Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2022

Άρης Αλεξάνδρου [Η αυτοκτονία του Σοφοκλή] (απόσπασμα από Το κιβώτιο):ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ-Γ. Π. -





 Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΡΗ  ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ :ΔΕΣ:

https://www.blogger.com/blog/post/edit/4104221877614060806/7927382601506246359

ΚΑΙ:


https://www.youtube.com/watch?v=Ft91JdFd_d8

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ - Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών

Το Κιβώτιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Το Κιβώτιο
Aris Alexandrou To Kivotio 1975.png
Εξώφυλλο α΄ έκδοσης
ΣυγγραφέαςΆρης Αλεξάνδρου
ΓλώσσαΕλληνικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1975

Το κιβώτιο είναι ιστορικό, πολιτικό και δυστοπικό μυθιστόρημα του Άρη Αλεξάνδρου. Γράφτηκε στο διάστημα 19661972, στο μεγαλύτερό του μέρος στο Παρίσι. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Αθήνα από τις Εκδόσεις Κέδρος το 1975[1]. Έχει μεταφραστεί στα Γαλλικά και στα Αγγλικά[2].

Υπόθεση

Στα τέλη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, μια ομάδα ανταρτών αναλαμβάνει μετά από σχετική εντολή του Γενικού Αρχηγείου να μεταφέρει, περνώντας μέσα από εχθρικό έδαφος, ένα κιβώτιο αγνώστου περιεχομένου, με παραλήπτες τη διοίκηση μιας ανταρτοκρατούμενης πόλης. Στη διάρκεια της αποστολής η ομάδα αρχίζει να χάνει τα μέλη της σταδιακά μέχρι που σώζεται ένας μόνο αντάρτης, ο οποίος τελικά κατορθώνει να παραδώσει το κιβώτιο. Όταν όμως φτάνει στον προορισμό του διαπιστώνεται πως είναι άδειο και ο αντάρτης φυλακίζεται από τους άλλους συντρόφους του ως δολιοφθορέας. Αρχίζει λοιπόν τότε να συντάσσει αναφορές στον ανακριτή. Αυτές οι αναφορές είναι το μυθιστόρημα.

Ο συντάκτης των αναφορών δεν γνωρίζει τίποτα για την ταυτότητα του ανακριτή ούτε για τους δεσμώτες του, ούτε αν ο ανακριτής διαβάζει τα όσα του γράφει[3].

Κριτική υποδοχή

Το μυθιστόρημα ερμηνεύθηκε ως αλληγορία για τον εμφύλιο και ως καταγγελία των κάθε είδους εξουσιών και ιερατείων αλλά και ως σχόλιο στον δυτικό πολιτισμό. Ο ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης Σ.Ν. Φιλιππίδης χαρακτήρισε Το κιβώτιο μετακαφκικό ιστορικό μυθιστόρημα[4].

Παραπομπές

  1.  Αλεξάνδρου, Άρης (1998). Το κιβώτιο. Αθήνα: Κέδρος. ISBN 978-960-04-0165-3.
  2.  Κούρτοβικ, Δ. (1999).
  3.  Προγκίδης, Λ. (2003).
  4.  Φιλιππίδης, Σ.Ν. (2010).

Πηγές

Εξωτερικοί σύνδεσμοι


Άρης Αλεξάνδρου

[Η αυτοκτονία του Σοφοκλή]

(απόσπασμα από Το κιβώτιο)

Το Κιβωτιο Γραμμενο από το 1966 ως το 1972 στην Αθήνα και στο Παρίσι, δημοσιεύτηκε το 1974 στα ελληνικά και στα γαλλικά. 


Αναπτύσσει μια παλιότερη ιδέα και θεωρείται από τα πιο χαρακτηριστικά έργα της μεταπολεμικής πεζογραφίας


Στα τέλη του Εμφύλιου (Ιούλιος 1949) το Γενικό Αρχηγείο αναθέτει σε μια ομάδα 34 ανταρτών (ομάδα αυτοκτονίας) να μεταφέρει μέσα από εχθρικό έδαφος και να παραδώσει στη διοίκηση μιας ανταρτοκρατούμενης πόλης ένα κιβώτιο με πολύ σημαντικό αλλά άγνωστο περιεχόμενο. Κατά τη διάρκεια της αποστολής και μέσα σε ποικίλες αντιξοότητες τα μέλη της ομάδας αποδεκατίζονται. 

Σώζεται μόνο ένας αντάρτης, ο οποίος και παραδίδει το κιβώτιο. Όταν όμως οι παραλήπτες ανοίγουν το κιβώτιο διαπιστώνουν ότι είναι άδειο. 

Τότε ο αντάρτης που το παρέδωσε κατηγορείται για δολιοφθορά και φυλακίζεται. 

Από τη φυλακή συντάσσει μια αναφορά προς τον ανακριτή στην οποία εξιστορεί λεπτομερώς πώς ακριβώς συνέβησαν τα γεγονότα κατά την εκτέλεση της αποστολής. 

Αυτή η γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου αντάρτη είναι το μυθιστόρημα, το οποίο επιδέχεται πολλές ερμηνείες με πιθανότερη την ερμηνεία της πολιτικής αλληγορίας σε σχέση με τον εμφύλιο ή σε σχέση με τις ηγεσίες και τις εντολές τους. 

Στο απόσπασμα παρακολουθούμε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό.

 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Στο σημείο V4,* αυτοκτόνησε ο Σοφοκλής. Ιδού πώς γίνανε τα πράγματα: Φτάνοντας για πρώτη φορά στη Μεγάλη Λίμνη, στρίψαμε δεξιά, κάναμε έναν μεγάλο κύκλο, ξαναπεράσαμε απ' την όχθη, στρίψαμε αριστερά, κάναμε κι άλλον κύκλο και ξαναφτάσαμε στη Μεγάλη Λίμνη. Όταν περνάγαμε για δεύτερη φορά απ' τη Μεγάλη Λίμνη, ο Τηλέμαχος πρότεινε στον Ταγματάρχη να σταματήσουμε για λίγο και να κάνουμε μπάνιο, μα ο Ταγματάρχης τον κοίταξε τόσο έκπληκτος, που ο Τηλέμαχος κοκκίνισε ντροπιασμένος. Περνώντας για τρίτη φορά απ' τη Μεγάλη Λίμνη, έτυχε να σταματήσουμε για την ωριαία στάση, τα «πέντε λεπτά» μας και ήτανε ντάλα μεσημέρι, ο ήλιος μεσούρανα να σε βαράει κατακούτελα, να μην κουνιέται φύλλο. Ο Ταγματάρχης χτύπησε τρεις φορές το κουδούνι (σαν αυτά που κρεμάνε στα κριάρια), η φάλαγγα σταμάτησε, άλλος έκατσε, άλλος ξάπλωσε στην άκρη του δρόμου, το νερό ήτανε καμιά εικοσαριά μέτρα παρακάτω, ίσκιος πουθενά, ούτε δέντρο, ούτε θάμνος, λίγα βούρλα μονάχα κι εκεί που καθόμουνα, είδα ξάφνου τον Σοφοκλή να βγάζει το πουκάμισό του, να ξεκουμπώνει το παντελόνι του, φωνάζοντας στον Ταγματάρχη, «Μια βουτιά θα κάνω, θα γυρίσω πριν περάσουνε τα πέντε λεφτά» και γδύθηκε στο λεφτό, έτρεξε κι έπεσε στο νερό και ο Ταγματάρχης δεν έφερε αντίρρηση και μας έπιασε όλους μια απερίγραπτη φούρια κι αρχίσαμε να γδυνόμαστε, σκίζοντας σχεδόν τα ρούχα μας και κατεβήκανε κι όσοι είχαν βάρδια φρουρήσεως στα υπόγεια, γδύθηκε ως και ο Ταγματάρχης κι έβγαλε ως και το εποφθάλμιο (και είδα τότε με έκπληξη ότι το δεξί του μάτι ήτανε κανονικό, μάτι τυφλού δηλαδή, αλλά εγώ περίμενα πως ήτανε βγαλμένο, περίμενα να δω μια βαθιά τρύπα, ενώ το μάτι του δεν είχε τίποτα, ήταν πολύ καλύτερο κι απ' τα γυάλινα, γιατί λοιπόν να το κρύβει;) και πέσαμε όλοι στο ακύμαντο νερό της λίμνης, που ήταν βέβαια αρκετά θολό στα ρηχά, γιατί είχε βούρκο ο βυθός, μα εγώ ξεμάκρυνα με γρήγορες απλωτές και βρέθηκα σε νερά κρυστάλλινα και έπαψα να ακούω τις φωνές και τα χάχανα των άλλων, είχα γυρίσει ανάσκελα, επέπλεα ασάλευτος με τα μάτια κλειστά, σαν τότε που κολυμπάγαμε στη Βουλιαγμένη με τον Χριστόφορο και τον Αλέκο και έκανα τη «σανίδα» και ύστερα έβγαλα το μαγιώ μου μέσα στο νερό και το πέταξα όσο πιο μακριά μπορούσα και κολύμπησα βιαστικά να το ξαναπιάσω, πριν προφτάσει να βουλιάξει, κι ο Χριστόφορος και ο Αλέκος με μιμήθηκαν και βγήκαμε τσίτσιδοι στα έρημα βραχάκια, μα εκείνη τη στιγμή, άκουσα το κουδούνι να χτυπάει δυο φορές, στράφηκα και είδα τον Ταγματάρχη στην όχθη, ντυμένον, να κρατάει στο αριστερό του χέρι το σιδηροδρομικό ρολόι, κρεμασμένο από την αλυσίδα του. Μερικοί είχαν ήδη βγει και ντυνόντουσαν και μόλις ετοιμάστηκαν οι τρεις πρώτοι, ο Ταγματάρχης τους είπε να ανεβούνε στα κάρα, να πάρουνε τα γκέμια και να ξεκινήσουνε. Τι να κάνουμε κι εμείς, βιαστήκαμε να βγούμε, γιατί δεν άξιζε βέβαια τον κόπο να μείνεις λίγο παραπάνω στο νερό, για να τρέξεις ύστερα να προλάβεις τα κάρα, μέσα σε κείνο το λιοπύρι. Όλοι μας είμασταν πολύ κεφάτοι, ακόμα και ο Σοφοκλής, που βγαίνοντας απ' τη λίμνη, κάτι πάτησε και έκοψε την αριστερή του φτέρνα («Δεν είναι τίποτα, —είπε— μια γρατζουνιά»). Βαδίσαμε γρήγορα, προφτάσαμε τα κάρρα, πρόσεξα πως ο Σοφοκλής πάταγε στα δάχτυλα του αριστερού του ποδιού, παρακάλεσε τελικά τον Ροβήρο να του δέσει την πληγή, τον ενοχλούσε όσο να 'ναι η γρατζουνιά του και για να μην τα πολυλογώ, την άλλη κιόλας μέρα το πόδι του είχε πρηστεί, αναγκάστηκε να βγάλει το γουρουνοτσάρουχο, κούτσαινε, άρχισε να βραδυπορεί και ο Λέανδρος, που είχε βάρδια οδηγού στο τρίτο κάρρο, του είπε να πάρει τη θέση του κι αυτός (ο Λέανδρος) πήδηξε κάτω και πήρε θέση στη βάρδια συνοδείας. Ο Ταγματάρχης είδε αυτή την αλλαγή, κάτι πήγε να πει, άλλαξε όμως γνώμη και δεν είπε τίποτα. Την άλλη μέρα, ο Λεωνίδας, που είχε βάρδια φρουρήσεως στο υπόγειο, παραχώρησε τη θέση του στον Σοφοκλή, μα τούτη τη φορά, ο Ταγματάρχης επενέβη και είπε πως αυτό που κάνανε ήτανε αντικανονικό. Ο Σοφοκλής είχε βάρδια συνοδείας, έπρεπε λοιπόν να βαδίσει δίπλα στο κάρο. Δεν ήταν νοητόν να κάνουνε οι άλλοι της διμοιρίας του διπλές βάρδιες συνοδείας, δηλαδή να κουράζονται διπλά. Η φάλαγγα είχε σταματήσει, επενέβη ο Σταμάτης και είπε πως ήταν απαράδεκτο να κυανιστεί* ένας μαχητής που μπορούσε να κάνει όλες τις άλλες βάρδιες, ακόμα και να πολεμήσει, αν παρουσιαζότανε ανάγκη. Ο Ταγματάρχης δεν απάντησε αμέσως, τον είδα που δίσταζε, λες και έψαχνε να βρει επιχειρήματα και τελικά μας δήλωσε πως ρώτησε με τον ασύρματο το Γενικό Αρχηγείο και η απάντηση ήταν «Σοφοκλής κυάνιο». Ο Σοφοκλής τον κοίταζε σαν χαμένος και τελικά, πρόφερε σχεδόν ψιθυριστά, δεν καταλαβαίνει τι θα κέρδιζε η Αποστολή, αν έλειπε αυτός απ' τη μέση. Τότε ο Ταγματάρχης θύμωσε για καλά (ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που τον έβλεπα να χάνει την ψυχραιμία του) του έβαλε τις φωνές και του θύμισε πως ήτανε προειδοποιημένος, του είχαν εξηγήσει τον κανονισμό της πορείας, το είχε σκεφτεί και το δέχτηκε εθελοντικά να πάρει μέρος στην Αποστολή και βέβαια (ομολόγησε ο Ταγματάρχης) άλλο είναι η θεωρητική κατάστρωση ενός σχεδίου και άλλο η πρακτική εφαρμογή του, γι' αυτό δεν είπε τίποτα όταν ο Λέανδρος του παραχώρησε τα γκέμια, αμφέβαλε κι ο ίδιος, ρώτησε όμως το Γενικό Αρχηγείο και τώρα είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τη διαταγή, επικαλείται τη μαρτυρία του Τηλέμαχου, που ξέρει τον κώδικα και την διάβασε, «Ψέματα, Τηλέμαχε;».

Ο Τηλέμαχος κατένευσε. Ο Σταμάτης παρατήρησε τότε πως μπορούσε κάλλιστα να μη ρωτήσει το Γενικό Αρχηγείο, να πάρει μόνος του μια πρωτοβουλία, να πάρει αυτός την ευθύνη, τι σόι αρχηγός αποστολής ήτανε; Ο Ταγματάρχης κοίταζε τον Σταμάτη σαν να μην πίστευε στ' αυτιά του, μα πριν προλάβει ν' απαντήσει, ο Σοφοκλής όρμησε στο υπόγειο του τρίτου κάρου (ανασήκωσε την κουρελού, που κρεμότανε μπροστά στην μπούκα για να μη φαίνεται) και ξαναβγήκε απ' το υπόγειο, κρατώντας ένα φτυάρι. Έριξε μια ματιά γύρω του, είδε μια γέρικη ελιά στ' αριστερά του δρόμου, προχώρησε κουτσαίνοντας, έφτασε στον αραιό της ίσκιο κι άρχισε να σκάβει, λέγοντας:

— Είμαι ικανός για το συνεργείο ταφής.

Ο Ταγματάρχης συμπλήρωσε το συνεργείο, ορίζοντας στην τύχη άλλους τρεις, σκάψανε όλοι με τη σειρά, με φτυάρια και κασμάδες κι ο Σοφοκλής, έκατσε δίπλα στον ανοιχτό τάφο να καπνίσει το τελευταίο του τσιγάρο, έχοντας δεχτεί και το σιδηροδρομικό ρολόι. Κάπνιζε αμίλητος, με σκυφτό το κεφάλι, έτσι που μπορεί να πέφτω έξω, αλλά μου φάνηκε πως είχε καρφώσει το βλέμμα του στην πληγωμένη του φτέρνα, θα πρέπει να την κοίταζε με μίσος, φαντάζομαι, και όλοι εμείς καθόμασταν σε ημικύκλιο μπροστά του, φάτσα του, μα κανείς δεν τούλεγε τίποτα, ήταν η μόνη φορά που δεν κουβεντιάσαμε με έναν κυανιζόμενο τραυματία, μόνο καθόμασταν εκεί, με σκυμμένα κι εμείς τα κεφάλια και κάποτε κάπνισε ο Σοφοκλής το τσιγάρο του μέχρι τελευταία ρουφηξιά, πέταξε τη γόπα κι απόμεινε κοιτάζοντας το ρολόι, που κράταγε στ' αριστερό του χέρι. Ο Ταγματάρχης σηκώθηκε, στάθηκε προσοχή χαιρετώντας στρατιωτικά, σηκωθήκαμε και όλοι εμείς οι άλλοι και περιμέναμε ασάλευτοι και σε λίγο μου πέρασε η σκέψη πως ο Σοφοκλής αργεί πολύ, θα πρέπει να πέρασαν τα δεκατρία λεφτά, ίσως νάτανε μια ζαβολιά εκ μέρους του, ίσως και να ξεχάστηκε, βυθισμένος ως θα πρέπει να 'τανε σε σκέψεις, μα ξάφνου ο Σοφοκλής πετάχτηκε όρθιος, λέγοντας πως δεν έχει τίποτα, του πέρασε το πόδι του, δεν πονάει, δεν κουτσαίνει πια, να, περπατάει κανονικά, πιο γρήγορα κι απ' το κανονικό —«Με βλέπετε; Δεν κουτσαίνω καθόλου»— και πραγματικά, δεν κούτσαινε, έφτασε δίπλα στο τρίτο κάρο, όπου είχε αφήσει κατάχαμα στο δρόμο το ταγάρι του με το περίστροφο, κρέμασε το ταγάρι στον ώμο του και προχώρησε κατά μήκος των κάρων, σα να βάδιζε σε στρατιωτική παρέλαση και σε λίγο τον άκουσα να τραγουδάει την «Παντιέρα ρόσα», ένα τραγούδι των ιταλών συντρόφων (μου το 'χε μάθει κι εμένα ο Σοφοκλής, το ψιλοτραγουδάγαμε, χαμηλόφωνα, σαν τύχαινε να βρεθούμε μαζί στη βάρδια υπογείου, γιατί ο Ταγματάρχης είχε απαγορεύσει τα τραγούδια, δεν έπρεπε τίποτα να δίνει την εντύπωση πως είμασταν τμήμα στρατού κι αυτουνού του το 'χε μάθει ο Τζιάκομο, που είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ και τον γνώρισε ο Σοφοκλής στον Παρνασσό, στην Κατοχή) και τραγουδώντας έτσι, βάδιζε τώρα εν-δυο και ο Ταγματάρχης είπε, σα να αναστέναζε με ανακούφιση, «Όλοι στις θέσεις σας» κι ώσπου να γυρίσουμε στα κάρα και να ξεκινήσουμε, ο Σοφοκλής είχε προχωρήσει καμιά πενηνταριά μέτρα μπροστά απ' τα πρώτα άλογα και σε λίγο σταμάτησε, έκανε μεταβολή και μας φώναξε:

— Βραδυπορείτε! Θα σας κυανίσω!

Γέλασε, κούνησε το χέρι του σα να μας φοβέριζε και συνέχισε να βαδίζει καταμεσής του δρόμου κι η φάλαγγα προχωρούσε ξοπίσω του. Ακόμα κι όσοι είχαν βάρδια φρουρήσεως στα υπόγεια, βαδίζανε δίπλα στα κάρα και κοίταζαν τον Σοφοκλή και ο Τηλέμαχος, που περπάταγε δίπλα στα πρώτα άλογα, δίνοντας τον ρυθμό της πορείας, είχε επιβραδύνει νομίζω το βήμα του, σα να μην ήθελε να φτάσει τον Σοφοκλή, σα να ήθελε να τον αφήσει να προπορεύεται, μα παρ' όλα αυτά, κάτι συνέβη σε λίγο απ' τη μια στιγμή στην άλλη — είχα την αίσθηση πως περπατάω και μένω επί τόπου, λες κι ο δρόμος είχε γίνει κυλιόμενος τάπης, κινούμενος προς την αντίθετη κατεύθυνση, λες και μια αόρατη δύναμη είχε σηκώσει ελάχιστα το κάρρο δίπλα μου, έτσι που οι ρόδες γύριζαν στον αέρα, μόλις — μόλις ακουμπώντας στα χαλίκια, λες κι ο Σοφοκλής, εξακολουθώντας πάντα να βαδίζει μπροστά, παρασυρότανε προς τα πίσω απ' τον κυλιόμενο δρόμο και η πλάτη του όλο και πλησίαζε, όλο και ερχότανε κατά πάνω μου και οι σκούροι λεκέδες απ' τον ίδρωτα διακρίνονταν όλο και καθαρότερα στο πουκάμισό του, όλο και μίκραινε σταθερά η απόσταση που μας χώριζε, ώσπου έφτασε ο Σοφοκλής και πέρασε δίπλα μου κυλιόμενος και είδα πως είχε το δεξί του χέρι μέσα στο κρεμασμένο απ' τον ώμο του ταγάρι και το ταγάρι με ακούμπησε περνώντας από δίπλα μου, στα αριστερά μου και την επόμενη στιγμή, άκουσα έναν πυροβολισμό και σκέφτηκα: «Τον σκότωσε!»

Σκέφτηκα πως ο Σοφοκλής είχε σκοτώσει τον Ταγματάρχη, που βάδιζε λίγο πιο πίσω από μένα, μαζί με τον υπίατρο Ροβήρο, τελευταίοι οι δυο τους της φάλαγγας. (Ο Ταγματάρχης βάδιζε συνήθως επικεφαλής, δίνοντας τον ρυθμό της πορείας, εκτός απ' τις ώρες που κοιμότανε, ή κρυπτογραφούσε τα μηνύματα. Ήταν φυσικό να μην έχει άλλες βάρδιες ο Ταγματάρχης, μπορούσε να κάθεται όση ώρα ήθελε στη στέγη και τον είχα υποπτευτεί πως μένει εκεί, χασομερώντας, σκυμμένος πάνω απ' το Αγγλο­ελληνικό Λεξικό —δεν ήξερα ακόμα πως ήτανε το Ευαγγέλιο*— υποκρινόμενος πως εργάζεται, γιατί βέβαια δεν μπορούσε να ξαπλώσει, μια και είχε δίπλα του τους δυο της βάρδιας στέγης. Αργότερα, όταν μάθαμε τον κώδικα, όταν είδα πόσο περίπλοκος ήταν —ή μάλλον όχι, ήταν απλούστατος, αλλά η κρυπτογράφηση και η αποκρυπτογράφηση σου παίρνανε πολλή ώρα— πείστηκα πως ο Ταγματάρχης έκανε τίμια και ευσυνείδητα τη δουλειά του, δηλαδή, όσο το δυνατόν γρηγορότερα). Τώρα όμως, ο Ταγματάρχης βάδιζε τελευταίος, λες και περίμενε τον Σοφοκλή, λες και ήθελε να είναι παρών στο σημείο που θα 'ρχιζε ο Σοφοκλής να βραδυπορεί. Μόλις άκουσα λοιπόν το πυροβολισμό, στράφηκα και είδα τον Σοφοκλή πεσμένον ανάσκελα στον δρόμο και τον Ροβήρο σκυμμένον από πάνω του. Ο Ταγματάρχης στεκότανε ασάλευτος, λίγο παράμερα.

— Είναι νεκρός; — τον άκουσα να λέει.

— Σχεδόν, —απάντησε ο Ροβήρος.— Τυφλό τραύμα εξ επαφής στον αριστερό πνεύμονα.

— Πονάει; — ξαναρώτησε ο Ταγματάρχης.

— Δε νομίζω. Έχει χάσει τις αισθήσεις του.

Τα κάρρα σταμάτησαν, όλοι τρέξανε να δουν, μα ο Ταγματάρχης τους έδιωξε διατάζοντάς τους να συνεχίσουν την πορεία, όρισε μόνον τέσσερις που θα μένανε (μεταξύ των οποίων κι εγώ). Ο Ροβήρος εξακολουθούσε να 'ναι σκυμμένος πάνω απ' τον Σοφοκλή, κρατώντας τον σφυγμό του. Ο Ταγματάρχης έβγαλε να στρίψει τσιγάρο κι αν κοίταζες το πρόσωπό του, θα σχημάτιζες την εντύπωση πως είναι πολύ ψύχραιμος, σχεδόν αδιάφορος, τα δάχτυλά του όμως τρέμανε ελαφρώς και δεν τα κατάφερνε να στρίψει το τσιγάρο του και τελικά το τσιγαρόχαρτο σκίστηκε (ενώ ήταν μάστορας στο στρίψιμο, ταχυδακτυλουργός μπορώ να πω και το 'στριβε στο τσάκα τσάκα το τσιγάρο, ακόμα και με το 'να μόνο χέρι) και τότε εγώ, βιάστηκα να βγάλω την αυτόματη ταμπακέρα μου, να στρίψω τσιγάρο και να του προσφέρω (για πρώτη φορά, γιατί ως τα τότε οι σχέσεις μας ήτανε τυπικότατες) και ο Ταγματάρχης το δέχτηκε, το πήρε το έτοιμο τσιγάρο μου, άφησε να πέσει ο καπνός απ' το δικό του σκισμένο τσιγαρόχαρτο, το τσαλάκωσε, το πέταξε, άναψε το καλοστριμμένο μου τσιγάρο και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά, τη στιγμή που ακούστηκε η φωνή του υπίατρου Ροβήρου, «Είναι νεκρός» — εννοώντας τον Σοφοκλή.

Ά. Αλεξάνδρου, «Παράνομο σημείωμα»  Ά. Αλεξάνδρου, «Μέσα στις πέτρες»


*σημείο V4: Η αναφορά περιέχει και τοπογραφικά σχεδιαγράμματα.

να κυανιστεί: Να αυτοκτονήσει παίρνοντας κυάνιο. Πρόκειται για ομάδα αυτοκτονίας.

*Ένα βιβλίο που έγραφε στο εξώφυλλο Αγγλοελληνικό Λεξικό και που μέσα ήταν το Ευαγγέλιο, στο οποίο βασιζόταν ο κρυπτογραφικός κώδικας.

Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  1. Στην κατάθεσή του ο αφηγητής μιλάει κατά βάση σε πρώτο πρόσωπο Ενικού ή Πληθυντικού. Συνήθως όμως παρεμβάλλει στην αφήγηση πράξεις και λόγια προσώπων-μελών της ομάδας.
  2.  Στο απόσπασμα που διαβάσατε να βρείτε: α) Ποια πρόσωπα δρουν και μιλούν, β) Τι φανερώνει η συμπεριφορά τους, γ) Με ποιο τρόπο αποδίδει ο αφηγητής το λόγο τους, δ) Ποια εντύπωση δημιουργεί στον αναγνώστη αυτή η τεχνική της αφήγησης;
  3. Να σχολιάσετε ιδιαίτερα τη συμπεριφορά του ταγματάρχη. Πώς τον χαρακτηρίζετε;
  4. Να παρακολουθήσετε τη στάση του Σοφοκλή στις διάφορες φάσεις και να τη σχολιάσετε.
  5. Σε ποιο τμήμα του αποσπάσματος υπάρχει αναδρομή και τι φανερώνει;
Άρης Αλεξάνδρου «Το Κιβώτιο» [Η αυτοκτονία του Σοφοκλή]


Το Κιβώτιο γραμμένο από το 1966 ως το 1972 στην Αθήνα και στο Παρίσι,
 δημοσιεύτηκε το 1974 στα ελληνικά και στα γαλλικά

Αναπτύσσει μια παλιότερη ιδέα και θεωρείται από τα πιο χαρακτηριστικά
 έργα της μεταπολεμικής πεζογραφίας.
 
Στα τέλη του Εμφύλιου (Ιούλιος 1949) το Γενικό Αρχηγείο αναθέτει σε μια ομά
δα 34 ανταρτών (ομάδα αυτοκτονίας) να μεταφέρει μέσα από εχθρικό έδαφος
 και να παραδώσει στη διοίκηση μιας ανταρτοκρατούμενης πόλης ένα κιβώτιο
 με πολύ σημαντικό αλλά άγνωστο περιεχόμενο.

 Κατά τη διάρκεια της αποστολής και μέσα σε ποικίλες αντιξοότητες τα μέλη της 
ομάδας αποδεκατίζονται. Σώζεται μόνο ένας αντάρτης, ο οποίος και παραδίδει 
το κιβώτιο. Όταν όμως οι παραλήπτες ανοίγουν το κιβώτιο διαπιστώνουν ότι είναι άδειο. Τότε ο αντάρτης που το παρέδωσε κατηγορείται για δολιοφθορά και φυλακίζεται. 

Από τη φυλακή συντάσσει μια αναφορά προς τον ανακριτή στην οποία εξιστορεί
 λεπτομερώς πώς ακριβώς συνέβησαν τα γεγονότα κατά την εκτέλεση της απο
στολής. 
Αυτή η γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου αντάρτη είναι το μυθιστόρημα, το
 οποίο επιδέχεται πολλές ερμηνείες με πιθανότερη την ερμηνεία της πολιτικής αλ
ληγορίας σε σχέση με τον εμφύλιο ή σε σχέση με τις ηγεσίες και τις εντολές τους.

Το Κιβώτιο συνιστά μια αυστηρή κριτική εκ των έσω στις αρνητικές πτυχές της 
κομμουνιστικής παράταξης που έβλαψαν σε αρκετά σημεία τις γενικότερες επιδιώ
ξεις της.

 Η υποχρέωση των στρατιωτών να μεταφέρουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα
 το κιβώτιο, κι η διαταγή ν’ αυτοκτονεί αμέσως οποιοσδήποτε για κάποιο λόγο θα
 μπορούσε να προκαλέσει καθυστερήσεις στην αποστολή, αντανακλούν την άτεγκτη
 πειθαρχία που διέτρεχε τις στρατιωτικές και πολιτικές δομές των κομμουνι
στικών σχηματισμών. 

Οι στρατιώτες όφειλαν να δείχνουν τυφλή υποταγή και να θυσιάζουν τη ζωή τους 
χωρίς δεύτερη σκέψη, προκειμένου να επιτευχθεί η επιτυχία της αποστολής. 

Μια αποστολή, ωστόσο, που υπονομεύεται πλήρως όταν 
το άνοιγμα του κιβωτίου αποκαλύπτει πως αυτό δεν περιέχει τίποτα.

Το άδειο κιβώτιο λειτουργεί 

ως πολλαπλός συμβολισμός -χωρίς ο συγγραφέ
ας να προκρίνει ή να υποδεικνύει κάποιον από αυτούςυποδηλώνει σε κυρίαρχο
 βαθμό τη διάψευση των προσδοκιών, τη ματαίωση που βίωσε μια ολόκληρη 
γενιά για την ουσιαστική εκείνη αλλαγή που επιδίωξε με αιματηρούς αγώνες∙ είναι
 συνάμα το άδειο κιβώτιο μια αλληγορία για τον άγνωστο τελικό προορισμό 
του αγώνα που έδωσαν οι κομμουνιστές, υπό την έννοια πως ό,τι θέλησαν να δη
μιουργήσουν θα ήταν όχι μόνο κάτι το πρωτόφαντο, μα και κάτι που δεν εί
χε προκαθορισμένες και δοκιμασμένες αρχές, θα ήταν μια νέα κοινωνική δο
μή, που γεννούσε εύλογες απορίες για την οριστική της μορφή∙ απορίες, μάλι
στα, που δεν μπορούσαν να βρουν την απάντησή τους ούτε από τους ιθύνοντες του
 κόμματος λόγω ακριβώς του καινοφανούς των επιδιώξεών τους∙ 

κι εδώ προκύπτει
 μια ακόμη, παρεμφερής διάσταση του συμβολισμού, καθώς για μια μεγάλη μερί
δα των τότε υποστηρικτών του κομμουνιστικού κόμματος δεν ήταν άγνωστος μό
νο ο τελικός προορισμός, αλλά και πολλές άλλες πτυχές της κομμουνιστικής θεωρί
ας, μιας και επρόκειτο για ένα ετερόκλητο πλήθος ακόμη και αγράμματων αν
θρώπων που σαφώς δεν γνώριζαν, αλλά ούτε και μπορούσαν ν’ αντιληφθούν
 πλήρως τις πρεσβευόμενες θεωρίες.

Πολλοί άνθρωποι αγωνίστηκαν τότε, με απόλυτη αφοσίωση, στο όνομα
 μιας προσδοκώμενης αναδιαμόρφωσης των κοινωνικών και πολιτικών μορφών
 της χώρας, μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν πως τα παραδοσιακά κόμματα 
δεν είχαν καμία απολύτως πρόθεση να επιτρέψουν αλλαγές που θα οδηγούσαν στο 
δικό τους εκτοπισμό. 

Ένας αγώνας με χιλιάδες θύματα∙ ένας αγώνας χαμένος προτού καν ολοκληρω
θεί∙ ένας αγώνας για ένα άδειο κιβώτιο.

- Τι λες να έχει μέσα στο κιβώτιο; με ρώτησε ξάφνου.
- Ιδέα δεν έχω. Ξέρω μόνο πως μέσα στο ξύλινο κιβώτιο που είδες, υπάρχει ένα σιδε

ρένιο, του απάντησα.
- Οξυγονοκολλημένο; με ρώτησε ο Λυσίμαχος και η φωνή του τρεμούλιασε.
- Πώς το ξέρεις; τον ρώτησα.
- Άκουσα να λένε. Λέγανε πως βάλανε τον Ιωάννη Κεπέση να οξυγονοκολλήσει
 ένα σιδερένιο κιβώτιο κι όταν τελείωσε τη δουλειά του, τον εκτελέσανε, απάντησε
 ο Λυσίμαχος.

Το μυθιστόρημα δίνεται με τη μορφή επιστολών του μοναδικού επιζήσαντα απ’ 
την ομάδα αυτοκτονίας προς τον ανακριτή, ο οποίος έχει παρέμβει για να δι
ερευνηθεί το ενδεχόμενο δολιοφθοράς, μιας και το κιβώτιο βρέθηκε να είναι άδειο.
 

Η αφήγηση των γεγονότων περνά σταδιακά από τις παραδοσιακές δομές (αφήγηση
, διάλογος, περιγραφές) σε τμήματα που μοιάζουν περισσότερο μ’ έναν άναρχο 
εσωτερικό μονόλογο, που επιτείνεται ολοένα και περισσότερο όσο πλησιάζουμε 
προς το τέλος του βιβλίου και στην κορύφωση της αγωνίας του αφηγητή. 

Ο συγγραφέας δοκιμάζει τις αντοχές των συντακτικών δομών της ελληνικής
 γλώσσας με εκτενέστατες περιόδους, θέλοντας να αποδώσει -στο βαθμό που
 αυτό είναι εφικτό- την εσωτερική ταραχή, την ανησυχία και την απόγνωση του απο
λογούμενου αντάρτη.
Το μυθιστόρημα ξεκινά ως εξής:

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, σπεύδω πρώτα απ’ όλα να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη 
μου για το χαρτί, το μελάνι και την πένα που μου στείλατε με τον δεσμοφύλακα.
 Συμφωνώ απολύτως με τη διαδικασία που διαλέξατε, γιατί έτσι θα μπορέσω να κα
ταγράψω τα γεγονότα με την ησυχία μου, χωρίς να φοβάμαι πως θα με διακόψετε
, πως θα μου υποβάλετε ερωτήσεις, χωρίς δηλαδή να έχω την αίσθηση ότι τελώ υπό
 κράτησιν και δίνω λόγο των πράξεών μου. Διότι είναι βέβαια ολοφάνερο ότι πρό
κειται για παρεξήγηση.

[... Το θεματικό του πλαίσιο (ο εμφύλιος μετακατοχικός πόλεμος), το πολιτικό
 του πρόβλημα (η οδυνηρή απορία μπροστά στην υποκειμενική ασυνέχεια 
των γεγονότων και στην αντικειμενική τους διαλεκτική), η ανθρώπινη παθολογία
 (η σύγκρουση δηλαδή της βιολογικής με την ιστορική κλίμακα), όλα αυτά και άλ
λα πολλά-πολλά μαζί εδώ δεν προϋπάρχουν∙
γεννιούνται με τη γλώσσα του κειμένου: 

Λόγος νεωτερικός, γνήσια πεζογραφικός που συστρέφεται, συμπτύσσεται
 και αναπτύσσεται γύρω από το χαμένο και το αναζητούμενο κέντρο, το οποίο 
τελικά προσδιορίζεται και αποδείχνεται γόνιμος σπόρος. Όταν κλείσεις το μυ
θιστόρημα, ξέρεις πως η ελληνική γλώσσα πεζοπόρησε πολύ, κι αυτός ο μό
χθος την καθάρισε από τα περιττά λίπη και έδειξε τις αρθρώσεις της –παλιές και 
καινούργιες. 

Η ενηλικίωση της πεζογραφίας μας συντελείται με πολλούς 
τρόπους, καθώς το άδειο «κιβώτιο» προχωρεί στον προορισμό του. 
Θα αναφέρω μία μόνο ένδειξη για παράδειγμα. 

Με ευφρόσυνη κατάπληξη διαπιστώνεις ότι ο Άρης Αλεξάνδρου, δίχως να εκβιάζει
 τη δομή του δημοτικού λόγου, διαστέλλει και συστέλλει απεριόριστα τα παραδοσι
ακά του όρια. 

Στα χέρια του ο περιοδικός λόγος και η τυπογραφική παρά
γραφος γίνονται όργανα εξαιρετικά ευαίσθητα και προπαντός σύνθετα και πολυε
δρικά: κύκλοι μικρής και μεγάλης ακτίνας γυρίζουν άνετα στον ίδιο άξονα, αλλά 
σε διαφορετικά επίπεδα∙ τόξα προτάσεων τεντώνονται ως την έσχατη αντοχή 
της ελαστικότητάς τους∙ πολύτιμες κουκκίδες προφυλάσσονται μέσα σε χαραγμέ
νες παρενθέσεις. Ύστερα από το «κιβώτιο» ο πολυδαίδαλος λόγος του 
Προυστ δεν μοιάζει πια αμετάφραστος.
Δ. Ν. Μαρωνίτης]  

Ερωτήσεις

1. Στην κατάθεσή του ο αφηγητής μιλάει κατά βάση σε πρώτο πρόσωπο Ενικού ή
 Πληθυντικού. Συνήθως όμως παρεμβάλλει στην αφήγηση πράξεις και λόγια προ
σώπων-μελών της ομάδας. Στο απόσπασμα που διαβάσατε να βρείτε:
 α) Ποια πρόσωπα δρουν και μιλούν, β) Τι φανερώνει η συμπεριφορά τους,
 γ) Με ποιο τρόπο αποδίδει ο αφηγητής το λόγο τους, δ) Ποια εντύπωση δημιουργεί
 στον αναγνώστη αυτή η τεχνική της αφήγησης;

α) Το πρώτο πρόσωπο που παίρνει το λόγο είναι ο Τηλέμαχος, που προτεί
νει στον Ταγματάρχη να κολυμπήσουν στη λίμνη∙
 
το δεύτερο πρόσωπο είναι ο Ταγματάρχης, που σε πρώτη φάση απλώς αποδοκιμάζει 
με την έκφραση του προσώπου του την πρόταση του Τηλέμαχου∙ 

το τρίτο είναι ο Σοφοκλής που παίρνει την πρωτοβουλία να πέσει στη λίμνη για να
κολυμπήσει («Μια βουτιάθα κάνω, θα γυρίσω πριν περάσουνε τα πέντε λεφτά»), 
παρασύροντας τελικά κι 

όλους τους υπόλοιπους, οι οποίοι ακούγονται να γελούν και να φωνάζουν, χω
ρίς να λαμβάνουν όμως ουσιαστικά λόγο.

Στο πλαίσιο αυτού του πεντάλεπτου διαλείμματος ο αφηγητής θυμάται μια ανάλογα
 ευχάριστη στιγμή, όπου ο ίδιος, ο Χριστόφορος και ο Αλέκος είχαν κολυ
μπήσει στη Βουλιαγμένη∙ εντάσσοντας έτσι στην αφήγησή του δύο πρόσω
πα με κεντρικό ρόλο στο μυθιστόρημα, τα οποία όμως απουσιάζουν απ’ το συγκε
κριμένο απόσπασμα.

Το τέταρτο πρόσωπο είναι ο υπίατρος που αναλαμβάνει να δέσει το τραυματι
σμένο πόδι του Σοφοκλή, και το πέμπτο ο Λέανδρος, που βλέποντας τον 
τραυματισμένο Σοφοκλή να δυσκολεύεται να περπατήσει του προτείνει ν’
 αναλάβει αυτός τη βάρδια συνοδείας στη θέση του, ώστε να μπορέσει να ξεκουρα
στεί ο Σοφοκλής. 
Το έκτο πρόσωπο που δρα είναι ο Λεωνίδας, που παραχωρεί τη 
βάρδια φρουρήσεως στον Σοφοκλή, για τον ίδιο πάλι λόγο.

Το έβδομο πρόσωπο που λαμβάνει το λόγο είναι ο Σταμάτης, ο οποίος τονίζει 
πως είναι απαράδεκτο να κυανιστεί (ν’ αυτοκτονήσει παίρνοντας κυάνιο) ένας
 μαχητής που μπορούσε να προσφέρει ακόμη σημαντικές υπηρεσίες. 

Η παρέμβασή του αυτή ωθεί τον Ταγματάρχη να παραδεχτεί πως είχε ήδη ρωτή
σει το Γενικό Αρχηγείο και είχε λάβει την απάντηση: «Σοφοκλής κυάνιο». 

Τέλος, πέρα από την αναφορά, στο πλαίσιο μιας αναδρομής στον Τζιάκομο που
 είχε μάθει στον Σοφοκλή την «Παντιέρα ρόσα», το τελευταίο πρόσωπο που 
λαμβάνει το λόγο είναι ο υπίατρος Ροβήρος: «Είναι νεκρός» — εννοώντας τον Σοφο
κλή.

β) Στο πρώτο μέρος του αποσπάσματος, όταν τα μέλη της ομάδας πέφτουν με ενθου
σιασμό στη λίμνη για να κολυμπήσουν, γίνεται φανερή η ανάγκη τους να ξεφύ
γουν απ’ το βαρύ κλίμα της σημαντικής αποστολής τους και του πολέμου εν γένει. 

Μέσα σε λίγες στιγμές (μας έπιασε όλους μια απερίγραπτη φούρια κι αρχίσαμε 
να γδυνόμαστε, σκίζοντας σχεδόν τα ρούχα μας), εγκαταλείπουν τον αυστηρό 
στρατιωτικό τους ρόλο και τρέπονται σε ενθουσιώδεις νέους, που το δίχως άλλο 
θα προτιμούσαν με κάθε τρόπο την αμέριμνη ευτυχία της ειρηνικής διαβίωσης 
παρά τη συνεχή ένταση και το φόβο του πολέμου.


Ο τραυματισμός του Σοφοκλή, και άρα το ενδεχόμενο της αναγκαστικής αυτο
κτονίας του, φέρνει στην επιφάνεια την προθυμία των συντρόφων του να τον σώ
σουν απ’ την άδικη αυτή κατάληξη, καθώς και τις αμφιβολίες που έχουν για την 
αυστηρότητα του μέτρου που εξωθεί στην εξάλειψη κάθε τραυματία, χωρίς να
 τους δίνεται η ευκαιρία ανάρρωσης. 

Η σύγκρουση, μάλιστα, του Σταμάτη με τον Ταγματάρχη (Ο Σταμάτης παρατή
ρησε τότε πως μπορούσε κάλλιστα να μη ρωτήσει το Γενικό Αρχηγείο, να πάρει μό
νος του μια πρωτοβουλία, να πάρει αυτός την ευθύνη, τι σόι αρχηγός αποστολής 
ήτανε;) φανερώνει πως σε αντίθεση με τον Ταγματάρχη, που ακολουθούσε με 
τυφλή υποταγή τις εντολές από το Γενικό Αρχηγείο, τα υπόλοιπα μέλη της αποστο
λής θα ήταν διατεθειμένα να προστατεύσουν τους συντρόφους τους.

γ) Τα λόγια των προσώπων δίνονται κυρίως με πλάγιο λόγο, μεταφέρονται 
δηλαδή υποταγμένα στην αφήγηση: (επενέβη ο Σταμάτης και είπε πως ήταν απαρά
δεκτο να κυανιστεί ένας μαχητής που μπορούσε να κάνει όλες τις άλλες βάρδιες,
 ακόμα και να πολεμήσει, αν παρουσιαζότανε ανάγκη), άλλοτε σε ελεύθερο 
πλάγιο λόγο, και άρα πάλι ενταγμένα στο λόγο του αφηγητή:

 (Τότε ο Ταγματάρχης θύμωσε για καλά (ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που
 τον έβλεπα να χάνει την ψυχραιμία του) του έβαλε τις φωνές και του θύμισε πως
 ήτανε προειδοποιημένος, του είχαν εξηγήσει τον κανονισμό της πορείας, το είχε
 σκεφτεί και το δέχτηκε εθελοντικά να πάρει μέρος στην Αποστολή και βέβαια (ομο
λόγησε ο Ταγματάρχης) άλλο είναι η θεωρητική κατάστρωση ενός σχεδίου και άλ
λο η πρακτική εφαρμογή του), ενώ λιγότερες είναι οι φορές που δίνονται σε ευθύ
 λόγο: (— Είμαι ικανός για το συνεργείο ταφής), και μόλις μία φορά καταγράφε
ται ένας ολοκληρωμένος διάλογος:

— Είναι νεκρός; — τον άκουσα να λέει.
— Σχεδόν, —απάντησε ο Ροβήρος. — Τυφλό τραύμα εξ επαφής στον αριστερό πνεύμονα.
— Πονάει; — ξαναρώτησε ο Ταγματάρχης.
— Δε νομίζω. Έχει χάσει τις αισθήσεις του.

δ) Η κυριαρχία του πλάγιου λόγου στην αφήγηση διατηρεί σταθερή τη βασική αφη
γηματική επίφαση, πως το όλο κείμενο συνιστά μια εκ των υστέρων αναδιή
γηση στο πλαίσιο μιας απολογίας. 

Με τους παρελθοντικούς χρόνους, συνάμα, 
να έχουν τον πρώτο λόγο, καθίσταται σαφές πως όσα τώρα ακούγονται έχουν ήδη
 συμβεί στο παρελθόν, και πως όλα δίνονται απ’ την οπτική γωνία ενός προσώπου
 που τα έζησε από κοντά, χωρίς ωστόσο να έχει πάντοτε πλήρη γνώση των σκέψεων
 και των συναισθημάτων όλων των άλλων προσώπων.

Ο πλάγιος λόγος τονίζει την αίσθηση της διαμεσολαβημένης εμπειρίας∙ της εμπειρί
ας, δηλαδή, που δίνεται από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, και άρα ενέχει όλους 
τους περιορισμούς μιας υποκειμενικής καταγραφής. Ωστόσο, ο αφηγητής σε ορι
σμένα σημεία επιτρέπει ν’ ακουστούν τα λόγια των προσώπων σε ευθύ λόγο, ζω
ντανεύοντας τα γεγονότα∙ και με τη χρήση του ενεστώτα δημιουργεί την αί
σθηση του παρόντος, την αίσθηση πως όλα διαδραματίζονται αυτή τη στιγμή.

2. Να σχολιάσετε ιδιαίτερα τη συμπεριφορά του ταγματάρχη. Πώς τον χαρακτηρίζε
τε;

Ο Ταγματάρχης, έχοντας την ευθύνη της αποστολής, μοιάζει να ακολουθεί με από
λυτη υποταγή τις εντολές του Γενικού Αρχηγείου, χωρίς να αμφισβητεί την ορθότη
τά τους. 

Αυτό γίνεται σαφές απ’ το πρόσταγμα που δίνει για την αυτοκτονία του Σοφοκλή, 
παρά τις αντιρρήσεις των υπόλοιπων μελών της ομάδας του.
 Ωστόσο, δεν είναι ένα πρόσωπο τελείως υποταγμένο στο ρόλο του. 

Ήδη στην αρχή του αποσπάσματος παρουσιάζεται να πέφτει κι αυτός στη λίμνη 
για να κολυμπήσει μαζί με τους άλλους αντάρτες∙ στοιχείο που δείχνει και 
τη δική του διάθεση να παρεκκλίνει από την ασφυκτική πειθαρχία. 
Ενώ, στα πρώτα στάδια του τραυματισμού του Σοφοκλή, προσπερνά την αντικατά
σταση του Σοφοκλή από τον Λέανδρο στη βάρδια συνοδείας, χωρίς να σχολιά
σει την αδυναμία του ν’ αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του. 
Στοιχείο που, αν συνδυαστεί με την προθυμία του να δώσει στον Σοφοκλή μια ακό
μη ευκαιρία, όταν εκείνος δήλωσε αμέσως μετά το τελευταίο του τσιγάρο 
–όταν, δηλαδή, είχε ήδη αποφασιστεί πως έπρεπε να αυτοκτονήσει-, πως είναι
 μια χαρά (—«Με βλέπετε; Δεν κουτσαίνω καθόλου»), φανερώνει την ευαι
σθησία του, αλλά και την αλληλεγγύη που είναι διατεθειμένος να δείξει απέναντι
 στους συναγωνιστές του.


Βέβαια, οι θετικές αυτές προθέσεις, δεν υποδηλώνουν σε κανένα σημείο πως ήταν
 έτοιμος ν’ αψηφήσει τις διαταγές από το Γενικό Αρχηγείο ή να το παρακάμψει. 
Το γεγονός, άλλωστε, πως αναφέρει πολύ σύντομα τον τραυματισμό του Σοφο
κλή στο Γενικό Αρχηγείο, δείχνει πως ως προσωπικότητα δεν έχει την αναγκαία
 δύναμη για να λαμβάνει πρωτοβουλίες, που ίσως και να τον έφερναν αντιμέτω
πο με μια παράβαση των αυστηρών οδηγιών που του έχουν δοθεί. 

Παραμένει -παρά το γεγονός ότι συμπονά τους υπόλοιπους αντάρτες- αφοσιωμένος
 στην αποστολή του, και αφοσιωμένος στην απρόσωπη και άτεγκτη Αρχή∙ γι’ αυτό 
και όταν δίνει την ύστατη ευκαιρία στο Σοφοκλή, ακολουθεί την πορεία 
της φάλαγγας τελευταίος, περιμένοντας πότε θ’ αρχίσει και πάλι να καθυστερεί 
ο Σοφοκλής, ώστε να του επιβάλει την προαποφασισμένη αυτοκτονία.

3. Να παρακολουθήσετε τη στάση του Σοφοκλή στις διάφορες φάσεις και να τη 
σχολιάσετε.

Ο Σοφοκλής με την πρωτοβουλία του να βουτήξει στα νερά της λίμνης δείχνει πως
 δεν είναι ένας άβουλος στρατιώτης, που περιμένει από τους άλλους να του 
προσφέρουν την ευκαιρία ν’ απολαύσει λίγες στιγμές γαλήνης. Αγαπά τη ζωή και 
τις μικρές της απολαύσεις, κι αυτό γίνεται εμφανές κι από τον τρόπο με τον 
οποίο θα προσπαθήσει ν’ αποφύγει το πρόωρο τέλος του. Έτσι, η πρώτη του αντί
δραση, όταν κόβει το πόδι του βγαίνοντας από τη λίμνη, είναι να καθησυχάσει 
τους άλλους -αλλά και τον εαυτό του- πως δεν είναι παρά μια γρατζουνιά. Ωστόσο,
 ο πόνος που του προκαλεί το τραύμα τον οδηγεί στον υπίατρο, και άρα σε μια 
πρώτη παραδοχή πως δεν είναι κάτι το τελείως αμελητέο.

Το πρήξιμο του ποδιού του και η συνεπαγόμενη δυσκολία να εκπληρώσει τα καθή
κοντά του φέρνουν τον Σοφοκλή αντιμέτωπο με την απόφαση του Γενικού Αρχη
γείου για την αυτοκτονία του, την οποία υποδέχεται «σαν χαμένος», εκφράζο
ντας ψιθυριστά σχεδόν την απορία του για το ποιο θα ήταν το όφελος για την απο
στολή, αν έβγαζαν τον ίδιο από τη μέση.

 Η ψιθυριστή αυτή αντίρρηση και η υποχώρησή του μπροστά στις φωνές του Ταγ
ματάρχη, δείχνουν πως σ’ εκείνες τις πρώτες στιγμές, βρισκόμενος ίσως σε κατάστα
ση σοκ, ήταν έτοιμος ν’ αποδεχτεί τη μοίρα του. Ωστόσο, ο Σοφοκλής δεν
 είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει τόσο εύκολα και να υποταχθεί σε μια διαταγή 
που εύλογα του φαίνεται υπερβολικά σκληρή. Έτσι, πολύ γρήγορα αποφασίζει να
 δείξει πως είναι ακόμη ικανός να βοηθά την ομάδα του, αναλαμβάνοντας πρώτος 
αυτός να στελεχώσει το συνεργείο ταφής, που θα άνοιγε τον δικό του τάφο.


Η ολοκλήρωση της μακάβριας αυτής αποστολής, θα ακολουθηθεί από το 
κάπνισμα του τελευταίου τσιγάρου, κι από τον αποχαιρετισμό όλης της ομάδας,
 δίνοντας για λίγο την εντύπωση πως ο Σοφοκλής είχε τελικά αποφασίσει πως αυ
τά θα ήταν πράγματι τα τελευταία 13 λεπτά της ζωής του (το χρονικό διάστημα
 που προέβλεπε η διαταγή πως είχαν στη διάθεσή τους οι μελλοθάνατοι προτού λά
βουν το κυάνιο). 

Εντούτοις, ο Σοφοκλής θα αποτολμήσει μια ακόμη προσπάθεια να σώσει τον εαυτό 
του, υποκρινόμενος πως δεν έχει κανένα πρόβλημα, πως όλα είναι εντάξει και πως
 είναι απόλυτα ικανός να ακολουθήσει ή καλύτερα να ηγηθεί της πορείας.

«Ο Σοφοκλής είχε προχωρήσει καμιά πενηνταριά μέτρα μπροστά απ’ τα πρώ
τα άλογα και σε λίγο σταμάτησε, έκανε μεταβολή και μας φώναξε:
— Βραδυπορείτε! Θα σας κυανίσω!
Γέλασε, κούνησε το χέρι του σα να μας φοβέριζε και συνέχισε να βαδίζει κατα
μεσής του δρόμου κι η φάλαγγα προχωρούσε ξοπίσω του.»

Η προσπάθεια αυτή του Σοφοκλή να υπομείνει τον πόνο και να συνεχίσει την 
πορεία σαν να μην ήταν τραυματισμένος, κι η διάθεσή του να αστειεύεται με τους 
συντρόφους του, δείχνουν την ένταση με την οποία ήθελε να παραμείνει ζωντανός.

 Επρόκειτο, ωστόσο, για μια μάταιη προσπάθεια, καθώς ο τραυματισμός του ήταν 
υπαρκτός και το σώμα του δεν μπορούσε ν’ ακολουθήσει την αποφασιστικότητα
 της ψυχής του. Σύντομα, οπότε, έγινε φανερό πως δεν μπορούσε πια ν’ αγνοεί τον 
πόνο του ποδιού του, και πως δεν μπορούσε να ακολουθεί τη γοργή πορεία της 
ομάδας του. Έτσι, προτού χρειαστεί να παρέμβει ο Ταγματάρχης, ο Σοφοκλής αφαί
ρεσε τη ζωή του μ’ έναν πυροβολισμό.

Πέρα από την επιθυμία του να ζήσει, υπήρχε κι η επιθυμία του να σεβαστεί τους 
συντρόφους του, αλλά και τον Ταγματάρχη. Αισθάνθηκε, προφανώς, πως θα ήταν 
άδικο να επιφέρει και νέα καθυστέρηση στην ομάδα του, και ακόμη περισ
σότερο δεν θέλησε να εξαναγκάσει τον Ταγματάρχη στο δυσάρεστο χρέος να του 
επιβάλει την αυτοκτονία.

 Γνώριζε τους όρους της αποστολής, γνώριζε την υποχρέω
σή του, και προχώρησε έτσι στη γενναία πράξη, που όσο κι αν ήθελε να αναβάλει, 
ήξερε πως δεν μπορούσε να ματαιώσει.  

4. Σε ποιο τμήμα του αποσπάσματος υπάρχει αναδρομή και τι φανερώνει;

Στην αφήγηση έχουμε δύο βασικές αναδρομές.
 
Η 1η δίνεται στην αρχή κιόλας του αποσπάσματος:
«... επέπλεα ασάλευτος με τα μάτια κλειστά, σαν τότε που κολυμπάγαμε 
στη Βουλιαγμένη με τον Χριστόφορο και τον Αλέκο και έκανα τη «σανίδα» και ύστε
ρα έβγαλα το μαγιώ μου μέσα στο νερό και το πέταξα όσο πιο μακριά μπορούσα και
 κολύμπησα βιαστικά να το ξαναπιάσω, πριν προφτάσει να βουλιάξει, κι ο Χριστό
φορος και ο Αλέκος με μιμήθηκαν και βγήκαμε τσίτσιδοι στα έρημα βραχάκια...»

Με την αναδρομική αυτή αφήγηση παρέχεται μια εικόνα ξεγνοιασιάς απ’ το πα
ρελθόν του αφηγητή, που επιτρέπει να κατανοήσουμε την ανάγκη που έχουν όλα 
τα μέλη της αποστολής να ξεφύγουν απ’ την ασφυκτική πίεση της εμπόλεμης κατά
στασης. 
Λίγα λεπτά στο νερό της λίμνης αρκούν για να τους δοθεί η ευκαιρία ν’ αναπολή
σουν το παρελθόν τους και να θυμηθούν ανάλογες στιγμές ευδαιμονίας.  

Η 2η αναδρομική αφήγηση συνδυάζεται με μια πρόληψη, μ’ ένα άνοιγμα σε
 μελλοντικό σημείο της ιστορίας:

(Ο Ταγματάρχης βάδιζε συνήθως επικεφαλής, δίνοντας τον ρυθμό της πορείας,
 εκτός απ’ τις ώρες που κοιμότανε, ή κρυπτογραφούσε τα μηνύματα. Ήταν φυ
σικό να μην έχει άλλες βάρδιες ο Ταγματάρχης, μπορούσε να κάθεται όση ώρα ήθε
λε στη στέγη και τον είχα υποπτευτεί πως μένει εκεί, χασομερώντας, σκυμμένος πά
νω απ’ το Αγγλο­ελληνικό Λεξικό —δεν ήξερα ακόμα πως ήτανε το Ευαγγέλιο
— υποκρινόμενος πως εργάζεται, γιατί βέβαια δεν μπορούσε να ξαπλώσει, μια και
 είχε δίπλα του τους δυο της βάρδιας στέγης. Αργότερα, όταν μάθαμε τον 
κώδικα, όταν είδα πόσο περίπλοκος ήταν —ή μάλλον όχι, ήταν απλούστατος, αλλά 
η κρυπτογράφηση και η αποκρυπτογράφηση σου παίρνανε πολλή ώρα— πείστη
κα πως ο Ταγματάρχης έκανε τίμια και ευσυνείδητα τη δουλειά του, δηλαδή, όσο το 
δυνατόν γρηγορότερα)

Με τη δεύτερη αυτή αναδρομή, και την αναγκαία επεξήγηση που προσφέ
ρει η αναφορά σ’ ένα μεταγενέστερο σημείο των γεγονότων, δίνεται η ευκαιρία
 στον αφηγητή να μιλήσει για το ήθος του Ταγματάρχη. 

Μας εξηγεί, λοιπόν, πως ενώ παλιότερα είχε την εντύπωση πως ο Ταγματάρχης εκμε
ταλλευόταν τη θέση του για να ξεκουράζεται, την ώρα που τα υπόλοιπα μέλη 
της αποστολής είχαν τις βάρδιές τους, στην πορεία συνειδητοποιεί πως κάθε 
φορά που τον έβλεπε να «χασομερά» με το λεξικό στα χέρια, στην πραγματικότη
τα εκείνος προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει και να κρυπτογραφήσει τα μη
νύματα από και προς το Γενικό Αρχηγείο. 

Ο αφηγητής αντιλαμβάνεται, έτσι, πως ο Ταγματάρχης έκανε πάντοτε τίμια και ευσυ
νείδητα τη δουλειά του, χωρίς να προσπαθεί να ξεφύγει από άλλες πιθανές υπο
χρεώσεις (π.χ. βάρδιες), όπως εκείνος λανθασμένα νόμιζε.