Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ : η ζωή , το έργο του : ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ -Γ. Π. -

 

https://www.youtube.com/watch?v=HIZImFv5JZU

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ 1955-2011 η τελευταία του συνέντευξη στο Δαυίδ Ναχμία (ολόκληρη)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ


Γιάννης Βαρβέρης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Μετάβαση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Γιάννης Βαρβέρης
Γέννηση1955[1]
Αθήνα
Θάνατος25  Μαΐου 2011[2]
Αθήνα
Αιτία θανάτουέμφραγμα του μυοκαρδίου
Συνθήκες θανάτουφυσικά αίτια
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
ΣπουδέςΕθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ιδιότητακριτικός λογοτεχνίαςποιητήςμεταφραστήςδημοσιογράφος και συγγραφέας
Είδος τέχνηςποίηση

Ο Γιάννης Βαρβέρης (Αθήνα1955 - 25 Μαΐου 2011) ήταν Έλληνας ποιητής της γενιάς του '70, κριτικός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών.[3]

 Στράφηκε στη λογοτεχνία, εκδίδοντας επτά ποιητικά έργα και μεταφράσεις από την Αττική Κωμωδία και την ξένη λογοτεχνία. 

Ανθολογημένη η ποίησή του έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, όπως είναι η αγγλική, η γαλλική, η γερμανική, η ιταλική, η ισπανική και η ρουμανική.[4]

Βραβεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για το συνολικό του έργο απέσπασε σειρά βραβείων:

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το συγγραφικό του έργο υπήρξε πολυσχιδές.[5]

Ποιητικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Έν φαντασία και λόγω, Αθήνα, Κούρος, 1975, Αθήνα, Ύψιλον, 1984
  • Το ράμφος, Τραμ, 1978, Αθήνα, Ύψιλον, 1984, σελ. 60
  • Αναπήρων Πολέμου, Αθήνα, Ύψιλον, 1982, σελ. 71
  • Ο θάνατος το στρώνει, Αθήνα, Ύψιλον, 1986,
  • Πιάνο βυθού, Αθήνα, Ύψιλον 1991, σελ. 64
  • Ο κύριος Φογκ, Αθήνα, Ύψιλον, 1993, σελ. 46
  • Άκυρο θαύμα, Αθήνα, Ύψιλον, 1996, σελ. 50
  • Ποιήματα 1975-1996, (συγκεντρωτική έκδοση), Αθήνα, Κέδρος, 2000.

Θεατρική κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κρίση του θεάτρου (1976-1984), Αθήνα, Καστανιώτης, 1985
  • Κρίση του θεάτρου Β΄ (1976-1984), Αθήνα, Εστία, 1991
  • Πλατεία θεάτρου, δοκίμια, Σοκόλης, 1994
  • Κρίση του θεάτρου Γ΄ (1976-1984), Σόκολης, 1995

Δοκίμιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σωσίβια λέμβος, λογοτεχνικά δοκίμια, Αθήνα, Καστανιώτης, 1999
  • Συνομιλούν ο Γιάννης Βαρβέρης με τον Σωτήρη Κακίση. Poetix 1, Gutenberg, Αθήνα 2009. ISSN 1791-8731
  • Η Λογοτεχνία ως Σινεμά (με τον Σωτήρη Κακίση και τον Γιώργο Πανουσόπουλο). Λευκωσία, Αιγαίον, 2011
  • Για την Ποίηση / Δεν Συμφωνώ! (συνομιλίες του Σωτήρη Κακίση με τους Γιάννη Βαρβέρη, Γιώργο Μαρκόπουλο και Γιώργο Χρονά). Αθήνα, Ερατώ, 2018

Ανθολογήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ελληνική Ποιητική Ανθολογία Θανάτου του εικοστού αιώνα (με τον Κ. Γ. Παπαγεωργίου), Αθήνα, Καστανιώτης, 1996.

Μελέτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κρίτων Αθανασούλης: μια παρουσίαση, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2001
  • .Αφιέρωμα στον Γιάννη Βαρβέρη (1955-2012) Οδός Πανός τχ 159 Μάιος - Αύγουστος 2013

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1.  data.nlg.gr/resource/authority/record15519.
  2.  news.in.gr/culture/article/?aid=1231110397.
  3.  «Πέθανε ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης»Το Βήμα Online. 26 Μαΐου 2011. Ανακτήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2014.
  4. ↑ Άλμα πάνω, στο:4,0 4,1 «Πέθανε ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης»Ελευθεροτυπία. 26 Μαΐου 2011. Ανακτήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2014.
  5.  «.:BiblioNet : Βαρβέρης, Γιάννης, 1955-2011»www.biblionet.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 Σεπτεμβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 5 Αυγούστου 2016.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]







Γιάννης Βαρβέρης – Ο ποιητής που λάτρεψε τα ξενυχτάδικα και τους πρωταγωνιστές τους…

Χάθηκε πρόωρα. Η «φυγή» του σεμνή, ταπεινή δίχως λαμπερούς τίτλους, μοναχική και «χαμηλά» φωτισμένη. Όπως ο βίος του και τα λαϊκά τραγούδια που αγάπησε…



Θυμάμαι πριν τρία περίπου χρόνια, τον φίλο, ποιητή και εξαίρετο δημοσιογράφο, Σπύρο Αραβανή, να μου μιλά για τον Γιάννη Βαρβέρη και τη «λατρεία» του για ορισμένους καλλιτέχνες, που θεωρητικά τουλάχιστον δεν ανήκουν στην πρώτη «επίσημη» γραμμή των επιφανών της τέχνης τους. Που δεν γράφτηκαν για την πορεία και την προσωπικότητά τους αφιερώματα, που εμφανίζονται στα «εξόριστα» κέντρα της Εθνικής Οδού και σε διάφορες άλλες γωνιές της Αθήνας και των περιχώρων.

Όταν δε, ο Αραβανής μου είπε ότι, ο ποιητής είχε ως «αδυναμία» του, την Καίτη Ντάλη, «καταλήξαμε σε μια κοινή συνέντευξή τους, στο περιοδικό Όασις, που τότε διηύθυνα. Το θέμα για διάφορους λόγους δεν «προχώρησε» κι έτσι έμειναν μετέωρα τα ερωτήματα που επιθυμούσα να θέσω στον Γιάννη Βαρβέρη, και που είχαν γεννηθεί, διαβάζοντας μια προγενέστερη συνέντευξή του, στο περιοδικό Λαϊκό Τραγούδι, όπου ο ποιητής αναφερόταν μεταξύ άλλων στους καλλιτέχνες που τον είχαν κατά καιρούς εντυπωσιάσει και συγκινήσει (1). Έλεγε λοιπόν, σε αυτήν, ο Γιάννης Βαρβέρης:

«Το λαϊκό τραγούδι ενώνει τον καθένα μας με, ομολογημένες ή μη ρίζες, της ιθαγένειάς του. Γι’ αυτό, ίσως, δεν αγαπώ το ρεμπέτικο – νιώθω πως δεν είχε ποτέ πραγματική συγγένεια με τους πόθους και τους καημούς του κατά βάσιν αστού Έλληνα…

Πολλές φορές οι στίχοι δραπετεύουν προς την ποίηση, δίχως να χάνουν τη στιχουργική τους υπόστασή μέσα στο τραγούδι. Οι περιπτώσεις αυτές με ενθουσιάζουν. Ακόμη, με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι συχνά στον λαϊκό στίχο, εντάσσονται λόγια στοιχεία και γίνονται αποδεκτά ή παραμορφώνονται γραμματικοί ή συντακτικοί τύποι κι όμως το αυτί μας όλα αυτά τα νομιμοποιεί. Το λαϊκό ένστικτο θεσμοποιεί λάθη, ιδρύει νέες χρήσεις, τη στιγμή ακριβώς που “παρανομεί”.

Η Ντάλη είναι ένα ατόφιο λαϊκό θεριό με συγκλονιστική φωνή (τώρα ιδίως, που μεγάλωσε), με άσφαλτη, ενστικτώδη τεχνική και, επίσης, μια υπέροχη ρομαντική δυνατότητα ερμηνείας που δεν την έχουν ανακαλύψει ακόμη. Έχει μέσα της ένα στοιχείο αναρχικό, αυτόνομο, με συγκινεί το γεγονός ότι μπορεί απ’ τη μια στιγμή στην άλλη να κλωτσήσει την καρδάρα, κάτι που ελάχιστοι καλλιτέχνες τολμούν να κάνουν. Καθώς είναι και κάπως στρουμπουλή, αδυνατεί να χωρέσει στους κορσέδες του συστήματος και γνωρίζω ότι εκ χαρακτήρος δεν θα το μπορέσει ποτέ. Αυτό τη σώνει και την κρατάει ψηλά ως σταθερή αξία μέσα στη νύχτα – είτε βρεθεί σε σκυλάδικα, είτε σε κυριλάτα. Βεβαίως και υπάρχουν κι άλλες καλές τραγουδίστριες που εκτιμώ, αλλά δύσκολα με συνεπαίρνουν…

Δε νομίζω ότι η Ντάλη έκανε καμία ιδιαίτερη στροφή στο έντεχνο. Της δόθηκε μια ευκαιρία και προσπάθησε, ευτυχώς χωρίς πολλή επιτυχία, να προσαρμοστεί. Ο Ξαρχάκος της έβαλε τούλια και φιόγκους. Η χρήση που της έκανε ήταν σαν να της φόρεσε λασπωμένες γαλότσες για να μπει στο σαλόνι ή λουστρινένιες γόβες για να μπει σε μετσοβίτικο σπίτι.

(απαντώντας στην ερώτηση ποια άλλα πρόσωπα τον έχουν εντυπωσιάσει ή συγκινήσει). Φαντάζομαι ότι εννοείτε του λαϊκού τραγουδιού – και πάντως σ’ αυτό θα απαντήσω: Η Γαλάνη, η Αλεξίου από τους “επίσημους” και από τους άλλους, ενδεικτικά ο Γιάννης Βλάσσης, ο Γιάννης Πηνειώτης, ο Σπύρος Ζαγοραίος, ο Κώστας Μοναχός, ο Νίκος Μπάος, η Καίτη Γκρέυ, ο Γιάννης Κόλλιας, κάποιοι απ’ τα κλαρίνα (ο Κιτσάκης, η Τασία Βέρρα) – ο καθένας για διαφορετικούς υποκειμενικούς λόγους…»

Κλείνω το σημείωμα αυτό με το Βοτανίκ αναφορά του Γιάννη Βαρβέρη:

Έλειψες, έλειψες ψυχή
Βγάλε το ρούχο εκείνο κι έλα
Βάλε τα λόγια της πατρίδας τα παλιά
Με τα μπουζούκια, τα κλαρίνα, τα βιολιά
Μες τα τζουκ μποξ θρηνεί ακόμα ο Ζαγοραίος, έλα.
Ότι από τότε δεν μιλήθηκε, να σου πνιγεί
Να θυμάσαι τις μουσικές του χώματος στα ξένα
Όταν το χάραμα κερνά γάλα για συγχώρεση
Περιουσία μας είναι αυτά που έχουμε χάσει.


(1) Λαϊκό Τραγούδι, Τεύχος 19, Μάρτιος – Απρίλιος 2007. Για την συνέντευξη και τα κείμενα έχουν εμπλακεί οι Γιώργος Κοντογιάννης, Μήτσος Μανιάτης, Γιάννης Ξένος και Τάκης Τζίφας.

Η φωτογραφία είναι από την εφημερίδα Καθημερινή (Κυριακή 5/6/2011)

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Γιάννης 

Βαρβέρης

Χάρτης 12 {ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2019}https://www.hartismag.gr/hartis-12/afierwmata/giannhs-barberhs


Ποι­η­τής, κρι­τι­κός, δο­κι­μιο­γρά­φος και με­τα­φρα­στής, ο Γιάν­νης Βαρ­βέ­ρης (Αθή­να 1955-2011) σπού­δα­σε Νο­μι­κά στο Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών και ερ­γά­στη­κε στο Υπουρ­γείο Εξω­τε­ρι­κών. Έγρα­ψε κρι­τι­κή θε­ά­τρου και έκα­νε πολ­λές με­τα­φρά­σεις. Ποι­ή­μα­τά του έχουν με­τα­φρα­στεί σε διά­φο­ρες γλώσ­σες. Τι­μή­θη­κε με το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Κρι­τι­κής-Δο­κι­μί­ου (1996)· με το Βρα­βείο Κα­βά­φη (2001)· με το Βρα­βείο Ποί­η­σης του πε­ριο­δι­κού Δια­βά­ζω (2002) και με το Βρα­βείο Ποι­ή­σε­ως του Ιδρύ­μα­τος Πέ­τρου Χά­ρη της Ακα­δη­μί­ας Αθη­νών για το σύ­νο­λο του ποι­η­τι­κού του έρ­γου (2010).

Για το αφιέ­ρω­μα αυ­τό προ­σκλή­θη­καν πολ­λοί συγ­γρα­φείς, με έμ­φα­ση στους νε­ό­τε­ρους· η εν­θου­σιώ­δης και πο­λυ­ε­στια­κή συμ­με­το­χή συ­νι­στά ένα μέ­τρο τής ευ­διά­κρι­της και πα­ρα­τε­τα­μέ­νης συγ­χρό­νως απο­δο­χής της ποι­η­τι­κής προ­ο­πτι­κής του Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη. Διευ­ρύ­νο­ντας τον διά­λο­γο με το έρ­γο του, προ­σκα­λέ­σα­με επί­σης όσες και όσους τι­μή­θη­καν έως σή­με­ρα ως πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι στον χώ­ρο της ποί­η­σης με το «Βρα­βείο Γιάν­νης Βαρ­βέ­ρης» της Εται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων. Θερ­μές ευ­χα­ρι­στί­ες στην Αλί­κη Αλε­ξαν­δρή-Βαρ­βέ­ρη και στον Νί­κο Βαρ­βέ­ρη για την αμέ­ρι­στη συ­μπα­ρά­στα­ση και συν­δρο­μή τους.

Συ­ντο­νι­σμός αφιε­ρώ­μα­τος: Γιώρ­γος Βέ­ης

___________________________________________________

Ε Ρ Γ Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α   Γ Ι Α Ν Ν Η   

Β Α ΡΒΕ Ρ Η
___________________________________________________

Ποί­η­ση

Εν φα­ντα­σία και λό­γω, Κού­ρος 1975· Ύψι­λον, 1984
Το ράμ­φος, Τραμ, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1978· Ύψι­λον 1984
Ανα­πή­ρων Πο­λέ­μου, Ύψι­λον 1982
Ο θά­να­τος το στρώ­νει, Ύψι­λον 1986
Πιά­νο βυ­θού, Ύψι­λον 1991
Ο κύ­ριος Φογκ, Ύψι­λον 1993
Άκυ­ρο θαύ­μα, Ύψι­λον 1996
[ Ποι­ή­μα­τα 1975-1996 (συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση), Κέ­δρος 2000 ]
Ποι­ή­μα­τα, τόμ. Α΄ (1975-1996), Κέ­δρος 2013
Στα ξέ­να, Κέ­δρος 2001
Πε­τα­μέ­να λε­φτά, Κέ­δρος 2005
Ο άν­θρω­πος μό­νος, Κέ­δρος 2009
Βα­θέ­ος γή­ρα­τος, Κέ­δρος 2011
Ζώα στα σύν­νε­φα, Κε­δρος 2013 (με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση)
Ποι­ή­μα­τατόμ. Β΄ (2001-2013), Κέ­δρος 2013


Πε­ζο­γρα­φία

Κό­ψε, Ερα­τώ 2004· Γνώ­ση 2009


Κρι­τι­κή

Η κρί­ση του θε­ά­τρου [Α΄] (1976-1984), Κα­στα­νιώ­της 1985
Η κρί­ση του θε­ά­τρου Β΄ (1984-1989), Εστία 1991
Η κρί­ση του θε­ά­τρου Γ΄ (1989-1994), Σο­κό­λης 1995
Η κρί­ση του θε­ά­τρου Δ΄ (1994-2003), Αλε­ξάν­δρεια 2003
Η κρί­ση του θε­ά­τρου Ε΄ (2003-2010), Αλε­ξάν­δρεια 2010
Η κρί­ση του θε­ά­τρου Στ΄ (2010-2011), Αλε­ξάν­δρεια 2013


Δο­κί­μιο

Πλα­τεία Θε­ά­τρου, Σο­κό­λης 1994
Σω­σί­βια λέμ­βος, Κα­στα­νιώ­της 1999


Αν­θο­λό­γη­ση

Ελ­λη­νι­κή ποι­η­τι­κή αν­θο­λο­γία θα­νά­του του ει­κο­στού αιώ­να (με τον Κ. Γ. Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου), Κα­στα­νιώ­της 1996
«Σα μου­σι­κή τη νύ­χτα» – Γαλ­λι­κά ποι­ή­μα­τα απο­χαι­ρε­τι­σμού, Κέ­δρος 2007


Με­λέ­τη

Κρί­των Αθα­να­σού­λης: μια πα­ρου­σί­α­ση, Γα­βρι­η­λί­δης 2001


Με­τά­φρα­ση

{ΠΟΙ­Η­ΣΗ & ΠΕ­ΖΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ}

Λεό Φερ­ρέ: Μια πρώ­τη πα­ρου­σί­α­ση, Κού­ρος 1976
Ζακ Πρε­βέρ: Θέ­α­μα και ιστο­ρί­ες, Νε­φέ­λη 1982
Λε­ο­νό­ρα Κά­ριγ­κτον: Η αρ­χά­ρια και άλ­λα δι­η­γή­μα­τα, Ύψι­λον 1982
Ζωρζ Μπρα­σένς: Ο γο­ρί­λας και άλ­λα ποι­ή­μα­τα, Ύψι­λον 1983
Μπλαιζ Σα­ντράρ: Πά­σχα στη Νέα Υόρ­κη, Υά­κιν­θος-Ρό­πτρον 1987· Ύψι­λον, 1999
Μπλαιζ Σα­ντράρ: Νέ­γρι­κα πα­ρα­μυ­θά­κια για όλα τα λευ­κά παι­δά­κια, Ύψι­λον, 1999
Ουόλτ Ουί­τμαν: Στη γα­λά­ζια όχθη της Οντά­ριο, ποί­η­μα, Ρό­πτρον 1992·  Ύψι­λον 1999

{ΘΕ­Α­ΤΡΟ}

Σλα­βο­μίρ Μρό­ζεκ: Δεύ­τε­ρη υπη­ρε­σία, Δω­δώ­νη 1985
Μο­λιέ­ρου: Ζωρζ Ντα­ντέν, Επι­και­ρό­τη­τα 1991
Μα­ρι­βώ: Η ψευ­τρο­ϋ­πη­ρέ­τρια, Δω­δώ­νη 1998
Με­νάν­δρου: Σα­μία, Πα­τά­κης 1997
Αρι­στο­φά­νους: Όρ­νι­θες, Πα­τά­κης 1998
Με­νάν­δρου: Επι­τρέ­πο­ντες, Πα­τά­κης 1998
Αρι­στο­φά­νους: Λυ­σι­στρά­τη, Πα­τά­κης 1998
Αρι­στο­φά­νους: Ει­ρή­νη, Πα­τά­κης 2000
Με­νάν­δρου: Δύ­σκο­λος, Πα­τά­κης 2001
Αρι­στο­φά­νους: Πλού­τος, Πα­τά­κης 2001

Τα βι­βλία του Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη στον ΙΑ­ΝΟ 

Με­τα­φρά­σεις αρ­χαί­ων Ελ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων από τον Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη στις Εκ­δό­σεις Πα­τά­κη

    –––––––––––––––––––

    Στο έρ­γο τού Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη ήταν αφιε­ρω­μέ­νο το τεύ­χος 45-46 του πε­ριοδ. Εμ­βό­λι­μον, Άσπρα Σπί­τια Βοιω­τί­ας (φθι­νό­πω­ρο 2001-χει­μώ­νας 2002) στο οποίο συμ­με­τεί­χαν 38 συγ­γρα­φείς.

    Επί­σης, «Σε­λί­δες για τον Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη»,  δη­μο­σί­ευ­σε το πε­ριοδ. Εντευ­κτή­ριο της Θεσσ­σα­λο­νί­κης στο τεύ­χος 72 (2006), με πέ­ντε αδη­μο­σί­ευ­τα τό­τε ποι­ή­μα­τά του και κεί­με­να δέ­κα συ­νερ­γα­τών ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να με επι­στο­λές και μπι­λιέ­τα του Μα­λά­νου, του Σα­χτού­ρη, του Πα­πα­δί­τσα και του Πα­πα­τσώ­νη.

    Ακό­μα, το πε­ριοδ. Οδός Πα­νός, στο τεύ­χος 159 (Μάιος-Αυ­γού­στος 2013) εί­χε αφιέ­ρω­μα στον Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη με 17 συ­νερ­γα­σί­ες.

    στο αφιέρωμα χαρτογραφούν:

    Αλίκη Αλεξανδρή-Βαρβέρη
    Προσπαθώ να θυμηθώ ένα αγόρι 20 ετών
    Χρήστος Δ. Αντωνίου
    «Βαθέος γήρατος»
    Γιώργος Βέης
    Κατευόδιο, επανεκκίνηση, διαρκής παρουσία
    Γιάννης Γκούμας
    Poems from «Ripe Old Age»
    Μαρία Γουρδουπάρη, Μαριβάσια Κολλιοπούλου
    Ένας διαφορετικός Φιλέας Φογκ
    Άννα Γρίβα
    Το πρώτο και κύριο μάθημα κατά Γιάννη Βαρβέρη: ένα παραδειγματικό ιστορικό 
    ποίημα
    Ανθούλα Δανιήλ
    Μηνύματα από τον βυθό
    Βαγγέλης Δημητριάδης
    Το μανιφέστο του καλού κριτικού
    Γιάννης Ευσταθιάδης
    Οι ποιητές, η φωνή τους: Γιάννης Βαρβέρης
    Διώνη Δημητριάδου
    Το «λίγο πριν»
    Σάρα Θηλυκού
    Ο Γ.Β. στη Μυτιλήνη
    Σωτήρης Κακίσης
    Το Κακό είναι ένας ηλίθιος
    Δημήτρης Καλοκύρης
    Τέσσερα ποιήματα για το ανανεωμένο δρόμολόγιο του «Τραμ»
    Ράνια Καταβούτα
    «Ο θάνατος κι ο εφιάλτης»
    Δημήτρης Κοσμόπουλος
    Τέσσερα ποιήματα που του άρεσαν πολύ: Βιγιόν, Μαλλαρμέ, Γέητς
    Μαρία Κουλούρη
    Στοκχόλμη
    Ηλίας Κεφάλας
    «Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές»: Σχόλια και μαρτυρίες
    Χρίστος Λάνδρος
    Γιάννης Βαρβέρης: Η τέχνη της ποίησης
    Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
    Πετυχημένη μεταμφίεση και άλλες λεβάντες
    Κλεοπάτρα Λυμπέρη
    Αφηγήσεις άλγους
    Κυριακή Λυμπέρη
    «Μήπως τα δάκρυα σού τα 'χω προπληρώσει;»
    Παυλίνα Μάρβιν
    Βαρβέρη, Βαρβέρη, είσαι εδώ
    Ειρήνη Μαργαρίτη
    Ένα παιδί θυμάται τη μαμά του
    Δώρα Μέντη
    Η Ομόνοια του Γιάννη Βαρβέρη
    Παναγιώτης Μηλιώτης
    Σχόλια πάνω σε δύο αντικριστά ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη
    Αριστέα Παπαλεξάνδρου
    Στο Au revoir για ένα τελευταίο
    Αγγελική Πεχλιβάνη
    Cortina 1964 ή Η τέλεια διαδρομή
    Σταμάτης Πολενάκης
    Μια ανάμνηση
    Ζωή Σαμαρά
    Η ποιητική γραφή και τα είδωλά της
    Γιάννης Στρούμπας
    Μια επιστολή που δεν πρόλαβα να στείλω…
    Χρύσα Φάντη
    Ιδιαιτερότητες και χαρακτηριστικά μοτίβα στην ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη
    Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
    Ο θάνατος το στρώνει – στην ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη
    Γιώργος Χουλιάρας
    Στου Απότσου με τον Γιάννη
    Χάρης Ψαρράς
    Ο Μέγας Καρπάθιος
    Θόδωρος Οικονόμου
    Το «Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη»

    Ιδιαιτερότητες και χαρακτηρι

    στικά μοτίβα 

    στην ποίηση του Γιάννη 

    Βαρβέρη

    Η αρκούδα πάνω στα βουνά / τα χιονισμένα / πλησιάζει τον νεκρό στρατιώτη με συμπάθεια.
    ― Δεν θα τον φάω, σκέφτεται / αφού για χάρη μου / κάνει τον πεθαμένο  
    –  (Τα Ζώα στα σύννεφα, 2013)

    Επηρεασμένος από τη δραματική ατμόσφαιρα των πολιτικών συμβάντων που σημάδεψαν εκείνους που βίωσαν άμεσα το δράμα της Κατοχής και του Εμφύλιου, αλλά και από τους νεότερους ηλικιακά που κλήθηκαν να ζήσουν στον ασφυκτικό της απόηχο, ο Γιάννης Βαρβέρης εμφανίζεται στα γράμματα με μια ποίηση που φέρει έντονα τα στοιχεία της ειρωνείας και μιας βαθιάς ενδοσκόπησης που συχνά καταλήγει στη σάτιρα και τον αυτοσαρκασμό.


    1.Το στοιχείο της ειρωνείας

      Μέλλοντες γάμοι: Δωρεές σωμάτων, μνημόσυνα κορμιών […] Πάλι ανακατεύουν την τράπουλα. Και πάλι κόβει ο θάνατος για να μοιράσει ο χρόνος – («Κοινωνικά», από τη συλλογή Άκυρο θαύμα, 1996)

      Όπως συμβαίνει και με άλλους συνομήλικους ή σχετικά μεγαλύτερους ηλικιακά από αυτόν, − τον Νάσο Βαγενά, επί παραδείγματι, στον οποίο «η ειρωνεία λειτουργεί όχι μ’ αυτό που φαίνεται αλλά μ’ εκείνο που διαφαίνεται»[1]─, ή τον Γιάννη Πατίλη, που από την πρώτη κιόλας ποιητική συλλογή του, Ο μικρός και το θηρίο, (1970), προσπαθεί να εκφράσει τον θυμό και την πίκρα του μέσα από αυτήν─, στον Γιάννη Βαρβέρη η ειρωνική ματιά και διάθεση εμφανίζεται εξίσου κυρίαρχη.

      Η Νόρα Αναγνωστάκη, ήδη από το 1973, στη μελέτη της Το στοιχείο της σάτιρας και το χιούμορ στη νεότερη ποιητική γενιά, και αργότερα στο βιβλίο της, Κριτική της παντομίμας (1970-1975), αναφέρεται στη σημασία του σκώμματος και της διακωμώδησης στους ποιητές αυτής της γενιάς, χαρακτηρίζοντάς τα ως ένα «αμφίστομο όπλο στα χέρια τους».[2] Στον Βαρβέρη όμως, και στις δώδεκα ποιητικές συλλογές του, ─ από την πρώτη, με την καβαφικής εμπνεύσεως προσφώνηση, Εν φαντασία και λόγω, εκδομένη το 1975 (και αργότερα το 1984), Το ράμφος. Εν φαντασία και λόγω, μέχρι και Τα Ζώα στα σύννεφα, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και τον συλλογικό μεταθανάτιο τόμο Ποιήματα Β΄ (2001-2013) Κέδρος 2013, έργο που εύστοχα ξεκινά με το περιπαιχτικό: «Στην υγειά σας / πεθαμένοι»−, πρόκειται για μια διακωμώδηση ιδιαζόντως προσωπική και ευρηματική, στην οποία η ειρωνεία και ο σαρκασμός είναι αιχμηρά και δοσμένα πρωτότυπα, με την υπονόμευση όχι μόνο των σοβαρών πραγμάτων αλλά και της ίδιας της ιδέας της σοβαρότητας να φτάνει στα άκρα. Χιούμορ και αυτοαναίρεση που όπως ορθά επισημαίνεται από την κριτική, δεν περιορίζεται στο νόημα του ποιήματος αλλά συχνά επεκτείνεται και στην ίδια του τη μορφολογία.
      Ο Βαρβέρης χρησιμοποιεί κατά κόρον την ειρωνεία για να αναδείξει τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου, σε μια πολύπλευρη και ιδιόμορφη σύζευξη πολιτικού, κοινωνικού και υπαρξιακού προβληματισμού. Το υποδόριο χιούμορ είναι το δικό του όχημα, ο δικός του τρόπος αντίδρασης στον άκρατο υλισμό και την κατανάλωση μιας κοινωνίας που ακύρωσε τα ιδανικά της και έστειλε στο περιθώριο τους περισσότερους από τους ποιητές και πνευματικούς ταγούς της. Ταυτόχρονα, και ένας άλλος τρόπος εμβάθυνσης στη γλώσσα και τα σημαίνοντά της, πέρα από την πρώτη κοινή σημασιολογία των λέξεων και του συντακτικού. 


      2. Το στοιχείο του θανάτου και της φθοράς

        Μόλις ο Νίκος Εγγονόπουλος απέθανε ο θάνατός του πρόσφερε τσιγάρο
        – Sans filtre! –Sans filtre!
         / είπεν ο Νίκος / κι επροχώρησε […]   –  («Ο θάνατος το στρώνει» 1988)

        Ένα άλλο στοιχείο που στην κυριολεξία σφραγίζει την ποίηση του Βαρβέρη είναι η αναφορά στον θάνατο. Βρισκόμαστε, θα λέγαμε, μπροστά σε μια ποίηση περιπαιχτική αλλά και βαθιά θανατόφιλη (μακάβρια, αν όχι θανατολάγνα), με τα όρια ανάμεσα στο ζην και το θνήσκειν να αμφισβητούνται και να αίρονται μέσα στον χρόνο. Εδώ, τόσο η παρουσία της ειρωνείας όσο και αυτή του θανάτου είναι διαρκής και αδιάλειπτη. Ο θάνατος ως συνεχής μαρτυρία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ανθρώπινου βίου και καμιά ανθρώπινη ύπαρξη δεν νοείται έξω από αυτόν. Ζωή και θάνατος, ιδωμένα μέσα στο χρόνο αποτελούν αδήριτη ενότητα. Φαίνονται, είναι, και παραμένουν ρευστά και συγκεχυμένα.
        Ο Αλ. Ζήρας, σε ένα κριτικό σημείωμά του για τη συλλογή του Ο θάνατος το στρώνει, μιλά για ένα ειρωνικά υφοποιημένο λόγο που καμιά φορά εμφανίζεται με παιγνιώδη μορφή, και παραπέμπει στον Εμπειρίκο και την ευφάνταστη υπερρεαλιστική εικονοποιία του. Επιπλέον, σχετικά με τη δεύτερη ενότητά της συλλογής, θεωρεί ότι η ειρωνεία εδώ γίνεται πιο έμμεση, εστιάζοντας στην ανεβασμένη εσωτερική θερμοκρασία των στίχων.[3]


        3. Η ήττα, η πτώση, η μοναξιά και το γήρας

        Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει. / Σταθμός Πελοποννήσου κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι / μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα. / Είμαστε γέροι πια κι οι δυο / κι εγώ αφού γράφω ποιήματα πιο γέρος. / Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας; / Μέσα σε μια βδομάδα δεν απόμεινε κανείς. / Ήταν Μεγάλη βέβαια γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις– / θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί; […]    –  («Εσπερινός της Αγάπης», από το βιβλίο του Ο άνθρωπος μόνος, 2009)


        Ποιητής της αισθητικής και υπαρξιακής ρήξης αλλά και της πολιτικής και κοινωνικής αμφισβήτησης, ο Βαρβέρης κινείται διαρκώς ανάμεσα στο γήρας και τη νεότητα, την κίνηση και την ακινησία. Η ποίησή του, τρομακτική και ζείδωρη, έκθετη μπροστά στον θρήνο και την απώλεια, απεκδύεται το ψεύδος μιας πραγματικότητας που αποδεικνύεται από τα ίδια τα πράγματα απολύτως θνησιγενής. Μια πραγματικότητα γεμάτη θλίψη και απογοήτευση για μια ζωή κατώτερη των προσδοκιών, ορειβασία χωρίς ανηφόρα, στο πιο απόκρημνο ίσωμα, δίχως σταυρό και δίχως λόφο, αβέβαιο αποτύπωμα μιας πρόωρα γερασμένης γενιάς κι ενός ποιητή με ρίζα άδικη:

        «Α μπα. Μ’ ότι φοράω θα πάω. Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ έναν εκ γενετής συνταξιούχο»   –  («Μασκέ», Άκυρο θαύμα)

        Η μοναξιά του, ανυπεράσπιστη απέναντι σ’ αυτά που συνεχίζουν να τη ξαφνιάζουν, αποτυπώνεται ωσαύτως και στην αμφίσημη σχέση του με την πόλη. «Μια σχέση μίσους, περιφρόνησης αλλά και αγάπης σχεδόν ερωτικής»:[4]

        (α)

        Ξύπνησα. Βαθιά μέσα / σε μια πολυθρόνα./ Και μπροστά σε μια θάλασσα. Όπου / κανείς. / Μόνη κίνηση / το βλέμμα επάνω στα κύματα. / Όπου πήγαιναν. / Έτσι έμεινα. / Καλοκαίρια αθέατος. /  Και χειμώνες ολόκληρους. / Κάπως έτσι θα γέρασα. Γιατί / ποτέ δε σηκώθηκα. / Άρα έζησα νέος    –  («Φιλέας Φογκ», από το βιβλίο Ο κύριος Φογκ, 1993)


        Ελάχιστα θρησκευόμενος, ο Γ. Βαρβέρης δεν αποφεύγει την συνδιαλλαγή με την πτώση. Σε αντίθεση με έναν κόσμο που δεν ανέχεται την απόσυρση, ακόμη κι όταν αυτή φαίνεται αναγκαία, και μια κοινωνία που αποδέχεται μόνο τη λαμπερή της όψη, εκείνος προτιμά τον πόνο και τη μελαγχολία. Ο στίχος του, απέχοντας ενσυνείδητα από τα λυρικότροπα αδιέξοδα του ναρκισσισμού και της εγωπάθειας, ακολουθεί με συνέπεια τα άδηλα μονοπάτια και τις κρυφές στενωπούς της καθόδου. Στον «δικό του» Φιλέα Φογκ, ποιητική σύνθεση που διακρίνεται για τη λιτή γλώσσα και τη στιβαρή δομή, και έργο που για πολλούς κριτικούς αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ποιητικές καταθέσεις της μεταπολίτευσης,[5] η στωικότητα στο ύφος και η ηρεμία στον τόνο μεταλλάσσονται σε τραγικά σπαράγματα και εικόνες γκροτέσκο. Ο ήρωας του Βαρβέρη, και στην ουσία αντιήρωας, σε αντίθεση με τον ταξιδευτή του Ιούλιου Βερν στο Ο Γύρος του κόσμου σε ογδόντα μέρες, βουλιάζει μέσα σε μια πολυθρόνα. Μακριά από τον θόρυβο του εφήμερου και τις ιαχές ενός υπερφίαλου θριάμβου, ψάχνει ενσυνείδητα για τα ίχνη του πάνω στον δρόμο της ήττας. Ακίνητος παρακολουθεί τα κύματα και την αέναη κίνησή τους, μόνος και γερασμένος γιατί ποτέ δε σηκώθηκε, καλοκαίρια αθέατος και χειμώνες ολόκληρους, μπροστά σε μια θάλασσα, όπου κανείς. Παρά ταύτα, αμφίβιος πάντα, χάρη σ’ αυτή την σιωπηλή και εργώδη προσήλωση θα καταφέρει εντέλει να ζήσει νέος και ανανεωμένος.

        (β)

        Θα το πούνε τα κύματα /  που είναι κάπως αμφίβια. / Δεν σηκώνομαι. Θα ’ρθουν. / Όπου να ’ναι / πρέπει να ‘ρθουν τα κύματα. / Λίγο λίγο να γίνω / ένα κύμα τους. / Και να έχω / όπου πάω / επάνω μου βλέμματα. / Αμφίβιο / να ’ρχομαι, να ’ρχομαι. / Και να γίνει αργά / η στεριά όλη / θάλασσα   –  («Φιλέας Φογκ»)


        4. Συμβολισμός, αλληγορία, ευρηματικότητα και ευφυή λεκτικά παιχνίδια στην υπηρεσία μιας ανόθευτης εσωτερικότητας

        Επισκεπτόμενος / κήπους ζωολογικούς / πάντα σχεδόν θα δεις / διεθνή την πινακίδα: «ΖΟΟ». / Μήπως είναι κι αυτή / μια λέξη ελληνική / σαν ρήματος κραυγή ασυναίρετη / που όταν τη συναιρέσεις πάει να πει: / «Απλώς και μόνον ΖΩ»;   –  (Τα ζώα στα σύννεφα)

        Πυκνός και έντονα στοχαστικός, ο λόγος του ποιητή συλλαμβάνει θέματα διαχρονικά με τρόπο συμβολικό και υπαινικτικό, αξιοποιώντας τη μαύρη παραμυθία και την αλληγορία. Το τοπίο στο οποίο κινείται, σαφώς πέρα από τα στενά όρια του ρεαλισμού και τη ρητή πρώτη δήλωση του νοήματος, τη συντακτική κανονικότητα και τη συνήθη λογική αλληλουχία, θα μπορούσε να ταυτιστεί με το γυναικείο σώμα. Όλα εδώ είναι κυματώδη και καμπυλωτά, μπολιασμένα από μια εν εγρηγόρσει φιλοσοφική νωχέλεια και μια μελαγχολία εξαιρετικά νηφάλια μες στην οξύτητά της. Πικρία που ο ιδιαίτερος τόνος της, αν και έκδηλα αποστασιοποιημένος, υποδηλώνει βαθιά ενσυναίσθηση και εσωτερικότητα.

        Το πιο βασανισμένο αμφίβιο / είναι το κύμα / της ακτής   –  (Τα ζώα στα σύννεφα)

        Η ποίησή του, υπαινικτική, χαμηλών τόνων και ταυτόχρονα τσεκουράτη, παραπέμπει περισσότερο σε μια έλλειψη, ένα κενό. Πρόκειται για οπτική που δεν αφορά τον μετρήσιμο χρόνο, δεν εστιάζει στη μνήμη που βιώθηκε αλλά πρωτίστως σε εκείνη που δεν μπόρεσε να βιωθεί. Ποίηση γυναικεία, θα λέγαμε, ανακαλώντας τη σημασία που δίνει στον χαρακτηρισμό η Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, σε αναφορά σχετική με την ποίηση που γράφουν οι γυναίκες αυτής της γενιάς: Εσωτερικό σώματος, εσωτερικό φύσης […] έχεις την αίσθηση ότι η περιγραφή του γεγονότος γίνεται από τα μέσα προς τα έξω.[6]

        5. Τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα ως πράγματα δηλωτικά της ανθρώπινης υπόστασης, αλλά και η αγωνία της γλώσσας ως προσπάθεια έκφρασης και σύλληψης του ανείπωτου.

        Μια ολόκληρη ζωή τόσο κοντά / Τόσο μακριά η μια από την άλλη / Χωρίς ελπίδα να συναντηθούμε / Παρά μονάχα κάποτε / Στο χέρι εκείνου που θα μείνει   –  (Άκυρο θαύμα).

        Ένα ακόμη στοιχείο που διαπερνά την ποίηση του Βαρβέρη είναι το πλήθος των αντικειμένων τα οποία την τροφοδοτούν, όπως για παράδειγμα, ένα ρούχο, ένα ρολόι ή ένα ζευγάρι βέρες, αναδεικνύοντας έτσι, όχι μόνο τους ορατούς αλλά και τους αόρατους δεσμούς που μπορεί να συνδέουν δυο φαινομενικά ανόμοια πράγματα, κάποτε όμως και την ίδια την ανυπαρξία αυτών των δεσμών.[7] Ο ποιητής, διεισδυτικός και έντονα ενορατικός, επιστρατεύει τα αντικείμενα για να αποδώσει μέσα από την χρήση ή την εικόνα τους μια έννοια σε όλο το φιλοσοφικό της υπόβαθρο, διαλύοντας, μεταμορφώνοντας, ανασυνθέτοντας και τελικώς ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό την προσωπική του μυθολογία. Ο λόγος του, χαμηλόφωνος και καθημερινός, προβάλλει στο βάθος μια πραγματικότητα εντελώς διάφορη από αυτήν της καθημερινής τους χρήσης. Τα οικεία ανακαλούν τις μνήμες όπως ακριβώς και οι σιωπές ανάμεσα στα κενά των στίχων. Πρόκειται για ποίηση που συχνά διασπά την ομαλή μετάβαση από το αίτιο στο αιτιατό και (όχι σπάνια) δεν διστάζει ακόμη και να την καταλύσει για να αναδείξει μια διάστασή της πολύ ανώτερη από αυτήν των αισθήσεων.

        Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως στην ποίηση του Γ. Βαρβέρη, τόσο οι λέξεις όσο και τα πράγματα, ορίζουν δομή και οργάνωση μέσα από την ισχυρή αποτύπωση μιας κατάστασης ακραίου πεσιμισμού, παρακμιακού εκπεσμού και πτώσης. Το ποιητικό του έργο, ευφυές, οξύ, λιτό και περιγελαστικό, σε συνδυασμό τόσο με το προσωπικό του τραύμα όσο και με την εσώτερη ψυχοσύνθεση και ιδιοσυγκρασία του δημιουργού του, υπονομεύει από τα μέσα ένα ολόκληρο σύστημα, ανάγοντας την άρνηση και την παραίτηση σε γνήσια πολιτική θέση.

          ΗΗ αρκούδα πάνω στα βουνά / τα χιονισμένα / πλησιάζει τον νεκρό στρατιώτη με συμπάθεια.

          ― Δεν θα τον φάω, σκέφτεται / αφού για χάρη μου / κάνει τον πεθαμένο  –  (Τα Ζώα στα σύννεφα, 2013)

          Επηρεασμένος από τη δραματική ατμόσφαιρα των πολιτικών συμβάντων που σημάδεψαν εκείνους που βίωσαν άμεσα το δράμα της Κατοχής και του Εμφύλιου, αλλά και από τους νεότερους ηλικιακά που κλήθηκαν να ζήσουν στον ασφυκτικό της απόηχο, ο Γιάννης Βαρβέρης εμφανίζεται στα γράμματα με μια ποίηση που φέρει έντονα τα στοιχεία της ειρωνείας και μιας βαθιάς ενδοσκόπησης που συχνά καταλήγει στη σάτιρα και τον αυτοσαρκασμό.


          1.Το στοιχείο της ειρωνείας

            Μέλλοντες γάμοι: Δωρεές σωμάτων, μνημόσυνα κορμιών […] Πάλι ανακατεύουν την τράπουλα. Και πάλι κόβει ο θάνατος για να μοιράσει ο χρόνος – («Κοινωνικά», από τη συλλογή Άκυρο θαύμα, 1996)

            Όπως συμβαίνει και με άλλους συνομήλικους ή σχετικά μεγαλύτερους ηλικιακά από αυτόν, − τον Νάσο Βαγενά, επί παραδείγματι, στον οποίο «η ειρωνεία λειτουργεί όχι μ’ αυτό που φαίνεται αλλά μ’ εκείνο που διαφαίνεται»[1]─, ή τον Γιάννη Πατίλη, που από την πρώτη κιόλας ποιητική συλλογή του, Ο μικρός και το θηρίο, (1970), προσπαθεί να εκφράσει τον θυμό και την πίκρα του μέσα από αυτήν─, στον Γιάννη Βαρβέρη η ειρωνική ματιά και διάθεση εμφανίζεται εξίσου κυρίαρχη.

            Η Νόρα Αναγνωστάκη, ήδη από το 1973, στη μελέτη της Το στοιχείο της σάτιρας και το χιούμορ στη νεότερη ποιητική γενιά, και αργότερα στο βιβλίο της, Κριτική της παντομίμας (1970-1975), αναφέρεται στη σημασία του σκώμματος και της διακωμώδησης στους ποιητές αυτής της γενιάς, χαρακτηρίζοντάς τα ως ένα «αμφίστομο όπλο στα χέρια τους».[2] Στον Βαρβέρη όμως, και στις δώδεκα ποιητικές συλλογές του, ─ από την πρώτη, με την καβαφικής εμπνεύσεως προσφώνηση, Εν φαντασία και λόγω, εκδομένη το 1975 (και αργότερα το 1984), Το ράμφος. Εν φαντασία και λόγω, μέχρι και Τα Ζώα στα σύννεφα, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και τον συλλογικό μεταθανάτιο τόμο Ποιήματα Β΄ (2001-2013) Κέδρος 2013, έργο που εύστοχα ξεκινά με το περιπαιχτικό: «Στην υγειά σας / πεθαμένοι»−, πρόκειται για μια διακωμώδηση ιδιαζόντως προσωπική και ευρηματική, στην οποία η ειρωνεία και ο σαρκασμός είναι αιχμηρά και δοσμένα πρωτότυπα, με την υπονόμευση όχι μόνο των σοβαρών πραγμάτων αλλά και της ίδιας της ιδέας της σοβαρότητας να φτάνει στα άκρα. Χιούμορ και αυτοαναίρεση που όπως ορθά επισημαίνεται από την κριτική, δεν περιορίζεται στο νόημα του ποιήματος αλλά συχνά επεκτείνεται και στην ίδια του τη μορφολογία.
            Ο Βαρβέρης χρησιμοποιεί κατά κόρον την ειρωνεία για να αναδείξει τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου, σε μια πολύπλευρη και ιδιόμορφη σύζευξη πολιτικού, κοινωνικού και υπαρξιακού προβληματισμού. Το υποδόριο χιούμορ είναι το δικό του όχημα, ο δικός του τρόπος αντίδρασης στον άκρατο υλισμό και την κατανάλωση μιας κοινωνίας που ακύρωσε τα ιδανικά της και έστειλε στο περιθώριο τους περισσότερους από τους ποιητές και πνευματικούς ταγούς της. Ταυτόχρονα, και ένας άλλος τρόπος εμβάθυνσης στη γλώσσα και τα σημαίνοντά της, πέρα από την πρώτη κοινή σημασιολογία των λέξεων και του συντακτικού. 


            2. Το στοιχείο του θανάτου και της φθοράς

              Μόλις ο Νίκος Εγγονόπουλος απέθανε ο θάνατός του πρόσφερε τσιγάρο
              – Sans filtre! –Sans filtre!
               / είπεν ο Νίκος / κι επροχώρησε […]   –  («Ο θάνατος το στρώνει» 1988)

              Ένα άλλο στοιχείο που στην κυριολεξία σφραγίζει την ποίηση του Βαρβέρη είναι η αναφορά στον θάνατο. Βρισκόμαστε, θα λέγαμε, μπροστά σε μια ποίηση περιπαιχτική αλλά και βαθιά θανατόφιλη (μακάβρια, αν όχι θανατολάγνα), με τα όρια ανάμεσα στο ζην και το θνήσκειν να αμφισβητούνται και να αίρονται μέσα στον χρόνο. Εδώ, τόσο η παρουσία της ειρωνείας όσο και αυτή του θανάτου είναι διαρκής και αδιάλειπτη. Ο θάνατος ως συνεχής μαρτυρία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ανθρώπινου βίου και καμιά ανθρώπινη ύπαρξη δεν νοείται έξω από αυτόν. Ζωή και θάνατος, ιδωμένα μέσα στο χρόνο αποτελούν αδήριτη ενότητα. Φαίνονται, είναι, και παραμένουν ρευστά και συγκεχυμένα.
              Ο Αλ. Ζήρας, σε ένα κριτικό σημείωμά του για τη συλλογή του Ο θάνατος το στρώνει, μιλά για ένα ειρωνικά υφοποιημένο λόγο που καμιά φορά εμφανίζεται με παιγνιώδη μορφή, και παραπέμπει στον Εμπειρίκο και την ευφάνταστη υπερρεαλιστική εικονοποιία του. Επιπλέον, σχετικά με τη δεύτερη ενότητά της συλλογής, θεωρεί ότι η ειρωνεία εδώ γίνεται πιο έμμεση, εστιάζοντας στην ανεβασμένη εσωτερική θερμοκρασία των στίχων.[3]


              3. Η ήττα, η πτώση, η μοναξιά και το γήρας

              Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει. / Σταθμός Πελοποννήσου κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι / μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα. / Είμαστε γέροι πια κι οι δυο / κι εγώ αφού γράφω ποιήματα πιο γέρος. / Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας; / Μέσα σε μια βδομάδα δεν απόμεινε κανείς. / Ήταν Μεγάλη βέβαια γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις– / θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί; […]    –  («Εσπερινός της Αγάπης», από το βιβλίο του Ο άνθρωπος μόνος, 2009)


              Ποιητής της αισθητικής και υπαρξιακής ρήξης αλλά και της πολιτικής και κοινωνικής αμφισβήτησης, ο Βαρβέρης κινείται διαρκώς ανάμεσα στο γήρας και τη νεότητα, την κίνηση και την ακινησία. Η ποίησή του, τρομακτική και ζείδωρη, έκθετη μπροστά στον θρήνο και την απώλεια, απεκδύεται το ψεύδος μιας πραγματικότητας που αποδεικνύεται από τα ίδια τα πράγματα απολύτως θνησιγενής. Μια πραγματικότητα γεμάτη θλίψη και απογοήτευση για μια ζωή κατώτερη των προσδοκιών, ορειβασία χωρίς ανηφόρα, στο πιο απόκρημνο ίσωμα, δίχως σταυρό και δίχως λόφο, αβέβαιο αποτύπωμα μιας πρόωρα γερασμένης γενιάς κι ενός ποιητή με ρίζα άδικη:

              «Α μπα. Μ’ ότι φοράω θα πάω. Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ έναν εκ γενετής συνταξιούχο»   –  («Μασκέ», Άκυρο θαύμα)

              Η μοναξιά του, ανυπεράσπιστη απέναντι σ’ αυτά που συνεχίζουν να τη ξαφνιάζουν, αποτυπώνεται ωσαύτως και στην αμφίσημη σχέση του με την πόλη. «Μια σχέση μίσους, περιφρόνησης αλλά και αγάπης σχεδόν ερωτικής»:[4]

              (α)

              Ξύπνησα. Βαθιά μέσα / σε μια πολυθρόνα./ Και μπροστά σε μια θάλασσα. Όπου / κανείς. / Μόνη κίνηση / το βλέμμα επάνω στα κύματα. / Όπου πήγαιναν. / Έτσι έμεινα. / Καλοκαίρια αθέατος. /  Και χειμώνες ολόκληρους. / Κάπως έτσι θα γέρασα. Γιατί / ποτέ δε σηκώθηκα. / Άρα έζησα νέος    –  («Φιλέας Φογκ», από το βιβλίο Ο κύριος Φογκ, 1993)


              Ελάχιστα θρησκευόμενος, ο Γ. Βαρβέρης δεν αποφεύγει την συνδιαλλαγή με την πτώση. Σε αντίθεση με έναν κόσμο που δεν ανέχεται την απόσυρση, ακόμη κι όταν αυτή φαίνεται αναγκαία, και μια κοινωνία που αποδέχεται μόνο τη λαμπερή της όψη, εκείνος προτιμά τον πόνο και τη μελαγχολία. Ο στίχος του, απέχοντας ενσυνείδητα από τα λυρικότροπα αδιέξοδα του ναρκισσισμού και της εγωπάθειας, ακολουθεί με συνέπεια τα άδηλα μονοπάτια και τις κρυφές στενωπούς της καθόδου. Στον «δικό του» Φιλέα Φογκ, ποιητική σύνθεση που διακρίνεται για τη λιτή γλώσσα και τη στιβαρή δομή, και έργο που για πολλούς κριτικούς αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ποιητικές καταθέσεις της μεταπολίτευσης,[5] η στωικότητα στο ύφος και η ηρεμία στον τόνο μεταλλάσσονται σε τραγικά σπαράγματα και εικόνες γκροτέσκο. Ο ήρωας του Βαρβέρη, και στην ουσία αντιήρωας, σε αντίθεση με τον ταξιδευτή του Ιούλιου Βερν στο Ο Γύρος του κόσμου σε ογδόντα μέρες, βουλιάζει μέσα σε μια πολυθρόνα. Μακριά από τον θόρυβο του εφήμερου και τις ιαχές ενός υπερφίαλου θριάμβου, ψάχνει ενσυνείδητα για τα ίχνη του πάνω στον δρόμο της ήττας. Ακίνητος παρακολουθεί τα κύματα και την αέναη κίνησή τους, μόνος και γερασμένος γιατί ποτέ δε σηκώθηκε, καλοκαίρια αθέατος και χειμώνες ολόκληρους, μπροστά σε μια θάλασσα, όπου κανείς. Παρά ταύτα, αμφίβιος πάντα, χάρη σ’ αυτή την σιωπηλή και εργώδη προσήλωση θα καταφέρει εντέλει να ζήσει νέος και ανανεωμένος.

              (β)

              Θα το πούνε τα κύματα /  που είναι κάπως αμφίβια. / Δεν σηκώνομαι. Θα ’ρθουν. / Όπου να ’ναι / πρέπει να ‘ρθουν τα κύματα. / Λίγο λίγο να γίνω / ένα κύμα τους. / Και να έχω / όπου πάω / επάνω μου βλέμματα. / Αμφίβιο / να ’ρχομαι, να ’ρχομαι. / Και να γίνει αργά / η στεριά όλη / θάλασσα   –  («Φιλέας Φογκ»)


              4. Συμβολισμός, αλληγορία, ευρηματικότητα και ευφυή λεκτικά παιχνίδια στην υπηρεσία μιας ανόθευτης εσωτερικότητας

              Επισκεπτόμενος / κήπους ζωολογικούς / πάντα σχεδόν θα δεις / διεθνή την πινακίδα: «ΖΟΟ». / Μήπως είναι κι αυτή / μια λέξη ελληνική / σαν ρήματος κραυγή ασυναίρετη / που όταν τη συναιρέσεις πάει να πει: / «Απλώς και μόνον ΖΩ»;   –  (Τα ζώα στα σύννεφα)

              Πυκνός και έντονα στοχαστικός, ο λόγος του ποιητή συλλαμβάνει θέματα διαχρονικά με τρόπο συμβολικό και υπαινικτικό, αξιοποιώντας τη μαύρη παραμυθία και την αλληγορία. Το τοπίο στο οποίο κινείται, σαφώς πέρα από τα στενά όρια του ρεαλισμού και τη ρητή πρώτη δήλωση του νοήματος, τη συντακτική κανονικότητα και τη συνήθη λογική αλληλουχία, θα μπορούσε να ταυτιστεί με το γυναικείο σώμα. Όλα εδώ είναι κυματώδη και καμπυλωτά, μπολιασμένα από μια εν εγρηγόρσει φιλοσοφική νωχέλεια και μια μελαγχολία εξαιρετικά νηφάλια μες στην οξύτητά της. Πικρία που ο ιδιαίτερος τόνος της, αν και έκδηλα αποστασιοποιημένος, υποδηλώνει βαθιά ενσυναίσθηση και εσωτερικότητα.

              Το πιο βασανισμένο αμφίβιο / είναι το κύμα / της ακτής   –  (Τα ζώα στα σύννεφα)

              Η ποίησή του, υπαινικτική, χαμηλών τόνων και ταυτόχρονα τσεκουράτη, παραπέμπει περισσότερο σε μια έλλειψη, ένα κενό. Πρόκειται για οπτική που δεν αφορά τον μετρήσιμο χρόνο, δεν εστιάζει στη μνήμη που βιώθηκε αλλά πρωτίστως σε εκείνη που δεν μπόρεσε να βιωθεί. Ποίηση γυναικεία, θα λέγαμε, ανακαλώντας τη σημασία που δίνει στον χαρακτηρισμό η Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, σε αναφορά σχετική με την ποίηση που γράφουν οι γυναίκες αυτής της γενιάς: Εσωτερικό σώματος, εσωτερικό φύσης […] έχεις την αίσθηση ότι η περιγραφή του γεγονότος γίνεται από τα μέσα προς τα έξω.[6]

              5. Τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα ως πράγματα δηλωτικά της ανθρώπινης υπόστασης, αλλά και η αγωνία της γλώσσας ως προσπάθεια έκφρασης και σύλληψης του ανείπωτου.

              Μια ολόκληρη ζωή τόσο κοντά / Τόσο μακριά η μια από την άλλη / Χωρίς ελπίδα να συναντηθούμε / Παρά μονάχα κάποτε / Στο χέρι εκείνου που θα μείνει   –  (Άκυρο θαύμα).

              Ένα ακόμη στοιχείο που διαπερνά την ποίηση του Βαρβέρη είναι το πλήθος των αντικειμένων τα οποία την τροφοδοτούν, όπως για παράδειγμα, ένα ρούχο, ένα ρολόι ή ένα ζευγάρι βέρες, αναδεικνύοντας έτσι, όχι μόνο τους ορατούς αλλά και τους αόρατους δεσμούς που μπορεί να συνδέουν δυο φαινομενικά ανόμοια πράγματα, κάποτε όμως και την ίδια την ανυπαρξία αυτών των δεσμών.[7] Ο ποιητής, διεισδυτικός και έντονα ενορατικός, επιστρατεύει τα αντικείμενα για να αποδώσει μέσα από την χρήση ή την εικόνα τους μια έννοια σε όλο το φιλοσοφικό της υπόβαθρο, διαλύοντας, μεταμορφώνοντας, ανασυνθέτοντας και τελικώς ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό την προσωπική του μυθολογία. Ο λόγος του, χαμηλόφωνος και καθημερινός, προβάλλει στο βάθος μια πραγματικότητα εντελώς διάφορη από αυτήν της καθημερινής τους χρήσης. Τα οικεία ανακαλούν τις μνήμες όπως ακριβώς και οι σιωπές ανάμεσα στα κενά των στίχων. Πρόκειται για ποίηση που συχνά διασπά την ομαλή μετάβαση από το αίτιο στο αιτιατό και (όχι σπάνια) δεν διστάζει ακόμη και να την καταλύσει για να αναδείξει μια διάστασή της πολύ ανώτερη από αυτήν των αισθήσεων.

              Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως στην ποίηση του Γ. Βαρβέρη, τόσο οι λέξεις όσο και τα πράγματα, ορίζουν δομή και οργάνωση μέσα από την ισχυρή αποτύπωση μιας κατάστασης ακραίου πεσιμισμού, παρακμιακού εκπεσμού και πτώσης. Το ποιητικό του έργο, ευφυές, οξύ, λιτό και περιγελαστικό, σε συνδυασμό τόσο με το προσωπικό του τραύμα όσο και με την εσώτερη ψυχοσύνθεση και ιδιοσυγκρασία του δημιουργού του, υπονομεύει από τα μέσα ένα ολόκληρο σύστημα, ανάγοντας την άρνηση και την παραίτηση σε γνήσια πολιτική θέση.

                 αρκούδα πάνω στα βουνά / τα χιονισμένα / πλησιάζει τον νεκρό στρατιώτη με συμπάθεια.
                ― Δεν θα τον φάω, σκέφτεται / αφού για χάρη μου / κάνει τον πεθαμένο  
                –  (Τα Ζώα στα σύννεφα, 2013)

                Επηρεασμένος από τη δραματική ατμόσφαιρα των πολιτικών συμβάντων που σημάδεψαν εκείνους που βίωσαν άμεσα το δράμα της Κατοχής και του Εμφύλιου, αλλά και από τους νεότερους ηλικιακά που κλήθηκαν να ζήσουν στον ασφυκτικό της απόηχο, ο Γιάννης Βαρβέρης εμφανίζεται στα γράμματα με μια ποίηση που φέρει έντονα τα στοιχεία της ειρωνείας και μιας βαθιάς ενδοσκόπησης που συχνά καταλήγει στη σάτιρα και τον αυτοσαρκασμό.


                1.Το στοιχείο της ειρωνείας

                  Μέλλοντες γάμοι: Δωρεές σωμάτων, μνημόσυνα κορμιών […] Πάλι ανακατεύουν την τράπουλα. Και πάλι κόβει ο θάνατος για να μοιράσει ο χρόνος – («Κοινωνικά», από τη συλλογή Άκυρο θαύμα, 1996)

                  Όπως συμβαίνει και με άλλους συνομήλικους ή σχετικά μεγαλύτερους ηλικιακά από αυτόν, − τον Νάσο Βαγενά, επί παραδείγματι, στον οποίο «η ειρωνεία λειτουργεί όχι μ’ αυτό που φαίνεται αλλά μ’ εκείνο που διαφαίνεται»[1]─, ή τον Γιάννη Πατίλη, που από την πρώτη κιόλας ποιητική συλλογή του, Ο μικρός και το θηρίο, (1970), προσπαθεί να εκφράσει τον θυμό και την πίκρα του μέσα από αυτήν─, στον Γιάννη Βαρβέρη η ειρωνική ματιά και διάθεση εμφανίζεται εξίσου κυρίαρχη.

                  Η Νόρα Αναγνωστάκη, ήδη από το 1973, στη μελέτη της Το στοιχείο της σάτιρας και το χιούμορ στη νεότερη ποιητική γενιά, και αργότερα στο βιβλίο της, Κριτική της παντομίμας (1970-1975), αναφέρεται στη σημασία του σκώμματος και της διακωμώδησης στους ποιητές αυτής της γενιάς, χαρακτηρίζοντάς τα ως ένα «αμφίστομο όπλο στα χέρια τους».[2] Στον Βαρβέρη όμως, και στις δώδεκα ποιητικές συλλογές του, ─ από την πρώτη, με την καβαφικής εμπνεύσεως προσφώνηση, Εν φαντασία και λόγω, εκδομένη το 1975 (και αργότερα το 1984), Το ράμφος. Εν φαντασία και λόγω, μέχρι και Τα Ζώα στα σύννεφα, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και τον συλλογικό μεταθανάτιο τόμο Ποιήματα Β΄ (2001-2013) Κέδρος 2013, έργο που εύστοχα ξεκινά με το περιπαιχτικό: «Στην υγειά σας / πεθαμένοι»−, πρόκειται για μια διακωμώδηση ιδιαζόντως προσωπική και ευρηματική, στην οποία η ειρωνεία και ο σαρκασμός είναι αιχμηρά και δοσμένα πρωτότυπα, με την υπονόμευση όχι μόνο των σοβαρών πραγμάτων αλλά και της ίδιας της ιδέας της σοβαρότητας να φτάνει στα άκρα. Χιούμορ και αυτοαναίρεση που όπως ορθά επισημαίνεται από την κριτική, δεν περιορίζεται στο νόημα του ποιήματος αλλά συχνά επεκτείνεται και στην ίδια του τη μορφολογία.
                  Ο Βαρβέρης χρησιμοποιεί κατά κόρον την ειρωνεία για να αναδείξει τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου, σε μια πολύπλευρη και ιδιόμορφη σύζευξη πολιτικού, κοινωνικού και υπαρξιακού προβληματισμού. Το υποδόριο χιούμορ είναι το δικό του όχημα, ο δικός του τρόπος αντίδρασης στον άκρατο υλισμό και την κατανάλωση μιας κοινωνίας που ακύρωσε τα ιδανικά της και έστειλε στο περιθώριο τους περισσότερους από τους ποιητές και πνευματικούς ταγούς της. Ταυτόχρονα, και ένας άλλος τρόπος εμβάθυνσης στη γλώσσα και τα σημαίνοντά της, πέρα από την πρώτη κοινή σημασιολογία των λέξεων και του συντακτικού. 


                  2. Το στοιχείο του θανάτου και της φθοράς

                    Μόλις ο Νίκος Εγγονόπουλος απέθανε ο θάνατός του πρόσφερε τσιγάρο
                    – Sans filtre! –Sans filtre!
                     / είπεν ο Νίκος / κι επροχώρησε […]   –  («Ο θάνατος το στρώνει» 1988)

                    Ένα άλλο στοιχείο που στην κυριολεξία σφραγίζει την ποίηση του Βαρβέρη είναι η αναφορά στον θάνατο. Βρισκόμαστε, θα λέγαμε, μπροστά σε μια ποίηση περιπαιχτική αλλά και βαθιά θανατόφιλη (μακάβρια, αν όχι θανατολάγνα), με τα όρια ανάμεσα στο ζην και το θνήσκειν να αμφισβητούνται και να αίρονται μέσα στον χρόνο. Εδώ, τόσο η παρουσία της ειρωνείας όσο και αυτή του θανάτου είναι διαρκής και αδιάλειπτη. Ο θάνατος ως συνεχής μαρτυρία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ανθρώπινου βίου και καμιά ανθρώπινη ύπαρξη δεν νοείται έξω από αυτόν. Ζωή και θάνατος, ιδωμένα μέσα στο χρόνο αποτελούν αδήριτη ενότητα. Φαίνονται, είναι, και παραμένουν ρευστά και συγκεχυμένα.
                    Ο Αλ. Ζήρας, σε ένα κριτικό σημείωμά του για τη συλλογή του Ο θάνατος το στρώνει, μιλά για ένα ειρωνικά υφοποιημένο λόγο που καμιά φορά εμφανίζεται με παιγνιώδη μορφή, και παραπέμπει στον Εμπειρίκο και την ευφάνταστη υπερρεαλιστική εικονοποιία του. Επιπλέον, σχετικά με τη δεύτερη ενότητά της συλλογής, θεωρεί ότι η ειρωνεία εδώ γίνεται πιο έμμεση, εστιάζοντας στην ανεβασμένη εσωτερική θερμοκρασία των στίχων.[3]


                    3. Η ήττα, η πτώση, η μοναξιά και το γήρας

                    Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει. / Σταθμός Πελοποννήσου κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι / μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα. / Είμαστε γέροι πια κι οι δυο / κι εγώ αφού γράφω ποιήματα πιο γέρος. / Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας; / Μέσα σε μια βδομάδα δεν απόμεινε κανείς. / Ήταν Μεγάλη βέβαια γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις– / θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί; […]    –  («Εσπερινός της Αγάπης», από το βιβλίο του Ο άνθρωπος μόνος, 2009)


                    Ποιητής της αισθητικής και υπαρξιακής ρήξης αλλά και της πολιτικής και κοινωνικής αμφισβήτησης, ο Βαρβέρης κινείται διαρκώς ανάμεσα στο γήρας και τη νεότητα, την κίνηση και την ακινησία. Η ποίησή του, τρομακτική και ζείδωρη, έκθετη μπροστά στον θρήνο και την απώλεια, απεκδύεται το ψεύδος μιας πραγματικότητας που αποδεικνύεται από τα ίδια τα πράγματα απολύτως θνησιγενής. Μια πραγματικότητα γεμάτη θλίψη και απογοήτευση για μια ζωή κατώτερη των προσδοκιών, ορειβασία χωρίς ανηφόρα, στο πιο απόκρημνο ίσωμα, δίχως σταυρό και δίχως λόφο, αβέβαιο αποτύπωμα μιας πρόωρα γερασμένης γενιάς κι ενός ποιητή με ρίζα άδικη:

                    «Α μπα. Μ’ ότι φοράω θα πάω. Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ έναν εκ γενετής συνταξιούχο»   –  («Μασκέ», Άκυρο θαύμα)

                    Η μοναξιά του, ανυπεράσπιστη απέναντι σ’ αυτά που συνεχίζουν να τη ξαφνιάζουν, αποτυπώνεται ωσαύτως και στην αμφίσημη σχέση του με την πόλη. «Μια σχέση μίσους, περιφρόνησης αλλά και αγάπης σχεδόν ερωτικής»:[4]

                    (α)

                    Ξύπνησα. Βαθιά μέσα / σε μια πολυθρόνα./ Και μπροστά σε μια θάλασσα. Όπου / κανείς. / Μόνη κίνηση / το βλέμμα επάνω στα κύματα. / Όπου πήγαιναν. / Έτσι έμεινα. / Καλοκαίρια αθέατος. /  Και χειμώνες ολόκληρους. / Κάπως έτσι θα γέρασα. Γιατί / ποτέ δε σηκώθηκα. / Άρα έζησα νέος    –  («Φιλέας Φογκ», από το βιβλίο Ο κύριος Φογκ, 1993)


                    Ελάχιστα θρησκευόμενος, ο Γ. Βαρβέρης δεν αποφεύγει την συνδιαλλαγή με την πτώση. Σε αντίθεση με έναν κόσμο που δεν ανέχεται την απόσυρση, ακόμη κι όταν αυτή φαίνεται αναγκαία, και μια κοινωνία που αποδέχεται μόνο τη λαμπερή της όψη, εκείνος προτιμά τον πόνο και τη μελαγχολία. Ο στίχος του, απέχοντας ενσυνείδητα από τα λυρικότροπα αδιέξοδα του ναρκισσισμού και της εγωπάθειας, ακολουθεί με συνέπεια τα άδηλα μονοπάτια και τις κρυφές στενωπούς της καθόδου. Στον «δικό του» Φιλέα Φογκ, ποιητική σύνθεση που διακρίνεται για τη λιτή γλώσσα και τη στιβαρή δομή, και έργο που για πολλούς κριτικούς αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ποιητικές καταθέσεις της μεταπολίτευσης,[5] η στωικότητα στο ύφος και η ηρεμία στον τόνο μεταλλάσσονται σε τραγικά σπαράγματα και εικόνες γκροτέσκο. Ο ήρωας του Βαρβέρη, και στην ουσία αντιήρωας, σε αντίθεση με τον ταξιδευτή του Ιούλιου Βερν στο Ο Γύρος του κόσμου σε ογδόντα μέρες, βουλιάζει μέσα σε μια πολυθρόνα. Μακριά από τον θόρυβο του εφήμερου και τις ιαχές ενός υπερφίαλου θριάμβου, ψάχνει ενσυνείδητα για τα ίχνη του πάνω στον δρόμο της ήττας. Ακίνητος παρακολουθεί τα κύματα και την αέναη κίνησή τους, μόνος και γερασμένος γιατί ποτέ δε σηκώθηκε, καλοκαίρια αθέατος και χειμώνες ολόκληρους, μπροστά σε μια θάλασσα, όπου κανείς. Παρά ταύτα, αμφίβιος πάντα, χάρη σ’ αυτή την σιωπηλή και εργώδη προσήλωση θα καταφέρει εντέλει να ζήσει νέος και ανανεωμένος.

                    (β)

                    Θα το πούνε τα κύματα /  που είναι κάπως αμφίβια. / Δεν σηκώνομαι. Θα ’ρθουν. / Όπου να ’ναι / πρέπει να ‘ρθουν τα κύματα. / Λίγο λίγο να γίνω / ένα κύμα τους. / Και να έχω / όπου πάω / επάνω μου βλέμματα. / Αμφίβιο / να ’ρχομαι, να ’ρχομαι. / Και να γίνει αργά / η στεριά όλη / θάλασσα   –  («Φιλέας Φογκ»)


                    4. Συμβολισμός, αλληγορία, ευρηματικότητα και ευφυή λεκτικά παιχνίδια στην υπηρεσία μιας ανόθευτης εσωτερικότητας

                    Επισκεπτόμενος / κήπους ζωολογικούς / πάντα σχεδόν θα δεις / διεθνή την πινακίδα: «ΖΟΟ». / Μήπως είναι κι αυτή / μια λέξη ελληνική / σαν ρήματος κραυγή ασυναίρετη / που όταν τη συναιρέσεις πάει να πει: / «Απλώς και μόνον ΖΩ»;   –  (Τα ζώα στα σύννεφα)

                    Πυκνός και έντονα στοχαστικός, ο λόγος του ποιητή συλλαμβάνει θέματα διαχρονικά με τρόπο συμβολικό και υπαινικτικό, αξιοποιώντας τη μαύρη παραμυθία και την αλληγορία. Το τοπίο στο οποίο κινείται, σαφώς πέρα από τα στενά όρια του ρεαλισμού και τη ρητή πρώτη δήλωση του νοήματος, τη συντακτική κανονικότητα και τη συνήθη λογική αλληλουχία, θα μπορούσε να ταυτιστεί με το γυναικείο σώμα. Όλα εδώ είναι κυματώδη και καμπυλωτά, μπολιασμένα από μια εν εγρηγόρσει φιλοσοφική νωχέλεια και μια μελαγχολία εξαιρετικά νηφάλια μες στην οξύτητά της. Πικρία που ο ιδιαίτερος τόνος της, αν και έκδηλα αποστασιοποιημένος, υποδηλώνει βαθιά ενσυναίσθηση και εσωτερικότητα.

                    Το πιο βασανισμένο αμφίβιο / είναι το κύμα / της ακτής   –  (Τα ζώα στα σύννεφα)

                    Η ποίησή του, υπαινικτική, χαμηλών τόνων και ταυτόχρονα τσεκουράτη, παραπέμπει περισσότερο σε μια έλλειψη, ένα κενό. Πρόκειται για οπτική που δεν αφορά τον μετρήσιμο χρόνο, δεν εστιάζει στη μνήμη που βιώθηκε αλλά πρωτίστως σε εκείνη που δεν μπόρεσε να βιωθεί. Ποίηση γυναικεία, θα λέγαμε, ανακαλώντας τη σημασία που δίνει στον χαρακτηρισμό η Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, σε αναφορά σχετική με την ποίηση που γράφουν οι γυναίκες αυτής της γενιάς: Εσωτερικό σώματος, εσωτερικό φύσης […] έχεις την αίσθηση ότι η περιγραφή του γεγονότος γίνεται από τα μέσα προς τα έξω.[6]

                    5. Τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα ως πράγματα δηλωτικά της ανθρώπινης υπόστασης, αλλά και η αγωνία της γλώσσας ως προσπάθεια έκφρασης και σύλληψης του ανείπωτου.

                    Μια ολόκληρη ζωή τόσο κοντά / Τόσο μακριά η μια από την άλλη / Χωρίς ελπίδα να συναντηθούμε / Παρά μονάχα κάποτε / Στο χέρι εκείνου που θα μείνει   –  (Άκυρο θαύμα).

                    Ένα ακόμη στοιχείο που διαπερνά την ποίηση του Βαρβέρη είναι το πλήθος των αντικειμένων τα οποία την τροφοδοτούν, όπως για παράδειγμα, ένα ρούχο, ένα ρολόι ή ένα ζευγάρι βέρες, αναδεικνύοντας έτσι, όχι μόνο τους ορατούς αλλά και τους αόρατους δεσμούς που μπορεί να συνδέουν δυο φαινομενικά ανόμοια πράγματα, κάποτε όμως και την ίδια την ανυπαρξία αυτών των δεσμών.[7] Ο ποιητής, διεισδυτικός και έντονα ενορατικός, επιστρατεύει τα αντικείμενα για να αποδώσει μέσα από την χρήση ή την εικόνα τους μια έννοια σε όλο το φιλοσοφικό της υπόβαθρο, διαλύοντας, μεταμορφώνοντας, ανασυνθέτοντας και τελικώς ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό την προσωπική του μυθολογία. Ο λόγος του, χαμηλόφωνος και καθημερινός, προβάλλει στο βάθος μια πραγματικότητα εντελώς διάφορη από αυτήν της καθημερινής τους χρήσης. Τα οικεία ανακαλούν τις μνήμες όπως ακριβώς και οι σιωπές ανάμεσα στα κενά των στίχων. Πρόκειται για ποίηση που συχνά διασπά την ομαλή μετάβαση από το αίτιο στο αιτιατό και (όχι σπάνια) δεν διστάζει ακόμη και να την καταλύσει για να αναδείξει μια διάστασή της πολύ ανώτερη από αυτήν των αισθήσεων.

                    Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως στην ποίηση του Γ. Βαρβέρη, τόσο οι λέξεις όσο και τα πράγματα, ορίζουν δομή και οργάνωση μέσα από την ισχυρή αποτύπωση μιας κατάστασης ακραίου πεσιμισμού, παρακμιακού εκπεσμού και πτώσης. Το ποιητικό του έργο, ευφυές, οξύ, λιτό και περιγελαστικό, σε συνδυασμό τόσο με το προσωπικό του τραύμα όσο και με την εσώτερη ψυχοσύνθεση και ιδιοσυγκρασία του δημιουργού του, υπονομεύει από τα μέσα ένα ολόκληρο σύστημα, ανάγοντας την άρνηση και την παραίτηση σε γνήσια πολιτική θέση.


                      Η αρκούδα πάνω στα βουνά / τα χιονισμένα / πλησιάζει τον νεκρό στρατιώτη με συμπάθεια.
                      ― Δεν θα τον φάω, σκέφτεται / αφού για χάρη μου / κάνει τον πεθαμένο  
                      –  (Τα Ζώα στα σύννεφα, 2013)

                      Επηρεασμένος από τη δραματική ατμόσφαιρα των πολιτικών συμβάντων που σημάδεψαν εκείνους που βίωσαν άμεσα το δράμα της Κατοχής και του Εμφύλιου, αλλά και από τους νεότερους ηλικιακά που κλήθηκαν να ζήσουν στον ασφυκτικό της απόηχο, ο Γιάννης Βαρβέρης εμφανίζεται στα γράμματα με μια ποίηση που φέρει έντονα τα στοιχεία της ειρωνείας και μιας βαθιάς ενδοσκόπησης που συχνά καταλήγει στη σάτιρα και τον αυτοσαρκασμό.


                      1.Το στοιχείο της ειρωνείας

                        Μέλλοντες γάμοι: Δωρεές σωμάτων, μνημόσυνα κορμιών […] Πάλι ανακατεύουν την τράπουλα. Και πάλι κόβει ο θάνατος για να μοιράσει ο χρόνος – («Κοινωνικά», από τη συλλογή Άκυρο θαύμα, 1996)

                        Όπως συμβαίνει και με άλλους συνομήλικους ή σχετικά μεγαλύτερους ηλικιακά από αυτόν, − τον Νάσο Βαγενά, επί παραδείγματι, στον οποίο «η ειρωνεία λειτουργεί όχι μ’ αυτό που φαίνεται αλλά μ’ εκείνο που διαφαίνεται»[1]─, ή τον Γιάννη Πατίλη, που από την πρώτη κιόλας ποιητική συλλογή του, Ο μικρός και το θηρίο, (1970), προσπαθεί να εκφράσει τον θυμό και την πίκρα του μέσα από αυτήν─, στον Γιάννη Βαρβέρη η ειρωνική ματιά και διάθεση εμφανίζεται εξίσου κυρίαρχη.

                        Η Νόρα Αναγνωστάκη, ήδη από το 1973, στη μελέτη της Το στοιχείο της σάτιρας και το χιούμορ στη νεότερη ποιητική γενιά, και αργότερα στο βιβλίο της, Κριτική της παντομίμας (1970-1975), αναφέρεται στη σημασία του σκώμματος και της διακωμώδησης στους ποιητές αυτής της γενιάς, χαρακτηρίζοντάς τα ως ένα «αμφίστομο όπλο στα χέρια τους».[2] Στον Βαρβέρη όμως, και στις δώδεκα ποιητικές συλλογές του, ─ από την πρώτη, με την καβαφικής εμπνεύσεως προσφώνηση, Εν φαντασία και λόγω, εκδομένη το 1975 (και αργότερα το 1984), Το ράμφος. Εν φαντασία και λόγω, μέχρι και Τα Ζώα στα σύννεφα, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και τον συλλογικό μεταθανάτιο τόμο Ποιήματα Β΄ (2001-2013) Κέδρος 2013, έργο που εύστοχα ξεκινά με το περιπαιχτικό: «Στην υγειά σας / πεθαμένοι»−, πρόκειται για μια διακωμώδηση ιδιαζόντως προσωπική και ευρηματική, στην οποία η ειρωνεία και ο σαρκασμός είναι αιχμηρά και δοσμένα πρωτότυπα, με την υπονόμευση όχι μόνο των σοβαρών πραγμάτων αλλά και της ίδιας της ιδέας της σοβαρότητας να φτάνει στα άκρα. Χιούμορ και αυτοαναίρεση που όπως ορθά επισημαίνεται από την κριτική, δεν περιορίζεται στο νόημα του ποιήματος αλλά συχνά επεκτείνεται και στην ίδια του τη μορφολογία.
                        Ο Βαρβέρης χρησιμοποιεί κατά κόρον την ειρωνεία για να αναδείξει τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου, σε μια πολύπλευρη και ιδιόμορφη σύζευξη πολιτικού, κοινωνικού και υπαρξιακού προβληματισμού. Το υποδόριο χιούμορ είναι το δικό του όχημα, ο δικός του τρόπος αντίδρασης στον άκρατο υλισμό και την κατανάλωση μιας κοινωνίας που ακύρωσε τα ιδανικά της και έστειλε στο περιθώριο τους περισσότερους από τους ποιητές και πνευματικούς ταγούς της. Ταυτόχρονα, και ένας άλλος τρόπος εμβάθυνσης στη γλώσσα και τα σημαίνοντά της, πέρα από την πρώτη κοινή σημασιολογία των λέξεων και του συντακτικού. 


                        2. Το στοιχείο του θανάτου και της φθοράς

                          Μόλις ο Νίκος Εγγονόπουλος απέθανε ο θάνατός του πρόσφερε τσιγάρο
                          – Sans filtre! –Sans filtre!
                           / είπεν ο Νίκος / κι επροχώρησε […]   –  («Ο θάνατος το στρώνει» 1988)

                          Ένα άλλο στοιχείο που στην κυριολεξία σφραγίζει την ποίηση του Βαρβέρη είναι η αναφορά στον θάνατο. Βρισκόμαστε, θα λέγαμε, μπροστά σε μια ποίηση περιπαιχτική αλλά και βαθιά θανατόφιλη (μακάβρια, αν όχι θανατολάγνα), με τα όρια ανάμεσα στο ζην και το θνήσκειν να αμφισβητούνται και να αίρονται μέσα στον χρόνο. Εδώ, τόσο η παρουσία της ειρωνείας όσο και αυτή του θανάτου είναι διαρκής και αδιάλειπτη. Ο θάνατος ως συνεχής μαρτυρία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ανθρώπινου βίου και καμιά ανθρώπινη ύπαρξη δεν νοείται έξω από αυτόν. Ζωή και θάνατος, ιδωμένα μέσα στο χρόνο αποτελούν αδήριτη ενότητα. Φαίνονται, είναι, και παραμένουν ρευστά και συγκεχυμένα.
                          Ο Αλ. Ζήρας, σε ένα κριτικό σημείωμά του για τη συλλογή του Ο θάνατος το στρώνει, μιλά για ένα ειρωνικά υφοποιημένο λόγο που καμιά φορά εμφανίζεται με παιγνιώδη μορφή, και παραπέμπει στον Εμπειρίκο και την ευφάνταστη υπερρεαλιστική εικονοποιία του. Επιπλέον, σχετικά με τη δεύτερη ενότητά της συλλογής, θεωρεί ότι η ειρωνεία εδώ γίνεται πιο έμμεση, εστιάζοντας στην ανεβασμένη εσωτερική θερμοκρασία των στίχων.[3]


                          3. Η ήττα, η πτώση, η μοναξιά και το γήρας

                          Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει. / Σταθμός Πελοποννήσου κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι / μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα. / Είμαστε γέροι πια κι οι δυο / κι εγώ αφού γράφω ποιήματα πιο γέρος. / Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας; / Μέσα σε μια βδομάδα δεν απόμεινε κανείς. / Ήταν Μεγάλη βέβαια γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις– / θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί; […]    –  («Εσπερινός της Αγάπης», από το βιβλίο του Ο άνθρωπος μόνος, 2009)


                          Ποιητής της αισθητικής και υπαρξιακής ρήξης αλλά και της πολιτικής και κοινωνικής αμφισβήτησης, ο Βαρβέρης κινείται διαρκώς ανάμεσα στο γήρας και τη νεότητα, την κίνηση και την ακινησία. Η ποίησή του, τρομακτική και ζείδωρη, έκθετη μπροστά στον θρήνο και την απώλεια, απεκδύεται το ψεύδος μιας πραγματικότητας που αποδεικνύεται από τα ίδια τα πράγματα απολύτως θνησιγενής. Μια πραγματικότητα γεμάτη θλίψη και απογοήτευση για μια ζωή κατώτερη των προσδοκιών, ορειβασία χωρίς ανηφόρα, στο πιο απόκρημνο ίσωμα, δίχως σταυρό και δίχως λόφο, αβέβαιο αποτύπωμα μιας πρόωρα γερασμένης γενιάς κι ενός ποιητή με ρίζα άδικη:

                          «Α μπα. Μ’ ότι φοράω θα πάω. Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ έναν εκ γενετής συνταξιούχο»   –  («Μασκέ», Άκυρο θαύμα)

                          Η μοναξιά του, ανυπεράσπιστη απέναντι σ’ αυτά που συνεχίζουν να τη ξαφνιάζουν, αποτυπώνεται ωσαύτως και στην αμφίσημη σχέση του με την πόλη. «Μια σχέση μίσους, περιφρόνησης αλλά και αγάπης σχεδόν ερωτικής»:[4]

                          (α)

                          Ξύπνησα. Βαθιά μέσα / σε μια πολυθρόνα./ Και μπροστά σε μια θάλασσα. Όπου / κανείς. / Μόνη κίνηση / το βλέμμα επάνω στα κύματα. / Όπου πήγαιναν. / Έτσι έμεινα. / Καλοκαίρια αθέατος. /  Και χειμώνες ολόκληρους. / Κάπως έτσι θα γέρασα. Γιατί / ποτέ δε σηκώθηκα. / Άρα έζησα νέος    –  («Φιλέας Φογκ», από το βιβλίο Ο κύριος Φογκ, 1993)


                          Ελάχιστα θρησκευόμενος, ο Γ. Βαρβέρης δεν αποφεύγει την συνδιαλλαγή με την πτώση. Σε αντίθεση με έναν κόσμο που δεν ανέχεται την απόσυρση, ακόμη κι όταν αυτή φαίνεται αναγκαία, και μια κοινωνία που αποδέχεται μόνο τη λαμπερή της όψη, εκείνος προτιμά τον πόνο και τη μελαγχολία. Ο στίχος του, απέχοντας ενσυνείδητα από τα λυρικότροπα αδιέξοδα του ναρκισσισμού και της εγωπάθειας, ακολουθεί με συνέπεια τα άδηλα μονοπάτια και τις κρυφές στενωπούς της καθόδου. Στον «δικό του» Φιλέα Φογκ, ποιητική σύνθεση που διακρίνεται για τη λιτή γλώσσα και τη στιβαρή δομή, και έργο που για πολλούς κριτικούς αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ποιητικές καταθέσεις της μεταπολίτευσης,[5] η στωικότητα στο ύφος και η ηρεμία στον τόνο μεταλλάσσονται σε τραγικά σπαράγματα και εικόνες γκροτέσκο. Ο ήρωας του Βαρβέρη, και στην ουσία αντιήρωας, σε αντίθεση με τον ταξιδευτή του Ιούλιου Βερν στο Ο Γύρος του κόσμου σε ογδόντα μέρες, βουλιάζει μέσα σε μια πολυθρόνα. Μακριά από τον θόρυβο του εφήμερου και τις ιαχές ενός υπερφίαλου θριάμβου, ψάχνει ενσυνείδητα για τα ίχνη του πάνω στον δρόμο της ήττας. Ακίνητος παρακολουθεί τα κύματα και την αέναη κίνησή τους, μόνος και γερασμένος γιατί ποτέ δε σηκώθηκε, καλοκαίρια αθέατος και χειμώνες ολόκληρους, μπροστά σε μια θάλασσα, όπου κανείς. Παρά ταύτα, αμφίβιος πάντα, χάρη σ’ αυτή την σιωπηλή και εργώδη προσήλωση θα καταφέρει εντέλει να ζήσει νέος και ανανεωμένος.

                          (β)

                          Θα το πούνε τα κύματα /  που είναι κάπως αμφίβια. / Δεν σηκώνομαι. Θα ’ρθουν. / Όπου να ’ναι / πρέπει να ‘ρθουν τα κύματα. / Λίγο λίγο να γίνω / ένα κύμα τους. / Και να έχω / όπου πάω / επάνω μου βλέμματα. / Αμφίβιο / να ’ρχομαι, να ’ρχομαι. / Και να γίνει αργά / η στεριά όλη / θάλασσα   –  («Φιλέας Φογκ»)


                          4. Συμβολισμός, αλληγορία, ευρηματικότητα και ευφυή λεκτικά παιχνίδια στην υπηρεσία μιας ανόθευτης εσωτερικότητας

                          Επισκεπτόμενος / κήπους ζωολογικούς / πάντα σχεδόν θα δεις / διεθνή την πινακίδα: «ΖΟΟ». / Μήπως είναι κι αυτή / μια λέξη ελληνική / σαν ρήματος κραυγή ασυναίρετη / που όταν τη συναιρέσεις πάει να πει: / «Απλώς και μόνον ΖΩ»;   –  (Τα ζώα στα σύννεφα)

                          Πυκνός και έντονα στοχαστικός, ο λόγος του ποιητή συλλαμβάνει θέματα διαχρονικά με τρόπο συμβολικό και υπαινικτικό, αξιοποιώντας τη μαύρη παραμυθία και την αλληγορία. Το τοπίο στο οποίο κινείται, σαφώς πέρα από τα στενά όρια του ρεαλισμού και τη ρητή πρώτη δήλωση του νοήματος, τη συντακτική κανονικότητα και τη συνήθη λογική αλληλουχία, θα μπορούσε να ταυτιστεί με το γυναικείο σώμα. Όλα εδώ είναι κυματώδη και καμπυλωτά, μπολιασμένα από μια εν εγρηγόρσει φιλοσοφική νωχέλεια και μια μελαγχολία εξαιρετικά νηφάλια μες στην οξύτητά της. Πικρία που ο ιδιαίτερος τόνος της, αν και έκδηλα αποστασιοποιημένος, υποδηλώνει βαθιά ενσυναίσθηση και εσωτερικότητα.

                          Το πιο βασανισμένο αμφίβιο / είναι το κύμα / της ακτής   –  (Τα ζώα στα σύννεφα)

                          Η ποίησή του, υπαινικτική, χαμηλών τόνων και ταυτόχρονα τσεκουράτη, παραπέμπει περισσότερο σε μια έλλειψη, ένα κενό. Πρόκειται για οπτική που δεν αφορά τον μετρήσιμο χρόνο, δεν εστιάζει στη μνήμη που βιώθηκε αλλά πρωτίστως σε εκείνη που δεν μπόρεσε να βιωθεί. Ποίηση γυναικεία, θα λέγαμε, ανακαλώντας τη σημασία που δίνει στον χαρακτηρισμό η Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, σε αναφορά σχετική με την ποίηση που γράφουν οι γυναίκες αυτής της γενιάς: Εσωτερικό σώματος, εσωτερικό φύσης […] έχεις την αίσθηση ότι η περιγραφή του γεγονότος γίνεται από τα μέσα προς τα έξω.[6]

                          5. Τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα ως πράγματα δηλωτικά της ανθρώπινης υπόστασης, αλλά και η αγωνία της γλώσσας ως προσπάθεια έκφρασης και σύλληψης του ανείπωτου.

                          Μια ολόκληρη ζωή τόσο κοντά / Τόσο μακριά η μια από την άλλη / Χωρίς ελπίδα να συναντηθούμε / Παρά μονάχα κάποτε / Στο χέρι εκείνου που θα μείνει   –  (Άκυρο θαύμα).

                          Ένα ακόμη στοιχείο που διαπερνά την ποίηση του Βαρβέρη είναι το πλήθος των αντικειμένων τα οποία την τροφοδοτούν, όπως για παράδειγμα, ένα ρούχο, ένα ρολόι ή ένα ζευγάρι βέρες, αναδεικνύοντας έτσι, όχι μόνο τους ορατούς αλλά και τους αόρατους δεσμούς που μπορεί να συνδέουν δυο φαινομενικά ανόμοια πράγματα, κάποτε όμως και την ίδια την ανυπαρξία αυτών των δεσμών.[7] Ο ποιητής, διεισδυτικός και έντονα ενορατικός, επιστρατεύει τα αντικείμενα για να αποδώσει μέσα από την χρήση ή την εικόνα τους μια έννοια σε όλο το φιλοσοφικό της υπόβαθρο, διαλύοντας, μεταμορφώνοντας, ανασυνθέτοντας και τελικώς ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό την προσωπική του μυθολογία. Ο λόγος του, χαμηλόφωνος και καθημερινός, προβάλλει στο βάθος μια πραγματικότητα εντελώς διάφορη από αυτήν της καθημερινής τους χρήσης. Τα οικεία ανακαλούν τις μνήμες όπως ακριβώς και οι σιωπές ανάμεσα στα κενά των στίχων. Πρόκειται για ποίηση που συχνά διασπά την ομαλή μετάβαση από το αίτιο στο αιτιατό και (όχι σπάνια) δεν διστάζει ακόμη και να την καταλύσει για να αναδείξει μια διάστασή της πολύ ανώτερη από αυτήν των αισθήσεων.

                          Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως στην ποίηση του Γ. Βαρβέρη, τόσο οι λέξεις όσο και τα πράγματα, ορίζουν δομή και οργάνωση μέσα από την ισχυρή αποτύπωση μιας κατάστασης ακραίου πεσιμισμού, παρακμιακού εκπεσμού και πτώσης. Το ποιητικό του έργο, ευφυές, οξύ, λιτό και περιγελαστικό, σε συνδυασμό τόσο με το προσωπικό του τραύμα όσο και με την εσώτερη ψυχοσύνθεση και ιδιοσυγκρασία του δημιουργού του, υπονομεύει από τα μέσα ένα ολόκληρο σύστημα, ανάγοντας την άρνηση και την παραίτηση σε γνήσια πολιτική θέση.

                            Η αρκούδα πάνω στα βουνά / τα χιονισμένα / πλησιάζει τον νεκρό στρατιώτη με συμπάθεια.
                            ― Δεν θα τον φάω, σκέφτεται / αφού για χάρη μου / κάνει τον πεθαμένο  
                            –  (Τα Ζώα στα σύννεφα, 2013)

                            Επηρεασμένος από τη δραματική ατμόσφαιρα των πολιτικών συμβάντων που σημάδεψαν εκείνους που βίωσαν άμεσα το δράμα της Κατοχής και του Εμφύλιου, αλλά και από τους νεότερους ηλικιακά που κλήθηκαν να ζήσουν στον ασφυκτικό της απόηχο, ο Γιάννης Βαρβέρης εμφανίζεται στα γράμματα με μια ποίηση που φέρει έντονα τα στοιχεία της ειρωνείας και μιας βαθιάς ενδοσκόπησης που συχνά καταλήγει στη σάτιρα και τον αυτοσαρκασμό.


                            1.Το στοιχείο της ειρωνείας

                              Μέλλοντες γάμοι: Δωρεές σωμάτων, μνημόσυνα κορμιών […] Πάλι ανακατεύουν την τράπουλα. Και πάλι κόβει ο θάνατος για να μοιράσει ο χρόνος – («Κοινωνικά», από τη συλλογή Άκυρο θαύμα, 1996)

                              Όπως συμβαίνει και με άλλους συνομήλικους ή σχετικά μεγαλύτερους ηλικιακά από αυτόν, − τον Νάσο Βαγενά, επί παραδείγματι, στον οποίο «η ειρωνεία λειτουργεί όχι μ’ αυτό που φαίνεται αλλά μ’ εκείνο που διαφαίνεται»[1]─, ή τον Γιάννη Πατίλη, που από την πρώτη κιόλας ποιητική συλλογή του, Ο μικρός και το θηρίο, (1970), προσπαθεί να εκφράσει τον θυμό και την πίκρα του μέσα από αυτήν─, στον Γιάννη Βαρβέρη η ειρωνική ματιά και διάθεση εμφανίζεται εξίσου κυρίαρχη.

                              Η Νόρα Αναγνωστάκη, ήδη από το 1973, στη μελέτη της Το στοιχείο της σάτιρας και το χιούμορ στη νεότερη ποιητική γενιά, και αργότερα στο βιβλίο της, Κριτική της παντομίμας (1970-1975), αναφέρεται στη σημασία του σκώμματος και της διακωμώδησης στους ποιητές αυτής της γενιάς, χαρακτηρίζοντάς τα ως ένα «αμφίστομο όπλο στα χέρια τους».[2] Στον Βαρβέρη όμως, και στις δώδεκα ποιητικές συλλογές του, ─ από την πρώτη, με την καβαφικής εμπνεύσεως προσφώνηση, Εν φαντασία και λόγω, εκδομένη το 1975 (και αργότερα το 1984), Το ράμφος. Εν φαντασία και λόγω, μέχρι και Τα Ζώα στα σύννεφα, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και τον συλλογικό μεταθανάτιο τόμο Ποιήματα Β΄ (2001-2013) Κέδρος 2013, έργο που εύστοχα ξεκινά με το περιπαιχτικό: «Στην υγειά σας / πεθαμένοι»−, πρόκειται για μια διακωμώδηση ιδιαζόντως προσωπική και ευρηματική, στην οποία η ειρωνεία και ο σαρκασμός είναι αιχμηρά και δοσμένα πρωτότυπα, με την υπονόμευση όχι μόνο των σοβαρών πραγμάτων αλλά και της ίδιας της ιδέας της σοβαρότητας να φτάνει στα άκρα. Χιούμορ και αυτοαναίρεση που όπως ορθά επισημαίνεται από την κριτική, δεν περιορίζεται στο νόημα του ποιήματος αλλά συχνά επεκτείνεται και στην ίδια του τη μορφολογία.
                              Ο Βαρβέρης χρησιμοποιεί κατά κόρον την ειρωνεία για να αναδείξει τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου, σε μια πολύπλευρη και ιδιόμορφη σύζευξη πολιτικού, κοινωνικού και υπαρξιακού προβληματισμού. Το υποδόριο χιούμορ είναι το δικό του όχημα, ο δικός του τρόπος αντίδρασης στον άκρατο υλισμό και την κατανάλωση μιας κοινωνίας που ακύρωσε τα ιδανικά της και έστειλε στο περιθώριο τους περισσότερους από τους ποιητές και πνευματικούς ταγούς της. Ταυτόχρονα, και ένας άλλος τρόπος εμβάθυνσης στη γλώσσα και τα σημαίνοντά της, πέρα από την πρώτη κοινή σημασιολογία των λέξεων και του συντακτικού. 


                              2. Το στοιχείο του θανάτου και της φθοράς

                                Μόλις ο Νίκος Εγγονόπουλος απέθανε ο θάνατός του πρόσφερε τσιγάρο
                                – Sans filtre! –Sans filtre!
                                 / είπεν ο Νίκος / κι επροχώρησε […]   –  («Ο θάνατος το στρώνει» 1988)

                                Ένα άλλο στοιχείο που στην κυριολεξία σφραγίζει την ποίηση του Βαρβέρη είναι η αναφορά στον θάνατο. Βρισκόμαστε, θα λέγαμε, μπροστά σε μια ποίηση περιπαιχτική αλλά και βαθιά θανατόφιλη (μακάβρια, αν όχι θανατολάγνα), με τα όρια ανάμεσα στο ζην και το θνήσκειν να αμφισβητούνται και να αίρονται μέσα στον χρόνο. Εδώ, τόσο η παρουσία της ειρωνείας όσο και αυτή του θανάτου είναι διαρκής και αδιάλειπτη. Ο θάνατος ως συνεχής μαρτυρία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ανθρώπινου βίου και καμιά ανθρώπινη ύπαρξη δεν νοείται έξω από αυτόν. Ζωή και θάνατος, ιδωμένα μέσα στο χρόνο αποτελούν αδήριτη ενότητα. Φαίνονται, είναι, και παραμένουν ρευστά και συγκεχυμένα.
                                Ο Αλ. Ζήρας, σε ένα κριτικό σημείωμά του για τη συλλογή του Ο θάνατος το στρώνει, μιλά για ένα ειρωνικά υφοποιημένο λόγο που καμιά φορά εμφανίζεται με παιγνιώδη μορφή, και παραπέμπει στον Εμπειρίκο και την ευφάνταστη υπερρεαλιστική εικονοποιία του. Επιπλέον, σχετικά με τη δεύτερη ενότητά της συλλογής, θεωρεί ότι η ειρωνεία εδώ γίνεται πιο έμμεση, εστιάζοντας στην ανεβασμένη εσωτερική θερμοκρασία των στίχων.[3]


                                3. Η ήττα, η πτώση, η μοναξιά και το γήρας

                                Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει. / Σταθμός Πελοποννήσου κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι / μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα. / Είμαστε γέροι πια κι οι δυο / κι εγώ αφού γράφω ποιήματα πιο γέρος. / Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας; / Μέσα σε μια βδομάδα δεν απόμεινε κανείς. / Ήταν Μεγάλη βέβαια γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις– / θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί; […]    –  («Εσπερινός της Αγάπης», από το βιβλίο του Ο άνθρωπος μόνος, 2009)


                                Ποιητής της αισθητικής και υπαρξιακής ρήξης αλλά και της πολιτικής και κοινωνικής αμφισβήτησης, ο Βαρβέρης κινείται διαρκώς ανάμεσα στο γήρας και τη νεότητα, την κίνηση και την ακινησία. Η ποίησή του, τρομακτική και ζείδωρη, έκθετη μπροστά στον θρήνο και την απώλεια, απεκδύεται το ψεύδος μιας πραγματικότητας που αποδεικνύεται από τα ίδια τα πράγματα απολύτως θνησιγενής. Μια πραγματικότητα γεμάτη θλίψη και απογοήτευση για μια ζωή κατώτερη των προσδοκιών, ορειβασία χωρίς ανηφόρα, στο πιο απόκρημνο ίσωμα, δίχως σταυρό και δίχως λόφο, αβέβαιο αποτύπωμα μιας πρόωρα γερασμένης γενιάς κι ενός ποιητή με ρίζα άδικη:

                                «Α μπα. Μ’ ότι φοράω θα πάω. Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ έναν εκ γενετής συνταξιούχο»   –  («Μασκέ», Άκυρο θαύμα)

                                Η μοναξιά του, ανυπεράσπιστη απέναντι σ’ αυτά που συνεχίζουν να τη ξαφνιάζουν, αποτυπώνεται ωσαύτως και στην αμφίσημη σχέση του με την πόλη. «Μια σχέση μίσους, περιφρόνησης αλλά και αγάπης σχεδόν ερωτικής»:[4]

                                (α)

                                Ξύπνησα. Βαθιά μέσα / σε μια πολυθρόνα./ Και μπροστά σε μια θάλασσα. Όπου / κανείς. / Μόνη κίνηση / το βλέμμα επάνω στα κύματα. / Όπου πήγαιναν. / Έτσι έμεινα. / Καλοκαίρια αθέατος. /  Και χειμώνες ολόκληρους. / Κάπως έτσι θα γέρασα. Γιατί / ποτέ δε σηκώθηκα. / Άρα έζησα νέος    –  («Φιλέας Φογκ», από το βιβλίο Ο κύριος Φογκ, 1993)


                                Ελάχιστα θρησκευόμενος, ο Γ. Βαρβέρης δεν αποφεύγει την συνδιαλλαγή με την πτώση. Σε αντίθεση με έναν κόσμο που δεν ανέχεται την απόσυρση, ακόμη κι όταν αυτή φαίνεται αναγκαία, και μια κοινωνία που αποδέχεται μόνο τη λαμπερή της όψη, εκείνος προτιμά τον πόνο και τη μελαγχολία. Ο στίχος του, απέχοντας ενσυνείδητα από τα λυρικότροπα αδιέξοδα του ναρκισσισμού και της εγωπάθειας, ακολουθεί με συνέπεια τα άδηλα μονοπάτια και τις κρυφές στενωπούς της καθόδου. Στον «δικό του» Φιλέα Φογκ, ποιητική σύνθεση που διακρίνεται για τη λιτή γλώσσα και τη στιβαρή δομή, και έργο που για πολλούς κριτικούς αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ποιητικές καταθέσεις της μεταπολίτευσης,[5] η στωικότητα στο ύφος και η ηρεμία στον τόνο μεταλλάσσονται σε τραγικά σπαράγματα και εικόνες γκροτέσκο. Ο ήρωας του Βαρβέρη, και στην ουσία αντιήρωας, σε αντίθεση με τον ταξιδευτή του Ιούλιου Βερν στο Ο Γύρος του κόσμου σε ογδόντα μέρες, βουλιάζει μέσα σε μια πολυθρόνα. Μακριά από τον θόρυβο του εφήμερου και τις ιαχές ενός υπερφίαλου θριάμβου, ψάχνει ενσυνείδητα για τα ίχνη του πάνω στον δρόμο της ήττας. Ακίνητος παρακολουθεί τα κύματα και την αέναη κίνησή τους, μόνος και γερασμένος γιατί ποτέ δε σηκώθηκε, καλοκαίρια αθέατος και χειμώνες ολόκληρους, μπροστά σε μια θάλασσα, όπου κανείς. Παρά ταύτα, αμφίβιος πάντα, χάρη σ’ αυτή την σιωπηλή και εργώδη προσήλωση θα καταφέρει εντέλει να ζήσει νέος και ανανεωμένος.

                                (β)

                                Θα το πούνε τα κύματα /  που είναι κάπως αμφίβια. / Δεν σηκώνομαι. Θα ’ρθουν. / Όπου να ’ναι / πρέπει να ‘ρθουν τα κύματα. / Λίγο λίγο να γίνω / ένα κύμα τους. / Και να έχω / όπου πάω / επάνω μου βλέμματα. / Αμφίβιο / να ’ρχομαι, να ’ρχομαι. / Και να γίνει αργά / η στεριά όλη / θάλασσα   –  («Φιλέας Φογκ»)


                                4. Συμβολισμός, αλληγορία, ευρηματικότητα και ευφυή λεκτικά παιχνίδια στην υπηρεσία μιας ανόθευτης εσωτερικότητας

                                Επισκεπτόμενος / κήπους ζωολογικούς / πάντα σχεδόν θα δεις / διεθνή την πινακίδα: «ΖΟΟ». / Μήπως είναι κι αυτή / μια λέξη ελληνική / σαν ρήματος κραυγή ασυναίρετη / που όταν τη συναιρέσεις πάει να πει: / «Απλώς και μόνον ΖΩ»;   –  (Τα ζώα στα σύννεφα)

                                Πυκνός και έντονα στοχαστικός, ο λόγος του ποιητή συλλαμβάνει θέματα διαχρονικά με τρόπο συμβολικό και υπαινικτικό, αξιοποιώντας τη μαύρη παραμυθία και την αλληγορία. Το τοπίο στο οποίο κινείται, σαφώς πέρα από τα στενά όρια του ρεαλισμού και τη ρητή πρώτη δήλωση του νοήματος, τη συντακτική κανονικότητα και τη συνήθη λογική αλληλουχία, θα μπορούσε να ταυτιστεί με το γυναικείο σώμα. Όλα εδώ είναι κυματώδη και καμπυλωτά, μπολιασμένα από μια εν εγρηγόρσει φιλοσοφική νωχέλεια και μια μελαγχολία εξαιρετικά νηφάλια μες στην οξύτητά της. Πικρία που ο ιδιαίτερος τόνος της, αν και έκδηλα αποστασιοποιημένος, υποδηλώνει βαθιά ενσυναίσθηση και εσωτερικότητα.

                                Το πιο βασανισμένο αμφίβιο / είναι το κύμα / της ακτής   –  (Τα ζώα στα σύννεφα)

                                Η ποίησή του, υπαινικτική, χαμηλών τόνων και ταυτόχρονα τσεκουράτη, παραπέμπει περισσότερο σε μια έλλειψη, ένα κενό. Πρόκειται για οπτική που δεν αφορά τον μετρήσιμο χρόνο, δεν εστιάζει στη μνήμη που βιώθηκε αλλά πρωτίστως σε εκείνη που δεν μπόρεσε να βιωθεί. Ποίηση γυναικεία, θα λέγαμε, ανακαλώντας τη σημασία που δίνει στον χαρακτηρισμό η Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, σε αναφορά σχετική με την ποίηση που γράφουν οι γυναίκες αυτής της γενιάς: Εσωτερικό σώματος, εσωτερικό φύσης […] έχεις την αίσθηση ότι η περιγραφή του γεγονότος γίνεται από τα μέσα προς τα έξω.[6]

                                5. Τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα ως πράγματα δηλωτικά της ανθρώπινης υπόστασης, αλλά και η αγωνία της γλώσσας ως προσπάθεια έκφρασης και σύλληψης του ανείπωτου.

                                Μια ολόκληρη ζωή τόσο κοντά / Τόσο μακριά η μια από την άλλη / Χωρίς ελπίδα να συναντηθούμε / Παρά μονάχα κάποτε / Στο χέρι εκείνου που θα μείνει   –  (Άκυρο θαύμα).

                                Ένα ακόμη στοιχείο που διαπερνά την ποίηση του Βαρβέρη είναι το πλήθος των αντικειμένων τα οποία την τροφοδοτούν, όπως για παράδειγμα, ένα ρούχο, ένα ρολόι ή ένα ζευγάρι βέρες, αναδεικνύοντας έτσι, όχι μόνο τους ορατούς αλλά και τους αόρατους δεσμούς που μπορεί να συνδέουν δυο φαινομενικά ανόμοια πράγματα, κάποτε όμως και την ίδια την ανυπαρξία αυτών των δεσμών.[7] Ο ποιητής, διεισδυτικός και έντονα ενορατικός, επιστρατεύει τα αντικείμενα για να αποδώσει μέσα από την χρήση ή την εικόνα τους μια έννοια σε όλο το φιλοσοφικό της υπόβαθρο, διαλύοντας, μεταμορφώνοντας, ανασυνθέτοντας και τελικώς ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό την προσωπική του μυθολογία. Ο λόγος του, χαμηλόφωνος και καθημερινός, προβάλλει στο βάθος μια πραγματικότητα εντελώς διάφορη από αυτήν της καθημερινής τους χρήσης. Τα οικεία ανακαλούν τις μνήμες όπως ακριβώς και οι σιωπές ανάμεσα στα κενά των στίχων. Πρόκειται για ποίηση που συχνά διασπά την ομαλή μετάβαση από το αίτιο στο αιτιατό και (όχι σπάνια) δεν διστάζει ακόμη και να την καταλύσει για να αναδείξει μια διάστασή της πολύ ανώτερη από αυτήν των αισθήσεων.

                                Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως στην ποίηση του Γ. Βαρβέρη, τόσο οι λέξεις όσο και τα πράγματα, ορίζουν δομή και οργάνωση μέσα από την ισχυρή αποτύπωση μιας κατάστασης ακραίου πεσιμισμού, παρακμιακού εκπεσμού και πτώσης. Το ποιητικό του έργο, ευφυές, οξύ, λιτό και περιγελαστικό, σε συνδυασμό τόσο με το προσωπικό του τραύμα όσο και με την εσώτερη ψυχοσύνθεση και ιδιοσυγκρασία του δημιουργού του, υπονομεύει από τα μέσα ένα ολόκληρο σύστημα, ανάγοντας την άρνηση και την παραίτηση σε γνήσια πολιτική θέσ


                                Πέθανε ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης


                                Facebook Twitter
                                  
                                 0

                                Πέθανε χθες το βράδυ σε ηλικία 56 ετών ο ποιητής και κριτικός θεάτρου Γιάννης Βαρβέρης ένας από τους πιο σημαντικούς εκπρόσωπους αυτού του ποιητικού ρεύματος που ονομάζουμε γενιά του 70.


                                Είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1955 και είχε σπουδάσει νομική αλλά η ποίηση και η κριτική θεάτρου ήταν οι τομείς που τον κέρδισαν. Η πρώτη του εμφανίση ως ποιητής έγινε το 1972 με ποίημά του στο περιοδικό Νέα Εστία. Από το 1976 ασκούσε κριτική θεάτρου στα περιοδικά Λέξη, Τομές και στην Καθημερινή.

                                (video by HOPE)

                                Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο Εν φαντασία και λόγω κυκλοφορεί το 1975 και ακολουθούν Το ράμφος(1978), Αναπήρων πολέμου (1982), Ο θάνατος το στρώνει(1986), Πιάνο βυθού (1991), Ο κύριος Φογκ (1993), Ακυρο θαύμα (1996), η συγκεντρωτική συλλογή Ποιήματα 1975-1996, Στα ξένα (2001), Πεταμένα λεφτά (2005), Ο άνθρωπος μόνος (2009).

                                Είχε τιμηθεί το το 1996 με το Κρατικό βραβείο Κριτικής - Δοκιμίου, το 2001 με το Βραβείο Καβάφη για την ποιητική συλλογή Ποιήματα 1975-1996 και το 2002 με το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού "Διαβάζω" για την ποιητική συλλογή "Στα ξένα". Το 2010 είχε βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού του έργου.

                                Η ποιησή του χαρακτηρίζεται από τις έννοιες του θανάτου, της απώλειας, της αμφισβήτησης και της αποδοχής της μοναξιάς του σύγχρονου ανθρώπου.

                                Γιάννης Βαρβέρης
                                Ελλάδα


                                Ο Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011) γεννήθηκε στην Αθήνα. 

                                Σπούδασε νομικά. Εξέδωσε έντεκα ποιητικές συλλογές, με πρώτη την 

                                "Εν φαντασία και λόγω" (Κούρος, Αθήνα, 1975), ενώ η τελευταία, δωδέκατη συλλογή του

                                 εκδόθηκε λίγο μετά το θάνατό του ("Βαθέος γήρατος", 2011).

                                 Επίσης μετέφρασε και εξέδωσε έργα των Αριστοφάνη, Μενάνδρου, Μολιέρου, Μαριβώ, 

                                Ουίτμαν, Σαντράρ, Πρεβέρ, Μρόζεκ, Κάριγκτον, Φέρρε, Μπρασένς καθώς και μια ανθολο

                                γία για το θάνατο. Από το 1976 έγραφε κριτική θεάτρου (περιοδικά "Τομές" και 

                                "Η Λέξη", εφημερίδα "Η Καθημερινή"). Αυτά και άλλα θεωρητικά του κείμενα για το

                                 θέατρο εκδόθηκαν σε έξι τόμους ("Η κρίση του θεάτρου" -πέντε τόμοι, "Πλατεία θεάτρου"

                                ). Το 1996 του απονεμήθηκε το Κρατικό βραβείο Κριτικής - Δοκιμίου. Ποιήματά του

                                 μεταφράστηκαν και περιλήφθηκαν σε ανθολογίες στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα γερμανι

                                κά, στα ιταλικά, στα ισπανικά και στα ρουμανικά. 

                                Μεταφράσεις του αττικής και νέας κωμωδίας παρουσιάστηκαν στην Επίδαυρο και σε

                                 άλλα θέατρα. Το 2001 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη για τη συγκεντρωτική 

                                έκδοση "Ποιήματα 1975-1996". 

                                Το 2002 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού "Διαβάζω" για την ποιητική

                                 συλλογή "Στα ξένα". 

                                Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για 

                                το σύνολο του ποιητικού του έργου. Ήταν μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων.

                                 Έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα, ξαφνικά, στις 25 Μαΐου 2011.

                                Εργογραφία
                                Ποίηση
                                - "Εν φαντασία και λόγω", Αθήνα, Κούρος, 1975, Αθήνα, Ύψιλον, 1984
                                - "Το ράμφος", Θεσσαλονίκη, Τραμ, 1978, Αθήνα, Ύψιλον, 1984,
                                - "Αναπήρων Πολέμου", Αθήνα, Ύψιλον, 1982,
                                - "Ο θάνατος το στρώνει", Αθήνα, Ύψιλον 1986,
                                - "Πιάνο βυθού", Αθήνα, Ύψιλον 1991,
                                - "Ο κύριος Φογκ", Αθήνα, Ύψιλον, 1993,
                                - "Άκυρο θαύμα", Αθήνα, Ύψιλον, 1996,
                                - "Ποιήματα 1975-1996", (συγκεντρωτική έκδοση), Αθήνα, Κέδρος, 2000,
                                - "Στα ξένα", Αθήνα, Κέδρος, 2001,
                                - "Πεταμένα λεφτά", Αθήνα, Κέδρος, 2005,
                                - "Ο άνθρωπος μόνος", Αθήνα, Κέδρος, 2009
                                - "Βαθέος γήρατος", Αθήνα, Κέδρος, 2011
                                Κριτική Θεάτρου
                                - "Κρίση του θεάτρου" (1976-1984), Αθήνα, Καστανιώτης, 1985
                                - "Κρίση του θεάτρου" Β΄ (1984-1989), Αθήνα, Εστία, 1991
                                - "Πλατεία θεάτρου", δοκίμια, Σοκόλης, 1994.
                                - "Κρίση του θεάτρου Γ΄" (1989-1994), Σόκολης, 1995.
                                - "Κρίση του θεάτρου Δ΄" (1994-2003), Αλεξάνδρεια, 2003.
                                - "Κρίση του θεάτρου Ε΄" (2003-2010), Αλεξάνδρεια, 2010.
                                Δοκίμια
                                - "Σωσίβια λέμβος", λογοτεχνικά δοκίμια, Αθήνα, Καστανιώτης, 1999
                                Ανθολογία
                                - "Ελληνική ποιητική ανθολογία θανάτου του εικοστού αιώνα" (με τον Κ.Γ. Παπαγεωργίου), Αθήνα, Καστανιώτης, 1996.
                                Μελέτη
                                - "Κρίτων Αθανασούλης: μια παρουσίαση", Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2001.
                                Μεταφράσεις
                                - Λ. Φερρέ: "Μια πρώτη παρουσίαση", Αθήνα, Κούρος, 1976
                                - Ζ. Πρεβέρ: Θέαμα και ιστορίες", ποιήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 1982
                                - Λ. Κάριγκτον, "Η αρχάρια και άλλα διηγήματα", Αθήνα, Ύψιλον 1982.
                                - Ζ. Μπρασένς, "Ο γορίλας και άλλα ποιήματα", Αθήνα, Ύψιλον, 1983
                                - Σλ. Μρόζεκ, "Δεύτερη υπηρεσία", θέατρο, Αθήνα, Δωδώνη, 1985
                                - Μ. Σαντράρ, "Πάσχα στη Νέα Υόρκη", ποιήματα, Αθήνα, Υάκινθος - Ρόπτρον, 1987, 

                                Αθήνα, Ύψιλον, 1999
                                - Μολιέρου, "Ζωρζ Νταντέν", θέατρο, 1991
                                - Ο. Ουίτμαν, "Στη γαλάζια όχθη της Οντάριο", ποίημα, Αθήνα, Ρόπτρον, 1992, Αθήνα, 

                                Ύψιλον, 1999.
                                - Μαριβώ, "Η ψευτροϋπηρέτρια", Θέατρο, Αθήνα, Δωδώνη, 1998
                                - Μενάνδρου, "Σαμία", θέατρο, Αθήνα, Πατάκης, 1997
                                - Αριστοφάνους, "Όρνιθες", θέατρο, Αθήνα, Πατάκης, 1998
                                - Μενάνδρου, "Επιτρέποντες", θέατρο, Αθήνα, Πατάκης, 1998
                                - Αριστοφάνους, "Λυσιστράτη", θέατρο, Αθήνα, Πατάκης, 1998
                                - Αριστοφάνους, "Ειρήνη", θέατρο, Αθήνα, Πατάκης, 2000
                                - Μενάνδρου, "Δύσκολος", θέατρο, Αθήνα, Πατάκης, 2001
                                - Αριστοφάνους, "Πλούτος", θέατρο, Αθήνα, Πατάκης, 2001.

                                Βραβεία:
                                Διεθνές Βραβείο Καβάφη Ποίησης 2001
                                Βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών 2010


                                https://www.apotipomata.com/yiannis-varveris-tria-poiimata/

                                Ο ΤΟΚΕΤΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

                                Ένας άνθρωπος ήτανε
                                τον είχανε
                                σε μία κατάψυξη
                                πάγος ήτανε.

                                Άνοιξε το ψυγείο της
                                η μάνα του
                                απόψυξη
                                κρακ κρακ
                                τσακίστηκε
                                κάτω έξω
                                και
                                -συναισθηματικός-

                                πάει
                                έλιωσε
                                ο άνθρωπος.

                                ΈΛΑ ΓΙ’ ΑΠΟΨΕ

                                Φρόντισα όσο μπορούσα το ντεκόρ.
                                Στον καναπέ και στις καρέκλες
                                εξώφυλλα των δίσκων νεκροζώντανες
                                οι δόξες του ’50.
                                Δυο τρεις αφίσες από κέντρα του καιρού
                                κι ήδη το στερεό
                                με παπιγιόν δύο πλήκτρα ο Γιάννης ο Σπάρτακος.
                                Απέναντί του ο ξύλινος παλιός καλόγερος
                                με τ’ άσπρο σου λινό κοστούμι
                                τη μεταξωτή γραβάτα σου δεμένη στο κολάρο
                                το μαντήλι στο τσεπάκι.
                                Κι ανοίγω την τζαμόπορτα:
                                Έξω φυσάει κι είναι χρυσό κι είναι μπόρα Πού να’ σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
                                Απόψε μου λείπεις πολύ
                                Θα καθόμουνα πλάι σου
                                Κοντά στο τζάκι με φιλιά να σε κοιμήσω
                                Ας ερχόσουν για λιγο κι ας χανόσουν μετά.

                                Ακούς, μ’ άκούς
                                Πατέρα;
                                Έλα γι’ απόψε
                                μόνο απόψε
                                λίγη ώρα.

                                ΟΙ ΓΕΡΟΙ

                                Κι επειδή κάποτε
                                ξαπλώσαμε αγκαλιά
                                κι ήταν αυτός ένας ύπνος ανήσυχος
                                όπου οι ανάσες μας παιρναν η μία
                                την άχνα της άλλης·
                                κι επειδή επίνα την πνοή σου
                                κι έφτιαχνα δικιά μου καινούργια πνοή
                                να σου τη στείλω·
                                κι επειδή καίγαν οι ανάσες μας έτσι
                                για χρόνια
                                πάνω στα πρόσωπά μας ασταμάτητα
                                Γίναμε ο ένας για τον άλλον
                                σαν τη βροχή
                                που όσο κι αν τη δι’ωχνουν οι καθαριστήρες όλο πέφτει
                                στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου
                                κι όλο πέφτει
                                και σε τυφλώνει
                                και δε σ’ αφήνει να δεις.

                                111

                                …που το ξέρετε ίσως μπορεί
                                και να μην
                                ξαναιδωθούμε

                                (Το λαρυγγόφωνο, Β’)

                                (Γιάννης Βαρβέρης, Εκδόσεις Γκοβόστη, 2019)

                                «Ψάχνοντας σαν τους πεζογράφους κι εγώ, στοιχεία για

                                 ένα ποίημα». Η πεζόμορφη ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη


















                                 








                                 






                                 


                                 

                                 

                                Γράφει η Δήμητρα Τζουραμάνη // *

                                Η ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη, διαλογική και ειρωνική, ελκύεται από το σκοτάδι του θανάτου, το οποίο και εξανθρωπίζει, συνδυάζοντας ταυτόχρονα την οικείωση μαζί του και την αποστασιοποίηση από αυτό. Ενίοτε το διασκεδάζει μάλιστα και αποζητά τη λύτρωση από το υπαρξιακό άγχος μέσω της τέχνης. Έχει χαρακτηριστεί από την κριτική ως ποίηση «υπαρξιακή […] εσωτερικής ενδοσκόπησης και στοχαστικής διερεύνησης της ανθρώπινης μοίρας»,[1] με θέματα όπως «το δέος του θανάτου, η διαδικασία του πένθους, το άγχος και το άχθος του έρωτα, η νυχτερινή περιπλάνηση στην πόλη, η προσήλωση στην τέχνη της ποίησης και η λατρεία της γλώσσας».[2] Τα περισσότερα ποιήματά του είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο (με ελάχιστες εξαιρέσεις σε ομοιοκατάληκτους στίχους). Ωστόσο, ξεχωρίζει ένας έκκεντρος πυρήνας δεκαέξι πεζόμορφων ποιημάτων συχνά δομημένων με ενδιάμεσους πεζούς στίχους, τα οποία εντοπίζονται διάσπαρτα στις συλλογές του από Το Ράμφος (1978) έως τα Πεταμένα Λεφτά (2005). Πρόκειται για δεκαέξι πεζά ποιήματα (μεικτά στην πλειονότητά τους)· ο πεζολογικός τόνος, συνδυασμένος με ποικιλία  ποιητικών και αφηγηματικών τεχνασμάτων, παράγει μιαν ενδιαφέρουσα ειδολογική μείξη και ξεκλειδώνει μια πιο ελεύθερη, μορφικά, πρόσληψη της ποίησής του.

                                 

                                 

                                Τα δεκαέξι πεζά ποιήματα που εντοπίστηκαν μπορούν να ενταχθούν, αρχικά,  με βάση την τυπογραφική διάταξη των στίχων, σε δύο κατηγορίες, στα αμιγή πεζά ποιήματα και στα μεικτά. Τα τέσσερα από αυτά («Πλατεία Κολωνακίου», «Ωδή στον ταμία», «Γκάφα σε όνειρο», «Ο πατέρας δεν πίνει νερό στους ουρανούς») συνιστούν αμιγή πεζά ποιήματα, τα οποία διαθέτουν συνεκτική δομή μικρής πρόζας, ενίοτε με τη συνήθη ένδειξη παραγραφοποίησης, η οποία υποκαθιστά τη στροφική διάταξη.[3] Τα υπόλοιπα δώδεκα («Στριπτίζ για παιδιά», «Το τηλεφώνημα», «Πίνοντας ούζο μάλλον μόνος στο σταθμό», «Φεγγαράδα», «Ποίημα πεζό εποχούμενο», «Τρεις κι ο κούκος», «Βιαία προσαρμογή μαρτύρων», «Η αλληγορία του κώνωπος», «Αυτό θα πει προσωπικός γιατρός», «Ένα ποίημα έλεγε πως γνωρίζει ένα ποίημα που γνωρίζει τον Μήτσο», «Κρανίο φορτίο με μάρμαρα», «Ο καραγκιόζης φούρναρης») συνιστούν μεικτές μορφές, συνήθως ανάμεικτων ελεύθερων και πεζών στίχων, με τους πεζούς στίχους να υπερισχύουν σημαντικά έναντι των ελεύθερων (πλην ενός ποιήματος, με τίτλο «Η αλληγορία του κώνωπος», στο οποίο οι ελεύθεροι στίχοι υπερτερούν, κατά πολύ, των πεζών). Ορισμένα πεζά ποιήματα χαρακτηρίζονται ως μεικτά στη μορφή, γιατί περιλαμβάνουν στίχους σε versets[4] ή επειδή η δομή των παραγράφων διακόπτεται κατά σημεία από τυπογραφικό κενό (εκτός των περιπτώσεων στίχων σε versets) ή ενίοτε με αποσιωπητικά ή κόμμα. Τα σημεία στίξης και τα τυπογραφικά κενά κατά λογάδην υποδηλώνουν το πέρασμα από την αφήγηση – διήγηση σε πρόζα στην ποιητική ρυθμοποιΐα, από το πραγματικό – εκλογικευμένο στο ονειρικό – άλογο στοιχείο (και το αντίστροφο) ή την αλλαγή σκηνής και εικονοποιΐας. Τα μεικτά ποιήματα «Στριπτίζ για παιδιά» και «Αυτό θα πει προσωπικός γιατρός» διαφοροποιούνται ελαφρά από τα υπόλοιπα καθώς, ενώ συμπεριλαμβάνουν μικρές παραγράφους πεζών στίχων, μόνον η πρώτη γραμμή κάθε παραγράφου αρχίζει στο πλήρες διάκενο της σελίδας και οι υπόλοιπες γραμμές ξεκινούν με εσοχή.

                                Τα θεματικά ή ρητορικά χαρακτηριστικά των υπό εξέταση ποιημάτων συνάδουν με τη γενικότερη ποιητική του Βαρβέρη για την οποία έχουν γίνει καίριες επισημάνσεις από την κριτική. Ξεχωριστό ρόλο καταλαμβάνει η ειρωνεία (ενδεικτικοί ακόμα και οι τίτλοι, πχ. «Ένα ποίημα έλεγε που γνωρίζει ένα ποίημα που γνωρίζει τον Μήτσο», «Ωδή στον ταμία»), η συχνή χρήση προσωπείων (μυθικών, ιστορικών, ειρωνικών αλλά και ποιητικών),[5] η αυτοαναφορικότητα (μέσα από τα ποιήματα ποιητικής, αλλά  και την εμφανή διακειμενικότητα στη «Φεγγαράδα»), η «δραματουργική διάλεκτος»[6] το στοιχείο της «αφηγηματικής-πεζογραφικής σκηνοθεσίας»[7] ή ακόμα και της αυτο-σκηνοθεσίας.

                                Ως προς τη θεματική τους, τα δεκαέξι αυτά πεζά ποιήματα μπορούν να ομαδοποιηθούν σε δύο θεματικές ενότητες, στα ποιήματα αυτοαναφορικότητας και στα υπόλοιπα, όσα, ουσιαστικά, είναι ποικίλης θεματολογίας. Η ευρύτερη θεματική του συνόλου των πεζών ποιημάτων του Βαρβέρη είναι, όπως ειπώθηκε, κοινή με την υπόλοιπη ποίησή του. Θα επανέλθουμε αναλυτικά στην περίπτωση της πεζής ποίησης του Βαρβέρη, έπειτα από μία σύντομη αναδρομή στο είδος του πεζού ποιήματος.[8]

                                Το πεζό ποίημα, χαρακτηρισμένο ως «αναρχικό» και «πολύμορφο»,[9] ως ένα «[λογοτεχνικό] είδος της εξέγερσης»[10] σηματοδοτεί την «κατάλυση των ορίων ποίησης και πρόζας»[11] και αποτελεί ένα « είδος διαλόγου, το οποίο συνδέεται, ωστόσο, με την ποίηση πολύ περισσότερο απ’ ότι εκ πρώτης όψεως προκύπτει από το πεζογραφικό μορφικό του περίβλημα».[12] Mας καλεί στον προβληματισμό που έχει διατυπώσει η Ιωάννα Ναούμ «όχι πια σχετικά με τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στον ποιητικό και στον πεζό λόγο, αλλά σχετικά με την ανάγκη ύπαρξης  διαφοράς στο εσωτερικό της ίδιας της γλώσσας».[13]

                                Σχετικά με την ποιητική του είδους καθώς και για ορισμένα «αντινομικά» συστατικά του στοιχεία η Άννα Κατσιγιάννη αναφέρει:

                                Το «πεζό ποίημα» -κατά κανόνα σύντομο- οικειώνεται τα εικονοποιητικά, ρητορικά σχήματα, τα ρυθμολογικά στοιχεία και τους τρόπους της ποίησης (π.χ. αντίθεση, αποστροφή, επιφώνηση, παραλληλισμός, επανάληψη, μεταφορά, κατάχρηση, μετωνυμία· στροφικές αναλογίες, επωδός -η διάταξη σε παραγράφους συχνά υποκαθιστά τη διάταξη σε στίχους ή σε στροφές και ενότητες της έμμετρης ποίησης-, παρήχηση, εσωτερική ρίμα, στίξη, κ.ο.κ.). Η ποιητικότητά του στηρίζεται στη ρυθμική ενορχήστρωση όλων των παραπάνω στοιχείων, ενώ από την πρόζα δανείζεται μόνο το εξωτερικό – τυπομορφικό περίβλημα, αλλά αποποιείται την τρέχουσα αισθητική του πεζού λόγου, παρόλο που είναι προφανής, συχνά, η αναπαραστατική ή αφηγηματική του διάσταση. Αυτή η αντινομική συνύπαρξη ποίησης και πρόζας δίνει ειδολογική υπόσταση στο «πεζό ποίημα».[14]

                                Η πεζολογία, συχνά αποτυπωμένη και στη μορφή της πεζής ποίησης, αποτελεί επανερχόμενο υφολογικό χαρακτηριστικό στη γενιά  του ’70.[15] Ενδεικτικά, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε,  μεταξύ άλλων, τον Γιάννη Κοντό, τον Γιώργο Μαρκόπουλο και τον Γιάννη Πατίλη. Η περίπτωση του Βαρβέρη, με τα δεκαέξι πεζά ποιήματα (αμιγή ή μεικτά), δεν μπορεί παρά να ενταχθεί στα λογοτεχνικά τεκταινόμενα της εποχής του, αλλά και στη συνέχιση της στοχαστικής, ειρωνικής παράδοσης του πεζόμορφου ποιήματος που διαφέρει ριζικά από εκείνο της λυρικής ποίησης. Ας μη λησμονούμε, άλλωστε, ότι η ίδια η επιλογή της μορφής του πεζού ποιήματος, το οποίο αποτελεί μια παρώδηση του ποιητικού κώδικα, είναι εξ ορισμού ειρωνική.[16]

                                Η συμπερίληψη των πεζών ποιημάτων ανά συλλογή (με χρονολογική σειρά) αποτυπώνει το πρώιμο ενδιαφέρον του Βαρβέρη για την πεζή ποίηση, το οποίο σχεδόν εκλείπει μετά την πρώτη εικοσιπενταετία της ποίησής του. Θα χαρακτηρίζαμε, επομένως, πεζόμορφα ποιήματα με έντονη αφηγηματική διάσταση τα εξής (ανά συλλογή)[17] : το «Στριπτίζ για παιδιά» (Το ράμφος 1978), «Το τηλεφώνημα» (Αναπήρων πολέμου 1982), τα «Πίνοντας ούζο μάλλον μόνος στο σταθμό», «Φεγγαράδα», «Ποίημα πεζό εποχούμενο» (Ο θάνατος το στρώνει 1986), τα «Τρεις κι ο κούκος», «Βιαία προσαρμογή μαρτύρων», «Η αλληγορία του κώνοπος», «Αυτό θα πει προσωπικός γιατρός», «Ένα ποίημα έλεγε πως γνωρίζει ένα ποίημα που γνωρίζει τον Μήτσο», «Κρανίο φορτίο με μάρμαρα», «Πλατεία Κολωνακίου» ( Πιάνο Βυθού 1991), τα «Ωδή στον Ταμία», «Ο καραγκιόζης φούρναρης», «Γκάφα σε όνειρο» ( Άκυρο θαύμα 1996) και «Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς» στο (Πεταμένα λεφτά 2005).

                                Η πιο πλήρης συλλογή σε επίπεδο ιδιοπροσωπίας της ποίησής του, σύμφωνα με την κριτικογραφία για τον Βαρβέρη, αλλά και αυτή που τον καθιέρωσε ποιητικά[18] έχει τίτλο Ο θάνατος το στρώνει. Περιλαμβάνει τρία πεζά ποιήματα («Πίνοντας ούζο μάλλον μόνος στο σταθμό», «Φεγγαράδα», «Ποίημα πεζό εποχούμενο»), από τα κομβικότερα ως προς τη θεματική και τη μορφολογία (η ποικιλία της οποίας δεν εξαντλείται σε αυτά τα τρία ποιήματα, αλλά προκύπτει από το σύνολο των παραλλαγών της στον μικρό, ούτως ή άλλως, αριθμό των δεκαέξι πεζόμορφων ποιημάτων). Τα πεζόμορφα τούτα ποιήματα συμπυκνώνουν τα θέματα του θανάτου και της γραφής, σχηματίζοντας ένα ενδεικτικό δίπολο ανάμεσα στο ευρύ θέμα του θανάτου (του θανάτου ως μεταφυσικής, ως πένθους, ως απώλειας, ως αντίθεσης στη ζωή) που διαποτίζει όλες τις διαστάσεις της βαρβερικής ποίησης και στο μέσο, δηλαδή την ίδια τη γλώσσα και τη γραφή της, που χρησιμοποιεί ο δημιουργός, για να επεξεργαστεί και να ξορκίσει τον θάνατο. Σε σχέση με το θέμα της συγγραφής προκύπτουν αναφορές στη συγγραφική δυστοκία, διακειμενικές αναφορές σε εμβληματικούς συγγραφείς πεζής ποίησης και όχι μόνο (Μπωντλαίρ, Εμπειρίκος στη «Φεγγαράδα»), καθώς και δύο προσωπεία ποιητών (στο «Πίνοντας ούζο μάλλον μόνος στο σταθμό», «Φεγγαράδα»). Μορφολογικά εντοπίζεται η διαλογική και δραματική εκφορά του λόγου, η οποία επισημαίνεται συχνά από την κριτική.

                                Συγκεκριμένα, η «Φεγγαράδα» αποτελεί το δεύτερο μόλις ποίημα, χρονολογικά, (μετά το ποίημα «Porno-song»[19] σε ελεύθερο στίχο), το οποίο ξεκινά με παύλα, δηλώνοντας τη δραματική εκφορά και τη διαλογική μορφή του. Ο ποιητικός διάλογος που αποτυπώνεται τυπογραφικά με τη χρήση παύλας – είτε στην αρχή είτε μέσα στο ποίημα- φαίνεται να είναι ένα στοιχείο το οποίο και αργότερα χρησιμοποιεί ο Βαρβέρης, ενώ παράλληλα και σταδιακά εγκαταλείπει τους πεζούς στίχους. Η διαλογική μορφή της «Φεγγαράδας», η αποστροφή σε ένα άγνωστο εσύ, η προτρεπτική προστακτική, τα επιφωνήματα παραπέμπουν όλα στην τέχνη του θεάτρου με την οποία το αφηγηματικό υποκείμενο δεν κρύβει τη συγγένειά του, με την αναφορά στα «ανέκδοτα της κουίντας». Υπογραμμίζεται δε και το στοιχείο της αυτοσκηνοθεσίας (με τη φράση «-αλλάζω πόδι»). Ο ποιητής γνωρίζει την ιστορία του πεζού ποιήματος και επιλέγει τους προγόνους του (τους Γάλλους συμβολιστές Μπωντλαίρ, Βερλαίν, Ρεμπώ αλλά και τον υπερρεαλιστή Εμπειρίκο). Tο ποιητικό υποκείμενο, μάλιστα, παρωδεί[20] τον λόγο του Εμπειρίκου: «μιας ιπποσύνης μου άτεγκτης η ορθοφωνία, σας την κερνώ, αν το νιώσατε, σε υπέροχα μπιζού ριγηλών φθόγγων που υπερίπτανται κι ενίοτε ίσως υπαινίσσονται πως σας χαϊδεύουν.»

                                 

                                 

                                Παράλληλα η διακαλλιτεχνική συνομιλία διευρύνεται δυναμικά και στις εικαστικές τέχνες:

                                «μια ελάχιστή μου εικαστική στα μάτια σας παραλλαγή, βρήκα σας δείχνω: δείτε πέρα, σαν φεγγαράδες για τα ζευγαράκια της Σελήνης πως – αλλάζω πόδι- ξαγρυπνούν»

                                Το οπτικό ερέθισμα, η όραση, ο βυθός του ματιού αποτελεί δομικό μοτίβο και στο πεζό ποίημα, με τίτλο «Αυτό θα πει προσωπικός γιατρός», αλλά και στην ελευθερόστιχη ποίηση του Βαρβέρη. Τα εικαστικά και η φωτογραφία αποτελούν πολύ συχνά πηγή έμπνευσης και αφορμή διαλόγου με τα ποιήματά του.

                                Στο «Πίνοντας ούζο μάλλον μόνος στο σταθμό» το πρωτοπρόσωπο ποιητικό προσωπείο ομολογεί την καλλιτεχνική ποιητική δυστοκία του, προδίδοντας ταυτόχρονα και το θέμα του ποιήματος:

                                «Σκασμένος απ’ το ποίημα που δεν έβγαινε, πήρα τους δρόμους μέρα Επιταφίου»

                                    Η λύτρωση από τη γραφή ενός ποιήματος παρομοιάζεται με το προδιαγεγραμμένο συμβολικό θαύμα της Ανάστασης. Ωστόσο, σε αντίθεση με το αναστάσιμο θαύμα, το θαύμα της γραφής είναι άγνωστο πότε θα συντελεστεί. Ο μοναδικός ελεύθερος στίχος «μου ζήτησαν φωτιά» συνέχει τους υπόλοιπους πεζούς στίχους που προηγούνται και έπονται. Το κάπνισμα και τα επιμέρους σύμβολά του (η φωτιά, οι γόπες, το τσιγάρο, η στάχτη) επανέρχονται ως μοτίβο στον Βαρβέρη δηλώνοντας, συχνά, τη φθορά της ανθρώπινης ύπαρξης. Η φωτιά παραπέμπει στη φωτιά της Ανάστασης. Ο άγνωστος τύπος στο καφενείο του σταθμού δεν κατονομάζεται ποτέ και αφήνει τον ποιητή μόνο σε κατάσταση αναμονής για τη σύνθεση του επόμενου ποιήματος.

                                Στο «Ποίημα πεζό εποχούμενο» ο ποιητής χρησιμοποιεί τον τρόπο της ειρωνείας για να εξηγήσει το αναπόδραστο του θανάτου – ο θάνατος, άλλωστε, αποτελεί το κατεξοχήν θέμα στην ποίηση του Βαρβέρη:

                                Έχω ένα παλιό πολύ παλιό αυτοκίνητο.

                                Μ’ αυτό περνώ τα βράδια τις αφύλαχτες σιδηροδρομικές διαβάσεις και τις ώρες μου. Φτάνοντας μπρος στις ράγιες κόβω, και τις διασχίζω με πολύ μικρή ταχύτητα.

                                Όμως μετά, αντί να προχωρήσω, βάζω ήρεμα την όπισθεν και αργά ξαναγυρίζω πίσω από τη διάβαση‧ και ξαναβάζω πρώτη και όπισθεν και πάλι πρώτη και όπισθεν, ως το πρωί.

                                Με το παράδειγμά μου θέλω να σας πω τα εξής:

                                Α) ότι είναι μάλλον ανόητο να συνεχίζετε την πορεία σας αφού περάσετε την αφύλαχτη διάβαση, εφόσον αφύλαχτες είναι και οι επόμενες‧

                                Β) ότι δεν έχει κανένα νόημα να βιάζεστε ή ν’ αργοπορείτε επίτηδες και γενικότερα να κάνετε σπασμωδικές κινήσεις , όταν π.χ. γίνεται κανένας σεισμός, και

                                Γ) ότι βέβαια και δε σας φταίει το Τρένο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση συμβολίζει το θάνατο, και το οποίο, αφενός τρέχει σε μιαν ορισμένη ταχύτητα, αφετέρου, είτε σας βρει πάνω στις ράγιες είτε όχι,

                                ε ί ν α ι ε ν τ ε λ ώ ς α δ ύ ν α τ ο ν α σ τ α μ α τ ή σ ε ι»

                                Το ποίημα είναι γραμμένο σε τόνο διδακτικό και ο λόγος του συνιστά μια αλληγορική απλούστευση του αμετάκλητου του θανάτου. Στόχος του είναι η κατανόηση της φύσης του ασύλληπτου της κοινής ανθρώπινης μοίρας και του θανάτου. Ο ποιητής μετακυλίει την έμφαση από τη διήγηση στο μήνυμα, ξεκλειδώνοντας το νόημα του παραδείγματος. Οι τρεις αριθμημένες προτάσεις επεξηγούν το αλληγορικό παράδειγμα του πρώτου μέρους‧ η έλλειψη ορίων στις διαβάσεις και οι υπερβάσεις που εμπεριέχει η διαδρομή της ζωής αλληλεπιδρούν με τη σίγουρη και αναπόφευκτη εμφάνιση του Τρένου-θανάτου. Η ποιητικότητα εγκαθιδρύεται με τον τελευταίο στίχο, «ε ί ν α ι ε ν τ ε λ ώ ς α δ ύ ν α τ ο ν α σ τ α μ α τ ή σ ε ι», ο οποίος, γραμμένος με αραιογράφηση προσομοιάζει, κατά μία έννοια, στην οπτική ποίηση και τα καλλιγράμματα και παραπέμπει στην αδιάκοπη κίνηση του Τρένου-θανάτου. Ο τίτλος του ποιήματος είναι αυτοαναφορικός και συνδέεται συνειρμικά με το δευτερεύον θέμα του χρόνου και της επαναληπτικότητας που υποκρύπτεται στο ποίημα.

                                Όπως επισημάνθηκε παραπάνω, η πεζή ποίησή του μπορεί να ομαδοποιηθεί ως προς τη θεματική, στα ποιήματα αυτοαναφορικότητας και στα ποιήματα ποικίλης θεματολογίας.

                                Η θεματική ενότητα της αυτοαναφορικότητας πάνω στην ποιητική τέχνη εκτός από τα τρία ποιήματα της συλλογής Ο θάνατος το στρώνει, που προαναφέρθηκαν, επεκτείνεται και στα ποιήματα «Βιαία προσαρμογή μαρτύρων» και το «Κρανίο φορτίο με μάρμαρα». Σε όλα αυτά τα ποιήματα («Φεγγαράδα», «Πίνοντας ούζο μάλλον μόνος στο σταθμό», «Ποίημα πεζό εποχούμενο», «Βιαία προσαρμογή μαρτύρων», «Κρανίο φορτίο με μάρμαρα»), εκτός από τον κοινό θεματικό πυρήνα της αυτοαναφορικότητας, γίνεται χρήση προσωπείων ποιητών. Θα λέγαμε ότι στο σύνολό τους φωτίζουν συνειδητά το ποιητικό εργαστήρι του Γιάννη Βαρβέρη. Σε αυτά μπορεί να προστεθεί και το «Στριπτίζ για παιδιά», ποίημα αυτοαναφορικό, με μια διευρυμένη έννοια που εστιάζει στον διακαλλιτεχνικό διάλογο των καλών τεχνών.

                                Στη «Βιαία προσαρμογή μαρτύρων» το ποιητικό προσωπείο παρομοιάζει τον εαυτό του με πεζογράφο και, μέσα από μια σειρά αναλογιών, μεταφορών, διήγησης και διακειμενικών αναφορών, αναφέρεται στη δημιουργία ενός ακυρωμένου ποιήματος και στην ποιητική ιδιοπροσωπία της γραφής του, αυτή που συνειδητά έχει ένας ποιητής ως «εραστής εξ αρχής χαμένων στοιχημάτων». Παραθέτουμε ολόκληρο:

                                ΒΙΑΙΑ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

                                 

                                Μεταξωτά γοβάκια φοράς

                                Πατάς την καρδιά μου.
                                Γλυκιά Μαράτα», Κ. Κοφινιώτης

                                 

                                Ψάχνοντας, σαν τους πεζογράφους κι εγώ, στοιχεία για ένα ποίημα, έφτασα στο Λουτράκι.

                                «Βλέπεις εκεί που είναι τώρα ο σινεμάς;» μου δείξανε το χώρο του παλιού Καζίνο «αλλά το κλείσανε ου προτού τον πόλεμο» αυτά όλα κι όλα από’ να γεροντάκι.

                                 

                                Δε θα’ ταν; – Θα’ ταν απέξω φώτα οι κούρσες αμαξάδες μάντρα ψηλή για να μην βλέπουν τα παιδιά που πάντα σκαρφαλώνουνε∙

                                 

                                Και μέσα ο κήπος:

                                Φυτά κι ευέλπιδες κοκότες κι άλλες όχι Νινέτα δίπλα στους μπουφέδες αραιά παραπέρα Νανίνα συντροφιές στο βάθος να συνομιλούν ο Λαπαθιώτης κι ο νεαρός- ίσως ο Γκάτσος; Όλο λινά γλυκιά Μαράτα και κεριά μουσλίνες τρεμοσβήνουν Ρεζεντά στ’αεράκια της ορχήστρας. Λίγο μετά διεθνή του Σαρλ Τρενέ κι Εντουάρντο Μπιάνκο φίρμες από την Αθήνα της Ευρώπης ατραξιόν που αδρά πληρώνει κι απ’ το παραθυράκι του γραφείου κατασκοπεύει ο φοβερός Περίχαρος με τα βαριά κλειδιά της μαύρης κάσας όσα θέλετε ειδικά για σας σόλο σουιβί που μόλις τίναξε το μπάνκο στο σεμέν-ντε φέρ.

                                Ζορό κι οι τσόχες θα γκρεμοτσακίσουν τι χαρτί κι οι βρετανοί πολυέλαιοι πως φλεγματικά υπομειδιούσαν τι ήχο τα γκαρσόνια τ’ ατσαλάκωτά τους σλάλομ κι οι τράπουλες γαλλίδες οι κρουπιέρισσες ελπίδων τι ήχο, τι αρώματα μέσα σε τί καπνούς που πότιζαν μασίφ τι ξύλα επίπλων τι ρυθμού άραγε να φορούσαν οι κυρίες και πως, από ρουλέτα σε ρουλέτα, πως σουρνότανε σα χέρια, έτοιμος να χιμήξει εκεί στην μπίλια στα λεφτά στις μάρκες, ο τότε καθωσπρέπει ερπετός θόρυβος από στοιχήματα προβλέψεις ικεσίες δανείων προτού Rien ne va plus ταπί ποια βουή φαλιμέντου σε μια στάλα στιγμή δευτερόλεπτο αίμα του Περίχαρου στη σκάλα το αίμα του άλλου…

                                Όμως έτσι δε γράφεται, δε βγαίνει. Χωρίς ούτ’ ένα μάρτυρα, μια έστω ασπρόμαυρη ένα σκεύος πεταμένο πουθενά.

                                να το μαζέψεις να το λατρέψεις κοιτώντας το μέχρι να θυμηθείς ούτ’ ένα στίχο ε ναι ας μη γράφεται, στο ίδιο καζίνο πάντοτε χαμένος, ποντάροντας στη νοσταλγία κι όσων ακόμα ποτέ σου δεν έζησες.

                                 

                                Ο Βαρβέρης στην ποίησή του, χρησιμοποιεί συχνά τυπικές φράσεις ή λογοπαίγνια παραλλάσσοντάς τα, με στόχο την πύκνωση και την ανατροπή του νοήματος. Στο συγκεκριμένο ποίημα, μέσω των λεκτικών παιχνιδιών και της γλωσσικής παρώδησης, ο ποιητής υποβάλλει μιαν ατμόσφαιρα, σχεδόν αστυνομικού μυστηρίου, για την ανακάλυψη-δημιουργία ενός νέου ποιήματος. Η φράση «προσαρμογή μαρτύρων» του τίτλου παραπέμπει στον νομικό όρο «προσαγωγή μαρτύρων», ενώ η αρχή του ποιήματος «Ψάχνοντας, σαν τους πεζογράφους κι εγώ, στοιχεία για ένα ποίημα, έφτασα στο Λουτράκι» μας παραπέμπει συνειρμικά σε μια υπόρρητη αντικατάσταση λέξεων στην εναλλακτική εκδοχή: «Ψάχνοντας σαν τους ντέτεκτιβ και εγώ στοιχεία για ένα έγκλημα». Αυτή η ερμηνευτική «αυθαιρεσία» τεκμηριώνεται όχι μόνο από τον τίτλο, αλλά από τη συνολική διάρθρωση του θέματος του ποιήματος‧ από την αναζήτηση του εξ αρχής «χαμένου» και της μετουσίωσής του σε τέχνη. Τα τυπογραφικά κενά υποδεικνύουν τον σκελετό του ποιήματος‧ τη διστακτική ενεργοποίηση της φαντασίας («δεν θα’ταν; Θα’ταν») του ποιητικού υποκειμένου και την προσπάθεια δημιουργίας μιας αντικειμενικής συστοιχίας ανάμεσα σε μία σκηνή από το παρελθόν της μεσοπολεμικής και την πρώιμης μεταπολεμικής περιόδου (το θέμα του ποιήματος) και του άχρονου παρόντος του ποιητή-πεζογράφου που αναζητά ένα ποίημα. Η χρονική διάσταση της αντικειμενικής συστοιχίας (παρόν έρευνας και το ζητούμενο παρελθόν) πλαισιώνεται από άλλα σκηνοθετικά στοιχεία που στοιχειοθετούν τον ρυθμό του ποιήματος, όπως τη μετάβαση, από τον σύντομο διάλογο με το γεροντάκι, στις έντονες οπτικές εικόνες της φαντασίας και την ταυτόχρονη μετακίνηση από τον εξωτερικό στον εσωτερικό χώρο (μέσα και έξω από το καζίνο). Τα τυπογραφικά κενά σηματοδοτούν τις εναλλαγές στον ρυθμό των σκηνοθετικών στοιχείων που αναφέρθηκαν παραπάνω, ενώ τα αποσιωπητικά δίνουν έμφαση στην ίδια τη γλώσσα της παραγράφου που τα περιέχει. Η παράγραφος αυτή μάλιστα διακόπτεται απότομα για χάρη του αυτοαναφορικού λόγου του ποιητικού προσωπείου που επανέρχεται («Όμως έτσι δε γράφεται» έως το τέλος του ποιήματος).

                                Στο τελευταίο μέρος, επομένως, το ποιητικό υποκείμενο οδηγεί τον αναγνώστη στο εργαστήριο του πεζογράφου-ποιητή (και ντετέκτιβ θα προσθέταμε πιο ελεύθερα), το οποίο μεταφορικά παρομοιάζεται με καζίνο και παραπέμπει και στο παλιό καζίνο. Η αφήγηση εγκιβωτίζει πλήθος βαρβερικών εικόνων (Λουτράκι, παιδιά, αμάξια, Αθήνα, χαρτοπαίγνια) και μουσικές του μεσοπολέμου, λογοτεχνικές συντροφιές ποιητών – στιχουργών, όπως ο Λαπαθιώτης και ο Γκάτσος. Το ποιητικό προσωπείο καταλήγει πως τα ποιήματα με ιστορικά στοιχεία χρειάζονται, όπως τα εγκλήματα, αποδείξεις για να ανασυσταθούν, γι’ αυτό και απορρίπτει τη γραφή της νοητικής ανασύστασης του παλιού καζίνο ως αυθύπαρκτου ποιήματος («Όμως έτσι δε γράφεται, δε βγαίνει») και το εγκιβωτίζει στο παρόν του ποιητικού προσωπείου που αναζητά ένα ποίημα. Στη συνέχεια, ο απότομος τελευταίος διασκελισμός, ο οποίος σπάει απρόσμενα τους πεζούς στίχους, επαναφέρει τον δέκτη στο νοηματικό κέντρο του πεζού ποιήματος. Το κέντρο αυτό αποτελεί μια αυτοαναφορική μεταφορά ενός ποιητή-παίκτη σε καζίνο που ποντάρει στη νοσταλγία όσων δεν έζησε και γράφει ποιήματα «χαμένα» (θυμίζουμε το αρχικό ρήμα «ψάχνοντας»). Όλη η παραπάνω διαδικασία παραπέμπει στον τίτλο «βιαία προσαρμογή μαρτύρων» (και εσκεμμένα όχι προσαγωγή), αφού ο ποιητής Βαρβέρης ενορχηστρώνει και προσαρμόζει τα μυθοπλαστικά και τα ιστορικά στοιχεία του ποιήματος για να αναφερθεί στην ίδια τη διαδικασία της δημιουργίας- έρευνας και σύνθεσης ενός ποιήματος. Κάτω από αυτό το πρίσμα, πιθανόν ο αρχικός προσδιορισμός του ποιητικού προσωπείου ως «πεζογράφου» να επιβεβαιώνει την αυτο-υπονομευτική όψη του ποιήματος και την πρόθεσή του να μιλήσει «περί μεθόδου».

                                Στο «Κρανίο φορτίο με μάρμαρα» το προσωπείο του ποιητή, όπως προαναφέρθηκε, διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην ποιητική αφήγηση, όντας και δραματικό προσωπείο. Στο συγκεκριμένο ποίημα ποιητικής θεματοποιείται ο θάνατος του δραματικού ποιητικού προσώπου, του Ηρακλή, και η σχέση του με το προσωπείο του ποιητή:

                                Μύριζαν χέρια απόψε τα χιλιάρικα καθώς τα είχαν νοτίσει οι πρώτες στάλες στην πλατεία τσέπη αλλάζοντας. Φορτίο χοντρό τα μάρμαρα κι ο θηριώδης Ηρακλής πάτησε μίζα και τον ξύπνησε τον ιπποπόταμό του – Scania Vabis. Ντεπόζιτο φουλαρισμένο, προορισμός Αθήνα.

                                Ας πάρω αυτά τα δυο φαντάρια μέχρι Άρτα. Να’ σαι καλά πατριώτη, καλό δρόμο, παίρνει δρόμο αφήνει, πως γλυκαίνει το αίμα του πριν φτάσει Αγρίνιο. Διανυκτερεύει το ουζερί κι εκείνο το ξανθό, το «νταλικιέρικο» που λέμε στο σινάφι μας, διανυκτερεύει. Πατώντας το κουμπί, «Μπαμπά μην τρέχεις», τελευταία εικόνα η Βάσω του, πριν πέσει πίσω όλο το κάθισμα και κήποι, λευκοί κήποι κήποι όλο το μάρμαρο κορμάκι το Μαράκι στις χερούκλες του, το μαρμαράκι.

                                Τρυφερά τώρα γδύνει το σάντουιτς της Βασούλας και δαγκώνει και γκαζάρει και χορεύουνε τα μάρμαρα κι Αντίρριο-Ρίο και Πολύ Πάνου Αίγιο και Γαβαλάς Ισθμός, παλιά Εθνική κασέτες και κορδέλες κι ας ανοίξω το ραδιόφωνο…

                                 

                                …που εγώ προσκαλεσμένος σου διαβάζω ποιήματα για τους ξενυχτισμένους και λέμε καλαμπούρια απ’ το Σταθμό, μας παίρνουνε τηλέφωνα ρωτάνε, λίγη μουσική και πάλι ποιήματα, κι εκείνο το «Κρανίο φορτίο με μάρμαρα» μέσα στην υγρασία στη σκάλα των FM και στη δική σου νύστα την Κακιά τη Σκάλα με πρωτάκουσες, βρε τι μαλάκες είπες, πήγες να γυρίσεις το κουμπί, μη φεύγεις Ηρακλή για σένα γράφτηκε μη φεύγεις Ηρακλή για σένα γράφτηκε μη φεύγεις και καρφώνεσαι στ’ αλατισμένα βράχια μ’ ένα κομμάτι μάρμαρο ερτζιανό στο σβέρκο και το κεφάλι σου μπηγμένο μες στο ράδιο ένα κρανίο αίματα και ποιήματα…

                                 

                                 

                                (Το ποίημα το έμαθα την άλλη μέρα απ’ τις εφημερίδες.)

                                Η αφήγηση του συγκεκριμένου ποιήματος χρησιμοποιεί εργαλεία της μικρής φόρμας, όπως το πλήθος των επεισοδίων, την πολυπλοκότητα και την κυκλικότητα. Το ποίημα συγχέει τα χρονικά επίπεδα της αφήγησης, εγκιβωτίζεται μέσα στη δράση και μας καλεί να το ξαναδιαβάσουμε. Ο ρυθμός σταδιακά γίνεται όλο και πιο γρήγορος, χωρίς τελείες και προσομοιάζει στην ταχύτητα του ατυχήματος και τη σφοδρότητα του θανάτου. Το εύρημα του εγκιβωτισμού του ποιήματος μέσα στο ποίημα και η συμμετοχή του προσωπείου του ποιητή Βαρβέρη διευρύνει την αίσθηση του εσωτερικού του τοπίου, τη συναισθηματική ανάμειξη και την ταυτόχρονη αποστασιοποίηση από το δημιούργημά του (αφού ο θάνατος του Ηρακλή «συντελείται» τη στιγμή της εκφοράς του ποιήματος «Κρανίο με μάρμαρα» στο ράδιο από το ποιητικό προσωπείο, δηλαδή ο ποιητής συνιστά παράλληλα τον ενορχηστρωτή και τον αναγνώστη του ποιήματος-είδησης, και ολοκληρώνει, με την ανάγνωσή του, το τέλος του ήρωα και του ποιήματος).

                                Το τελευταίο ποίημα που θα μπορούσαμε να εντάξουμε στη θεματική κατηγορία των ποιημάτων αυτοαναφορικότητας είναι το μεικτό, στιχουργικά, «Στριπτίζ για παιδιά». Στο «Στριπτίζ για παιδιά» ο στόχος του ποιητή είναι να εναρμονίσει καλλιτεχνικά με τον ποιητικό λόγο τις τέχνες της μουσικής και του κινηματογράφου. Το ποιητικό υποκείμενο αυτοσκηνοθετείται, υποβάλλοντας την ατμόσφαιρα, όπως αναφέρεται στον υπότιτλο του ποιήματος, από το σάουντρακ του Χατζιδάκι για το Sweet Movie,

                                 

                                Φαντάσου λοιπόν κάπου στο βάθος έτοιμη μια θάλασσα. Θα

                                μας χρειαστεί.

                                Και φαντάσου τώρα τρένο παιδικό και παιδάκια μέσα. Εκεί ο Θάνος, η Μαρία, η Ελένη κι εγώ μ’ άσπρα

                                χειλάκια στα βαγόνια με σώματα γεμάτα ουλές αραδιασμένα στους διαδρόμους μετά τον άγριον έρωτα, έρωτα πάλι να λαχταρούν. Φαντάσου ακόμα γάτες να δρασκελάν τις σάρκες, γάτες βυθίζοντας το πιο μεγάλο νύχι μέσα στις ουλές: όμως προσέχοντας τη λευκή σάρκα, την άθικτη, όπου υπάρχει.

                                Αρχίζει τότε ο μικρός Θάνος ν’ αυνανίζεται σφυρίζοντας το Βαρκάρη του Βόλγα κι εμένανε με πνίγει κάτι

                                σαν χλωρίνη, τι μου’ρχεται τότε και κάνω τον σταυρό μου η Ελένη δίπλα ζουπάει τη γόπα της στο στήθος μου μετά βάζει τα κλάματα γυρεύει τη μαμά της τη γόπα της. Στ’ άλλα βαγόνια άλλα πολλά συμβαίνουν που εμείς δεν τα

                                βλέπουμε

                                Τώρα φαντάσου πώς

                                Εκείνη τη στιγμή ακριβώς

                                κι αμέσως πριν φουντάρει στη θάλασσα μ’ όλους εμάς

                                το τρένο

                                έγινε πιάνο.

                                 

                                Άκου…

                                Η συγγραφική αυτή πρόθεση υλοποιεί στη μορφή του πεζόμορφου ποιήματος τη διακαλλιτεχνική διάσταση των ειδολογικά υβριδικών κειμένων.[21] Η κινηματογραφική εικονοποιΐα γίνεται ποιητική εικονοποιΐα σε πεζούς στίχους, ενώ, στο τέλος του ποιήματος οι ελεύθεροι στίχοι αλλάζουν τον ρυθμό. Το ποιητικό υποκείμενο επαναλαμβάνει και προτάσσει σε προστακτική το ρήμα «φαντάσου», ενώ κλείνει με το ονειρώδες πλέον «Άκου…». Τα αποσιωπητικά «καλούν» τον αναγνώστη να ταυτιστεί με την υποβλητική ατμόσφαιρα. Η συνύπαρξη των τεχνών υπό το ποιητικό φιλτράρισμα συναντά τις αλλεπάλληλες δυνατές προσλήψεις των έργων από τον συγγραφέα, αλλά και από τους αναγνώστες του ποιήματος, οι οποίοι πιθανόν είναι ακροατές και θεατές των έργων. Το ποιητικό υποκείμενο σκηνοθετεί τη φαντασία του αναγνώστη – ακροατή και τον καλεί στοχευμένα να προσλάβει το ποίημα ως σημείο συνάντησης της ποίησης, του κινηματογράφου και της μουσικής.

                                Όσον αφορά στα υπόλοιπα πεζά ποιήματα ποικίλης θεματολογίας, κυριαρχεί το κλίμα ακύρωσης και τελικής αποξένωσης του εγώ είτε σε ατομικό, είτε σε συλλογικό επίπεδο.

                                Στα ποιήματα  «Το τηλεφώνημα», «Γκάφα σε όνειρο» και «Ο πατέρας δεν πίνει νερό στους ουρανούς» η αποξένωση του ποιητικού υποκειμένου και το αίσθημα ακύρωσης προκαλείται από την οριστική απώλεια αγαπημένων προσώπων και το πένθος. «Το τηλεφώνημα» λειτουργεί ως «προσωποποίηση της απελπιστικής μοναξιάς»[22] παρότι αποκτά «χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε ανθρώπινο πλάσμα».[23] Στα ονειρώδη «Γκάφα σε όνειρο» και «Ο πατέρας δεν πίνει νερό στους ουρανούς» η μεταφυσική συνάντηση με τους νεκρούς γονείς αφήνει το ποιητικό υποκείμενο σε ένα μουδιασμένο κενό, το οποίο ερμηνεύεται ως ξύπνημα σε όνειρο ή ως συνειδητοποίηση της λήθης του οριστικά χαμένου πατέρα (και της ενοχής που πιθανόν αυτή συνεπάγεται).  Στο «Τρεις κι ο κούκος» το θέμα του έρωτα υποκρύπτεται και διαπλέκεται με τον θάνατο. Παρά την αφηγηματικότητά του  διατηρεί το στοιχείο της «σκοτεινότητας» της μοντέρνας ποίησης.[24] Αφήνει ίσως με τον τρόπο αυτό μία μεγαλύτερη αίσθηση ποιητικότητας σε σχέση με τα περισσότερα από τα πεζά ποιήματα, στα οποία προέχει το στοιχείο της στοχαστικότητας. Στο «Ένα ποίημα που γνωρίζει τον Μήτσο» και στο «Πλατεία Κολωνακίου» υπάρχει διαπλοκή στοιχείων της Ιστορίας με την αφήγηση του παρόντος και των καθημερινών σκηνών της σύγχρονης ζωής στην πόλη.

                                Στο ποίημα «Πλατεία Κολωνακίου» τα τρία ιστορικά προσωπεία των Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλου και Σκουφά περπατούν ταυτόχρονα στην πόλη (και στα μέρη όπου επιζεί η μνήμη τους ως ζωντανή ιστορία),  αλλά και στο εσωτερικό προσωπικό τοπίο του ποιητή. Πραγματοποιείται μάλιστα σύγκλιση ανάμεσα στο πραγματικό και το βαθιά εσωτερικό στοιχείο με την ονειρική-φροϋδική σχεδόν εμφάνιση γνωστών βαρβερικών μοτίβων (η μητέρα, το παιδί, κλάμα):

                                Αμίλητοι τώρα σε παγκάκι. Στο διπλανό δυό καπνίζουν-νυστάζουν; Πιο κει ένα χέρι σε στήθος. Κι αυτοί να κοιτάζουν ταμπέλες Πλατεία Φιλικής Εταιρείας, Βρετανικό Συμβούλιο, Ιντεραμέρικαν. Χαμηλωμένοι, ο ένας κουνάει το κεφάλι, οι άλλοι ούτε καν.

                                Ένα αγοράκι τριών ή τεσσάρων πλησιάζει, Μαμά μου που είναι η μαμά μου, και κλαίει. Ο ένας δακρύζει. Ο άλλος το παίρνει αγκαλιά, το ησυχάζει. Να και η μαμά του. Ευχαριστώ κύριοι, το μαλώνει ενώ φεύγουν. Σηκώνεται πρώτος, Ας πηγαίνωμε, ψιθυρίζει βουρκωμένος κι ο Σκουφάς.

                                Χάθηκαν προς την Κανάρη, συζητώντας και πάλι τους καλύτερους τρόπους προετοιμασίας του Αγώνα.

                                Το ποίημα λειτουργεί ως έμμεσο σχόλιο ανάμεσα στην Ιστορία, τη ζωντανή ιστορία της πόλης και την ποίηση και κλείνει κρυπτικά. Η παράδοξη χρήση ιστορικών προσωπείων στη σύγχρονη εποχή του ποιητή (ο Βαρβέρης άλλωστε συχνά εντάσσει στην προσωπική του μυθολογία γνωστά πραγματικά ή μη πρόσωπα, χρησιμοποιώντας το ιστορικό, μυθικό ή λογοτεχνικό υπόβαθρό τους). Επιπλέον, το μότο του ποιήματος «δίς αναγνώναι» καλεί τον αναγνώστη να διαβάσει το ποίημα σε πολλαπλά επίπεδα.

                                Συνοψίζοντας, καταλήγουμε πως τα πεζά ποιήματα του Βαρβέρη, αν και λίγα σε αριθμό συγκριτικά με τον όγκο του ποιητικού του έργου, αποτελούν οργανικό κομμάτι της ποίησής του. Μέσω της πεζολογίας αποτυπώνουν αυτοαναφορικά, υπονομευτικά και μη, σχόλια για  τη γραφή και τις εικόνες του. Επιπλέον, εκφράζουν έναν εναλλακτικό τρόπο μορφικής ανατροπής και ρήξης με τα ποιητικά μέσα, ο οποίος προσφέρει ένα διαφορετικό ρυθμικό αποτέλεσμα, μια διαφορετική οπτική αναπαράσταση του λόγου του και ταυτόχρονα αλληλεπιδρά δυναμικά στον νοηματικό παραδειγματικό άξονα ερμηνείας της ποίησής του.

                                 

                                 

                                ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

                                • Βαρβέρης Γιάννης, Ποιήματα 1975-1996, Κέδρος, Αθήνα 2000.
                                • Βαρβέρης Γιάννης, Ποιήματα 2001-2013, τόμος Β΄, Κέδρος, Αθήνα 2013.
                                • Βαγενάς Νάσος, Για έναν ορισμό του μοντέρνου στη ποίηση, Στιγμή, Αθήνα 1984.
                                • Ευριπίδης Γαραντούδης, «Πολυσύλλαβος στίχος», Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα, έργα, ρεύματα, όροι, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 20103 (2007), 1853.
                                • Αλέξης Ζήρας, Γενεαλογικά (για την ποίηση και τους ποιητές του ΄70), Ρόπτρον, Αθήνα 1989.
                                • Αλέξης Ζήρας, «Πέραν των διλημμάτων. Αντιστροφές και άλλες παρωδήσεις στα Πεταμένα Λεφτά του Γιάννη Βαρβέρη»,  Εντευκτήριο 72 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2006) 82-84.
                                • Αλέξης Ζήρας, «Οι μεταμορφώσεις της Νέκυιας στην ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη», Εντευκτήριο 55 (Οκτώβριος- Δεκέμβριος 2001) 24.
                                • «Αφιέρωμα στον Γιάννη Βαρβέρη», Οδός Πανός 159 (Μάιος – Αύγουστος) 2013.
                                • «Αφιέρωμα στον Γιάννη Βαρβέρη», Τα Ποιητικά 4 (Δεκέμβριος 2011).
                                • Άννα Κατσιγιάννη, «Μορφικές μεταρρυθμίσεις στην ελληνική ποίηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα», Παλίμψηστον, τχ.5 (1987), 157-184.
                                • Άννα Κατσιγιάννη, Το πεζό ποίημα στη νεοελληνική γραμματεία. Γενεαλογία, διαμόρφωση και εξέλιξη του είδους (από τις αρχές ώς το 1930), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2001 (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή).
                                • Βασίλης Καραβασίλης, «Κατάφαση και άρνηση του τεχνικού πολιτισμού», Γράμματα και τέχνες 7-8 (Ιούλιος-Αύγουστος 1982) 36.
                                • Κατερίνα Κωστίου, «Κοσμικά, ιερά και “βέβηλα” προσωπεία του Γιάννη Βαρβέρη», Ποιητική 11 (καλοκαίρι 2013) 305-315.
                                • Γιώργος Μαρκόπουλος, «Σκέψεις που προκλήθηκαν ξαναδιαβάζοντας τα Ποιήματα 1975-1996 του Γιάννη Βαρβέρη», Τα Ποιητικά 4 (Δεκέμβριος 2011) 6-7.
                                • Γιώργος Μαρκόπουλος, «ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ Ο κύριος Φογκ το στρώνει», Τα Ποιητικά 35 (Σεπτέμβριος 2019) 19-22.
                                • Ιωάννα Ναούμ, «Η ποίηση έξω από τον στίχο. Ορισμένες παρατηρήσεις γύρω από το διπλό παράδειγμα των   Spleen de Paris του Baudelaire και των τελευταίων πεζών του Κ. Γ. Καρυωτάκη», Όσο κρατάει η ανάγνωση, επιμ. Παν. Πίστας, Θεσσαλονίκη 2006, 442-453.
                                • Ιωάννα Ναούμ, Μειδίαμα αλγεινόν (1860-1930), Η ποιητική του κλαυσίγελου και ίχνη της ρομαντικής γενεαλογίας της, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2007 (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή).
                                • Θωμάς Τσαλαπάτης, Γιάννης Βαρβέρης, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2019.
                                • Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «H επέλαση του θανάτου», «Αφιέρωμα στον Γιάννη Βαρβέρη», Τα Ποιητικά 4 (Δεκέμβριος 2011) 1-4.
                                • Μαρία Ψάχου, Η ποιητική γενιά του ’70. Ιδεολογική και αισθητική διερεύνηση, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2011 (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή).
                                • Susanne Bernard, Le poème en prose de Baudelaire jusqu’ à nos jours, Nizet, Paris 1978 (11959).
                                • Margueritte Murphy, A Tradition of Subversion: The Prose Poem in English from Wilde to Ashbery, The University of Massachusetts Press, Amherst 1992.
                                • Mario Vitti, Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Οδυσσέας, Αθήνα, 2003, 559, 566-567.
                                • Sophia Voulgari, Between and beyond genres. The Poetic Prose of Andreas Empirikos, E.Ch. Gonatas and Nanos Valaoritis (s. 1940-1967), King’s College, University of London, 1996 (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή).

                                 

                                ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΝΑ ΣΥΛΛΟΓΗ)

                                • Το ράμφος (1978)
                                • «Στριπτίζ για παιδιά»
                                • Αναπήρων πολέμου (1982)
                                • «Το τηλεφώνημα»
                                • Ο θάνατος το στρώνει (1986)
                                • «Πίνοντας ούζο μάλλον μόνος στο σταθμό», «Φεγγαράδα», «Ποίημα πεζό εποχούμενο»
                                • Πιάνο βυθού (1991)
                                • «Τρεις κι ο κούκος», «Βιαία προσαρμογή μαρτύρων», «Η αλληγορία του κώνοπος», «Αυτό θα πει προσωπικός γιατρός», «Ένα ποίημα έλεγε πως γνωρίζει ένα ποίημα που γνωρίζει τον Μήτσο», «Κρανίο φορτίο με μάρμαρα», «Πλατεία Κολωνακίου»
                                • Άκυρο θαύμα (1996)
                                • «Ωδή στον ταμία», «Ο καραγκιόζης φούρναρης», «Γκάφα σε όνειρο»
                                • Πεταμένα λεφτά (2005)
                                • «Ο πατέρας δεν πίνει νερό στους ουρανούς»

                                 

                                 

                                ΣΤΡΙΠΤΙΖ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

                                (Από τη μουσική για το Sweet Movie του Μάνου Χατζιδάκι.)

                                 

                                Φαντάσου λοιπόν κάπου στο βάθος έτοιμη μια θάλασσα. Θα

                                μας χρειαστεί.

                                Και φαντάσου τώρα τρένο παιδικό και παιδάκια μέσα. Εκεί ο Θάνος, η Μαρία, η Ελένη κι εγώ μ’ άσπρα

                                χειλάκια στα βαγόνια με σώματα γεμάτα ουλές αραδιασμένα στους διαδρόμους μετά τον άγριον έρωτα, έρωτα πάλι να λαχταρούν. Φαντάσου ακόμα γάτες να δρασκελάν τις σάρκες, γάτες βυθίζοντας το πιο μεγάλο νύχι μέσα στις ουλές: όμως προσέχοντας τη λευκή σάρκα, την άθικτη, όπου υπάρχει.

                                Αρχίζει τότε ο μικρός Θάνος ν’ αυνανίζεται σφυρίζοντας το Βαρκάρη του Βόλγα κι εμένανε με πνίγει κάτι

                                σαν χλωρίνη, τι μου’ ρχεται τότε και κάνω τον σταυρό μου η Ελένη δίπλα ζουπάει τη γόπα της στο στήθος μου μετά βάζει τα κλάματα γυρεύει τη μαμά της τη γόπα της. Στ’ άλλα βαγόνια άλλα πολλά συμβαίνουν που εμείς δεν τα

                                βλέπουμε

                                Τώρα φαντάσου πώς

                                Εκείνη τη στιγμή ακριβώς

                                κι αμέσως πριν φουντάρει στη θάλασσα μ’ όλους εμάς

                                το τρένο

                                έγινε πιάνο.

                                 

                                Άκου…

                                Το ράμφος (1978)

                                 

                                 

                                ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ

                                 

                                Τέτοιες ώρες η μαμά πάντα λείπει.

                                Εκεί, στο τραπεζάκι: το τηλέφωνο. Νωθρά μέλη στην πολυθρόνα μου, δίπλα του. Τηλέφωνο μπεζ. Έχει μάτια, μαλλιά, φαντασία. Καρφωμένος εκεί να το ανέχομαι. Μπεζ, να υποκρίνεται ουδετερότητα. Το ακουστικό, που το χέρι μου απλώνω. Να εκβιάσω το χτύπημα. Σαν να σφίγγω λαιμό να μιλήσει. Τ’ αφήνω. Μετά πάλι, και πάλι τ’ αφήνω.

                                 

                                Η μέρα αποσύρεται στις επτά παρά είκοσι. Το βλέπω στο πικάπ. Στο μοβ του φωτάκι που αποσύρεται. Στο βάθος του ματιού του. Το βλέπω στις γρίλιες αργά. Δεσμίδες σαν σύριγγες μιας ένεσης που τελειώνει.

                                 

                                Τηλέφωνο μπεζ. Μπεζ ακόμα. Έχει μάτια μαλλιά, φαντασία. Ποιος ν’ ανάψει τώρα το φως; Πως να σηκωθώ, πώς να σηκώσω το βλέμμα; Εκεί να κρατήσω της μέρας το λίγο που έμεινε∙ να μπορώ να υποπτεύομαι χρώμα και σχήμα. Να το ψηλαφούνε τα μάτια μου. Ποιος ν’ ανάψει το φως; Κι η μανούλα μου αργεί να γυρίσει…

                                Στις οχτώμιση ξέρω, το τηλέφωνο μόνο, οριστικά τηλέφωνο πια, ανεξέλεγκτος πάνθηρας στο σκοτάδι.

                                Αναπήρων πολέμου (1982)

                                 

                                 

                                ΠΙΝΟΝΤΑΣ ΟΥΖΟ ΜΑΛΛΟΝ ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ

                                 

                                Σκασμένος απ’ το ποίημα που δεν έβγαινε, πήρα τους δρόμους μέρα Επιταφίου. Έρημη Αθήνα κι όσοι μείναν άφουγκράζονταν σ’ όλες τις ενορίες το ίδιο θάμα. Εγώ πάλι στο νου μου είχα το θαύμα μου, εκείνο που δεν έλεγε ν’ ανάψει, όταν,

                                 

                                μου ζήτησαν φωτιά.

                                 

                                Βρήκε τη μέρα ο τύπος, συλλογίστηκα. Αμίλητος με την ανάσα χαμηλά, Σταθμός Λαρίσης καφενείο δύο ούζα κι όλο τσούγκριζε δειλά.

                                Μόνο σαν μας λιγόστεψαν τα φώτα κι άρχισαν δίπλα να μαζεύουν τις καρέκλες:

                                -Να μην αργήσω στην περιφορά. Καλή σου νύχτα.

                                 

                                ΦΕΓΓΑΡΑΔΑ

                                • Σας ενδιαφέρουν, υποθέτω, θέματα πνευματικά, τηρώντας τον πληθυντικό μέχρι– αν εσείς – να τον εγκαταλείψουμε, στάγδην αποκαλύπτω κι άπληστα ρουφάτε κύκλων ίντριγκες, πόσο νερό στο ουίσκι σας, say when!, μιας ιπποσύνης μου άτεγκτης η ορθοφωνία, σας την κερνώ, αν το νιώσατε, σε υπέροχα μπιζού ριγηλών φθόγγων που υπερίπτανται κι ενίοτε ίσως υπαινίσσονται πως σας χαϊδεύουν α, τα πανούργα μου αεράκια (νι δέλτα καθαρό και των υγρών συμφώνων παρηχήσεις) κάνουνε σκι στα σλάλομ των αυτιών σας, ενώ τι μελαγχολικά οι λησμονημένοι λόγιοι τα μαγεύουν κι αμέσως ανασύρω ανέκδοτα της κουίντας πιπεράτα, να, γελάτε, και ξεκαρδίζετε στον αέρα υπερσιβηρικόν οδοντωτό, τραντάζοντας ποδιών αναίδειες σκαληνές μοιρών εκατόν είκοσι και των μαστών σας τέλειες σ’ όποια θέση, α πως την τρέμω, κι όμως πρέπει, μια ελάχιστή μου εικαστική στα μάτια σας παραλλαγή, βρήκα, σας δείχνω: δείτε πέρα, σαν φεγγαράδες για τα ζευγαράκια της Σελήνης πως – αλλάζω πόδι- ξαγρυπνούν τα πυροφάνια, ω βέβαια,, να τα δούμε και μαζί , να τα προωθήσουμε, γιατί όχι, σ’ ένα εκδότη (καθυστερώ, καθυστερώ, απ’ την οδό Εμπειρίκου τώρα θα είχα φτάσει στους μαστούς της) ή καλύτερα, γκαρσόν, δύο ουίσκι ακόμη, σύρριζα καταπίνοντας τά ρώ, μα enivrez- vous, μεθύστε, καθώ το’ πε κι ο Μποντλέρ, και τι εποχή, θα συμφωνείτε, με Βερλέν-Ρεμπό, μια σφαίρα που ξαστόχησε γιατί…, γιατί σηκώνεστε, το ουίσκι σας που πάτε…

                                Σπάζει ουρλιαχτά παγάκια λίγα μέτρα μακριά

                                το στόμα σου στ’ αυτιά μου από την ντίσκο.

                                 

                                 

                                ΠΟΙΗΜΑ ΠΕΖΟ ΕΠΟΧΟΥΜΕΝΟ

                                 

                                Έχω ένα παλιό πολύ παλιό αυτοκίνητο.

                                Μ’ αυτό περνώ τα βράδια τις αφύλαχτες σιδηροδρομικές διαβάσεις και τις ώρες μου. Φτάνοντας μπρος στις ράγιες κόβω, και τις διασχίζω με πολύ μικρή ταχύτητα.

                                Όμως μετά, αντί να προχωρήσω, βάζω ήρεμα την όπισθεν και αργά ξαναγυρίζω πίσω από τη διάβαση και ξαναβάζω πρώτη και όπισθεν και πάλι πρώτη και όπισθεν , ως το πρωί.

                                Με το παράδειγμά μου θέλω να σας πω τα εξής:

                                Α) ότι είναι μάλλον ανόητο να συνεχίζετε την πορεία σας αφού περάσετε την αφύλαχτη διάβαση, εφόσον αφύλαχτες είναι και οι επόμενες∙

                                Β) ότι δεν έχει κανένα νόημα να βιάζεστε ή ν’ αργοπορείται επίτηδες και γενικότερα να κάνετε σπασμωδικές κινήσεις , όταν π.χ. γίνεται κανένας σεισμός, και

                                Γ) ότι βέβαια και δε σας φταίει το Τρένο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση συμβολίζει το θάνατο, και το οποίον αφενός τρέχει σε μιάν ορισμένη ταχύτητα, αφετέρου, είτε σας βρει πάνω στις ράγιες είτε όχι

                                ε ί ν α ι  ε ν τ ε λ ώ ς  α δ ύ ν α τ ο  ν α  σ τ α μ α τ ή σ ε ι

                                 

                                Ο θάνατος το στρώνει (1986)

                                 

                                ΤΡΕΙΣ ΚΙ Ο ΚΟΥΚΟΣ

                                Τις νύχτες πηγαίνω εκεί όπου πάνε οι τρεις και ο κούκος. Όμως, σε απλά συναχάκια, δικαίως οι τρεις με υποπτεύονται: ο κούκος έκανε τον άρρωστο και κάθισε στο σπίτι. Ασπικρίνες ζεστά εντριβές∙ πάρε αυτό το σωματάκι πλάσε μου ένα κουλουράκι. Εσύ υποδύεσαι τους τρεις: στήθη δύο και ένα αιδοίο. Αποσυμφορητικά της ρινός: την ξέρω καλά τη χνοτίλα μας, δε μ’ αφήνεις στην αοσμία μου. Σμπαράλια ο βλεννογόνος. Ξηροστομία του πτώματος. Την προσπαθείς με τσάγια με σάλια. Και πάλι στη θέση μου εσύ, παρά την θέσιν Γαργάρες. Με τα βάσανα χίλια, τριανταεφτά κι οχτώ ψωραλέο ωσαννά. Παλιάλογο μετά, ανάσκελα στα σανά χρεμετίζοντας. Ώσπου πιά στ’ άλογα μου όνειρά μου: στα μέρη όπου οι τρεις. Τί δε γίνεται εκεί. Πού δε λέγεται. Διότι γίνεται. Ως συνήθως, σε αυστηρώς βυσσινί και ακατάλληλο βελούδο.

                                Ως να φέξει ο κούκος. Στον τοίχο. Πώς είναι η ώρα. Και ως είμαι καλό μια χαρά κι άντε σήκω. Και ποιοι τρεις να τ’ αφήσω αυτά.

                                Και πως μόνο εκείνος. Ο κούκος.

                                 

                                 

                                ΒΙΑΙΑ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

                                 

                                Μεταξωτά γοβάκια φοράς

                                Πατάς την καρδιά μου.
                                Γλυκιά Μαράτα», Κ. Κοφινιώτης

                                 

                                Ψάχνοντας, σαν τους πεζογράφους κι εγώ, στοιχεία για ένα ποίημα, έφτασα στο Λουτράκι.

                                «Βλέπεις εκεί που είναι τώρα ο σινεμάς;» μου δείξανε το χώρο του παλιού Καζίνο «αλλά το κλείσανε ου προτού τον πόλεμο» αυτά όλα κι όλα από’ να γεροντάκι.

                                 

                                Δε θα’ ταν; – Θα’ ταν απέξω φώτα οι κούρσες αμαξάδες μάντρα ψηλή για να μην βλέπουν τα παιδιά που πάντα σκαρφαλώνουνε∙

                                 

                                Και μέσα ο κήπος:

                                Φυτά κι ευέλπιδες κοκότες κι άλλες όχι Νινέτα δίπλα στους μπουφέδες αραιά παραπέρα Νανίνα συντροφιές στο βάθος να συνομιλούν ο Λαπαθιώτης κι ο νεαρός- ίσως ο Γκάτσος; Όλο λινά γλυκιά Μαράτα και κεριά μουσλίνες τρεμοσβήνουν Ρεζεντά στ’αεράκια της ορχήστρας. Λίγο μετά διεθνή του Σαρλ Τρενέ κι Εντουάρντο Μπιάνκο φίρμες από την Αθήνα της Ευρώπης ατραξιόν που αδρά πληρώνει κι απ’ το παραθυράκι του γραφείου κατασκοπεύει ο φοβερός Περίχαρος με τα βαριά κλειδιά της μαύρης κάσας όσα θέλετε ειδικά για σας σόλο σουιβί που μόλις τίναξε το μπάνκο στο σεμέν-ντε φέρ.

                                Ζορό κι οι τσόχες θα γκρεμοτσακίσουν τι χαρτί κι οι βρετανοί πολυέλαιοι πως φλεγματικά υπομειδιούσαν τι ήχο τα γκαρσόνια τ’ ατσαλάκωτά τους σλάλομ κι οι τράπουλες γαλλίδες οι κρουπιέρισσες ελπίδων τι ήχο, τι αρώματα μέσα σε τί καπνούς που πότιζαν μασίφ τι ξύλα επίπλων τι ρυθμού άραγε να φορούσαν οι κυρίες και πως, από ρουλέτα σε ρουλέτα, πως σουρνότανε σα χέρια, έτοιμος να χιμήξει εκεί στην μπίλια στα λεφτά στις μάρκες, ο τότε καθωσπρέπει ερπετός θόρυβος από στοιχήματα προβλέψεις ικεσίες δανείων προτού Rien ne va plus ταπί ποια βουή φαλιμέντου σε μια στάλα στιγμή δευτερόλεπτο αίμα του Περίχαρου στη σκάλα το αίμα του άλλου…

                                Όμως έτσι δε γράφεται, δε βγαίνει. Χωρίς ούτ’ ένα μάρτυρα, μια έστω ασπρόμαυρη ένα σκεύος πεταμένο πουθενά.

                                να το μαζέψεις να το λατρέψεις κοιτώντας το μέχρι να θυμηθείς ούτ’ ένα στίχο ε ναι ας μη γράφεται, στο ίδιο καζίνο πάντοτε χαμένος, ποντάροντας στη νοσταλγία κι όσων ακόμα ποτέ σου δεν έζησες.

                                 

                                 

                                Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΩΠΟΣ

                                 

                                Και αν όλα τα πράγματα έχουν ψυχή;

                                Αυτό το κοινότοπο μου’ ρθε

                                τώρα που είμαστε εδώ

                                ξαπλωμένος εγώ και ζαλισμένο

                                γύρω γύρω στο πορτατίφ

                                ένα κουνούπι.

                                Πανεύκολο να το σκοτώσω.

                                Όμως αν η ψυχή του με κυνηγάει αιώνια

                                ζητώντας εκδίκηση;

                                Ενώ μια στάλα αίμα και λίγη φαγούρα

                                τι ψυχή έχουν;

                                 

                                Αυτά σκεφτόταν ένας ο οποίος θα μπορούσε να είναι δολοφόνος αλλά δεν ήταν. Μόνο έγραψε και δημοσίευσε αυτή την αλληγορία για να μη νομίζουν όσοι του γλίτωσαν πως γλίτωσαν για άλλους λόγους απ’ αυτούς που γλίτωσαν.

                                 

                                Εκτός αλληγορίας

                                έλιωσε το κουνούπι

                                κι έσβησε το φως.

                                 

                                 

                                 

                                ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ

                                 

                                Κι αφού μ’ εξέτασε, ο κουράντες μου γιατρός πήρε στα χέρια του εκείνο το περίεργο φαναράκι

                                και είπε‧

                                 

                                Ας δούμε λίγο και το βυθό του ματιού σας.

                                 

                                Κοιτάξτε επάνω: Βλέπω κάτι πουλιά κι από ψηλά κάποιον να τρίβει φρυγανιές με αργό ρυθμό.

                                Εσείς νομίζετε πως βρέχει μα τα πουλιά ανοίγουνε τα μάτια και ταράζεστε. Μην Ταράζεστε. Δεν πρόκειται για δακρυσμένο μάτι. Ξέρουνε τα πουλιά να περιμένουν το κολλύριο του Θεού.

                                 

                                Τώρα δεξιά: Εδώ είσαστε στο Ζάλογγο προτελευταία. Στην πτώση σας μόλις που προλαβαίνετε

                                να δείτε την τελευταία Σουλιώτισσα∙ το σκάει προς το χωριό.

                                 

                                Αριστερά, αγαπητέ μου, τώρα: Εδώ με τ’ αυτοκίνητο σας νύχτα στο Λονδίνο Ρώμη Νέα Υόρκη

                                Σίδνευ Λάρισα τρέχετε σαν δαιμονισμένος περνώντας μ’ όλα τα κίτρινα του κόσμου. Σ’ ένα απ’ αυτά οτοστόπ μια ωραία σταματάτε κι ανεβαίνει. Μοιάζει πολύ με τη Σουλιώτισσα της προηγούμενης παραγράφου. Στο μεταξύ, πρώτη φορά έχει ανάψει κόκκινο αλλά μη φοβάστε. Έχει ελαφρώς, πρώτη φορά ερεθιστεί από την εξέταση.

                                 

                                Και τώρα κάτω: Εδώ βλέπω σφουγγάρια σε πυθμένα, ατελείωτες σειρές βαριά σφουγγάρια.

                                Θέλει λιγάκι προσοχή το θέμα αυτό∙ μην τρίβετε τα μάτια σας ποτέ, γιατί από τα σφουγγάρια μπορεί κάποτε να στάξουν ναυαγοί∙

                                είπε, και χάθηκε η φωνή του κι ο ίδιος ο γιατρός μου. Γι’ αυτό κι εγώ τόνε προσέχω σαν τα μάτια

                                μου.

                                 

                                Γιατί εκεί που βρίσκεται

                                αν βουρκώσω

                                Δάκρυ θ’ ανέβει η υπόκωφη φωνή

                                Του πνιγομένου.

                                 

                                 

                                ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΕΛΕΓΕ

                                ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

                                ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟ

                                 

                                Λοιπόν γύριζε δήθεν άσκοπα του ποιήματός μου ο ήρωας, φοιτητής επί δικτατορίας ας υποθέσουμε, τότε αντιστασιακός οργανωμένος έστω, σαραντάρης σήμερα με φαλακρίτσα χτένιζε την Ομόνοια σε σαφάρι και δεν είχα τι να τόνε κάνω. Όμως εκείνος ήτανε μέσα στο μυαλό μου κι ήξερε καλά όλους τους ήρωες ποιημάτων που με συγκινούν, γι’ αυτό – κι όχι μονάχα- το θυμήθηκε το πατριωτάκι του τον Μήτσο σαν τον είδε απέναντι στο σουβλατζίδικο, τον «Μήτσο τον επιλοχία», τον έρμο και το σκοτεινό βασανιστή, ξέμπαρκο και που χάζευε στου Γ.Μ. το ποίημα∙ θυμήθηκε όμως και το ξύλο και τις μελανιές αλλά ιδίως το πως τον είχε ο Μήτσος, δαγκώνοντας τη γόπα του σαν μπράτσο, κοιτάξει τότε, καθώς έβγαινε από την Ασφάλεια Μπουμπουλίνας, μα κι ο δικός μου πως ότι τάχα δεν κατάλαβε,

                                όμως τώρα ήταν το θάρρος του πρώην θύματος, ήταν το απάνω χέρι του δημοκράτη νικητή, θες το gay movement, θες κι οι ενοχές του Μήτσου που προεξόφλησε αστραπιαία, «Ρε συ, εσύ δεν είσαι ο Μήτσος;» δαγκώνοντας τη γόπα του σαν μπράτσο, κοιτάξει τότε, καθώς έβγαινε από την Ασφάλεια Μπουμπουλίνας, μα κι ο δικός μου πως ότι τάχα δεν κατάλαβε,

                                 

                                «Κρίμα που δεν μπορούμε να τα βρούμε ούτε στα ποιήματα», κατέβασε τα μάτια ο ήρωάς μου∙ ταμείο και κόβοντας ένα ουρητήριο «Καυτή σάρκα» σινέ–Στάρ, έτοιμος πάλι για πολύ πιο προσγειωμένες περιπέτειες, «Άσε τους ποιητές, αναλογίστηκε, να πληρώνουμε πάντα τα σπασμένα».

                                 

                                 

                                ΚΡΑΝΙΟ ΦΟΡΤΙΟ ΜΕ ΜΑΡΜΑΡΑ

                                 

                                Μύριζαν χέρια απόψε τα χιλιάρικα καθώς τα είχαν νοτίσει οι πρώτες στάλες στην πλατεία τσέπη αλλάζοντας. Φορτίο χοντρό τα μάρμαρα κι ο θηριώδης Ηρακλής πάτησε μίζα και τον ξύπνησε τον ιπποπόταμό του – Scania Vabis. Ντεπόζιτο φουλαρισμένο, προορισμός Αθήνα.

                                Ας πάρω αυτά τα δυό φαντάρια μέχρι Άρτα. Να’σαι καλά πατριώτη, καλό δρόμο αφήνει, πως γλυκαίνει το αίμα του πριν φτάσει Αγρίνιο. Διανυκτερεύει το ουζερί κι εκείνο το ξανθό, το «νταλικιέρικο» που λέμε στο σινάφι μας, διανυκτερεύει. Πατώντας το κουμπί, «Μπαμπά μην τρέχεις», τελευταία εικόνα η Βάσω του, πριν πέσει πίσω όλο το κάθισμα και κήποι, λευκοί κήποι κήποι όλο το μάρμαρο κορμάκι το Μαράκι στις χερούκλες του, το μαρμαράκι.

                                Τρυφερά τώρα γδύνει το σάντουιτς της Βασούλας και δαγκώνει και γκαζάρει και χορεύουνε τα μάρμαρα κι Αντίρριο-Ρίο και Πολύ Πάνου Αίγιο και Γαβαλάς Ισθμός, παλιά Εθνική κασέτες και κορδέλες κι ας ανοίξω το ραδιόφωνο…

                                …που εγώ προσκαλεσμένος σου διαβάζω ποιήματα για τους ξενυχτισμένους και λέμε καλαμπούρια απ’ το Σταθμό, μας παίρνουνε τηλέφωνα ρωτάνε, λίγη μουσική και πάλι ποιήματα, κι εκείνο το «Κρανίο φορτίο με μάρμαρα» μέσα στην υγρασία στη σκάλα των FM και στη δική σου νύστα την Κακιά τη Σκάλα με πρωτάκουσες, βρε τι μαλάκες είπες, πήγες να γυρίσεις το κουμπί, μη φεύγεις Ηρακλή για σένα γράφτηκε μη φεύγεις Ηρακλή για σένα γράφτηκε μη φεύγεις και καρφώνεσαι στ’ αλατισμένα βράχια μ’ ένα κομμάτι μάρμαρο ερτζιανό στο σβέρκο και το κεφάλι σου μπηγμένο μες στο ράδιο ένα κρανίο αίματα και ποιήματα…

                                 

                                (Το ποίημα το έμαθα την άλλη μέρα απ’ τις εφημερίδες.)

                                 

                                 

                                ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΟΛΩΝΑΚΙΟΥ

                                 

                                δις αναγνώναι

                                 

                                Οι τρεις κύριοι βγήκαν από το κτίριο της Νομικής Σχολής και πέρασαν πολύ πολύ προσεκτικά, κωμικά σχεδόν, στο απέναντι πεζοδρόμιο της Σόλωνος. Πίσω απ’ τα σκληρά τους κολάρα, οι φοιτητικές αφίσες άρχισαν να ξαναβρίσκουν τη χρωματική τους ισορροπία. Στην πλευρά των βιβλιοπωλείων κοντοστέκονται, ο ένας σπρώχνει την πόρτα δειλά. Πλησιάζει στους πάγκους, διαλέγεις και κατευθύνεται προς το ταμείο. Μικροδιαπληκτισμός∙ ο κύριος βγαίνει χωρίς το βιβλίο.

                                Οδός Σκουφά. Σχόλια των δυό προς τον τρίτο – σαν αθώα πειράγματα. Κίνηση, φωνές, τύποι περίεργοι, κουβέντες αλλόκοτες και κορίτσια στο ζαχαροπλαστείο κορίτσια. Καφέδες. Λένε να καθίσουν, διστάζουν. Τους σπρώχνουν. Το γκαρσόνι περνώντας να κάνουν πιο πέρα. Προτιμούν να μπουν στη διπλανή εκκλησία για ένα κερί.

                                Βιτρίνες βίντεο γκολ βιτρίνες κι αυτοκίνητα τους κορνάρουν συνέχεια. Ιδέτε, οδός Αναγνωστοπούλου, λέει ο ένας. Τσακάλωφ. Εδώ εγώ, προλαβαίνει ο δεύτερος και στήνεται στην ουρά. Ανάμεσα σε μηχανές ξύστα, επιστρέφει με τόστ∙ άφησε, λέει, αντίτιμο το ρολόι του με την καδένα. Τρώνε αδέξια, λεκιάζονται λίγο, μπαίνοντας ήδη στην Ξάνθου: εκεί ο τρίτος σαν να προσπαθεί να τους ξεναγήσει.

                                Να τοι πιά στην πλατεία. Πανδαιμόνιο, κόντεψαν να χαθούνε. Η αλήθεια πως ο νεότερος μισοσταμάτησε σε κάτι γυμνές κι άλλα κρεμαστά του περιπτέρου. Πιάνονται απ’ το χέρι, περνάνε. Αμίλητοι τώρα σε παγκάκι. Στο διπλανό δυό καπνίζουν – νυστάζουν; Πιο κει ένα χέρι σε στήθος. Κι αυτοί να κοιτάζουν ταμπέλες Πλατεία Φιλικής Εταιρείας, Βρετανικό Συμβούλιο, Ιντεραμέρικαν. Χαμηλωμένοι, ο ένας κουνάει το κεφάλι, οι άλλοι ούτε καν.

                                Ένα αγοράκι τριών ή τεσσάρων πλησιάζει. Μαμά μου που είναι η μαμά μου, και κλαίει. Ο ένας δακρύζει. Ο άλλος το παίρνει αγκαλιά, το ησυχάζει. Να και η μαμά του. Ευχαριστώ κύριοι, το μαλώνει ενώ φεύγουν. Σηκώνεται πρώτους, Ας πηγαίνωμε, ψιθυρίζει βουρκωμένος κι ο Σκουφάς.

                                Χάθηκαν προς την Κανάρη, συζητώντας και πάλι τους καλύτερους τρόπους προετοιμασίας του Αγώνα.

                                 

                                Πιάνο βυθού (1991)

                                 

                                ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΤΑΜΙΑ

                                 

                                Στη γλυκιά τράπεζά μου έχω βάλει τα μικρά χρήματά μου. Παιδάκια μου χρηματάκια μου σας μεγαλώνω να μου δώσετε αύριο ένα ποτήρι νερό. Νέα σας δεν έχω απ’ τη θερμοκοιτίδα. Μόνο ο ταμίας ο πιστός νοσοκόμος. Ανά εξάμηνο γιορτάζουμε μαζί τα γενέθλια. Μου φέρνει καινούργιες σας φωτογραφίες στο βιβλιάριο υγείας παιδιού. Θηριάκια.

                                Καμιά φορά σας βλέπω κλεφτά στον κομπιούτερ. Ο ταμίας είναι φτωχός με κοιτάει λυπημένα. Σαν να θέλει να θέλω. Να χιμήξω να σας αγκαλιάσω να κλεφτούμε κι οι τρεις. Για νησιά και για άσωτα. Ο ταμίας έχει γυάλινο ντεκολτέ, ένα τζάμι, όπως τα γυαλιά των ανθρώπων που εμποδίζουν το πλήρες φιλί.

                                Αλλά κι εσάς κωλόπαιδα σας ξέρω, στις φλέβες σας τρέχει το αίμα του τόκου.

                                 

                                 

                                Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΦΟΥΡΝΑΡΗΣ

                                 

                                Πριν μερικά χρόνια, τον απέναντί μας φούρνο τον πήραν κάτι συνεσταλμένοι άνθρωποι που ήρθαν από την επαρχία. Εργατικοί, σε λίγο καιρό νοίκιασαν και το διπλανό κατάστημα:  «τσιγάρα, ψιλικά, παιχνίδια, δώρα». Κάλεσαν μάλιστα και κάτι συγγενείς τους απ’ χωριό να το δουλέψουνε μαζί. Σιγά σιγά οι άνθρωποι αυτοί γνωρίστηκαν με τους γείτονες, με τους οποίους έχουν πιά αρκετή οικειότητα, ίσως και φιλίες.

                                Εγώ συνεχίζω να τους μιλώ ευγενέστατα, όπως πρώτα. Με μισούν, αλλά κάνουν υπομονή γιατί βαθιά μέσα τους κάτι τους λέει πως η περιουσία μου

                                όπου να’ ναι

                                τελειώνει.

                                 

                                 

                                ΓΚΑΦΑ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ

                                 

                                Ήμασταν λέει καθισμένοι κι οι τρεις όπως παλιά, σ’ ένα καλό εστιατόριο Κυριακής. Μεσημέρι κι η μητέρα μου είχε τη σημερινή της ηλικία που δε γνωρίζω ακριβώς, πάντως άνω των εβδομήντα, εγώ μια αδιάφορη, ας πούμε πάλι τη σημερινή. Όμως ο πατέρας ήταν κάπως πιο νέος από κείνην, ενώ μου είναι γνωστό το αντίθετο. Το εστιατόριο με πολλή κίνηση αλλά χωρίς φασαρία και μπροστά μας ήδη σερβιρισμένα τρία πιάτα που όμως δεν είχαμε παραγγείλει.

                                Πήρα εγώ το συκώτι, ο μπαμπάς το φιλέτο κι έμεινε για τη μαμά μια μερίδα αρνάκι.

                                • Το αρνάκι βλάπτει, πάρ’ το εσύ καλύτερα που είσαι πεθαμένος, είπα στον πατέρα μου.

                                Με κοίταξε όπως κοιτάζουν οι νεκροί και ξυπνάς.

                                Άκυρο θαύμα (1996)

                                 

                                 

                                Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΔΕΝ ΠΙΝΕΙ ΝΕΡΟ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

                                 

                                Στον Γιώργο Μαρκόπουλο

                                 

                                Χθες είδα πάλι στον ύπνο τον πατέρα. Καθόμασταν οι δυό μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο. Κάποιος μας έφερε δυό ποτηράκια και κρασί. − Είσαι καλά;  Του λέω. − Καλά, καλά, και μου’ πιασε το χέρι. – Άντε, στην υγειά σου, είπε. Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι. – Δεν πίνεις; ρώτησα. – Εσύ να πιείς, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω.

                                 

                                Πεταμένα λεφτά (2005)

                                 

                                 

                                 

                                 

                                 

                                 

                                 

                                [1] Μαρία Ψάχου, «Γιάννης Βαρβέρης. Η υπαρξιακή περιπέτεια ως κόσμια θλίψη», «Αφιέρωμα στον Γιάννη Βαρβέρη», Οδός Πανός 159 (Μάιος- Αύγουστος 2013) 16.

                                [2] Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «H επέλαση του θανάτου», «Αφιέρωμα στον Γιάννη Βαρβέρη», Τα Ποιητικά 4 ( Δεκέμβριος 2011) 1-4.

                                [3] Άννα Κατσιγιάννη, Το πεζό ποίημα στη νεοελληνική γραμματεία. Γενεαλογία, διαμόρφωση και εξέλιξη του είδους (από τις αρχές ώς το 1930), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2001(αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή), 93.

                                [4] Βλ. Άννα Κατσιγιάννη, «Μορφικές μεταρρυθμίσεις στην ελληνική ποίηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα», Παλίμψηστον 5 (1987), 161: «Πρόκειται για το verset, μακρύ στίχο ελεύθερου ρυθμού που κατάγεται από την Παλαιά Διαθήκη». Πρβλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Πολυσύλλαβος στίχος», Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα, έργα, ρεύματα, όροι, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 20103 (2007), 1853: «Ο στίχος-παράγραφος ή verset είναι εκείνη η μορφή όπου το κείμενο οργανώνεται σε παραγράφους συνήθως δύο ή τριών αράδων, που χωρίζονται μεταξύ τους με τυπογραφικό κενό».

                                [5] Κωστίου Κατερίνα, «Κοσμικά, ιερά και «βέβηλα» προσωπεία του Γιάννη Βαρβέρη», Ποιητική 11 (καλοκαίρι 2013) 305-315.

                                [6] Ο όρος ανήκει στον Αλέξη Ζήρα: «Την προκείμενη ‘διάλεκτο’ την εννοώ ως έκφραση μιας λυρικής σκηνικής μεθόδου την οποία χρησιμοποιεί ο ποιητής μέσω της περσόνας του, σκοπεύοντας ακριβώς στη δημιουργία μιας απόστασης, απολύτως απαραίτητης για να αναδειχθεί ο καβαφογενής υπαινικτικός διδακτισμός του, μα και η εν γένει στοχαστική του τακτική», Αλέξης Ζήρας, «Πέραν των διλημμάτων. Αντιστροφές και άλλες παρωδήσεις στα Πεταμένα Λεφτά του Γιάννη Βαρβέρη», Εντευκτήριο 72 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2006) 82-83.

                                [7] Γιώργος Μαρκόπουλος, «Σκέψεις που προκλήθηκαν ξαναδιαβάζοντας τα Ποιήματα 1975-1996 του Γιάννη Βαρβέρη», Τα Ποιητικά 4 (Δεκέμβριος 2011) 6-7: «φόρμες μιας αφηγηματικής-πεζογραφικής σκηνοθεσίας» Επίσης για τη «σκηνοθεσία» στα ποιήματά του, βλ. Μαρία Ψάχου, Η ποιητική γενιά του ’70. Ιδεολογική και αισθητική διερεύνηση, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2011 (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή), 590: «συμβολή του σεναρίου και της σκηνοθεσίας», καθώς και Γιώργος Μαρκόπουλος, «ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ Ο κύριος Φογκ το στρώνει», Τα Ποιητικά 35 (Σεπτέμβριος 2019) 19.

                                [8] Στην ελληνική βιβλιογραφία προτείνονται τρεις βασικές διατριβές για το πεζό ποίημα: Άννα Κατσιγιάννη, Το πεζό ποίημα στη νεοελληνική γραμματεία. Γενεαλογία, διαμόρφωση και εξέλιξη του είδους (από τις αρχές ώς το 1930), ό.π.· Ιωάννα Ναούμ, Μειδίαμα αλγεινόν (1860-1930), Η ποιητική του κλαυσίγελου και ίχνη της ρομαντικής γενεαλογίας της, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2007 (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή)· Voulgari Sophia, Between and beyond genresThe poetic prose of Andreas Empirikos, E.Ch. Gonatas and Nanos Valaoritis (s. 1940-1967), King’s College, University of London, 1996 (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή). Πρβλ. Ιωάννα Ναούμ, «Η ποίηση έξω από τον στίχο. Ορισμένες παρατηρήσεις γύρω από το διπλό παράδειγμα των   Spleen de Paris του Baudelaire και των τελευταίων πεζών του Κ. Γ. Καρυωτάκη», Όσο κρατάει η ανάγνωση, επιμ. Παν. Πίστας, Θεσσαλονίκη 2006, 442-453.

                                [9] Susanne Bernard, Le poème en prose de Baudelaire jusqu’ à nos jours, Pans, Nizet, 1978 (11959), 11, στο Κατσιγιάννη, ό.π., 89, υπ. 191.

                                [10] Ως «[λογοτεχνικό] είδος της εξέγερσης («a genre of revolt»)» το ορίζει η Margueritte Murphy, A Tradition of Subversion: The Prose Poem in English from Wilde to Ashbery, The University of Massachusetts Press, Amherst 1992, 2, όπως υποσημειώνεται στο Voulgari Sophia, ό.π., 34.

                                [11] Κατσιγιάννη, ό.π., 100.

                                [12] Κατσιγιάννη, ό.π., ix. Για τον θεωρητικό προβληματισμό περί ετερογλωσσίας στο εσωτερικό του πεζού ποιήματος, βλ. Κατσιγιάννη, ό.π.,  94.

                                [13] Ιωάννα Ναούμ, «Η ποίηση έξω από τον στίχο. Ορισμένες παρατηρήσεις γύρω από το διπλό παράδειγμα των   Spleen de Paris του Baudelaire και των τελευταίων πεζών του Κ. Γ. Καρυωτάκη», ό.π., 443.

                                [14] Κατσιγιάννη, ό.π., 93-94.

                                [15] «Η πεζολογία ως κύριο μέσο μεταφοράς του καθομιλουμένου λόγου, αποτελεί άλλωστε σύνηθες χαρακτηριστικό στην ποίηση που άρχισε να γράφεται μετά το 1965, όντας ταυτόχρονα ένα από τα ιδεολογικά της προτάγματα ως προς τη γλώσσα της ποιήσεως (βλ., λ.χ., τις πρώτες συλλογές του Γ. Πατίλη»), Αλέξης Ζήρας, Γενεαλογικά (για την ποίηση και τους ποιητές του ΄70), Ρόπτρον, Αθήνα 1989, 16. Βλ. επίσης Ψάχου, ό.π., 597-632.

                                [16] Κατσιγιάννη, ό.π., 97.

                                [17] Βαρβέρης Γιάννης, Ποιήματα 1975-1996, Κέδρος, 2000, 68-69, 78, 155, 168, 209, 284, 285, 293, 296, 298, 302,  383, 388, 397 και Βαρβέρης Γιάννης, Ποιήματα 2001-2013, τόμος Β΄, Κέδρος, Αθήνα, 2013, 68.

                                [18] Θωμάς Τσαλαπάτης, Γιάννης Βαρβέρης, εκδόσεις Γκοβόστη, 2019, 16.

                                [19] Βαρβέρης Γιάννης, Ποιήματα 1975-1996, ό.π., 88.

                                [20] Για την έννοια της δημιουργικής ανάπλασης, βλ. Linda Hutcheon, A Theory of Parody: the teaching of twentieth-century art forms, University of Illinois Press, 2000.

                                [21] Βλ. ενδεικτικά Κατσιγιάννη, «Εικαστική και μουσική οργάνωση: Το πεζό ποίημα και οι καλές τέχνες», ό.π., 100-101.

                                [22] Βασίλης Καραβασίλης, «Κατάφαση και άρνηση του τεχνικού πολιτισμού», Γράμματα και τέχνες 7-8 (Ιούλιος-Αύγουστος 1982) 36.

                                [23] Αλέξης Ζήρας, «Οι μεταμορφώσεις της Νέκυιας στην ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη», Εντευκτήριο 55 (Οκτώβριος- Δεκέμβριος 2001) 24.

                                [24] Βαγενάς Νάσος, Για έναν ορισμό του μοντέρνου στη ποίηση, Στιγμή, Αθήνα 1984, 17.

                                 

                                 

                                 

                                * Η Δήμητρα Τζουραμάνη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1993 και μεγάλωσε στην Πάτρα. Είναι φιλόλογος και απόφοιτος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Η διπλωματική της εργασία, με τίτλο “Η Φυγή προς τα εμπρός στα ευρωπαϊκά της συμφραζόμενα”, αφορά στο αντιπολεμικό μυθιστόρημα του Γιάννη Σκαρίμπα Φυγή προς τα εμπρός, σε σύγκριση με ορισμένα αντίστοιχα ευρωπαϊκά πολεμικά μυθιστορήματα για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο πλαίσιο προγράμματος Erasmus+ παρακολούθησε μαθήματα για ένα εξάμηνο στο Université Lumière Lyon 2, στη Λυών. Υπήρξε ενεργό μέλος επί σειρά ετών στη λογοτεχνική ομάδα των Πολιτιστικών Ομάδων Φοιτητών του Πανεπιστημίου Πατρών.

                                 http://ikee.lib.auth.gr/record/126563/files/GRI-2011-6713.pdf

                                ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

                                Γιάννης Βαρβέρης -Ποιήματα

                                https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/2018/02/blog-post_29.html

                                Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΥΤΟΣΥΣΤΗΝΕΤΑΙ – ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ(1955-2011)
                                Το ποιητικό μου έργο διακρίνεται από ασυνέχειες καθώς τα βιώματα αλλάζουν και οι διαθέσεις μεταμορφώνονται, μια μονόχορδη φωνή είναι πληκτική…

                                Όταν περνά η σεισμική ώρα της ιδέας και δεν έχω ολοκληρώσει το ποίημα, μου δίνεται η εντύπωση ότι όλα έχουν τελειώσει, πετάω τα χειρόγραφα, τα παρατάω βιαστικά και επιπόλαια…

                                Οι συνθήκες γραφής που τηρώ είναι οι εξής: ξεκούραστος, ξυρισμένος και μόνος στο δωμάτιό μου. Γράφω με το χέρι, δεν έχω υπολογιστή, πράγμα που σημαίνει γήρας κι ελευθερία μαζί…

                                Πολλές φορές οι ήρωες που παρεμβαίνουν στη ζωή μου είναι όσοι έχουν αποδημήσει, αυτοί θέλουν τη στήριξή μας, στις γιορτές θα πρέπει να συνεορτάζουμε και τους συνωνόματους πεθαμένους…

                                Αρκετά ποιήματά μου μοιάζουν με θεατρικούς μονολόγους μόνο που τους λείπει η απάντηση, αν είχα την απάντηση θα έγραφα θέατρο…

                                Τη χαρά τη ζω, γράφω τις θλίψεις μου…
                                Το γράψιμο είναι βάσανο χάριτι θεία…
                                ΠΗΓΗ
                                Βιογραφικό του Γιάννη Βαρβέρη /ΕΔΩ
                                Ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη
                                Το γράμμα- Γιάννης Βαρβέρης
                                Στην τσέπη του παλτού σου
                                παλιό σουσάμι
                                φλούδια φιστικιών
                                και το τσαλακωμένο γράμμα μου.
                                Ξύπνησαν λέξεις 
                                φράσεις ανακλαδίστηκαν
                                έτριξα μήνες εκεί μέσα
                                μέρες του κρύου
                                νύχτες απ’ την κρεμάστρα μέσα στη σιωπή
                                μήπως ακούσεις 
                                άλλαξα στίξη αμβλύνοντας υπαινιγμούς
                                κόπηκα ράφτηκα εν αγνοία σου
                                κατά τις πιθανές σου επιθυμίες.
                                Μα τώρα πια που μπαίνει το καλοκαιράκι
                                κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντός μας
                                αντί να γκρεμοτσακιστώ πηδώντας
                                η αντί να με ξεγράψεις
                                στέλνοντας το παλτό σου στο καθαριστήριο
                                θα σφίξω θα μαζέψω
                                σε σουσάμι η φλούδι
                                κι απ’ τις ραφές θα γραπωθώ για πάντα.

                                Κάποτε θα μ' αγγίξουνε τα δάχτυλά σου. 

                                ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ-TO ΣΩΜΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΕΓΩ

                                Έχουμε πολύ ταξιδέψει
                                το σώμα σου κι εγώ
                                έχουμε φανταστεί
                                όσα ένα σώμα κι ένα εγώ
                                μπορούν να φανταστούν.
                                Το σώμα μου κι εγώ
                                έχουμε ονειρευτεί
                                το σώμα σου σε στάσεις
                                που ποτέ σου δε φαντάστηκες.
                                Δεν έχεις θέση τώρα
                                τι ζητάς
                                ανάμεσα σ' εμένα
                                και στο σώμα σου.

                                Γιάννης Βαρβέρης: Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς


                                Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα. 
                                Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο. Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί. 
                                – Είσαι καλά; Του λέω.
                                - Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι. 
                                – Άντε, στην υγειά σου, είπε. 
                                Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι. 
                                – Δεν πίνεις; Ρώτησα. 
                                – Εσύ να πιεις, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω....

                                Γιάννης Βαρβέρης Παίζουμε τους ζωντανούς; 
                                 Ξαπλώνω απόψε πάλι στη μεριά σου.
                                 Και με φωνάζω από το διπλανό δωμάτιο μ’ αγκαλιάζω μέ φιλάω 
                                είμαι περήφανος για τους βαθμούς σου 
                                το Σάββατο θα πάμε σινεμά 
                                την Κυριακή θα φάμε έξω 
                                και σε σφίγγω στη σκιά μου
                                 αυτήν που έχω στους πνεύμονες 
                                και δε θα σε προλάβουν
                                 μονάχα μην υποπτευθείς 
                                 γι’ αυτό
                                 ανάβω και τσιγάρο:
                                 -Μπαμπά, πάλι τσιγάρο; 
                                μ’ ακούω να λέω 
                                αλλά δεν ξέρω πια 
                                ποιος απ’ τους δυο 
                                καπνίζει και ποιος κλαίει.
                                Άκυρο θαύμα (1996): Ποιήματα, τόμος Α΄: 1975-1996, Αθήνα, Κέδρος, 2000, 393.
                                Λίγο πριν -Γιάννης Βαρβέρης
                                Πριν βρέξει οι γάτες απορούν ως μιαν ανάσα
                                τα υπόστεγα μιλούν για τη βροχή
                                πήδος στον τσίγκο πήδος στην ταράτσα
                                λουφάζει η γάτα πριν σαλτάρει
                                σ’ άλλα παλιοσίδερα.
                                Αγκάλιασε τον κούκλο της η Ελβίρα
                                πάνω απ’ το τούλι απλώνεται λουλάκι ως πέρα
                                στο δώμα ξέμεινε μικρό κουνούπι λίγο να τρομάζει
                                σαλεύει το χεράκι και ραγίζει έν άρωμα.
                                Με τη βροχή με το νερό
                                οι φτωχοί κούμπωσαν την προσευχή στον κόρφο
                                και σβήσανε σαν τα χαμόγελα

                                Πιάνο Βυθού -Γιάννης Βαρβέρης
                                Αυτές οι νότες
                                που σας στέλνω με την άνωση
                                δεν έχουν πια κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
                                Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
                                που αργά μας σώριασε τους δυo
                                ως κάτω στον βυθό
                                σαν βάρος έκπληκτο
                                το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ
                                έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
                                μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
                                ένα λουλούδι εξωτικό
                                ή ένα τεράστιο όστρακο
                                φωλιά ιπποκάμπων
                                διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
                                μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
                                του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.

                                Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας
                                διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
                                τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
                                σαν ντο και σολ και μι
                                μη φανταστείτε μουσική
                                είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
                                πιέζει κι ανεβαίνει.
                                Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.
                                το πιάνο μου κι εγώ
                                είμαστ’ εδώ πολύ καλά
                                εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
                                αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
                                και ιδίως
                                μακριά επιτέλους
                                από κάθε προοπτική πνιγμού.
                                Γιάννης Βαρβέρης, από τη συλλογή ''Πιάνο βυθού ''(1991)
                                ΠΗΓΗ
                                Γιάννης Βαρβέρης-Νεκρή φύση σε κήπο
                                Απο τη συλλογη ''Πιάνο Βυθού''
                                Έχω βρεθεί όπως όλοι μας
                                σε πάμπολλα ξενοδοχεία.
                                Μπαίνοντας στο δωμάτιο
                                κατευθύνομαι προς το μπαλκόνι
                                για να δω πού βλέπει:
                                σε κτίρια στο σταθμό ή στη θάλασσα
                                σ' ένα φουγάρο τέλος πάντων
                                ή σ' ένα βουνό
                                σε μιαν απώτατη αφορμή για ποίημα.

                                Όμως απόψε το δωμάτιο έβλεπε
                                σε κήπο. Με όλο λουλούδια
                                γαλάζια, μωβ, άσπρα και κίτρινα
                                και πίσω δέντρα
                                ανοιχτά πράσινα και σκούρα δέντρα.
                                Έσκυψα μήπως δω
                                κάτι οτιδήποτε άλλο· όμως παντού
                                λουλούδια, δέντρα και λουλούδια.

                                Κι ήταν αυτό
                                ένα ρίγος αγαλλίασης
                                ή φρίκης
                                σαν εγώ να βρισκόμουνα μέσα σε ποίημα
                                άλλου.
                                Μεταγγιζόμενη μελαγχολία- Γιάννης Βαρβέρης
                                                       Στην αθόρυβη μνήμη 
                                Ξημερώματα
                                με βασανίζει, μεταγγιζόμενη,
                                η μελαγχολία.
                                Θλίψη αν το θες.


                                Να λοιπόν που οι ποιητές
                                -αν δεν έχουν Νόμπελ
                                ή ένα Λένιν βρε αδελφέ
                                ή άλλα εύσημα φίλων-
                                ξεχνιούνται.
                                Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι - Γιάννης Βαρβέρης
                                Μεγαλώσαμε και είμαστε
                                πολύ πικραμένοι.

                                Δεν μας παρηγορεί η υγεία:
                                μια πλήξη πια
                                υγιείς εμείς
                                μόνο για να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

                                Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα
                                Εχομε τόσα
                                που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

                                Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:
                                μάς παραδίδονται αφειδώς
                                γιατί το σφρίγος πάντοτε
                                ποθούσε τη σοφία.

                                Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
                                Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ
                                πικραμένοι.

                                Αυτό μονάχα μάς παρηγορεί.


                                Το ηλιακό ρολόι, Γιάννης Βαρβέρης
                                Όταν ο κύριος Φογκ
                                ήθελε να δει τι ώρα είναι
                                έσκυβε από την πολυθρόνα
                                και κοίταζε το πρόσωπό του στο νερό:
                                όμορφος παρά μελαγχολικός και δέκα δευτερόλεπτα
                                τρυφερός και αγέρωχος και σαράντα δευτερόλεπτα
                                λυπημένος και λυπημένος ακριβώς
                                του απαντούσε το νερό.

                                Μόνο τη νύχτα
                                η ώρα ήτανε πάντα
                                νύχτα.

                                Όταν μια νύχτα ολόκληρη
                                σου δίνεται
                                δεν τη ρωτάς ποτέ
                                τι ώρα είναι.

                                Όταν μια νύχτα ολόκληρη
                                σου δίνεταιεν τη ρωτάς ποτέ
                                (από τη συλλογή ''Ο κύριος Φογκ'')

                                ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Β' 2001-2013 (ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ)
                                Περί του αντιθέτου
                                Σ’ αγάπησε, μου λες, πολύ
                                ποτέ σου δεν σε απάτησε, βεβαιώνεις.

                                Έχω στοιχεία
                                αλλά το πιο ισχυρό
                                είναι πως πρέπει να σ’ αφήσω ερωτευμένη.

                                Πρωθύστερο, Ι
                                Όταν μπορώ
                                χωρίς να σε ρωτήσω
                                πετάω πράγματα
                                μικρή αξίας
                                που κάποτε θα σε θυμίζουν.
                                Έτσι κι αλλιώς
                                εφόσον ζεις
                                αν σου ‘λεγα το λόγο
                                θα ‘χες συμφωνήσει.

                                Καμένα αρχεία
                                Αν έρθει η ώρα
                                τα χρόνια που έχεις κρύψει
                                στην ταυτότητα
                                θ’ απαιτήσω
                                να τα ζήσεις.

                                Ενοχή
                                Πόσο κίτρινος είναι ο ήλιος 
                                που μας κοροϊδεύει.
                                Πόσο ιδανικοί εμείς αναλύοντας
                                τις ακτίνες του.
                                Πόσο επαίσχυντα ωραίοι
                                όταν τραβάμε το σύρτη.
                                Και μένουμε άφωτοι 
                                ο ένας απέναντι στον άλλον.

                                Επιστροφή 
                                Άκυρα γράμματα
                                σκληρά ταχυδρομεία.
                                Τα χρόνια που έλειψες 
                                δεν ξέρεις ποιοι γεράσανε
                                και ποιοι γεράσαν.
                                Τους έκλαψες ερήμην
                                όλους ανεξαίρετα.
                                Στα ξένα όλοι μπερδεύονται
                                και πιο πολύ
                                η νοσταλγία με το πένθος.

                                Τώρα που γύρισες 
                                για όποιους δεν βρεις
                                θλίψη δεν έχεις.
                                Τους έχεις κλάψει
                                μ’ όση χαρά δεν έχεις 
                                για όσους βρήκες.
                                Τα μάτια των δολοφόνων- Γιάννης Βαρβέρης
                                Μετά το έγκλημα
                                έχουν οι δολοφόνοι
                                τα πιο αθώα μάτια.

                                Έκπληκτοι μπρος απ’ τα πολύχρωμα γλυκά
                                εκστατικοί στις φωτεινές επιγραφές που αναβοσβήνουν
                                στα λαϊκά μελό 4-6
                                δακρυσμένοι.
                                Ντρέπονται για το ύψος τους στους δρόμους 
                                βυθίζουν με μανία τα χέρια
                                στις ρηχές τσέπες του πέτσινου
                                πάνε γωνιά γωνιά μη και μας σπρώξουν.

                                Αν ήταν δυνατό από μια μεριά
                                να δείτε πώς ξυπνούν οι δολοφόνοι:
                                Με λίγο σάλιο πάνω στο σιδερικό
                                σαν πιπίλα που γλίστρησε αργά.
                                Αλίμονο σ’ εμάς
                                με τη σκανδάλη στα μάτια.

                                Η αλχημεία του προσώπου -Γιάννης Βαρβέρης 
                                Οι θλίψεις πρέπει να σιωπούν
                                όταν σταλάζει μέσα μας ο βαρύς όρκος.
                                Η πορεία προς τους ξένους κοιτώνες 
                                είναι καθήκον των ψυχών
                                στο μικρό τους θάνατο.
                                Ώρα την ώρα
                                αλλοιώνονται τα πρόσωπα
                                τα μέλη αφυδατώνονται
                                προβάλλονται στο επίπεδο του απείρου
                                κι επιστρέφουν τιμωροί θεοί
                                με τη δικαιοσύνη
                                και τη μοναξιά.

                                Θυμάμαι τότε
                                όλους τους άκλαυτους 
                                κείνους που έπεσαν πάνω στις λέξεις
                                με ορμή
                                και στράγγιξαν σ’ αυτές
                                ως που να σπάσουν.

                                Ε.Λ.


                                30/6/2011
                                Σίμων ο Κυρηναίος

                                Σίμωνα Κυρηναίε
                                δε θέλουμε βοήθεια
                                μη μας σηκώσεις το σταυρό
                                ολόκληρο το διεκδικούμε το μαρτύριο
                                είναι βαρύτερες για μας
                                οι αγαθές προθέσεις.

                                Ιωσήφ
                                «Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή»·
                                γιατί
                                θα ’ταν για μένα μια ήσυχη, άσημη ζωή
                                αν έχτιζα σαν ξυλουργός
                                μιαν οικογένεια του καιρού μου
                                κάποτε να χαρούν οι κόποι μου
                                παιδιά κι εγγόνια
                                κι αυτά με τη σειρά τους
                                την τίμια λήθη του θανάτου μου.

                                Όμως αλίμονο
                                μνήμη κομπάρσου στο θείο θαύμα
                                κοντά σε μια γυναίκα
                                που ποτέ της δεν
                                ερήμην μου κι ερήμην της κατέληξα
                                θύμα θολό, μάρτυς αμήχανος
                                ανάμεσα στην ύψιστη τιμή
                                και στη βαρύτερη ανδρική ταπείνωση.

                                Γολγοθάς
                                Εδώ απ’ το ίσιωμα
                                σας βλέπουμε και σας πονάμε
                                χρόνια και χρόνια ν’ ανεβαίνετε.
                                Κι όσο ανεβαίνετε
                                τόσο από το σταυρό
                                η απόστασή σας μεγαλώνει
                                μα κι η χαρά
                                για την ακόμα πιο σκληρή δοκιμασία.

                                Εκεί απ’ την ανηφόρα
                                ούτε μας βλέπετε ούτε μας πονάτε
                                που ανεβαίνουμε
                                σχεδόν γενναίοι
                                στο πιο απόκρημνο ίσιωμα
                                δίχως σταυρό
                                και δίχως λόφο.
                                Από τη συλλογή, «Ο Άνθρωπος Μόνος», Αθήνα 2009, Κέδρος.


                                Τίτλοι:
                                Συγγραφέας
                                Μετάφραση
                                Επιμέλεια
                                Ανθολόγος
                                Κριτικές - Παρουσιάσεις:
                                Η ήττα βλάπτει περισσότερο ή η νίκη;Σταύρος ΤσιώληςΤαξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ ]"Η Καθημερινή"/ "Τέχνες και Γράμματα" 13/3/2011
                                Λίθος αναθέματος στη λήθηΑντώνης ΦωστιέρηςΠολύτιμη λήθη ]Περιοδικό "Εντευκτήριο"τχ.91Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010
                                Ιδέα αδύναμη, γραφή κουραστικήΆρης ΑλεξάνδρουΤο κιβώτιο ]"Book Press"τχ.8Μάιος 2010
                                Διάβασα... την «Κριτική για τον Άλκη Θρύλο»Συλλογικό έργοΗ κριτική για τον Άλκη Θρύλο ]"Τα Νέα"/ "Βιβλιοδρόμιο" 20/6/2009
                                Δυο πολύτιμα βιβλίαΔημήτρης Ν. ΜαρωνίτηςΚ. Π. Καβάφης: Μελετήματα ]"Η Αυγή" 2/3/2008
                                Το Λεξικό Λογοτεχνίας στο μικροσκόπιοΣυλλογικό έργοΛεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας ]"Η Καθημερινή"/ "Τέχνες και Γράμματα" 20/1/2008