Έχε γειά, καημένε κόσμε
Έχε γειά, καημένε κόσμε
Έχε γειά, γλυκιά ζωή, έχε γειά γλυκιά ζωή
Κι εσύ, δύστυχη πατρίδα
Έχε γειά παντοτινή, έχε γειά παντοτινή
Έχετε γειά, βρυσούλες, λόγγοι, βουνά, ραχούλες (δίς)
Στη στερία δε ζει το ψάρι
Ουτ΄άνθος στην αμμουδιά, ούτ΄άνθος στην αμμουδιά
Και οι Σουλιώτισσες δε ζούνε
Δίχως την ελευθερία, δίχως την ελευθερία
Έχετε γεια...
Σαν να πάν΄ σε πανηγύρι
Σ΄ανθισμένη πασχαλιά, σ΄ανθισμένη πασχαλιά
Μες τον άδη κατεβαίνουν
Με τραγούδια με χαρά, με τραγούδια με χαρά
Έχετε γειά...
Σολωμός Διονύσιος
H Γυναίκα της Zάκυθος
Εγώ, ο Διονύσιος ο Ιερομόναχος, κάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, για να περιγράψω ό,τι σκέφτομαι, λέω:
Ότι γύριζα από το μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, όπου είχα πάει για να μιλήσω με ένα καλόγερο,
Σταμάτησα σε ένα από τα Τρία Πηγάδια, και ακουμπώντας τα χέρια μου στο πηγάδι, έσκυψα να δω αν είχε πολύ νερό· και το είδα σκεδόν γεμάτο, και είπα: Δόξα σοι ο Θεός·
γλυκιά η δροσιά που στέλνει για τα σπλάχνα του ανθρώπου το καλοκαίρι, μεγάλα τα έργα Του, και μεγάλη η αχαριστία του ανθρώπου.
Και οι δίκαιοι κατά την Θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό, επέσανε τα μάτια μου στα χέρια μου που ήτανε πάνω στο πηγάδι.
Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, σήκωσα από το πηγάδι το χέρι μου το αριστερό, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;
Και σύγκρινα τον αριθμό των δικαίων οπού εγνώριζα, με αυτά τα πέντε δάχτυλα, και βρίσκοντας πως τούτα περισσεύανε, λιγόστεψα το δάχτυλο το μικρό, κρύβοντάς το ανάμεσα στο πηγάδι και στην παλάμη μου·
και έστεκα και κοιτούσα τα τέσσερα δάχτυλα για πολλή ώρα, και αισθάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατί είδα πως ήμουνα αναγκασμένος να τα λιγοστέψω, και κοντά στο μικρό μου δάχτυλο έβαλα το διπλανό του στην ίδια θέση.
Εμένανε το λοιπόν αποκάτου από τα μάτια μου τα τρία δάχτυλα μοναχά, και τα εχτυπούσα ανήσυχα απάνου στο πηγάδι, για να βοηθήσω το νου μου να εύρει τρεις δίκαιους.
Αλλά επειδή αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ,
σήκωσα τα τρία μου δάχτυλα, και έκαμα το σταυρό μου.
Έπειτα, θέλοντας να αριθμήσω τους άδικους, έχωσα το ένα χέρι μες στην τσέπη του ράσου μου, και το άλλο ανάμεσα στο ζωνάρι μου, γιατί εκατάλαβα, αλίμονον!, πως τα δάχτυλα δεν χρειαζόντανε ολότελα.
Και ο νους μου ζαλίστηκε από το μεγάλον αριθμό· όμως με παρηγορούσε το να βλέπω πως καθένας κάτι καλό είχε απάνου του.
Και μου ήρθε στο νου μου περσότερο από όλους αυτούς η Γυναίκα της Ζάκυνθος, η οποία πολεμάει να βλάφτει τους άλλους με τη γλώσσα και με τις πράξεις της
Και εβιάστηκα να κινήσω για το ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου γιατί είδα πως εχασομέρησα. Και ήθελα να φθάσω για να περιγράψω τη Γυναίκα της Ζάκυθος.
Το λοιπόν, το κορμί της γυναικός, ήτανε μικρό. Μ’ όλο που ήτανε νέα η όψη της ήταν γεροντίστικη
Και αυτή η θωριά η γεροντίστικη ήτανε ζωντανεμένη από δυο μάτια λαμπρά και ολόμαυρα,
Και εστριφογυρίζανε εδώ και εκεί γυρεύοντας το κακό.
Και εφανέρωνε την πονηρία και την κακία της και μιλώντας και σιωπώντας.
Και εσυνέβηκε αυτές τις ημέρες, οπού οι Τούρκοι επολιορκούσαν το Μεσολόγγι, και σχεδόν ολημέρα και συχνά και τη νύχτα έτρεμε η Ζάκυνθος από το κανόνισμα το πολύ·
και πολλές γυναίκες Μεσολογγίτισες περπατούσαν τριγύρω ζητιανεύοντας για τους άνδρες τους, για τα παιδιά τους, για τ' αδέλφια τους, που πολεμούσανε.
Στην αρχή ντρεπόντανε νά 'βγουνε και προσμένανε να βραδιάσει για ν' απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες.
Και είχανε δούλους και γίδια, και πρόβατα και βόιδια πολλά.
Ακολούθως βιαζόντανε και συχνοκοιτάγανε από το παραθύρι τον ήλιο πότε να βασιλέψει για νά 'βγουνε.
Αλλά όταν επερισσέψανε οι ανάγκες, εχάσανε την ντροπή και τρέχανε ολημερίς.
Και όταν εκουραζόντανε, καθόντανε στ' ακρογιάλι, και συχνά σηκώνανε το κεφάλι ν' ακούσουνε, γιατί φοβόντανε μη πέσει το Μεσολόγγι.
Και τις έβλεπε ο κόσμος να τρέχουνε στα τρίστρατα, στα σταυροδρόμια, στα σπίτια, στα ανώγεια και τα χαμώγεια, στις εκκλησίες, στα ξωκλήσια, ζητιανεύοντας.
Και ελαβαίνανε χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους,
και δεν τους έλεγε κανένας το όχι, γιατί οι ερωτήσεις των γυναικών ήτανε τις περισσότερες φορές συντροφευμένες από τις κανονιές του Μεσολογγιού, και η γη έτρεμε αποκάτου από τα πόδια μας.
Και οι πλέον πάμφτωχοι βγάνανε το οβολάκι τους και το δίνανε και εκάνανε το σταυρό τους κοιτάζοντας κατά το Μισολόγγι και κλαίοντας.
Ωστόσο η Γυναίκα της Ζάκυνθος είχε στα γόνατα τη θυγατέρα της και επολέμαε να την καλοπιάσει
Έβαλε, το λοιπόν, το μαντίλι στα μαλλιά της αποπίσω από τ' αυτιά, γιατί η ανησυχία τής τά 'χε πετάξει, και έλεγε φιλώντας τα μάτια της θυγατρός της:
«Μάτια μου, ψυχή μου, να γένεις καλή, να παντρευτείς, και να βγαίνουμε και να μπαίνουμε, και να διαβάζουμε τη Θεία Γραφή και τη Χαλιμά».
Και αφού την εχάιδεψε, και της φίλησε τα μάτια και τα χείλα, την άφησε απάνου στην καθίκλα λέοντάς της:
«Να και ένα καθρεφτάκι, και κοιτάξου που εισ' όμορφη και μου μοιάζεις».
Και η κόρη, που δεν ήτανε μαθημένη με τα καλά, ησύχασε, και από τη χαρά της εδάκρυσε.
Και η Γυναίκα εκίνησε για να πάει εκεί που είναι το κρεβάτι, αλλά άκουσε μεγάλη ταραχή ποδιών, οπού πάντοτε αύξαινε. Και εσταμάτησε κοιτάζοντας κατά την θύρα και φουσκώνοντας τα ρουθούνια της.
Και ιδού παρουσιάζονται ομπρός της οι γυναίκες του Μεσολογγιού· εβάλανε το δεξί τους στα στήθια και επροσκυνήσανε· και εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες.
«Και έτσι δα, τι θα κάνουμε; Θα παίξουμε;
Τι ορίζετε, κυράδες; Εκάματε ανεβαίνοντας τόση ταραχή με τα συρτοπάπουτσα, που νομίζω πως ήρθετε να μου δώσετε πρoσταγές».
Και όλες εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες· αλλά μία είπε: «Αμ' έχεις δίκιο, είσαι στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου, και εμείς είμαστε ξένες και όλο βοήθεια θέλουμε».
Και ετότες η Γυναίκα της Ζάκυθος αποκρίθηκε:
«Κυρά πολύξερη, όλα τα χάσατε, αλλά από εκείνο που ακούω η γλώσσα σάς έμεινε.
Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντιά σου, δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου;
Και τι σας έλειπε, και τι κακό είδατε από τον Τούρκο;
Δε σας άφηνε φαγητά, δούλους, περιβόλια; και, δόξα σοι ο Θεός, είχατε περσότερα από εκείνα που έχω εγώ.
Σας είπα εγώ ίσως, να χτυπήστε τον Τούρκο, που ερχόσαστε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε;
Ναίσκε! Εβγήκατε όξω να κάμετε παλικαριές, και κάτι κάματε στην αρχή, γιατί χτυπήσατε την Τουρκιά εκεί που δεν το περίμενε.
Και ποιος μπορούσε ποτέ του να υποπτεφθεί τέτοια προδοσία; Το θέλει ο Θεός; Δεν ανακατωνόσαστε με δαύτον μέρα και νύχτα;
Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματά ενάντια, θέλτε να πέσει το βάρος απάνω μου.
Καλή, μα το ναι! Αύριο πέφτει το Μεσολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τις ελπίδες.
Και όσοι μένουνε από τον ξολοθρεμό, έρχονται στη Ζάκυθο να τους θρέψουμε, και με την κοιλιά γιομάτη μας βρίζουνε».
Λέγοντας, εσώπησε λίγο, κοιτάζοντας μες στα μάτια τις γυναίκες του Μεσολογγιού.
Και έτσι ξέρω και μιλώ και εγώ, ναι ή όχι; Και τώρα δα, τι καρτερείτε; Βρήκατε ίσως ευχαρίστηση να με ακούτε να μιλώ;
Εσείς δεν έχετε άλλη δουλειά πάρα να ψωμoζητάτε· και, να πούμε την αλήθεια, στοχάζομε πως θε νά 'ναι μία θεραπεία, για όποιον δεν ντρέπεται.
Αλλά εγώ έχω δουλειά. Ακούστε; Έχω δουλειά
μια γυναίκα πλησιάζει σε μια τελευταία έκκληση…
Φύγε ! Δε σου δίνω ούτε ψίχουλο !
Και μία απ' αυτές, απλώνοντας το χέρι, και ψηλαφίζοντας το γιαλό εφώναξε:
Τα πρώτα δάνεια της Ελλάδας
- Στα χρόνια της επανάστασης, πήραμε από τους Άγγλους, δυο δάνεια. Το πρώτο, το 1823 για 800.000 λίρες, από τις οποίες πή¬ραμε στα χέρια μας μόλις 280.000 λίρες.
- Το δεύτερο δάνειο, το 1825 για 2.000.000 λίρες και πήραμε μόνο 800.000 λίρες.
- Και η διαφορά;
- Μα, κρατήθηκε από τους Άγγλους δανειστές.
- Α, μάλιστα. Κατάλαβα. Και τι απόγιναν τα λεφτά;
- Το δεύτερο δάνειο χάθηκε σε παραγγελίες πολεμικών πλοίων, που δεν ήλθαν ποτέ στην Ελλάδα. Όσο για το πρώτο δάνειο, αλήθεια, τι είπαμε ότι έγινε το πρώτο δάνειο ;
- Την πιο κρίσιμη στιγμή της Επανάστασης οι Έλληνες σκοτώνονταν σε έναν εμφύλιο πόλεμο στον οποίο σπαταλήθηκε ολόκληρο το πρώτο δάνειο. Η Επανάσταση ηττήθηκε και χρειάστηκε η στρατιωτική επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων για να αποχωρήσουν οι Οθωμανοί και έτσι, η Ελλάδα δέθηκε στο άρμα της Αγγλίας.
- Για ένα εκατομμύριο λίρες, που κι απ΄αυτές κάτι λιγοστές φτάσανε μέχρι τον τόπο μας, χρωστούσαμε το 1854 στους Άγγλους πάνω από.....οχτώ εκατομμύρια λίρες!
Ανδρέας Κάλβος : Ωδὴ Ἕκτη. Αἱ Εὐχαί
Καλύτερα καλύτερα
της θάλασσας τα κύματα
να πνίξουν την πατρίδα μου
σαν απελπισμένη
έρημη βάρκα
Τῆς θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τὰ κύματα
῾νὰ πνίξουν τὴν πατρίδα μου
ὡσὰν ἀπελπισμένην,
ἔρημον βάρκαν.
Παρά προστάτες να χουμε
Στη στεριά, στα νησιά
καλύτερα μια φλόγα
να δω παντού απλωμένη
τρώγουσα πόλεις, δάση
λαούς κι ελπίδες
Παρά προστάτες να χουμε
Καλύτερα, καλύτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
να γυρνούν τον κόσμο
με απλωμένα χέρια
ψωμοζητούντες
Παρά προστάτες να χουμε
Το χέρι που προσφέρετε
ως προστασίας σημείο σε ξένο έθνος,
έπνιξε και πνίγει τους λαούς σας
Τα ξίφη που φυλάγουν
τα τρέμοντα βασίλειά σας
τα ξίφη που τρομάζουν την αρετή
και σφάζουν τους λειτουργούς της.
Και τώρα για την προστασία μας
τα χέρια σας απλώνετε
τραβήξτε τα οπίσω
βλέπει ο θεός κι αστράφτει
για τους πανούργους
Έχε γειά, γλυκιά ζωή, έχε γειά γλυκιά ζωή
Κι εσύ, δύστυχη πατρίδα
Έχε γειά παντοτινή, έχε γειά παντοτινή
Έχετε γειά, βρυσούλες, λόγγοι, βουνά, ραχούλες (δίς)
Στη στερία δε ζει το ψάρι
Ουτ΄άνθος στην αμμουδιά, ούτ΄άνθος στην αμμουδιά
Και οι Σουλιώτισσες δε ζούνε
Δίχως την ελευθερία, δίχως την ελευθερία
Έχετε γεια...
Σαν να πάν΄ σε πανηγύρι
Σ΄ανθισμένη πασχαλιά, σ΄ανθισμένη πασχαλιά
Μες τον άδη κατεβαίνουν
Με τραγούδια με χαρά, με τραγούδια με χαρά
Έχετε γειά...
Σολωμός Διονύσιος
H Γυναίκα της Zάκυθος
Εγώ, ο Διονύσιος ο Ιερομόναχος, κάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, για να περιγράψω ό,τι σκέφτομαι, λέω:
Ότι γύριζα από το μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, όπου είχα πάει για να μιλήσω με ένα καλόγερο,
Σταμάτησα σε ένα από τα Τρία Πηγάδια, και ακουμπώντας τα χέρια μου στο πηγάδι, έσκυψα να δω αν είχε πολύ νερό· και το είδα σκεδόν γεμάτο, και είπα: Δόξα σοι ο Θεός·
γλυκιά η δροσιά που στέλνει για τα σπλάχνα του ανθρώπου το καλοκαίρι, μεγάλα τα έργα Του, και μεγάλη η αχαριστία του ανθρώπου.
Και οι δίκαιοι κατά την Θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό, επέσανε τα μάτια μου στα χέρια μου που ήτανε πάνω στο πηγάδι.
Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, σήκωσα από το πηγάδι το χέρι μου το αριστερό, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;
Και σύγκρινα τον αριθμό των δικαίων οπού εγνώριζα, με αυτά τα πέντε δάχτυλα, και βρίσκοντας πως τούτα περισσεύανε, λιγόστεψα το δάχτυλο το μικρό, κρύβοντάς το ανάμεσα στο πηγάδι και στην παλάμη μου·
και έστεκα και κοιτούσα τα τέσσερα δάχτυλα για πολλή ώρα, και αισθάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατί είδα πως ήμουνα αναγκασμένος να τα λιγοστέψω, και κοντά στο μικρό μου δάχτυλο έβαλα το διπλανό του στην ίδια θέση.
Εμένανε το λοιπόν αποκάτου από τα μάτια μου τα τρία δάχτυλα μοναχά, και τα εχτυπούσα ανήσυχα απάνου στο πηγάδι, για να βοηθήσω το νου μου να εύρει τρεις δίκαιους.
Αλλά επειδή αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ,
σήκωσα τα τρία μου δάχτυλα, και έκαμα το σταυρό μου.
Έπειτα, θέλοντας να αριθμήσω τους άδικους, έχωσα το ένα χέρι μες στην τσέπη του ράσου μου, και το άλλο ανάμεσα στο ζωνάρι μου, γιατί εκατάλαβα, αλίμονον!, πως τα δάχτυλα δεν χρειαζόντανε ολότελα.
Και ο νους μου ζαλίστηκε από το μεγάλον αριθμό· όμως με παρηγορούσε το να βλέπω πως καθένας κάτι καλό είχε απάνου του.
Και μου ήρθε στο νου μου περσότερο από όλους αυτούς η Γυναίκα της Ζάκυνθος, η οποία πολεμάει να βλάφτει τους άλλους με τη γλώσσα και με τις πράξεις της
Και εβιάστηκα να κινήσω για το ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου γιατί είδα πως εχασομέρησα. Και ήθελα να φθάσω για να περιγράψω τη Γυναίκα της Ζάκυθος.
Το λοιπόν, το κορμί της γυναικός, ήτανε μικρό. Μ’ όλο που ήτανε νέα η όψη της ήταν γεροντίστικη
Και αυτή η θωριά η γεροντίστικη ήτανε ζωντανεμένη από δυο μάτια λαμπρά και ολόμαυρα,
Και εστριφογυρίζανε εδώ και εκεί γυρεύοντας το κακό.
Και εφανέρωνε την πονηρία και την κακία της και μιλώντας και σιωπώντας.
Και εσυνέβηκε αυτές τις ημέρες, οπού οι Τούρκοι επολιορκούσαν το Μεσολόγγι, και σχεδόν ολημέρα και συχνά και τη νύχτα έτρεμε η Ζάκυνθος από το κανόνισμα το πολύ·
και πολλές γυναίκες Μεσολογγίτισες περπατούσαν τριγύρω ζητιανεύοντας για τους άνδρες τους, για τα παιδιά τους, για τ' αδέλφια τους, που πολεμούσανε.
Στην αρχή ντρεπόντανε νά 'βγουνε και προσμένανε να βραδιάσει για ν' απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες.
Και είχανε δούλους και γίδια, και πρόβατα και βόιδια πολλά.
Ακολούθως βιαζόντανε και συχνοκοιτάγανε από το παραθύρι τον ήλιο πότε να βασιλέψει για νά 'βγουνε.
Αλλά όταν επερισσέψανε οι ανάγκες, εχάσανε την ντροπή και τρέχανε ολημερίς.
Και όταν εκουραζόντανε, καθόντανε στ' ακρογιάλι, και συχνά σηκώνανε το κεφάλι ν' ακούσουνε, γιατί φοβόντανε μη πέσει το Μεσολόγγι.
Και τις έβλεπε ο κόσμος να τρέχουνε στα τρίστρατα, στα σταυροδρόμια, στα σπίτια, στα ανώγεια και τα χαμώγεια, στις εκκλησίες, στα ξωκλήσια, ζητιανεύοντας.
Και ελαβαίνανε χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους,
και δεν τους έλεγε κανένας το όχι, γιατί οι ερωτήσεις των γυναικών ήτανε τις περισσότερες φορές συντροφευμένες από τις κανονιές του Μεσολογγιού, και η γη έτρεμε αποκάτου από τα πόδια μας.
Και οι πλέον πάμφτωχοι βγάνανε το οβολάκι τους και το δίνανε και εκάνανε το σταυρό τους κοιτάζοντας κατά το Μισολόγγι και κλαίοντας.
Ωστόσο η Γυναίκα της Ζάκυνθος είχε στα γόνατα τη θυγατέρα της και επολέμαε να την καλοπιάσει
Έβαλε, το λοιπόν, το μαντίλι στα μαλλιά της αποπίσω από τ' αυτιά, γιατί η ανησυχία τής τά 'χε πετάξει, και έλεγε φιλώντας τα μάτια της θυγατρός της:
«Μάτια μου, ψυχή μου, να γένεις καλή, να παντρευτείς, και να βγαίνουμε και να μπαίνουμε, και να διαβάζουμε τη Θεία Γραφή και τη Χαλιμά».
Και αφού την εχάιδεψε, και της φίλησε τα μάτια και τα χείλα, την άφησε απάνου στην καθίκλα λέοντάς της:
«Να και ένα καθρεφτάκι, και κοιτάξου που εισ' όμορφη και μου μοιάζεις».
Και η κόρη, που δεν ήτανε μαθημένη με τα καλά, ησύχασε, και από τη χαρά της εδάκρυσε.
Και η Γυναίκα εκίνησε για να πάει εκεί που είναι το κρεβάτι, αλλά άκουσε μεγάλη ταραχή ποδιών, οπού πάντοτε αύξαινε. Και εσταμάτησε κοιτάζοντας κατά την θύρα και φουσκώνοντας τα ρουθούνια της.
Και ιδού παρουσιάζονται ομπρός της οι γυναίκες του Μεσολογγιού· εβάλανε το δεξί τους στα στήθια και επροσκυνήσανε· και εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες.
«Και έτσι δα, τι θα κάνουμε; Θα παίξουμε;
Τι ορίζετε, κυράδες; Εκάματε ανεβαίνοντας τόση ταραχή με τα συρτοπάπουτσα, που νομίζω πως ήρθετε να μου δώσετε πρoσταγές».
Και όλες εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες· αλλά μία είπε: «Αμ' έχεις δίκιο, είσαι στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου, και εμείς είμαστε ξένες και όλο βοήθεια θέλουμε».
Και ετότες η Γυναίκα της Ζάκυθος αποκρίθηκε:
«Κυρά πολύξερη, όλα τα χάσατε, αλλά από εκείνο που ακούω η γλώσσα σάς έμεινε.
Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντιά σου, δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου;
Και τι σας έλειπε, και τι κακό είδατε από τον Τούρκο;
Δε σας άφηνε φαγητά, δούλους, περιβόλια; και, δόξα σοι ο Θεός, είχατε περσότερα από εκείνα που έχω εγώ.
Σας είπα εγώ ίσως, να χτυπήστε τον Τούρκο, που ερχόσαστε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε;
Ναίσκε! Εβγήκατε όξω να κάμετε παλικαριές, και κάτι κάματε στην αρχή, γιατί χτυπήσατε την Τουρκιά εκεί που δεν το περίμενε.
Και ποιος μπορούσε ποτέ του να υποπτεφθεί τέτοια προδοσία; Το θέλει ο Θεός; Δεν ανακατωνόσαστε με δαύτον μέρα και νύχτα;
Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματά ενάντια, θέλτε να πέσει το βάρος απάνω μου.
Καλή, μα το ναι! Αύριο πέφτει το Μεσολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τις ελπίδες.
Και όσοι μένουνε από τον ξολοθρεμό, έρχονται στη Ζάκυθο να τους θρέψουμε, και με την κοιλιά γιομάτη μας βρίζουνε».
Λέγοντας, εσώπησε λίγο, κοιτάζοντας μες στα μάτια τις γυναίκες του Μεσολογγιού.
Και έτσι ξέρω και μιλώ και εγώ, ναι ή όχι; Και τώρα δα, τι καρτερείτε; Βρήκατε ίσως ευχαρίστηση να με ακούτε να μιλώ;
Εσείς δεν έχετε άλλη δουλειά πάρα να ψωμoζητάτε· και, να πούμε την αλήθεια, στοχάζομε πως θε νά 'ναι μία θεραπεία, για όποιον δεν ντρέπεται.
μια γυναίκα πλησιάζει σε μια τελευταία έκκληση…
Φύγε ! Δε σου δίνω ούτε ψίχουλο !
Και ακολούθησα τις γυναίκες του Μεσολογγίου, οι
οποίες στρωθήκανε στ' ακρογιάλι
Και κάθε
μία έβαλε το χέρι και έβγαλε ό,τι και αν εμάζωξε, και εκάμανε ένα σωρό.
Και μία απ' αυτές, απλώνοντας το χέρι, και ψηλαφίζοντας το γιαλό εφώναξε:
«Αδελφάδες, ακούτε, αν έκαμε ποτέ
τέτοιο σεισμό σαν και τώρα το Μεσολόγγι: ίσως νικάει, ίσως πέφτει».
Τα πρώτα δάνεια της Ελλάδας
- Στα χρόνια της επανάστασης, πήραμε από τους Άγγλους, δυο δάνεια. Το πρώτο, το 1823 για 800.000 λίρες, από τις οποίες πή¬ραμε στα χέρια μας μόλις 280.000 λίρες.
- Το δεύτερο δάνειο, το 1825 για 2.000.000 λίρες και πήραμε μόνο 800.000 λίρες.
- Και η διαφορά;
- Μα, κρατήθηκε από τους Άγγλους δανειστές.
- Α, μάλιστα. Κατάλαβα. Και τι απόγιναν τα λεφτά;
- Το δεύτερο δάνειο χάθηκε σε παραγγελίες πολεμικών πλοίων, που δεν ήλθαν ποτέ στην Ελλάδα. Όσο για το πρώτο δάνειο, αλήθεια, τι είπαμε ότι έγινε το πρώτο δάνειο ;
- Την πιο κρίσιμη στιγμή της Επανάστασης οι Έλληνες σκοτώνονταν σε έναν εμφύλιο πόλεμο στον οποίο σπαταλήθηκε ολόκληρο το πρώτο δάνειο. Η Επανάσταση ηττήθηκε και χρειάστηκε η στρατιωτική επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων για να αποχωρήσουν οι Οθωμανοί και έτσι, η Ελλάδα δέθηκε στο άρμα της Αγγλίας.
- Για ένα εκατομμύριο λίρες, που κι απ΄αυτές κάτι λιγοστές φτάσανε μέχρι τον τόπο μας, χρωστούσαμε το 1854 στους Άγγλους πάνω από.....οχτώ εκατομμύρια λίρες!
Ανδρέας Κάλβος : Ωδὴ Ἕκτη. Αἱ Εὐχαί
Καλύτερα καλύτερα
της θάλασσας τα κύματα
να πνίξουν την πατρίδα μου
σαν απελπισμένη
έρημη βάρκα
Τῆς θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τὰ κύματα
῾νὰ πνίξουν τὴν πατρίδα μου
ὡσὰν ἀπελπισμένην,
ἔρημον βάρκαν.
Παρά προστάτες να χουμε
Στη στεριά, στα νησιά
καλύτερα μια φλόγα
να δω παντού απλωμένη
τρώγουσα πόλεις, δάση
λαούς κι ελπίδες
Παρά προστάτες να χουμε
Καλύτερα, καλύτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
να γυρνούν τον κόσμο
με απλωμένα χέρια
ψωμοζητούντες
Παρά προστάτες να χουμε
Το χέρι που προσφέρετε
ως προστασίας σημείο σε ξένο έθνος,
έπνιξε και πνίγει τους λαούς σας
Τα ξίφη που φυλάγουν
τα τρέμοντα βασίλειά σας
τα ξίφη που τρομάζουν την αρετή
και σφάζουν τους λειτουργούς της.
Και τώρα για την προστασία μας
τα χέρια σας απλώνετε
τραβήξτε τα οπίσω
βλέπει ο θεός κι αστράφτει
για τους πανούργους
Μακρυγιάννης
(Σικελιανός)
(Σικελιανός)
1. Χαρά σε κειόν που πρωτοσήκωσε
απ' τις σκόνες σκεπασμένο, το δίστομο σπαθί του λόγου σου
στον ήλιο, Μακρυγιάννη,
απ' τις σκόνες σκεπασμένο, το δίστομο σπαθί του λόγου σου
στον ήλιο, Μακρυγιάννη,
2. Κι απάνω και στις δυο πλευρές γραφή
Απ' τη μια, τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:
"Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο,
και δε θα μπούμε εύκολα στου αυγού το τσόφλι,
γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ' αυτό να ξαναμπούμε πίσω
μα εγίναμε πουλιά και τώρα πια στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε".
Απ' τη μια, τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:
"Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο,
και δε θα μπούμε εύκολα στου αυγού το τσόφλι,
γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ' αυτό να ξαναμπούμε πίσω
μα εγίναμε πουλιά και τώρα πια στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε".
3. Κι απ' τη δεύτερη πλευρά, γραφή άλλη χαραγμένη:
"Απάνω στην αλήθεια μου ακόμα και τον θάνατο τον δέχομαι
τις τόσες φορές τον θάνατο εζύγωσα, αδερφοί μου και δε με πήρε,
που για τούτο, το θάνατο καταφρονώ,
κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω".
"Απάνω στην αλήθεια μου ακόμα και τον θάνατο τον δέχομαι
τις τόσες φορές τον θάνατο εζύγωσα, αδερφοί μου και δε με πήρε,
που για τούτο, το θάνατο καταφρονώ,
κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω".
4. Χαρά σε κειόν που πρωτοσήκωσε απ' το χώμα αυτήν τη σπάθα
και τέτοια διάβασε απάνω της βαγγέλια...
και τέτοια διάβασε απάνω της βαγγέλια...
Σε δυο τρεις ημέρες ήρθε ο
Κυβερνήτης. ….. Τότε έφκειασε το Πανελλήνιον, ορκίστη κι’ αυτός να κυβερνήση
εφτά χρόνια. Δεν θυμήθη ο Κυβερνήτης· όταν ορκίστη διά εφτά χρόνια, ορκίστη στο
σύνταμα – κι’ αυτός ευτύς το χάλασε.
Ὁ Κυβερνήτης μας φέρνει ὀπαδοὺς τῶν τύραγνων νὰ τὸν ὁδηγήσουνε
πὼς τυραγνοῦνε ἐκεῖνοι οἱ τύραγνοι, νὰ τυραγνήση κι᾿ αὐτός. Καὶ ποιοὺς θέλει νὰ
βλάψη; Ἐκείνους ὁποῦ ῾λικρινώς ἀγωνίστηκαν καὶ ὑπάρχει ἡ πατρίδα, ὁποῦ θυσιάσαν
κατάσταση καὶ ζωή.
(Μπορεί να ακουστεί και ως μουσική)
Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται µε λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήµατα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά µόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά µόνο στο δίκιο.
(Ρωμιοσύνη, Γ. Ρίτσος)
Μην είναι τάχα η νύχτα η φοβερή
Που ο Βαυαρός τη δόξα μας σκοτώνει
Κι απ’ το βουλευτικό – ώ πικροί καιροί –
Στη φυλακή σε πάει, Κολοκοτρώνη.
1833 Μαγίου 4 ἦρθα ἐδῶ εἰς Ἀθήνα. Οἱ πολιτικοί μας καὶ οἱ
ξένοι τρώγονταν καὶ καθένας κύταζε νὰ ῾περισκύση ἡ δική του φατρία. Ἄλλος τὸ ἤθελε
Ἀγγλικόν, ἄλλος Ρούσσικον, ἄλλος Γαλλικόν. Οἱ Ἀντιβασιλεῖς μας τήραγαν κι᾿ αὐτεῖνοι
νὰ πάρουν κάνα λεπτό, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἧβραν ἁλώνι ν᾿ ἁλωνίσουν. (Μακρυγιάννη
απομνημονεύματα
Κυρά, Κυρά, ντύσου ξανά τα κλέφτικα, τ’ ασίκικα, ψηλά στα
κορφοβούνια
Ζώσου τ’ αστέρια τρίδιπλα στον κόρφο φυσεκλίκια
Βάλε μες στο ταγάρι σου της Παναγιάς το κόνισμα μαζί με
μπαρουτόσκαγα
(Ρίτσος, Η κυρά των Αμπελιών, απόσπασμα)
Ακούγεται η μουσική από το μεγάλο μας τσίρκο ή τα γράμματα
στο μακρυγιάννη
Σ’ ένα μπαρ στου Μακρυγιάννη προχθές,
Μπήκε ένα φουστανελάς με τσακισμένο χέρι.
Ήρθε και κάθισε μαζί μου να πιει ένα ρακί.
Σε λίγο μεθυσμένοι πιάσαμε το χορό και τραγουδούσαμε
τραγούδια ελληνικά. Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου, και το
φεγγάρι εχάθη.
Πίναμε και χορεύαμε όλη νύχτα και
σαν καθίσαμε του λέω:
-Πού το τσάκισες αυτό το χέρι;
-Στους Μύλους τ΄ Αναπλιού, μουλέει
Γιατί το τσάκισες;
Γι αυτήνη την πατρίδα. Και τώρα, δικαιοσύνη δε βρίσκω από
κανέναν. Ματαιοδοξία
και ιδιοτέλεια, ένα δίχτυ πνιγηρό, δόλος κι απάτη.
Κι έκλαιγε, σκυφτός με δάκρυα πικρά,
ώσπου με πήρε το παράπονο κι έκλαψα κι εγώ.
(Γιάννη Η. Παππά, «Σ’ ένα μπαρ στου Μακρυγιάννη»)
Δεν ήθελα χρήματα και βιο,
ήθελα σύνταμα δια την πατρίδα μου να κυβερνηθεί με νόμους
και όχι με το «έτζι θέλω».
(Μακρυγιάννης απομνημονεύματα)
