθιστόρημα, Γαβριηλίδης, 2005, 182 σελ.
ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ: ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΕ ΔΙΔΑΞΑΝ ΤΟ ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΟ (2009)ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΑΙΝΙΑΣ Η ζωή και το έργο της ποιήτριας Βικτωρίας Θεοδώρου, χαρακτη ριστικής εκπροσώπου της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Τα παιδικά και εφηβικά χρόνια στα Χανιά, τα χρόνια της εξορίας, η απομόνωσή της και η συγγραφή του έργου της: Ποίηση: Εγκώμιο (1957), Κατώφλι και παράθυρο (1962), Βορεινό προάστειο (1966), Το λαγούτο (1971), Η εκδρομή (1973), Ουρανία (1978), Άρειος ύπνος (1983), Η νυχτωδία των συνόρων (1986), Μειλίγματα (1990), Χρονικό (1994), Ευνοημένοι (1998), Καταλόγι για τον μάστορα (2008). Πεζά: Στρατόπεδα γυναικών (1975), Ο Τράικο (1982), Γαμήλιο δώρο (1995), Οι δεσποινίδες της οδού Λαμψάκου (2005). Η Βικτωρία Θεοδώρου προέκτεινε την ποίησή της πέρα από τον απόηχο της «γενιάς της ήττας», ατενίζοντας λυρικά τον αγωνιζό μενο άνθρωπο της Ιστορίας μέσα από το δέος και τη μοναξιά του απέναντι στο χρόνο και το σύμπαν. Ελληνικό Κέντρο ΚινηματογράφουΚέντρο Παραστατικών Τεχνών Κώστας Νταντινάκης Κώστας Νταντινάκης Γιώργος Γεωργόπουλος Διονύσης Γ. Μανουσάκης Κώστας Νταντινάκης | Περιοδικό "Index" | τχ.37 | Φεβρουάριος 2010 |




