ΠΗΓΗ : http://arxaiabgymnasiou.blogspot.gr/2012/11/6.html
πειθώ
1) ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ: Ρήμα πείθω
πείθω: κάνω κάποιον να συμφωνήσει μαζί μου/ καθησυχάζω/ παρακινώ με τα λόγια/ ξεγελώ
Αρχαία Ελληνική
Απλές λέξεις
Πειθώ: κύριο όνομα (θεά)
τό πίστωμα: η εγγύηση, το εχέγγυο
πιστικός: πιστός/ πειστικός
Σύνθετες λέξεις
ἡ πειθανάγκη: το να πείθεις χρησιμοποιώντας βία (ψυχολογική ή σωματική)
ἀπειθῶ: είμαι ανυπάκουος
ἀναπείθω: μεταπείθω, αλλάζω τη γνώμη κάποιου
παραπείθω: εξαπατώ
εὔπειστος: αυτός που πείθεται εύκολα/ πιθανός
Αρχαία/ Νέα Ελληνική
Απλές λέξεις
ἡ πειθώ: η ικανότητα να πείθεις
πειστικός: αυτός που πείθει
τό πεῖσμα: (α.ε.) επιβεβαίωση/ (ν.ε.) έντονη επιμονή
πιστεύω: έχω εμπιστοσύνη/ συμφωνώ/ είμαι βέβαιος
ἡ πίστις (-η): πεποίθηση/ τιμιότητα/ η θρησκεία/
πιστός: έμπιστος, αφοσιωμένος
πιστῶ (πιστώνω): ανοίγω πίστωση, δανείζω χωρίς υποχρέωση άμεσης εξόφλησης
ή πιστότης (-τητα): (α.ε.) ειλικρίνεια/ (ν.ε.) ακρίβεια στην απόδοση ενός πράγματος
ή πίστωσις (-η): επιβεβαίωση/ δανεισμός χρημάτων με προοπτική μελλοντικής εξόφλησης
ὁ πιστωτής: (α.ε.) εγγυητής/ (ν.ε.) αυτός που δανείζει χρήματα
πιστωτικός: αυτός που αναφέρεται στην πίστωση
πιθανός: αυτός που μπορεί να συμβεί
ἡ πιθανότης (-τητα): το ενδεχόμενο
ἡ πεποίθησις (-η): σταθερή πίστη
Σύνθετες λέξεις
πειθαρχῶ: υπακούω σε κανόνες
ἡ πειθαρχία: υπακοή στους κανόνες για τήρηση της τάξης
πειθήνιος: υπάκουος
πιστοποιῶ: επιβεβαιώνω
πιθανολογῶ: μιλώ βασιζόμενος σε πιθανότητες
ἐμπιστεύω (εμπιστεύομαι): έχω πίστη σε κάποιον/ αναθέτω σε κάποιον μια αποστολή
μεταπείθω: αλλάζω γνώμη σε κάποιον
καταπείθω: πείθω κάποιον εντελώς
διαπιστεύω: εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον/ διορίζω διπλωματικό αντιπρόσωπο
ἀξιόπιστος: ο άξιος εμπιστοσύνης
εὔπιστος: ευκολόπιστος
ἡ ἀπείθεια: η ανυπακοή
ἀπειθής: ανυπάκουος
Νέα Ελληνική
Απλές λέξειςπειστήριο: αποδεικτικό στοιχείο
πειστικότητα: ικανότητα να πείθεις
πιστευτός: αυτός που μπορούν να τον πιστέψουν
πεισμώνω: κυριεύομαι από πείσμα
πεισματάρης: αυτός που έχει πείσμα
Σύνθετες λέξεις
πειθαναγκάζω: πείθω χρησιμοποιώντας βία
εμπιστοσύνη: απόλυτη πίστη σε κάποιον
απείθαρχος: ανυπάκουος στους κανόνες
διαπιστευτήριο: έγγραφο για την επίσημη αναγνώριση διπλωματικού αντιπροσώπου
2 )
ΠΗΓΗ : https://quizlet.com/111453442/6-flash-cards/
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
1 .η ικανότητα να πείθεις πειθώ
2. αυτός που έχει την ικανότητα να πείθει
πειστικός
3 .έντονη επιμονή
πείσμα
4 .η ακρίβεια στην απόδοση ενός πράγματος
πιστότητα
πειστικός
3 .έντονη επιμονή
πείσμα
4 .η ακρίβεια στην απόδοση ενός πράγματος
πιστότητα
5 .δανεισμός
πίστωση
6 .αυτός μπορεί να συμβεί
πιθανός
απόλυτη βεβαιότητα ότι αυτό που πιστεύω ισχύει
7 .πεποίθηση
αλλιώς το υπακούω σε κανόνες
8 .πειθαρχώ
9 .υπάκουος
πειθήνιος
10 .βεβαιώνω ότι κάτι είναι γνήσιο
πιστοποιώ
11 .θεωρώ κάτι πιθανό, υποθέτω
πιθανολογώ
12 .αλλάζω γνώμη σε κάποιον
μεταπείθω
13 .πείθω κάποιον εντελώς
καταπείθω
14 αυτός που αξίζει να του έχεις εμπιστοσύνη
15 αξιόπιστος
16 αυτός που πείθεται εύκολα
εύπιστος
18 ανυπακοή, απειθαρχία
απείθεια
19 απόδειξη για την τέλεση ενός εγκλήματος
πειστήριο
20. αντικείμενο που συντελεί στην απόδειξη της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου
πειστήριο
21. αυτός που μπορείς να τον πιστέψεις
πιστευτός
22. επίσημα έγγραφα διορισμού ενός πρεσβευτή
διαπιστευτήρια
23. επιμένω σε κάτι από αντίδραση
πεισμώνω
24. έντονη επιμονή, γινάτι
πείσμα
25.πείθω κάποιον με βία ή εξαναγκασμό
πειθαναγκάζω
Α.2 Συμπληρώστε τα κενά με τις λέξεις στην παρένθεση:
6 .αυτός μπορεί να συμβεί
πιθανός
απόλυτη βεβαιότητα ότι αυτό που πιστεύω ισχύει
7 .πεποίθηση
αλλιώς το υπακούω σε κανόνες
8 .πειθαρχώ
9 .υπάκουος
πειθήνιος
10 .βεβαιώνω ότι κάτι είναι γνήσιο
πιστοποιώ
11 .θεωρώ κάτι πιθανό, υποθέτω
πιθανολογώ
12 .αλλάζω γνώμη σε κάποιον
μεταπείθω
13 .πείθω κάποιον εντελώς
καταπείθω
14 αυτός που αξίζει να του έχεις εμπιστοσύνη
15 αξιόπιστος
16 αυτός που πείθεται εύκολα
εύπιστος
18 ανυπακοή, απειθαρχία
απείθεια
19 απόδειξη για την τέλεση ενός εγκλήματος
πειστήριο
20. αντικείμενο που συντελεί στην απόδειξη της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου
πειστήριο
21. αυτός που μπορείς να τον πιστέψεις
πιστευτός
22. επίσημα έγγραφα διορισμού ενός πρεσβευτή
διαπιστευτήρια
23. επιμένω σε κάτι από αντίδραση
πεισμώνω
24. έντονη επιμονή, γινάτι
πείσμα
25.πείθω κάποιον με βία ή εξαναγκασμό
πειθαναγκάζω
ΕΝΟΤΗΤΑ 6
Α. ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ
Α. 1. Αντιστοιχίστε τα αντίθετα:
α. εμπιστοσύνη
β. πιθανός
γ. πειθήνιος
δ. αξιόπιστος
ε. εύπιστος
1. ανυπάκουος
2. άπιστος
3. αναξιόπιστος
4. απίθανος
5. δυσπιστία
πειστήριο, πειθαρχία, μεταπείθω, πιστός, εμπιστοσύνη
α. Προσπάθησε να τον …………………….. αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Η γνώμη του παρέμενε η ίδια.
β. Πρόδωσες την ……………………… μου! Δεν πρόκειται να σου ξαναπώ τίποτα πια!
γ. Ο εισαγγελέας εξέτασε τα ………………………. του εγκλήματος.
δ. Το στράτευμα πρέπει να χαρακτηρίζεται από …………………….. .
ε. Έμεινε ………………….. στον όρκο του και έκανε το καθήκον του.
Α. 3. Αντιστοιχίστε τα συνώνυμα:
α. πειθήνιος
β. πεισμώνω
γ. πιστότης
δ. απειθής
ε. πειθαρχία
1. ακρίβεια, ειλικρίνεια
2. τάξη
3. υπάκουος
4. προσπαθώ
5. απείθαρχος
Β. ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ
Β.1. Να αναλύσετε τις λέξεις στα συνθετικά τους:
ἀείμνηστος: ……………………. + ……………………..
εὐγενής: ………………………… + ……………………..
εἰσάγω: ………………………… + ………………………
ἀνάξιος: ……………………….. + ……………………….
Β.2. Σχηματίστε σύνθετες λέξεις:
ἀνά + τρέφω: η …………………..
παρά + μένω: η ………………….
ἀντί + λέγω: η ……………………
ὑπό + στέγη: το …………………
ἡμί + όροφος: ο …………………
ἀνά + καλύπτω: η ……………...
ἀνά + γράφω: η …………………
παρά + λαμβάνω: ο ………………….