Αποηχα (Β.Καραβιτης)
https://aerapatera.wordpress.com/2021/12/07/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B7%CF%87%CE%B1-%CE%B2-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%82/http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2330/Istoria-Neoellinikis-Logotechnias_A-B-G-Gymnasiou_html-apli/index_09_01a.html
Α. Η ποίηση
Αμφισβήτηση και διαμαρτυρία
Γύρω στα 1960 εμφανίζεται μια νέα γενιά ποιητών που συνεχίζουν σε μικρότερη κλίμακα την παράδοση των πρώτων μεταπολεμικών ποιητών, αλλά παράλληλα διαφοροποιούνται από την προηγούμενη γενιά προχωρώντας προς την κατεύθυνση της αμφισβήτησης και της διαμαρτυρίας. Η γενιά αυτή αναπτύσσεται μέσα σε ένα χώρο όπου διακρίνονται ακόμη τα ίχνη της Γενιάς του Τριάντα (που εξακολουθεί να κάνει αισθητή την παρουσία της), ενώ παράλληλα η Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας βρίσκεται στη δημιουργικότερη και παραγωγικότερη στιγμή της.
Πρόκειται για μια μεταβατική περίοδο που οδηγεί στη νέα ποιητική γενιά του 1970, η οποία θα φέρει μια νέα ποιητική καρποφορία. Οι ποιητές της μεταβατικής αυτής περιόδου γεννήθηκαν όλοι ανάμεσα στο 1929 και το 1940 και αυτό είναι, σύμφωνα με τους μελετητές, το ασφαλέστερο κριτήριο για τη χάραξη των ορίων αυτής της γενιάς. Πρόκειται επομένως για ποιητές που γύρω στα 1940 διανύουν την τρυφερή παιδική ηλικία τους, πράγμα που σημαίνει ότι ο Αλβανικός πόλεμος, η Κατοχή και η Αντίσταση είναι κυρίως τα τραυματικά γεγονότα που σημαδεύουν τη μνήμη τους.
1. Οι ποιητές της γενιάς του '60 εμφανίζονται ως «ηττημένοι» χωρίς, ωστόσο, να έχουν δώσει κάποια μάχη (ένοπλη ή ιδεολογική). Αισθάνονται να τους βαραίνει η αποπνικτική ατμόσφαιρα ενός εφιάλτη, καθώς έχουν βιώσει παθητικά τις τραυματικές μνήμες μιας ταραγμένης εποχής.
2. Ζουν σε μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε στην αγωνιστική τους διάθεση, με αποτέλεσμα να ωθούνται στην εσωστρέφεια, την ενδοσκόπηση και την εξομολόγηση.
3. Τα ποιήματά τους εκφράζουν φόβο, απόγνωση, αίσθηση αποτυχίας και ήττας. Οι μελετητές παρατήρησαν ότι η Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά παρουσιάζει αντιστοιχίες με τους ποιητές της δεκαετίας του '20 (οι οποίοι σημαδεμένοι από την Μικρασιατική καταστροφή αποτέλεσαν μια «χαμένη γενιά»). Γι' αυτό και στα ποιήματα της περιόδου εμφανίζεται έντονη η επίδραση της ποίησης του Καρυωτάκη.
4. Ο φόβος, η αποξένωση και η στέρηση έγιναν οι αιτίες της διαμαρτυρίας των ποιητών απέναντι στη διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα.
Θέματά τους, ωστόσο, παραμένουν τα αιώνια θέματα της ποίησης: ο έρωτας, ο θάνατος, η ανθρώπινη κοινωνία.
Οι νέοι ποιητές αισθάνονται πικραμένοι και προδομένοι και αυτό εκφράζεται στην ποίησή τους. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (Θεσσαλονίκη, 1931), φιλόλογος και υπεύθυνος του περιοδικού Διαγώνιος (που ιδρύθηκε το 1958 και υπήρξε φυτώριο για πολλούς ποιητές και πεζογράφους της εποχής), έγραψε ποίηση έντονα εξομολογητική, η οποία όμως δεν αποφεύγει να ασκεί κοινωνική κριτική.
Ο Βύρων Λεοντάρης (1932, Νιγρίτα Σερρών), ο οποίος το 1997 τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο ποίησης για το έργο του Εν γη αλμυρά, εκφράζει στους στίχους του την απογοήτευσή του. Μιλώντας για το έργο του ο ποιητής και κριτικός Κώστας Παπαγεωργίου σημειώνει: «Η ήττα του χθες είναι ήττα του σήμερα αλλά και του αύριο». Σύζυγος του Λεοντάρη είναι η ποιήτρια Ζέφη Δαράκη, που δημιουργεί μια ονειρική ποίηση εκφράζοντας το «ποιητικό της όνειρο» σε εσωτερικό μονόλογο.
Στις ευχάριστες αναμνήσεις της παιδικότητας στηρίζεται η ποίηση του Μακεδόνα ποιητή Μάρκου Μέσκου (1935). Σε αυτές αντισταθμίζεται η απαισιόδοξη πραγματικότητα. Στο έργο του Μέσκου, όπως και σε αυτό του Πρόδρομου Μάρκογλου (Καβάλα, 1935) είναι έκδηλες οι ιστορικές και κοινωνικές αναφορές. Η ποίηση του Μάρκογλου έχει κοινωνικό προσανατολισμό, τόνο αποσπασματικό και είναι έντονα αντιλυρική, ασκώντας αυστηρή κριτική απέναντι στον κόσμο που τον περιβάλλει. Στη μνήμη στηρίζεται και η ποίηση του Ανέστη Ευαγγέλου (Θεσσαλονίκη 1937-1994), ο οποίος αισθάνεται αποξενωμένος και εξόριστος μέσα στο ίδιο το περιβάλλον του. Από την πρώτη του ήδη συλλογή (Περιγραφή εξώσεως, 1960) ο Ευαγγέλου δίνει το στίγμα της ποίησής του: αίσθηση στέρησης και αδυναμία συμφιλίωσης με τη σκληρή πραγματικότητα.
Το ποιητικό έργο του Τάσου Κόρφη (1929-1994), ποιητή, πεζογράφου, δοκιμιογράφου και μεταφραστή, διαπνέεται από συγκρατημένη μελαγχολία, ενώ η ποίηση του Τόλη Νικηφόρου (Θεσσαλονίκη, 1938), έχει τόνο ελεγειακό. Την οδύνη από τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις εκφράζει και η ποίηση της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου (Θεσσαλονίκη, 1930), που ενώ ξεκίνησε αναζητώντας «εμπειρίες έξω από τα ανθρώπινα μέτρα», αρκέστηκε τελικά στην ποιητική αποτύπωση καθημερινών εμπειριών με τρόπο τρυφερό τόσο στην ποίηση, όσο και στην πεζογραφία της (βλ. παρακάτω).
Σε διαφορετικό κλίμα κινείται ο Μάνος Ελευθερίου (Ερμούπολη Σύρου, 1938), γνωστός κυρίως από τα τραγούδια του (έγραψε 350 περίπου τραγούδια και συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους έλληνες συνθέτες). Ο ποιητής ασχολήθηκε επιτυχώς με την αυτοβιογραφική αφήγηση (βλ. πεζογραφία).
Ανάμεσα στους ποιητές της δεκαετίας του '60 αναμφίβολα ξεχώρισε η ευρηματική ποίηση της Κικής Δημουλά (1931). Η ποιήτρια, ευαίσθητη στα ερεθίσματα της καθημερινότητας, μπορεί με τη γλωσσική άνεση που τη διακρίνει να μετατρέπει σε εικόνες το χρόνο της μνήμης χρησιμοποιώντας νεολογισμούς και αντιπαραθέτοντας το συναίσθημα στη λογική. Από τις πρώτες της συλλογές (Έρεβος, 1956, Ερήμην, 1958, Επί τα ίχνη, 1963), μέχρι την ώριμη ποίησή της (Το λίγο του κόσμου, 1971, Χαίρε ποτέ, 1988 κλπ.) η ποιήτρια συνομιλεί με τη φθορά, τη ματαιότητα, το κενό, ενώ από τα ωραιότερα ποιήματά της είναι αυτά που συνθέτει με αφορμή φωτογραφίες. Οι φωτογραφίες στην ποίησή της, όπως γράφει ο κριτικός Κώστας Παπαγεωργίου, συχνά αποκτούν την ιδιότητα ενός κειμένου, γίνονται «αναγνώσιμες» συνδέοντας το παρόν με το παρελθόν.
Ο ποιητής και δημοσιογράφος Σπύρος Τσακνιάς (1929-2000) διακρίνεται κυρίως για τη διαύγεια του ποιητικού λόγου του. Σύζυγός του η Αμαλία Τσακνιά (1932-1984), η οποία στην ποίησή της κινητοποιεί κυρίως τη διαδικασία της μνήμης χωρίς να μεμψιμοιρεί ή να έχει ψευδαισθήσεις. Η ποιήτρια χαρακτηρίζεται, όπως σημειώνει ο Κώστας Παπαγεωργίου, από «νηφάλιο πάθος, εγκράτεια συναισθημάτων και αβρότητα εκφραστικών τρόπων».
Ιδιότυπη εμφανίζεται και η ποίηση της Νανάς Ησαΐα (1934-2003), της οποίας η ποίηση εκφράζει την υπαρξιακή της αγωνία. Την αγωνία της γραφής που αποτυπώνεται από τη σύλληψη της ιδέας μέχρι την πραγματοποίησή της συναντάμε στην ποίηση του Νίκου Φωκά (1927), μεταφραστή του έργου του Μπωντλαίρ, ο οποίος επηρεάζει βαθιά την ποίησή του. Τέλος η ποίηση του Κώστα Στεργιόπουλου (1926), πανεπιστημιακού καθηγητή, ποιητή και κριτικού της λογοτεχνίας, είναι ουσιαστικά λυρική με έντονα τα στοιχεία του συμβολισμού.
Τη στρατευμένη ποίηση υπηρέτησε ο Γιάννης Νεγρεπόντης και ο Θωμάς Γκόρπας, ενώ ο Λουκάς Κούσουλας (1927), φιλόλογος, δίνει μια χαμηλόφωνη ποίηση, στοχαστική που, όπως γράφει ο κριτικός Αλέξης Ζήρας, ξεκίνησε από το λυρισμό του Γιώργου Σεφέρη και είχε εμφανείς σταθμούς το διάλογο με τον Καρυωτάκη, τον Καβάφη και τους αρχαίους δραματουργούς. Στους νεότερους συγκαταλέγονται ο Μάριος Μαρκίδης (1940-2002), ο οποίος στην ποίησή του συνδυάζει έντεχνα τη λογική με το συναίσθημα, ο Τάσος Δενέγρης και ο Βασίλης Καραβίτης με την αμεσότητα και την παρατηρητικότητά τους και τέλος ο Γιώργης Μανουσάκης (1933), φιλόλογος, που έδωσε ποίηση «εσωτερική», «κλειστή», σε οικείο, φιλικό και εξομολογητικό τόνο. Ο μικρός αυτός κατάλογος θα κλείσει με τον Κύπριο ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη (1940), του οποίου το έργο απηχεί το τραγικό γεγονός της εισβολής στην Κύπρο και τον απόηχο των συνεπειών του.
Φωτογραφία παρέας ποιητών της γενιάς (άνοιξη 2001, στο σπίτι του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου) (Ανθολογία Σοκόλη).
Ο Σπύρος Τσακνιάς με το Σπύρο Πλασκοβίτη (κέντρο) προσκεκλημένοι σε ραδιοφωνική εκπομπή του Κώστα Παπαγεωργίου και του Γιάννη Κοντού (όρθιος). Αθήνα 1983 (Ανθολογία Σοκόλη)
Φωτογραφία της Κικής Δημουλά, 2001 (Ανθολογία Σοκόλη).
Βασίλης Καραβίτης
Γεννήθηκε το 1934 στη Νέα Ορεστιάδα του Έβρου.
Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος.
Έργα:
Ποίηση:
Υλικό Μονώσεως (1970), Το παιχνίδι της επαφής (1973), Στη σκιά του μακρόβιου κόσμου (1977), Φόρμουλες για μιαν άγνωστη ζωή (1982), (συγκεντρωτική έκδοση) Λυπομανία (1989), Το αγαθό σκοτάδι (1997).
Πεζογραφία:
Οκνηρίας εγκώμιον ή Γιατί μας κλαίνε οι ρέγγες (1985).
Μετέφρασε επίσης σύγχρονους ξένους ποιητές.
Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου Τίτλος: «Η υπαρξιακή αγωνία στη μεταπολεμική ποίηση»
Κείμενα Λογοτεχνικά κείμενα σχολικών εγχειριδίων ΚΝΛ Γ΄ Λυκείου: Τάσος Δενέγρης, «Oι κατάσκοποι»
Κική Δημουλά, «Άωρα και παράωρα»
Βασίλης Καραβίτης, «Το άπιαστο προπό»
Γιώργος Μαρκόπουλος, «14 Ε.Μ., 49 ετών»
Κώστας Μόντης, «Νύχτες»
Κώστας Στεργιόπουλος, «Ο άγνωστος»
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ
ο Βασίλης Καραβίτης με την αμεσότητα και την παρατηρητικότητά
Βασίλης Καραβίτης
1934-2016

Συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών συλλογών "Υλικό μονώσεως", 1966-1970, "Το παιχνίδι της επαφής", 1...

Η δεύτερη ποιητική συλλογή του ποιητή, μετά το "Υλικό μονώσεως" (Θεσσαλονίκη, 1970).[Δείγμα γραφής:Η...

Ο Βασίλης Καραβίτης είναι ίσως ο μονιμότερα και βιωματικότερα φιλοσοφών και θυμοσοφών ποιητής της β'...

Δείγμα γραφής:Όντας σχετικοί αλλά πολύσημοι είναι λίγο;Γιατί τραυματίζουμε την απλή μας καθημερινότη...

Πρόκειται για την έβδομη ποιητική συλλογή του Βασίλη Καραβίτη. Τα ποιήματα, γραμμένα την τελευταία ε...

Βιβλία - Συμμετοχή - (4)

Έλεγα πάντοτε ότι η πολωνική ποίηση έχει σθένος και ξεχωρίζει στο υπόβαθρο της παγκόσμιας ποίησης απ...

Όπως επισημάνθηκε και είναι πρόδηλο η Καμιένσκα αντιστάθηκε σε όλες τις φιλολογικές τάσεις και μόδες...

Η τελευταία ποιητική συλλογή της βραβευμένης με Νόμπελ Ποίησης πολωνής ποιήτριας. Τη μετάφραση έχει ...

Όπως επισημάνθηκε και είναι πρόδηλο η Καμιένσκα αντιστάθηκε σε όλες τις φιλολογικές τάσεις και μόδες...
Βασίλης Καραβίτης, Ακόμη
Ακόμη
Ακόμη οι πόλεις τρώνε ήσυχα τα θύματά τους.
Ακόμη τίποτα δεν πήρε φωτιά.
Ακόμη η δυστυχία δεν αποδείχτηκε τυχαίο γεγονός.
Ακόμη είσαι ζωντανός και ανέπαφος.
Ακόμη χαίρεσαι μικρά διαλείμματα σιωπής.
Ακόμη μεταφράζεις θορύβους σε μουσική.
Ακόμη έχεις ένα δωμάτιο να καταφεύγεις.
Ακόμη βρίσκεις λέξεις και κρύβεσαι.
Ακόμη δεν ήρθε η ώρα να πληρώσεις.
Από την ποιητική συλλογή
Το παιχνίδι της επαφής (1973) του Βασίλη Καραβίτη
Βασίλης Καραβίτης, Προορισμός
Προορισμός
Καθένας πρέπει να ’χει
Την σκλαβιά του να μάχεται,
Έν’ άστοργο καιρό να ροκανίζει
Τα κόκαλά του
Και μιαν αγάπη ακούραστη
Να λαδώνει τις κλειδώσεις του.
Και μη ρωτάτε πιο πολλά.
Μην περιμένετε τίποτ’ άλλο.
Από την ποιητική συλλογή Υλικό μονώσεως (1970) του Βασίλη Καραβίτη
Βασίλης Καραβίτης, Ο σώζων εαυτόν ποτέ δεν σώθηκε αρκετά
Ο σώζων εαυτόν ποτέ δεν σώθηκε αρκετά
Οι μεν πηγές υπόγειες πάντα κι ακαθόριστες
σε λίγες άγνωστες καρδιές –φοβάμαι– άφαντες
εξ ου κι όλοι βολεύονται με το αρχαίο νεράκι του Θεού
ελάχιστο, ως γνωστόν, και για τη δίψα του μωρού
ό,τι ονομάζουνε δηλαδή ξανά όσοι ορέγονται ακμή
Ελπίδα ή Άλκηστη της Ανθρωπότητας
(κι εσύ μείνε να κόπτεσαι για άλλες υπερβάσεις).
Τέτοια καμώματα μου φέρνουν ένα είδος σπαραγμού
αφού στο πείσμα το ρηχό κι ακαταπόνητο
μιας άστοχης κι από ανέκαθεν τυφλής αναπαραγωγής
δεν βλέπω πια ούτε για δείγμα να επιπλέουνε
ιδιότητες αγνές κι ορμές πασίχαρες της έκπαλαι ζωής
όσες στηρίζαν δηλαδή εκ παραδόσεως το μέσα μας
όταν σαν όλο κλυδωνίζεται απότομα και καταρρέει.
Παράδειγμα, η φιλία που μας έδενε ως ιστός
κι ως άνθος άπειρο κι αρχέτυπο φροντίζαμε παιδιά:
Με κηπουρούς ανάξιους όπως οι σωρηδόν επίγονοι
καλείται τώρα να υπάρξει αυτοφυές
και μόνο του να επιζήσει.
Γι’ αυτό κι εγώ, συμμέτοχος εξ ορισμού
της τόσης δυστυχίας μας, δεν στέργω πλέον
να συντρέχω τους ανάξιους συντρόφους μου.
Ένα βασίλειο σκιάς στήνω αφιλόξενο και κρύβομαι καλά
όταν τρυπώνει ο ήλιος κι αποσύρεται αμήχανος
χωρίς να βρίσκει τίποτα να ξεσκεπάσει.
Εκεί, με μίσος γόνιμο κι ακούραστη οργή,
μόνος πληθαίνω και διασώζομαι
ίσως σε μια δική μου τρέλα λογική
που σαν μανόμετρο ανθρώπινης υφής
αυτό το «ποίημα» προσπαθεί
αδέξια να καταγράψει.
Από την ποιητική συλλογή Λυπομανία (1989) του Βασίλη Καραβίτη
Βασίλης Καραβίτης, Κι άλλα αδιέξοδα εκτός απ’ το δικό μας
Κι άλλα αδιέξοδα εκτός απ’ το δικό μας
Τι μοίρα –επιμένω–
κι αυτή των λέξεων:
Να τις ποιμαίνουν με το ζόρι
αγροίκοι ποιητές!
Κι ύστερα μαντρωμένες σ’ ένα ποίημα
να ονειρεύονται περίλυπες
την άτακτη φυγή τους…
Από την ποιητική συλλογή Λυπομανία (1989) του Βασίλη Καραβίτη
ΠΗΓΗ:
[Γεννημένος Από Γυναίκα] Της Βισουάβα Σιμπόρσκα
Έτσι γεννήθηκε κι αυτός. Γεννημένος σαν όλους τους άλλους.
[Ήτανε Καλοκαίρι Ή Τέλος Καλοκαιριού] Του Γεχούντα Αμιχάι
Οι σκέψεις μου πάντοτε στιλβώνουν την παιδική μου ηλικία
[ΤΟ ΚΕΝΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΟΙΚΕΙΟ] Του Βασίλη Καραβίτη
τα μάτια αμετανόητα αρνούνται να πιστέψουν το φοβερό τους μέλλον
[Κεραυνοβόλος Έρωτας] Της Βισλάβα Σιμπόρσκα
Κάθε αρχή είναι τελικά μόνο ένα επακόλουθο και το βιβλίο των συμβάντων μένει πάντοτε μισάνοιχτο
[Κεραυνοβόλος Έρωτας] Της Βισλάβα Σιμπόρσκα
Και οι δυο πιστεύουν ακράδαντα
ότι τους ένωσε ένα ξαφνικό πάθος.
Ωραία είναι μια τέτοια βεβαιότητα
όμως η αβεβαιότητα είναι ακόμα πιο ωραία.
Αφού δεν έτυχε ποτέ να συναντηθούν νωρίτερα
είναι σίγουροι
πως τίποτα δεν έχει συμβεί ανάμεσά τους.
Όμως τι έχουν να πουν γι’ αυτό οι δρόμοι, οι σκάλες,
οι διάδρομοι –
μήπως έχουν προσπεράσει εκεί ο ένας
τον άλλον ένα εκατομμύριο φορές;
Θέλω να τους ρωτήσω
μήπως δεν θυμούνται –
μια στιγμή τους πρόσωπο με πρόσωπο
σε κάποια περιστρεφόμενη πόρτα;
Ίσως μια «συγγνώμη» που ψέλλισαν μέσα στο πλήθος;
Ένα κοφτό «λάθος νούμερο» που πρόφτασαν στο ακουστικό;
Όμως εγώ ξέρω την απάντησή τους.
Όχι, δεν θυμούνται.
Θα έμεναν τώρα κατάπληκτοι να ακούσουν
ότι η Σύμπτωση έπαιζε παιχνίδια μαζί τους
εδώ και χρόνια.
Όχι ολότελα έτοιμη ακόμα
να γίνει το Πεπρωμένο τους
τους έσπρωχνε τον ένα δίπλα στον άλλο
μετά ξεμάκραινε τον έναν απ’ τον άλλο,
έφραζε το μονοπάτι τους
καταπνίγοντας ένα χαμόγελο,
και μετά παραμέριζε αναπηδώντας.
Υπήρξαν σημάδια και σινιάλα,
ακόμα κι αν δεν μπορούσαν να τα διαβάσουν
από τότε.
Ίσως τρία χρόνια νωρίτερα
ή μόλις την περασμένη Τρίτη,
μήπως κάποιο φύλλο φτερούγισε
απ’ τον έναν ώμο στον άλλον;
Κάτι έπεσε τότε και το μάζεψαν.
Ποιος ξέρει, μήπως η μπάλα που χάθηκε
μες στις λόχμες της παιδικής μας ηλικίας;
Υπήρξαν ρόπτρα και κουδούνια στις πόρτες
όπου ένα άγγιγμα είχε σκεπάσει
ένα άλλο από τα πριν.
Υπήρξαν βαλίτσες τσεκαρισμένες πλάι πλάι
στις αποσκευές.
Μια νύχτα, ίσως, είδαν το ίδιο όνειρο
που θόλωσε στο πρωινό.
Κάθε αρχή
είναι τελικά μόνο ένα επακόλουθο
και το βιβλίο των συμβάντων
μένει πάντοτε μισάνοιχτο.
[Μετάφραση : Βασίλης Καραβίτης]
artworks : katherine jane wood
[ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ] Της Βισλάβα Σιμπόρσκα
Προτιμώ το σινεμά.
Προτιμώ τους γάτους.
Προτιμώ τις βελανιδιές στον ποταμό Βάρτα.
Προτιμώ τον Ντίκενς από τον Ντοστογιέφσκι.
Προτιμώ τον εαυτό μου που αγαπά τον κόσμο
από τον εαυτό μου που αγαπά την ανθρωπότητα.
Προτιμώ να έχω δίπλα μου βελόνα και κλωστή.
Προτιμώ το πράσινο χρώμα.
Προτιμώ να μη δηλώνω ότι για όλα φταίει το μυαλό.
Προτιμώ τις εξαιρέσεις.
Προτιμώ να βγαίνω νωρίς.
Προτιμώ να μιλώ με γιατρούς για άλλα πράγματα.
Προτιμώ τις παλιές εικόνες με τις γραμμοσκιάσεις.
Προτιμώ τη γελοιότητα να γράφω ποιήματα από τη γελοιότητα να μη τα γράφω.
Προτιμώ στον έρωτα τις επετείους να τις γιορτάζω καθημερινά
Προτιμώ τους ηθικολόγους που δεν μου υπόσχονται τίποτα.
Προτιμώ μια γνωστική καλοσύνη παρά μια ευκολόπιστη.
Προτιμώ τη γη ντυμένη στα καθημερινά της.
Προτιμώ τις κατακτημένες χώρες από τις κατακτητικές.
Προτιμώ να έχω επιφυλάξεις.
Προτιμώ την κόλαση του χάους από την κόλαση της τάξης.
Προτιμώ τα παραμύθια των Γκριμ από τις πρώτες σελίδες των εφημερίδων.
Προτιμώ φύλλα χωρίς άνθη παρά άνθη χωρίς φύλλα.
Προτιμώ τα σκυλιά με άκοπη την ουρά τους.
Προτιμώ τα ανοιχτόχρωμα μάτια, γιατί τα δικά μου είναι σκούρα.
Προτιμώ τα συρτάρια.
Προτιμώ πολλά πράγματα που εδώ δεν έχω αναφέρει από πολλά που επίσης εδώ δεν έχω αναφέρει.
Προτιμώ τα φύρδην μίγδην μηδενικά παρά τα παρατεταγμένα σε έναν αριθμό.
Προτιμώ την εποχή των εντόμων παρά εκείνη των άστρων.
Προτιμώ να χτυπάω ξύλο.
Προτιμώ να μη ρωτώ για πόσο ακόμα και πότε.
Προτιμώ να λαβαίνω υπόψη ακόμα και την πιθανότητα το κάθε πλάσμα να έχει το δίκιο του.
[Μετάφραση : Βασίλης Καραβίτης]
artworks : Andrey Kezzyn
[Το Άχρηστο Μάθημα Της Μεταφυσικής] Του Βασίλη Καραβίτη
Πού ανήκει, λοιπόν, η ψυχή μου
εκτός σώματος διατρέχοντας τον κόσμο,
αφήνοντας πίσω ίχνη
όπως τα πουλιά που ταξιδεύουν
με προορισμό να μην εμπιστεύονται
το κενό που τα στηρίζει;
[από τη συλλογή «Λυπομανία», εκδόσεις Στιγμή]
artworks : Fritz Lang. Frau im Mond
[Κι Άλλα Αδιέξοδα Εκτός Απ’ Το Δικό Μας] Του Βασίλη Καραβίτη
Τι μοίρα –επιμένω–
κι αυτή των λέξεων:
Να τις ποιμαίνουν με το ζόρι
αγροίκοι ποιητές!
Κι ύστερα μαντρωμένες σ’ ένα ποίημα
να ονειρεύονται περίλυπες
την άτακτη φυγή τους…
[από τη συλλογή «Λυπομανία», εκδόσεις Στιγμή]
artworks : beatriz duran
[Βιογραφικό Για Όλους Μας, Ίσως] Του Βασίλη Καραβίτη
artworks : Jenya Vyguzov
[Ο Σώζων Εαυτόν Ποτέ Δεν Σώθηκε Αρκετά] Του Βασίλη Καραβίτη
artworks : Michael Triegel
[ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ] Του Βασίλη Καραβίτη
Πορτόφυλλα αδιαφανή και αδιαπέρασταόταν το θέαμα του κόσμου γίνεται αβάσταχτοκαι τα μάτια στεγνά ακόμα μας εκλιπαρούννα επιστρέψουν για λίγο στο φιλικό τους σκοτάδι.Δεν είναι όμως η συγκάλυψη των ματιών μόνοτην ώρα που τα συντρέχουμε και ηρεμούν προσωρινάο ρόλος που αποδεχτήκαμε και μας αρκείόταν το νιώσουμε πόσο όλα τα πράγματα αντιμάχονταινα χωρέσουν στο σχέδιο μιας σχέσης στοργικήςπου οι εκκλήσεις του βλέμματος ακούραστα υποβάλλουν.
[Ο Σώζων Εαυτόν Ποτέ Δεν Σώθηκε Αρκετά] Του Βασίλη Καραβίτη
- Βασίλης Καραβίτης, Κι άλλα αδιέξοδα εκτός απ’ το δικό μας / Λυπομανία (1989)
- Ο σώζων εαυτόν ποτέ δεν σώθηκε αρκετά / Λυπομανία (1989)
[Επιστροφή στο ευρετήριο ελληνικής ποίησης]
Κώστας Παπαγεωργίου (Βασίλης Καραβίτης, Απόηχα, ποιήματα 2005-2010)
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ
(Απόηχα, ποιήματα 2005-2010, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2014)
«Απόηχα» της ως τώρα διανυμένης εύκαρπης ποιητικής διαδρομής του θεωρεί ο Βασίλης Καραβίτης τα ποιήματα της ανά χείρας συλλογής του, παρακινημένος ίσως από μιαν έντονη διάθεση πένθους και μιαν αβάσταχτη αίσθηση ματαιότητας που σχεδόν πάντα τον διακατείχαν και τώρα, με την απώλεια της αγαπημένης συντρόφου της ζωής του, της ποιήτριας Ντίνας Καραβίτη, τείνουν να πάρουν υπέρογκες διαστάσεις, αφαιρώντας μεγάλο ποσοστό ειρωνείας, σαρκασμού –όχι όμως και αυτοσαρκασμού– και κριτικής οξύτητας από τον λόγο του,
κάνοντάς τον να ακούγεται περισσότερο εξομολογητικός και, κατά συνέπεια, προσηνέστερος, φιλικότερος και χαμηλότερων τόνων.
Ποιήματα λοιπόν «απόηχα» μιας ζωής διανυμένης με σύνεση στους ολισθηρούς δρόμους της ποίησης, ενός ποιητή που, όπως ο Β. Κ. η ανάγκη του για έκφραση υπήρξε στενότατα συναρτημένη με μια έμμονη διάθεση για πολύτροπες προσεγγίσεις και αναψηλαφήσεις θεμελιωδών ή και δευτερευόντων ζητημάτων, καθώς και αναπάντητων ερωτημάτων γύρω από τη μοίρα του ανθρώπου, συχνά δημιουργώντας την αίσθηση ενός μονολογούντος ή διαλεγόμενου περιπατητικού φιλοσόφου ή θυμοσόφου.
Ποιήματα απόρροια βαθιάς και επώδυνης ενδοσκόπησης, ποιήματα «απόηχα» έστω, αλλά και αυτάρκεις οντότητες που άνετα προστίθενται, κάποτε ανανεωτικά, στο ήδη κατατεθειμένο σώμα της ποίησής του.
Απολογιστικός και αφοριστικός, συντάσσεται για μια ακόμη φορά με τη στρατιά των νοσταλγών ενός θαμπωμένου εξ αρχής παραπλανητικού οράματος και δηλώνει οπαδός μιας μοίρας που η γύρω του πραγματικότητα αποστρέφεται.
Αισθάνεται ερασιτέχνης της ζωής, αφού, παράταιρος ων, ποτέ δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τον ρυθμό και να συνδυάσει τη μελωδία του με τον ρυθμό και τη μελωδία των άλλων μελών της ορχήστρας της.
Κι εκτός αυτού, τον βαραίνει υπέρογκα, συνθλιπτικά, η μόνιμη πια σκέψη ότι οι ζωογόνες πηγές της ζωής και της δημιουργίας τείνουν να στερέψουν, με συνέπεια την δυνατότητα της ψαύσης του ορατού πλέον νήματος του τέλους.
Όλα τα «απόηχα» ποιήματα αποτελούν, στην ουσία, παραλλαγές ενός θέματος· όλα περιστρέφονται γύρω από μια προφανή ή τεκμαιρόμενη εκδοχή του θανάτου και της προειδοποιητικής του θανάτου φθοράς και όλα αποσκοπούν σε μια νηφάλια προετοιμασία για την έλευσή του.
Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, όταν ο ποιητής αισθάνεται επιβάτης ενός πλοίου που, πλησιάζοντας προς το τέλος του ταξιδιού, περιφέρεται άσκοπα γύρω από άγνωστα και απρόσιτα λιμάνια, μεγαλώνοντας την αδημονία των επιβατών του· όταν τον βαραίνει ενοχή για το γεγονός και μόνο ότι επέζησε αγαπημένων του προσώπων·
όταν απορώντας διαπιστώνει ότι, μολονότι η παρουσία του έχει προσβληθεί από μεγάλες ποσότητες κενού, το σώμα του εξακολουθεί να έχει το ίδιο εκτόπισμα ίσκιου, ο οποίος εν προκειμένω λειτουργεί ως ενέχυρο του θανάτου· όταν το βλέπει ότι η ζωή κατάντησε «ρούχο τριμμένο κι αφόρετο», φαγωμένο από τον αθέατο σκώρο που είναι ο χρόνος· όταν η λύπη αποτελεί λυτρωτικό καταφύγιο από τη βασανιστική ανάγκη να αποκτήσουν κάποιο νόημα όλα όσα συνέχουν τη ζωή·
κι ακόμα όταν δεν δικαιούται παρά να νοσταλγεί, φευγαλέα, στιγμές του παρελθόντος, επιβεβαιωτικές της ζωής που διάνυσε αυτός, ο άλλοτε μονίμως απορών και ονειροπόλος και τώρα διδασκόμενος τον θάνατο από τον θάνατο των άλλων, που πενθώντας συνειδητοποιεί το αναμενόμενο τέλος του κι έτσι, σαν πεθαίνοντας ζει.
H θηριωδία και η ερήμωση
Μια εκτεταμένη επιλογή από το έργο της πολωνέζας ποιήτριας Βισουάβα Σιμπόρσκα, κατόχου του Νομπέλ Λογοτεχνίας Την πρώτη ευρεία επιλογή ποιημάτων από το έργο της Πολωνέζας Βισουάβα Σιμπόρσκα, που το 1996 κέρδισε το Νομπέλ Λογοτεχνίας, μας προσφέρει ο ποιητής και μεταφραστής Βασίλης Καραβίτης, ο οποίος εδώ και αρκετά χρόνια «ερωτοτροπεί» με την ποίηση της Κεντρικής Ευρώπης
Την πρώτη ευρεία επιλογή ποιημάτων από το έργο της Πολωνέζας Βισουάβα Σιμπόρσκα, που το 1996 κέρδισε το Νομπέλ Λογοτεχνίας, μας προσφέρει ο ποιητής και μεταφραστής Βασίλης Καραβίτης, ο οποίος εδώ και αρκετά χρόνια «ερωτοτροπεί» με την ποίηση της Κεντρικής Ευρώπης και όχι μόνον.
Ο B. Καραβίτης επιλέγει ποιήματα από όλα σχεδόν τα βιβλία της πολωνέζας ποιήτριας.
H Σιμπόρσκα καθώς και ο Ταντέους Ρουζέβιτς και ο πρόσφατα χαμένος Ζμπίγκνιεφ Χέρμπερτ αποτελούν τη «θαυμαστή τριπλέτα» της μεταπολεμικής πολωνικής ποίησης.
Ενας άλλος σημαντικότατος πολωνός ποιητής, που τιμήθηκε και αυτός με το Νομπέλ το 1980, ο Τσέσουαβ Μίουος, γράφει για την ομότεχνή του:
«Τα ποιήματα της Σιμπόρσκα καταστρώνονται μέσ’ από ταχυδακτυλουργίες και, όπως μέσ’ από χρωματιστές σφαίρες, τα συστατικά της κοινής μας γνώσης μάς ξαφνιάζουν με τα παράδοξά τους και προβάλλουν τον ανθρώπινο κόσμο σαν κωμικοτραγικό».
Αν εξαιρέσει κανείς τις πρώτες δυο-τρεις συλλογές, που διαπνέονταν από τα σοσιαλιστικά ιδανικά, η αισθητική και ιδεολογική συνέπεια της Σιμπόρσκα σε αυτή τη σαραντάχρονη διαδρομή ξαφνιάζει.
Από τη συλλογή Κραυγάζοντας στον Γέτι (1957) στο Αλάτι (1962) και από την Ατέλειωτη χαρά (1967) στο Για κάθε ενδεχόμενο (1972) ως τους Ανθρώπους πάνω στη γέφυρα (1986) και το Τέλος και αρχή (1993) υπηρέτησε μια ποίηση χαμηλόφωνη και εξομολογητική, μια ποίηση «τόσο αμέριμνα χορευτική σαν να είχε γραφτεί χωρίς προσπάθεια», σύμφωνα με τα λόγια του Μίουος.
Στο κέντρο του ενδιαφέροντός της βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος, αλλά ιδωμένος από ένα οντολογικό και κοινωνικό πρίσμα, ενταγμένος στην αλυσίδα της εξέλιξης.
H Σιμπόρσκα, όπως και κάθε άνθρωπος της δικής της ευαισθησίας, συγκλονίζεται από τις αντινομίες της ύπαρξης (ανθρώπινη θηριωδία – μοναξιά και συντριβή του ανθρώπου) και τη σκληρή μοίρα του όντος, την ανέλπιδη πάλη του με την ανημπόρια και τον θάνατο.
| |||||||||||||








Comment